Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΣΤΟ ΚΟΛΟΣΣΑΙΟ ΜΑΧΕΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΤΟΥΣ ΓΟΗΤΕΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ ΤΟΥΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΣΤΟ ΚΟΛΟΣΣΑΙΟ ΜΑΧΕΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΤΟΥΣ ΓΟΗΤΕΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ ΤΟΥΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Ο οντολογικός ρεαλισμός των μεταθανάτιων ελπίδων μας: Συμπεράσματα από τις σύντομες αναφορές του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή

Ο οντολογικός ρεαλισμός των μεταθανάτιων ελπίδων μας:

Συμπεράσματα από τις σύντομες αναφορές του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή

Χρήστος Γιανναράς


Εκδόθηκε στον Τόμο:
KNOWING THE PURPOSE
OF CREATION THROUG
THE RESURRECTION
Proceedings of the Symposium on


St Maximus the Confessor

Belgrade, October 18-21, 2012
Edited by

Bishop Maxim (Vasiljevic)

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής δεν έγραψε ιδιαίτερη πραγματεία ή ομιλία ή επιστολή ή κάποια άλλη συστηματική αναφορά με θέμα τη συνέχιση της ανθρώπινης ύπαρξης μετά τον θάνατο. Ωστόσο, στα έργα του υπάρχουν διάσπαρτοι υπαινιγμοί για το θέμα, οι οποίοι θα μπορούσαν ίσως να αποτελέσουν επαρκή βάση για να κατανοήσουμε την προοπτική του. Οι σύντομες αναφορές του μεταφέρουν συνήθως μια οντολογική προσέγγιση, πολύτιμη για τον εμπειρικό χαρακτήρα που απαιτείται για τον ρεαλισμό της εκκλησιαστικής μαρτυρίας.

Δύο διευκρινίσεις θα ήταν χρήσιμες για τη σωστή κατανόηση της προσέγγισης του Μαξίμου σχετικά με τη μετά θάνατον ζωή.

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να διευκρινίσουμε ποιος είναι ο ρόλος και η αυθεντία των πατερικών κειμένων και της ίδιας της Γραφής στη ζωή της Εκκλησίας. Και πιο συγκεκριμένα: είναι η Εκκλησία εκείνη που «γεννά» τη Γραφή και την Παράδοση; Καταγράφουν η Γραφή και η Παράδοση τη μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας; Ή μήπως είναι η Παράδοση και η Γραφή που «γεννούν» την Εκκλησία, που λειτουργούν ως οι «πηγές» της εκκλησιαστικής αλήθειας —όπως τα κείμενα του Marx γέννησαν τον μαρξισμό ή τα κείμενα του Freud τον φροϋδισμό;

Στην πρώτη περίπτωση, η αλήθεια της Εκκλησίας είναι γεγονός, τρόπος ύπαρξης ενσαρκωμένος σε ένα συγκεκριμένο «σώμα» ανθρώπινης συνύπαρξης. Αυτός ο τρόπος, αυτός ο τρόπος ύπαρξης εικονίζει —δηλαδή επιδιώκει και δυνητικά πραγματώνει— την ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα και από όλους τους περιορισμούς του χρόνου, του χώρου, της φθοράς και του θανάτου:

τον τρόπο ύπαρξης της άκτιστης τριαδικής Αιτιώδους Αρχής της ύπαρξης.

Η εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος καταγράφεται και μαρτυρείται στα κείμενα της Γραφής, στα λειτουργικά κείμενα, στα κείμενα των Πατέρων. Τα ίδια τα κείμενα είναι καταγραφή αυτής της εμπειρίας· δεν υποκαθιστούν την εμπειρία· η ίδια η εμπειρία —ο τρόπος ύπαρξης— είναι η αλήθεια· τα κείμενα μπορούν μόνο να μας δείξουν τα όριά της —στην καλύτερη περίπτωση. Δεν θα γνωρίσουμε την τριαδικότητα του Θεού διαβάζοντας τη Γραφή ή τις συνοδικές αποφάσεις, αλλά θα τη γνωρίσουμε μετέχοντας —ίσως για μεγάλο χρονικό διάστημα— στον τρόπο ύπαρξης που συγκροτεί την Εκκλησία.

Στη δεύτερη περίπτωση, αν η Γραφή και η Παράδοση «γεννούν» την Εκκλησία και είναι οι «πηγές» της αλήθειάς της, τότε η αλήθεια της Εκκλησίας γίνεται αντιληπτή ως αντικειμενικό δεδομένο —κάθε πρόσωπο μπορεί να την κατέχει ατομικά, με τη βοήθεια του νου του, των συναισθημάτων του ή οποιασδήποτε άλλης ατομικής ιδιότητας. Η αλήθεια μπορεί να γίνει ατομική του κατοχή, προνόμιο και θώρακας του εγώ του. Οι αντικειμενοποιημένες «πηγές» της αλήθειας, τα κείμενα, αναγνωρίζονται και αγιοποιούνται καθαυτά, σαν είδωλα· και η ατομική πιστότητα στο γράμμα των βιβλικών, πατερικών ή λειτουργικών κειμένων αλλοτριώνει την πίστη: από γεγονός και «ἄθλημα» εμπιστοσύνης και αυτοπροσφοράς μετατρέπεται σε ατομικές «πεποιθήσεις». Και η ειδωλοποιημένη «ορθότητα» αυτών των ατομικών πεποιθήσεων μετατρέπεται σε μετρήσιμο κεκτημένο προσόν και σε εγωκεντρική αυτοηδονή.


Ιδού η δεύτερη διευκρίνιση, ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τους υπαινιγμούς του Μαξίμου του Ομολογητή σχετικά με τη συνέχιση της ανθρώπινης ζωής μετά τον θάνατο:

Ακριβώς επειδή η αλήθεια της Εκκλησίας είναι ένα «πώς» και όχι ένα «τι» —είναι ο τρόπος συγκρότησης και λειτουργίας του ευχαριστιακού της σώματος, ένας τρόπος που είναι το «ἄθλημα» της εικονίσεως της τριαδικής πληρότητας του είναι—, δεν προηγείται της Εκκλησίας η παράθεση «θέσεων» που αξιώνουν να απαντήσουν σε κάθε ανθρώπινο ερώτημα περί μετα-φυσικής.

Κατά κανόνα, η Εκκλησία εξέφρασε τη μαρτυρία της εμπειρίας της χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της εποχής της ιστορικής της γέννησης, τη θρησκευτική γλώσσα που τότε ήταν κατανοητή από όλους για κάθε θέμα που αφορούσε τη μετα-φυσική —τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε και από τους Εβραίους για να εκφράσουν την αποκάλυψη του Θεού μέσα στην ιστορία τους. Γι’ αυτό, στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, η διαίρεση της υπερβατικής ύπαρξης σε αριθμημένους «ουρανούς» αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο γεγονός· ή η παρουσία του Θεού δηλώνεται ως φωτιά, σεισμός και ιπτάμενο πουλί· ή επικρατεί η αγγελολογία και δαιμονολογία που είναι κοινή σχεδόν σε όλες τις παγανιστικές θρησκείες της Μέσης Ανατολής κ.λπ.

Η Εκκλησία παρενέβαινε μόνο στις περιπτώσεις όπου η εμπειρική της αλήθεια παραχαρασσόταν ή διατυπωνόταν σε γλώσσα υπερβολικά επιρρεπή σε σημαντικές αποκλίσεις από τον εκκλησιαστικό τρόπο ύπαρξης. Παρενέβαινε σε συνόδους, για να εκφράσει και να διατυπώσει με λόγια, μέσω της μαρτυρίας των επισκόπων της, την εμπειρία ολόκληρης της καθολικής Εκκλησίας. Και σε αυτές τις περιπτώσεις η γλώσσα που χρησιμοποιούσε η Εκκλησία για να εκφραστεί ήταν η καθολική γλώσσα που διαμόρφωσαν οι Έλληνες για να εκφράσουν, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, το οντολογικό πρόβλημα με αξιώσεις συνεπούς —δηλαδή πλήρως μεταδόσιμης— εμπειρικότητας: το πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο πραγματικό και στο φαντασιακό ή νοητό, ανάμεσα στο πράγματι υπάρχον και στο παροδικό και εφήμερο, το πρόβλημα του «νοήματος» —της αιτίας και του σκοπού— της ύπαρξης.

Η Εκκλησία, λοιπόν, όρισε την πίστη της —και την εμπειρία της— στην τριαδικότητα του Θεού και στην Ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου με τη γλώσσα της οντολογικής μέριμνας των Ελλήνων, μαζί με τον ρεαλισμό και την καθολικότητα αυτής της γλώσσας. Η Εκκλησία όρισε επίσης τη διάκριση ανάμεσα στην εικόνα και στο είδωλο, τη διάκριση ανάμεσα στην εικόνα και στη διακοσμητική ζωγραφική που είναι ευχάριστη στις αισθήσεις του ατόμου. Δεν υπήρξε οικουμενική και συνοδική απόφαση σχετικά με τις μεταθανάτιες ελπίδες μας, δηλαδή κάποιος φωτισμός του οντολογικού περιεχομένου της εκκλησιαστικής ελπίδας.

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής εισάγει ορισμένες οντολογικές διευκρινίσεις στους σύντομους υπαινιγμούς για το θέμα, διάσπαρτους στα έργα του. Ωστόσο, αποφεύγει να ολοκληρώσει μια συστηματική οντολογική προσέγγιση, η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ως ερμηνευτική «θέση». Ας μην ξεχνούμε ότι φαίνεται αδύνατο να εκφράσουμε, να σημάνουμε με τη γλώσσα μας μια πραγματικότητα στην οποία δεν έχουμε αισθητηριακή πρόσβαση. Ο απόστολος Παύλος περιγράφει την εμπειρία της ύπαρξης πέρα από τις αισθήσεις ως κάτι κυριολεκτικά απερίγραπτο: «[άκουσε] πράγματα τόσο θαυμαστά, που δεν μπορούν να εκφραστούν με λόγια, πράγματα που δεν επιτρέπεται σε άνθρωπο να εκφέρει» —Β΄ Κορ. 12,4· «μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και νους ανθρώπου δεν συνέλαβε όσα ετοίμασε ο Θεός για εκείνους που τον αγαπούν» —Α΄ Κορ. 2,9.

Ωστόσο, η εκκλησιαστική μαρτυρία κατόρθωσε να εκφράσει την εμπειρία της πραγματικότητας τόσο του κτιστού κόσμου όσο και του ακτίστου με τη βοήθεια της ελληνικής φιλοσοφικής γλώσσας της οντολογίας —με τις κατηγορίες: ουσία-φύση, πρόσωπο-ὑπόσταση, ἐνέργειες τῆς φύσης, ὑποστατικὰ ἰδιώματα, ἑτερότητα, ἐλευθερία, σχέση κ.λπ. Αυτό γίνεται πάντοτε με επίγνωση του αποφατικού χαρακτήρα των γλωσσικών διατυπώσεων, του γεγονότος ότι η κατανόηση των σημαινόντων δεν ταυτίζεται με τη γνώση του σημαινομένου, του γεγονότος ότι η αλήθεια δεν περιορίζεται στις γλωσσικές της διατυπώσεις. Μια τέτοια προσπάθεια έκφρασης και σήμανσης της πραγματικότητας των μεταθανάτιων ελπίδων μας με τη γλώσσα μιας συνεπούς οντολογικής διερώτησης δεν έλαβε χώρα στην ιστορία της Εκκλησίας.


Δεν εμφανίστηκε άραγε το αίτημα για μια τέτοια προσπάθεια; Δεν φανερώθηκε η ανάγκη της; Ή μήπως ήταν αδύνατο, από κάποιο σημείο της ιστορίας και έπειτα, να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος;

Το γεγονός παραμένει ότι η Εκκλησία προσεύχεται και μιλά για τα έσχατα, έως σήμερα, με τη νομική και ψυχολογική γλώσσα των αρχαίων μεσανατολικών θρησκειών, αναμεμειγμένη με αποσπάσματα αποκαλυπτικών οντολογικών εκφράσεων, που παραμένουν ασύνδετα, αν όχι ασύμβατα, με το υπόλοιπο της θρησκευτικής διδασκαλίας.

Ο άγιος Μάξιμος εισάγει οντολογικούς προσδιορισμούς που θα μπορούσαν να γίνουν αφετηρία για μια αναζήτηση πιο συνεπούς εκκλησιαστικής —σε αντίθεση προς τη θρησκευτική— έκφρασης της μεταθανάτιας ελπίδας μας. Η πρώτη πολύτιμη ερμηνευτική διευκρίνιση που του οφείλουμε είναι η θέση του ότι μετά τον θάνατο η ύπαρξη του ανθρώπινου προσώπου πραγματώνεται όχι «κατά φύσιν», αλλά «κατά Χάριν».

Ονομάζουμε «πρόσωπο» τη λογική —δηλαδή τη σχετική με τον Λόγο— υπόσταση κάθε ανθρώπου «κατ’ εικόνα Θεού», κάθε υποστατική πραγμάτωση της ανθρώπινης φύσης. Το ανθρώπινο πρόσωπο υπάρχει υποστασιάζοντας —συγκροτώντας ως υπόσταση— τις κτιστές ενέργειες της κτιστής ανθρώπινης φύσης· τις υποστασιάζει «με ατομικές ιδιότητες», δηλαδή τόσο με μορφική —διακριτική— ετερότητα όσο και με ενεργητική —ελεύθερη από προκαθορισμούς— ετερότητα.

Και γεννιέται το ερώτημα: μετά τον φυσικό θάνατο, μετά την πλήρη παύση των κτιστών ενεργειών της κτιστής ανθρώπινης φύσης, ποιες ενέργειες υποστασιάζει η ανθρώπινη υπόσταση, ώστε να μπορεί να συγκροτεί ένα υπάρχον πρόσωπο, ένα όν που υπάρχει πραγματικά; Ο άγιος Μάξιμος απαντά: μετά τον θάνατό μας, η υπόσταση δεν υποστασιάζει πλέον την κτιστή φύση, αλλά την άκτιστη Χάρη. Ο άνθρωπος υπάρχει όχι «κατά φύσιν» αλλά «κατά Χάριν»· η ύπαρξή του πραγματώνεται όχι μέσω των κτιστών ενεργειών μιας κτιστής φύσης, αλλά με τις ενέργειες μιας ύπαρξης που δίνεται ως δώρο από τον Θεό, με τις άκτιστες ενέργειες της θείας Χάρης.

Ο Μάξιμος δημιουργεί με την οντολογική ερμηνευτική του πρόταση τη δυνατότητα και για μια οντολογική ερμηνεία της κόλασης, η οποία συνήθως κατανοείται με θρησκευτικά κριτήρια, δηλαδή με νομικά και ψυχολογικά. Στην προοπτική του Μαξίμου, ο Θεός ούτε δημιουργεί ούτε επιβάλλει την κόλαση ως τιμωρία. Ο Θεός είναι μόνο αγάπη, και δίνει τον εαυτό Του σε κάθε ανθρώπινο ον, ενωνόμενος μαζί του «προς την αιωνιότητα, προς την αθανασία». Αν η ελευθερία του ανθρώπου έχει αναπτύξει μέσα του μια «ποιότητα διαθέσεως» ικανή να ανταποκριθεί στη Χάρη της ένωσής του με τον Θεό, τότε η ένωση θα είναι για εκείνον που ενώνεται με τον Θεό «ἀνεννόητος ἡδονή». Αν ο άνθρωπος δέχεται αυτή τη ζωοποιό Χάρη αλλά δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτήν, δεν έχει αποκτήσει την ετοιμότητα και την ανταποκριτικότητα γι’ αυτήν, τότε η ένωσή του με τον Θεό θα είναι «ἀνεκλάλητος ὀδύνη», κόλαση.

Η «ὑποκειμένη ἑκάστῳ ποιότης τῆς διαθέσεως», η οποία θα κρίνει την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό μετά τον θάνατο ως «ἀνεννόητη ἡδονή» ή ως «ἀνεκλάλητη ὀδύνη», είναι μια δεύτερη οντολογική προοπτική του αγίου Μαξίμου, κρίσιμη για τις ελπίδες μας. Δεν αναλύει το περιεχόμενο αυτής της «ποιότητας» που θα καθορίσει τη «διάθεση» —και με τη διάθεση εννοεί εδώ την προθυμία μας να αφοσιωθούμε και να προσφέρουμε τον εαυτό μας, την ελευθερία που έχουμε να δώσουμε θετική ή αρνητική απάντηση και αυτοπροσφορά στην ένωση με τον Θεό, την οποία Αυτός προσφέρει.

Ωστόσο, αυτή η «ποιότητα» δεν μπορεί να μεταφραστεί σε λογιστική αρίθμηση και αντιπαράθεση καλών πράξεων και αμαρτιών· αυτή η νομική κατανόηση φωνάζει τις θρησκευτικές —και όχι εκκλησιαστικές— ρίζες της. Μια εκκλησιαστική προσέγγιση θα ήταν ίσως να δει σε αυτή την «ποιότητα διαθέσεως» μια ετοιμότητα που δεν έρχεται «με παρατήρηση» —Λουκ. 17,20— και που πιθανότατα βρίσκει την πιο χαρακτηριστική της εικονογράφηση στο «μνήσθητί μου» του ληστή λίγο πριν από την τελευταία του πνοή. Η «ποιότητα διαθέσεως» του ληστή τον καθιστά κοινωνό του «παραδείσου» την ίδια ημέρα, χωρίς να απαιτείται το παραμικρό αξιομισθίας.

Μια τρίτη οντολογική διευκρίνιση του Μαξίμου αφορά την υπαρξιακή πληρότητα που προσδοκούμε μετά τον θάνατο, «όταν [ο άνθρωπος] ενώνεται με την Πρόνοια με κάθε αμεσότητα, χωρίς μεσολάβηση». Πώς θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε αυτή την άμεση ένωση, αυτή τη συμμετοχή στην πληρότητα του είναι κατά Χάριν, με όρους τρόπου ύπαρξης;

Στη νεκρώσιμη ακολουθία των σημερινών «Ορθόδοξων» Εκκλησιών, η οποία είναι διατυπωμένη σε καθαρά θρησκευτική γλώσσα, επαναλαμβάνονται συνεχώς δεήσεις για την «αιώνια ανάπαυση» του κεκοιμημένου και για τη συγχώρηση —αμαρτιών, σφαλμάτων, εγκλημάτων— που προϋποθέτει αυτή η «ανάπαυση». Ωστόσο, για τον άνθρωπο που έχει γευθεί στην επίγεια ζωή του τη χαρούμενη περιπέτεια της έρευνας, της δημιουργίας, μιας γνώσης που παραμένει πάντοτε απεριόριστη, της απέραντης ποικιλίας της ομορφιάς, της έκπληξης του έρωτα και της τεκνογονίας, των εκφραστικών δυνατοτήτων της Τέχνης, για αυτόν τον άνθρωπο μια «αιώνια ανάπαυση» —δηλαδή μια ίσως ηδονική αλλά σίγουρα στάσιμη αδράνεια, ένα είδος συνταξιοδότησης χωρίς τέλος μέσω του θανάτου— θα ήταν ένας πλήρης εφιάλτης.

Ο άγιος Μάξιμος βλέπει ότι το γίγνεσθαι της ύπαρξης προϋποθέτει την κίνηση ως αναγκαιότητα: η αέναη κίνηση του κτιστού κόσμου μέχρι το τέλος των αιώνων πραγματώνεται στην επιστροφική του κίνηση προς την υπαρξιακή του Αιτία, μια Αιτία που είναι «κατ’ ουσίαν» απρόσιτη³. Επομένως, όταν η ανθρώπινη υπόσταση θα υποστασιάζει την άκτιστη Χάρη και όχι την κτιστή φύση, δεν θα υπάρχει κίνηση και μεταβολή, όπως δεν θα υπάρχει και διάσταση —χώρος και χρόνος. Ο Μάξιμος, στην προσπάθειά του να σημάνει αυτή την πραγματικότητα της συμμετοχής στον άρρητο τρόπο του Ακτίστου με τη γλώσσα του κτιστού, συνδέει αντιφατικές έννοιες: λέει ότι η ανθρώπινη ύπαρξη θα «αποκτήσει μια αεικίνητη στάση και μια στάσιμη κίνηση»⁴. Θέλει να σημάνει την υπαρξιακή ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα κίνησης ή στάσης, την πραγμάτωση της ύπαρξης ως σχέσης, την ελευθερία της αγάπης ως τρόπο της πληρότητας της ύπαρξης.

Μόνο η σχέση μπορεί να περιλάβει την έκσταση της κίνησης —της αναζήτησης, της επιδίωξης— και την πληρότητα της ανάπαυσης ως υπαρξιακό γεγονός. Ίσως αυτό να δηλώνει ο Παύλος με τα λόγια του: «Όλοι εμείς, με ακάλυπτο πρόσωπο, κατοπτρίζοντας τη δόξα του Κυρίου, μεταμορφωνόμαστε στην ίδια εικόνα, από δόξα σε δόξα, όπως από τον Κύριο, το Πνεύμα» —Β΄ Κορ. 3,18· «Τώρα βλέπουμε θαμπά, σαν μέσα από καθρέφτη· τότε όμως πρόσωπο προς πρόσωπο» —Α΄ Κορ. 13,12.

Ακόμη και υπάρχοντας μέσα στα όρια της κτιστότητας, το ανθρώπινο πρόσωπο βιώνει ένα μέρος της συναρπαστικής εμπειρίας της σχέσης και της σχεσιακότητας, της απεριόριστης γνωστικής δυναμικής της σχέσης, της πάντοτε ατελούς πληρότητάς της· το ανθρώπινο πρόσωπο βιώνει στις διαπροσωπικές του σχέσεις μερικές, ίσως λίγες αλλά πάντως αποκαλυπτικές, στιγμές ελευθερίας από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά.

Υπάρχουν και άλλες οντολογικές προσεγγίσεις σχετικά με τις μεταθανάτιες ελπίδες μας στα κείμενα του αγίου Μαξίμου, τόσο άμεσες όσο και έμμεσες. Για παράδειγμα, η δυνατότητα αυτό που στη γλώσσα μας ονομάζουμε «κόλαση» να αναφέρεται στην ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου να μην υπάρχει. Αν το θεμέλιο της ύπαρξης είναι η σχέση με τον Θεό, και η «λογική» σχέση —η οποία, για να είναι λογική-προσωπική, πρέπει να είναι ελεύθερη— συγκροτεί τη λογική-προσωπική ύπαρξη, τότε αυτή η σχέση-ύπαρξη μπορεί είτε να γίνει αποδεκτή είτε ακόμη και να απορριφθεί, οδηγώντας στη μη ύπαρξη.

Η κόλαση, λέει ο Μάξιμος, είναι η άρνηση συμμετοχής στο «κυρίως εἶναι» και στο «εὖ εἶναι» και στο «ἀεὶ εἶναι»⁵: η ελεύθερη αυτοαποκλεισμός από την ύπαρξη, από τη σχέση-μετοχή στο είναι, η άρνηση της σχέσης και, ως τέτοια, η άρνηση του υπάρχειν, της ύπαρξης. Και αυτή η εκούσια μη ύπαρξη, ως στέρηση και απώλεια του δώρου της θεώσεως, μπορεί ίσως να σημάνειται γλωσσικά μόνο συμβολικά, με την εικόνα του ατελεύτητου βασανισμού, της οδύνης και του κλαυθμού.

Έτσι διαλύεται το ανυπόφορο σκάνδαλο ότι ένας Θεός που είναι αγάπη διατηρεί αιώνια στην ύπαρξη τους αρνητές Του μόνο και μόνο για να τους βλέπει να υποφέρουν χωρίς ελπίδα.

Γενικότερα, η οντολογική προοπτική του Μαξίμου σχετικά με την αποκατάσταση —ἀποκατάστασις— «ολόκληρης της φύσης» στην «ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού», η διαφορά ανάμεσα στη δική του προοπτική και σε εκείνη του Ωριγένη ή του Γρηγορίου Νύσσης, αποτελεί μία από τις πιο συναρπαστικές προκλήσεις για μια οντολογική διευκρίνιση της εκκλησιαστικής μαρτυρίας. Μια σύντομη συνεδριακή ανακοίνωση δεν επαρκεί· απλώς μας υπενθυμίζει εκκρεμότητες που ίσως αξίζουν την προσοχή συστηματικής έρευνας. Το παράδειγμα του αγίου Μαξίμου μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας δεν ολοκληρώθηκε οριστικά σε ένα ένδοξο παρελθόν, αλλά πραγματώνεται αενάως με τη δυναμική όλο και πληρέστερων εκφραστικών δυνατοτήτων, ιδίως στο πεδίο της γλώσσας της οντολογικής ερμηνευτικής.

Είναι πολύ πιθανό ότι από το έργο του αγίου Μαξίμου μπορούν να αντληθούν κριτήρια και προϋποθέσεις για τον φωτισμό κρίσιμων ερμηνευτικών εκκρεμοτήτων σχετικά με τις μεταθανάτιες ελπίδες μας. Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση, θα ήθελα να αναφέρω ενδεικτικά μερικές από αυτές τις εκκρεμότητες:

Αν με τον όρο «πρόσωπο» ορίζουμε την ύπαρξη ως —έστω σχετική— ελευθερία αυτοπροσδιορισμού, τότε πώς μπορούμε να δεχθούμε ότι «δεν υπάρχει μετάνοια μετά τον θάνατο»; Μπορεί να υπάρχει προσωπικό ον χωρίς την ικανότητα να συγκροτεί σχέση ή να αρνείται τη σχέση; Παύει ο άνθρωπος να είναι πρόσωπο μετά τον θάνατο; Μετατρέπεται σε απρόσωπο, κτηνώδες ον μονοτροπικού προκαθορισμού;

Μήπως θα έπρεπε να κατανοήσουμε την κατάσταση μετά τον θάνατο ως ελευθερία από τις υπαρξιακές προϋποθέσεις της κτιστότητας, ως ελευθερία από τα υπαρξιακά διλήμματα των αναγκαιοτήτων που κυβερνούν την κτιστή φύση; Δηλαδή ως ελευθερία από τη μετάνοια ή τη μη μετάνοια, ως ελευθερία μετάβασης από δόξα σε δόξα;

Αν απαντήσουμε καταφατικά στο προηγούμενο ερώτημα, πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε οντολογικά την εκκλησιαστική αγγελολογία και δαιμονολογία; Είναι οι άγγελοι και οι δαίμονες προσωπικά όντα; Αν ναι, πώς μπορεί να ερμηνευθεί ο «αμετάβλητος» χαρακτήρας της φύσης τους; Είναι κτιστής ή άκτιστης φύσης; Αν είναι κτιστοί, ποιοι υπαρξιακοί περιορισμοί της κτιστότητας διέπουν τη φύση τους και πώς μπορούν αυτοί οι περιορισμοί να αποσυρθούν στην περίπτωση των αγγέλων, χωρίς η αγγελική φύση να έχει ποτέ προσληφθεί από τον Θεό;

Αν η κίνηση και ο χρόνος αποσύρονται μετά τον θάνατο, γιατί η κρίση ανήκει στο «μέλλον» και γιατί η ανάσταση των νεκρών «προσδοκάται»; Γιατί η σημασιολογία των ελπίδων μας πρέπει να περιορίζεται στη λογική των δεσμεύσεων του κτιστού κόσμου; Ποιες ενδείξεις επιτρέπει η εκκλησιαστική μαρτυρία για μια οντολογική ερμηνεία της «ἐν ἡμῖν ἐλπίδος», κρίνοντας από τη συμπεριφορά του φυσικού σώματος του Χριστού μετά την Ανάστασή Του και κατά το γεγονός της Ανάληψής Του;

Αυτά διατυπώνονται με μια συντομία που δεν αποκλείει τον κίνδυνο.

[ΠΡΟΣΔΟΚΟΥΜΕ ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ Ή ΑΝΑΣΤΑΣΗ;]

ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΤΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ! ΜΠΡΑΒΟ ΤΟΥ. ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΑΠΟ ΚΟΙΛΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ. ΕΤΟΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ, ΤΟΥ ΛΑΚΑΝ.

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΟΛΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΙΔΕΩΝ.

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΣΤΟ ΚΟΛΟΣΣΑΙΟ ΜΑΧΕΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΤΟΥΣ ΓΟΗΤΕΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ ΤΟΥΤΟΥ

Η  ΝΕΟΑΡΕΙΑΝΗ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΤΥΠΩΜΕΝΗ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΚΑΙ ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΘΟΤΙ ΔΗΛΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΕΘΕΤΑΝ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΙΟ.
 
Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΗ ΑΓΝΩΣΤΗ  Ο ΤΙΤΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟΣ. ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΚΑΙ Ο Κ. ΞΙΩΝΗΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕ ΣΕ ΜΙΑ ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ!

Why would Maximus be a European, why would the Confessor be a philosopher?
Γιατί θα ήταν ο Μάξιμος Ευρωπαίος, γιατί θα ήταν ο Ομολογητής φιλόσοφος;


Β΄ Προς Τιμόθεον 3,13:
πονηροὶ δὲ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι.


ΑΛΛΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ. ΤΟΝ ΑΦ-ΑΙΡΕΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙ ΜΑΣ ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΡΕΔΩΣΑΝ ΣΤΟΝ ΛΑΚΑΝ; ΧΩΡΙΣ ΓΛΩΣΣΑ; ΚΑΙ ΟΜΩΣ. ΑΠΕΦΑΝΘΗ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ. ΠΑΣΧΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 
ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΠΙΑΤΟ ΤΗΣ ΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΤΗΣ ΣΤΟ ΑΝΤΙΦΩΝΟ ΟΙ ΛΑΚΑΝΟΝΤΟΛΜΑΔΕΣ. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΛΟΣ, ΘΟΡΥΒΩΔΕΣ Ο ΠΕΡΕΝΝΙΑΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ.[ΚΑΝΩ ΧΡΗΣΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. ΤΟ ΚΑΤΑ ΔΥΝΑΜΙΝ.]

Ambiguum 23

Ἐκ τοῦ περί Υἱοῦ πρώτου λόγου, εἰς τό, «Διά τοῦτο μονάς ἀπ᾿ ἀρχῆς εἰς δυάδα κινηθεῖσα μέχρι Τριάδος ἔστη.»

Πᾶν κατά φύσιν κινούμενον δι᾿ αἰτίαν πάντως κινεῖται, καί πᾶν τό δι᾿ αἰτίαν κινούμενον δι᾿ αἰτίαν πάντως καί ἔστι, πᾶν δέ τό δι᾿ αἰτίαν ὄν καί δι᾿ αἰτίαν κινούμενον ἀρχήν μέν εἶχε πάντως τοῦ εἶναι τήν δι᾿ ἥν ἔστι καί ἐξ ἧς πρός τό εἶναι ἤχθη αἰτίαν, τέλος δέ τοῦ κινεῖσθαι τήν αὐτήν δι᾿ ἥν κινεῖται καί πρός ἥν ἐπείγεται αἰτίαν. Πᾶν δέ τό δι᾿ αἰτίαν καί ὅν καί κινούμενον καί γενητόν πάντως. Εἰ δέ τοῦ κινουμένου τέλος ἐστίν ἡ δι᾿ ἥν κινεῖται αἰτία, ἡ αὐτή πάντως ἐστί τῇ δι᾿ ἥν γεγένηται καί ἔστιν αἰτίᾳ. Μία οὖν ἄρα πάντως τοῦ ὁπωσοῦν ὄντος καί καινουμένου κατά φύσιν ὡς ἀρχή καί τέλος αἰτία δι᾿ ἥν καί ἔστι καί κινεῖται πᾶν τό ὅν καί κινούμενον. Δραστήριος γάρ ὑπάρχουσα δύναμις καί ποιεῖ τά (1260) γινόμενα θεοπρεπῶς ὡς ἀρχή καί προβάλλεται, καί ἕλκει τά κινούμενα προνοητικῶς ὡς τέλος καί ὁρίζει. Εἰ δέ πᾶν κινούμενον καί γενητόν δι᾿ αἰτίαν ἔστι τε καί κινεῖται καί γεγένηται, πᾶν ὅ μή δι᾿ αἰτίαν ἐστίν οὐδέ ποιητόν ἐστιν, οὐδέ κινητόν δηλονότι. Οὐ γάρ κινεῖται τό παντάπασι μή ἔχον τοῦ εἶναι αἰτίαν. Εἰ δέ τό ἀναίτιον πάντως καί ἀκίνητον, ἀκίνητον ἄρα τό Θεῖον, ὡς τοῦ εἶναι μηδεμίαν ἔχον αἰτίαν, καί πάντων τῶν ὄντων ὑπάρχον αἰτίαν. Πῶς οὖν, ἴσως ἐρεῖ τις, ὁ θαυμαστός οὖτος διδάσκαλος κινούμενον εἰσάγει τό Θεῖον ἐν τοῖς προτεθεῖσι; Πρός ὅν ἐροῦμεν ὅτι παντός μᾶλλον ᾔδει, τό, Ἐκάστης τέχνης συνεκτικός λόγος, ἀκίνητος μένων παντάπασιν ἐφ᾿ ἑαυτόν, ἵνα παραδείγματι χρήσωμαι, καθ᾿ ἕκαστον εἶδος τῶν ὑπό τήν αὐτήν τέχνην μορφούμενος, κινεῖσθαι λέγεται τῷ κινεῖν μᾶλλον καθ’ ἑαυτόν τό τεχνούμενον ἤ τῷ κινεῖσθαι προφαινόμενος· ἤ, ὡς φῶς πρός τό ὁρᾷν τήν ὄφιν κινῶν λέγεται κινεῖσθαι, κινητικόν ὑπάρχον πάσης ὄψεως κυρίως ἤπερ κινητόν, οὕτω καί τό Θεῖον ἀκίνητον πάντη καθ᾿ οὐσίαν καί φύσιν ὑπάρχον, ὡς ἄπειρον καί ἄσχετον καί ἀόριστον, οἱονεί τις ἐπιστημονικός λόγος ἐνυπάρχων ταῖς τῶν ὄντων οὐσίαις λέγεται κινεῖσθαι, τῷ κινεῖν προνοητικῶς ἕκαστον τῶν ὄντων καθ᾿ ὅν κινεῖσθαι πέφυκε λόγον, καί ὡς αἴτιον πάντα τά κατηγορούμενα κατά τῶν ὧν ἐστιν αἴτιον ἀπαθῶς ἀναδεχόμενον. Ἀνελεῖται τοῦτο ζητήσας ὁ θεοφάντωρ καί μέγας Ἀρεοπαγίτης ἅγιος Διονύσιος ἐν οἷς φησι· “Τί δήποτε τό Θεῖον οἱ θεολόγοι ποτέ μέν ἔρωτα, ποτέ δέ ἀγάπην, ποτέ δέ ἐραστόν καί ἀγαπητόν ἀποκαλοῦσι; ” Συμπεραίνει τόν λόγον οὐτωσί φάσκων· ” Ὅτιπερ τῷ μέν κινεῖται, τῷ δέ κινεῖ·” καί σαφέστερον εἰπεῖν, Ὥς μέν ἔρως ὑπάρχον τό Θεῖον καί ἀγάπη κινεῖται, ὡς δέ ἐραστόν καί ἀγαπητόν κινεῖ πρός ἑαυτό πάντα τά ἔρωτος καί ἀγάπης δεκτικά· καί τρανότερον αὖθις φάναι· Κινεῖται μέν ὡς σχέσιν ἐμποιοῦν ἐνδιάθετον ἔρωτος καί ἀγάπης τοῖς τούτων δεκτικοῖς, κινεῖ δέ ὡς ἑλκτικόν φύσει τῆς τῶν ἐπ᾿ αὐτῷ κινουμένων ἐφέσεως· καί πάλιν· Κινεῖ καί κινεῖται, ὡς διψῶν τό διψᾶσθαι, καί ἐρῶν τό ἐρᾶσθαι, καί ἀγαπῶν τό ἀγαπᾶσθαι. Κατά τοῦτον τρόπον καί ὁ θεόφρων Γρηγόριός φησι· “Μονάς ἀπ’ ἀρχῆς εἰς δυάδα κινηθεῖσα μέχρι Τριάδος ἔστη.” Κινεῖται γάρ ἐν τῷ ταύτης δεκτικῷ νῷ, εἴτε ἀγγελικῷ, εἴτε ἀνθρωπίνῳ, δι᾿ αὐτῆς καί ἐν αὐτῇ τάς περί αὐτῆς ἐξετάσεις ποιουμένῳ, σαφέστερον εἰπεῖν, διδάσκει αὐτόν ἀμερίστως ἐν τῇ πρώτῃ προσβολῇ τόν περί μονάδος λόγον, ἵνα μή διαίρεσις τῷ πρώτῳ αἰτίῳ ἐπεισαχθῇ, προβιβάζει δέ αὐτόν καί τήν θείαν καί ἀπόῤῥητον τούτου γονιμότητα δέξασθαι, λέγουσα μυστικῶς τε καί κρυφίως αὐτῷ μή δεῖν ἄγονον εἶναι πώποτε φρονεῖν τοῦτο τό ἀγαθόν λόγου καί σοφίας, ἤ ἁγιαστικῆς δυνάμεως, ὁμοουσίων τε καί ἐνυποστάτων, ἵνα μή σύνθετον ἐκ τούτων ὑποληφθῇ τό Θεῖον ὡς συμβεβηκότων, καί οὐχί ταῦτα ὑπάρχον ἀεί πιστευθῇ. Κινεῖσθαι οὖν ἡ Θεότης λέγεται ὡς αἰτία τῆς καθ᾿ ὅν ὑπάρχει τρόπον ἐξετάσεως. Ἄνευ γάρ ἐλλάμψεως (1261) ἐπιβάλλειν θεότητι τῶν ἀμηχάνων ἐστί. Λέγεται δέ κινεῖσθαι πάλιν καί διά τήν κατά μέρος φανέρωσιν τοῦ περί αὐτῆς τελεωτέρου λόγου κατά τήν ἁγίαν Γραφήν, ἀπό τοῦ Πατέρα ὁμολογεῖν ἀρχομένου, καί εἰς Υἱόν συνομολογεῖν Πατρί προβαίνοντος, καί Πατρί καί Υἱῷ συμπαραδέχεσθαι τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί συμπροσκυνεῖν τούς διδασκομένους ἐνάγοντος τριάδα τελείαν μονάδι τελείᾳ, ἤγουν μίαν οὐσίαν καί θεότητα καί δύναμιν καί ἐνέργειαν ἐν τρισίν ὑποστάσεσιν.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 241b24...
ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ  ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ, Λ7, 1072β 3-4.


 Ambiguum 9


Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ εἰς τόν ἅγιον Ἀθανάσιον λόγου, εἰς τό, «Οὐ γάρ ἔχει τι ὑψηλότερον ἤ ὅλως ἕξει.»

Δοκεῖ μοι διά τούτων ἀπολῦσαι πάσης συγκριτικῆς τε καί διακριτικῆς καί ἄλλως πως λεγομένης σχέσεως τόν διδασκόμενον ὁ θεόφρων οὗτος διδάσκαλος. Ἄσχετον γάρ το τοιοῦτον εἶδος τοῦ λόγου φασίν οἱ περί ταῦτα δεινοί, καί ταὐτόν δύνασθαι τῷ ἀσυγκρίτως ὑπέρ πάντα εἶναι λέγειν, ὡς δύναμιν ἔχον ὑπεροχικῆς ἀποφάσεως.

Πλωτίνος, Ἐννεάδες III.9 [13].3

τίτλος πραγματείας: Ἐπισκέψεις διάφοροι / λατ. Considerationes variae / αγγλ. Detached Considerations. Στην έκδοση της Bibliotheca Augustana εμφανίζεται ως Ἐννεὰς Γ΄, 3,9 (13), §3.

Πρωτότυπο ελληνικό κείμενο


Ἡ πᾶσα ψυχὴ οὐδαμοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἦλθεν· οὐδὲ γὰρ ἦν ὅπου· ἀλλὰ τὸ σῶμα γειτονῆσαν μετέλαβεν αὐτῆς· διὸ οὐκ ἐν τῶι σώματι οὐδ᾽ ὁ Πλάτων φησί που, ἀλλὰ τὸ σῶμα εἰς αὐτήν.

Αἱ δ᾽ ἄλλαι ἔχουσιν ὅθεν – ἀπὸ γὰρ ψυχῆς – καὶ εἰς ὅ, καὶ κατελθεῖν καὶ μετελθεῖν· ὅθεν καὶ ἀνελθεῖν. Ἡ δ᾽ ἀεὶ ἄνω ἐν ὧι πέφυκεν εἶναι ψυχή· τὸ δὲ ἐφεξῆς τὸ πᾶν, οἷον τὸ πλησίον ἢ τὸ ὑφ᾽ ἡλίωι.

Φωτίζεται μὲν οὖν ἡ μερικὴ πρὸς τὸ πρὸ αὐτῆς φερομένη – ὄντι γὰρ ἐντυγχάνει – εἰς δὲ τὸ μετ᾽ αὐτὴν εἰς τὸ μὴ ὄν.

Τοῦτο δὲ ποιεῖ, ὅταν πρὸς αὑτήν· πρὸς αὑτὴν γὰρ βουλομένη τὸ μετ᾽ αὐτὴν ποιεῖ εἴδωλον αὐτῆς, τὸ μὴ ὄν, οἷον κενεμβατοῦσα καὶ ἀοριστοτέρα γινομένη· καὶ τούτου τὸ εἴδωλον τὸ ἀόριστον πάντη σκοτεινόν· ἄλογον γὰρ καὶ ἀνόητον πάντη καὶ πολὺ τοῦ ὄντος ἀποστατοῦν. Εἰς δὲ τὸ μεταξύ ἐστιν ἐν τῶι οἰκείωι, πάλιν δὲ ἰδοῦσα οἷον δευτέραι προσβολῆι τὸ εἴδωλον ἐμόρφωσε καὶ ἡσθεῖσα ἔρχεται εἰς αὐτό.

Νεοελληνική μετάφραση


Η καθολική Ψυχή δεν έγινε ούτε ήλθε κάπου· γιατί δεν υπήρχε κανένα «πού» όπου να βρεθεί. Αλλά το σώμα, πλησιάζοντάς την, μετείχε σε αυτήν. Γι’ αυτό και ο Πλάτων δεν λέει ότι η ψυχή είναι μέσα στο σώμα, αλλά ότι το σώμα είναι μέσα στην ψυχή.

Οι άλλες όμως ψυχές έχουν αφετηρία —διότι προέρχονται από την Ψυχή— και έχουν επίσης τόπο προς τον οποίο πηγαίνουν· μπορούν να κατέλθουν και να μεταβληθούν, και από εκεί πάλι να ανέλθουν. Η καθολική Ψυχή όμως είναι πάντοτε άνω, εκεί όπου είναι από τη φύση της ψυχή· και ύστερα από αυτήν ακολουθεί το σύμπαν, σαν κάτι γειτονικό ή σαν ό,τι βρίσκεται κάτω από τον ήλιο.

Η μερική ψυχή φωτίζεται όταν κινείται προς αυτό που είναι πριν από αυτήν, γιατί τότε συναντά το Ον. Όταν όμως κινείται προς αυτό που έρχεται μετά από αυτήν, κινείται προς το μη-ον.

Και αυτό το κάνει όταν στρέφεται προς τον εαυτό της· γιατί, θέλοντας να ανήκει στον εαυτό της, παράγει αυτό που έρχεται μετά από αυτήν: ένα είδωλο του εαυτού της, το μη-ον, σαν να βαδίζει μέσα στο κενό και να γίνεται πιο αόριστη. Και το είδωλο αυτού του αόριστου είναι παντελώς σκοτεινό, γιατί είναι απολύτως χωρίς λόγο και χωρίς νόηση, και πολύ απομακρυσμένο από το Ον. Όσο όμως μένει στο ενδιάμεσο, βρίσκεται στον δικό της τόπο· όταν πάλι, με μια δεύτερη θα λέγαμε στροφή, κοιτάξει προς το είδωλο, το μορφοποιεί και, ευχαριστημένη, έρχεται προς αυτό.

Πλωτῖνος, Ἐννεάδες IV.8 [6], 2 καὶ 4
τίτλος πραγματείας: Περὶ τῆς εἰς τὰ σώματα καθόδου τῆς ψυχῆς.
Στην χρονολογική σειρά του Πορφυρίου είναι η 6η πραγματεία, γι’ αυτό σημειώνεται συχνά ως IV.8 [6].


Ἐννεάς IV.8 [6], 2 — ελληνικό κείμενο


Ὥστε ἡμῖν συμβαίνει περὶ τῆς ἡμετέρας ψυχῆς παρ᾽ αὐτοῦ μαθεῖν ζητήσασιν ἐξ ἀνάγκης ἐφάπτεσθαι καὶ περὶ ψυχῆς ὅλως ζητῆσαι, πῶς ποτε κοινωνεῖν σώματι πέφυκε, καὶ περὶ κόσμου φύσεως οἷόν τινα δεῖ αὐτὸν τίθεσθαι, ἐν ὧι ψυχὴ ἐνδιαιτᾶται ἑκοῦσα εἴτε ἀναγκασθεῖσα εἴτε τις ἄλλος τρόπος· καὶ περὶ ποιητοῦ δέ, εἴτε ὀρθῶς εἴτε ὡς ἡμέτεραι ψυχαὶ ἴσως, ἃς ἔδει σώματα διοικούσας χείρω δι᾽ αὐτῶν εἴσω πολὺ δῦναι, εἴπερ ἔμελλον κρατήσειν, σκεδασθέντος μὲν ἂν ἑκάστου καὶ πρὸς τὸν οἰκεῖον τόπον φερομένου – ἐν δὲ τῶι παντὶ πάντα ἐν οἰκείωι κατὰ φύσιν κεῖται – πολλῆς δὲ καὶ ὀχλώδους προνοίας δεομένων, ἅτε πολλῶν τῶν ἀλλοτρίων αὐτοῖς προσπιπτόντων ἀεί τε ἐνδείαι συνεχομένων καὶ πάσης βοηθείας ὡς ἐν πολλῆι δυσχερείαι δεομένων.

Τὸ δὲ τέλεόν τε ὂν καὶ ἱκανὸν καὶ αὔταρκες καὶ οὐδὲν ἔχον αὐτῶι παρὰ φύσιν βραχέος οἷον κελεύσματος δεῖται· καὶ ὡς πέφυκε ψυχὴ ἐθέλειν, ταύτηι καὶ ἀεὶ ἔχει οὔτ᾽ ἐπιθυμίας ἔχουσα οὔτε πάσχουσα· οὐδὲν γὰρ ἄπεισιν οὐδὲ πρόσεισι.

Διὸ καί φησι καὶ τὴν ἡμετέραν, εἰ μετ᾽ ἐκείνης γένοιτο τελέας, τελεωθεῖσαν καὶ αὐτὴν μετεωροπορεῖν καὶ πάντα τὸν κόσμον διοικεῖν, ὅτε ἀφίσταται εἰς τὸ μὴ ἐντὸς εἶναι τῶν σωμάτων μηδέ τινος εἶναι, τότε καὶ αὐτὴν ὥσπερ τὴν τοῦ παντὸς συνδιοικήσειν ῥαιδίως τὸ πᾶν, ὡς οὐ κακὸν ὂν ψυχῆι ὁπωσοῦν σώματι παρέχειν τὴν τοῦ εὖ δύναμιν καὶ τοῦ εἶναι, ὅτι μὴ πᾶσα πρόνοια τοῦ χείρονος ἀφαιρεῖ τὸ ἐν τῶι ἀρίστωι τὸ προνοοῦν μένειν.

Διττὴ γὰρ ἐπιμέλεια παντός, τοῦ μὲν καθόλου κελεύσει κοσμοῦντος ἀπράγμονι ἐπιστασίαι βασιλικῆι, τὸ δὲ καθέκαστα ἤδη αὐτουργῶι τινι ποιήσει συναφῆι τῆι πρὸς τὸ πραττόμενον τὸ πρᾶττον τοῦ πραττομένου τῆς φύσεως ἀναπιμπλᾶσα.

Τῆς δὲ θείας ψυχῆς τοῦτον τὸν τρόπον τὸν οὐρανὸν ἅπαντα διοικεῖν ἀεὶ λεγομένης, ὑπερεχούσης μὲν τῶι κρείττονι, δύναμιν δὲ τὴν ἐσχάτην εἰς τὸ εἴσω πεμπούσης, αἰτίαν μὲν ὁ θεὸς οὐκ ἂν ἔτι λέγοιτο ἔχειν τὴν τοῦ τὴν ψυχὴν τοῦ παντὸς ἐν χείρονι πεποιηκέναι, ἥ τε ψυχὴ οὐκ ἀπεστέρηται τοῦ κατὰ φύσιν ἐξ ἀιδίου τοῦτ᾽ ἔχουσα καὶ ἕξουσα ἀεί, ὃ μὴ οἷόν τε παρὰ φύσιν αὐτῆι εἶναι, ὅπερ διηνεκῶς αὐτῆι ἀεὶ ὑπάρχει οὔποτε ἀρξάμενον.

Τάς τε τῶν ἀστέρων ψυχὰς τὸν αὐτὸν τρόπον πρὸς τὸ σῶμα ἔχειν λέγων, ὥσπερ τὸ πᾶν – ἐντίθησι γὰρ καὶ τούτων τὰ σώματα εἰς τὰς τῆς ψυχῆς περιφοράς – ἀποσώιζοι ἂν καὶ τὴν περὶ τούτους πρέπουσαν εὐδαιμονίαν.

Δύο γὰρ ὄντων δι᾽ ἃ δυσχεραίνεται ἡ ψυχῆς πρὸς σῶμα κοινωνία, ὅτι τε ἐμπόδιον πρὸς τὰς νοήσεις γίγνεται, καὶ ὅτι ἡδονῶν καὶ ἐπιθυμιῶν καὶ λυπῶν πίμπλησιν αὐτήν, οὐδέτερον τούτων ἂν γένοιτο ψυχῆι, ἥτις μὴ εἰς τὸ εἴσω ἔδυ τοῦ σώματος, μηδέ τινός ἐστι, μηδὲ ἐκείνου ἐγένετο, ἀλλ᾽ ἐκεῖνο αὐτῆς, ἔστι τε τοιοῦτον, οἷον μήτε τινὸς δεῖσθαι μήτε τινὶ ἐλλείπειν· ὥστε μηδὲ τὴν ψυχὴν ἐπιθυμιῶν πίμπλασθαι ἢ φόβων· οὐδὲν γὰρ δεινὸν μήποτε περὶ σώματος προσδοκήσηι τοιούτου, οὔτε τις ἀσχολία νεῦσιν ποιοῦσα κάτω ἀπάγει τῆς κρείττονος καὶ μακαρίας θέας, ἀλλ᾽ ἔστιν ἀεὶ πρὸς ἐκείνοις ἀπράγμονι δυνάμει τόδε τὸ πᾶν κοσμοῦσα.

Νεοελληνική απόδοση IV.8.2

Επομένως, καθώς ζητούμε να μάθουμε από τον Πλάτωνα για τη δική μας ψυχή, αναγκαζόμαστε να εξετάσουμε γενικά και το ζήτημα της ψυχής: πώς είναι από τη φύση της να κοινωνεί με το σώμα, και ποια πρέπει να θεωρούμε ότι είναι η φύση του κόσμου, μέσα στον οποίο η ψυχή κατοικεί — είτε εκούσια είτε αναγκαστικά είτε με κάποιον άλλο τρόπο.

Πρέπει επίσης να εξετάσουμε και τον δημιουργό: αν σωστά έπραξε ή μήπως οι ψυχές μας, επειδή έπρεπε να διοικούν σώματα, αναγκάστηκαν να εισδύσουν βαθιά μέσα σε αυτά τα κατώτερα σώματα, αν επρόκειτο να τα κυριαρχήσουν. Γιατί διαφορετικά το καθένα θα διασκορπιζόταν και θα κατευθυνόταν προς τον δικό του τόπο — ενώ μέσα στο όλον όλα βρίσκονται στον φυσικό τους τόπο — και θα χρειάζονταν πολλή και κοπιαστική πρόνοια, επειδή πολλά ξένα πράγματα θα έπεφταν επάνω τους, θα βρίσκονταν πάντοτε σε έλλειψη και θα χρειάζονταν κάθε βοήθεια μέσα σε μεγάλη δυσκολία.

Εκείνο όμως που είναι τέλειο, επαρκές και αυτάρκες, και δεν έχει τίποτε μέσα του αντίθετο προς τη φύση του, χρειάζεται μόνο ένα είδος μικρής προσταγής. Και όπως από τη φύση της η ψυχή θέλει, έτσι και πάντοτε έχει: χωρίς να έχει επιθυμίες και χωρίς να πάσχει. Διότι τίποτε δεν της λείπει και τίποτε δεν της προστίθεται.

Γι’ αυτό λέει ότι και η δική μας ψυχή, αν βρεθεί μαζί με εκείνη την τέλεια ψυχή, αφού τελειωθεί και η ίδια, θα πορεύεται ψηλά και θα διοικεί όλον τον κόσμο. Όταν απομακρυνθεί από το να είναι μέσα στα σώματα και από το να ανήκει σε κάποιο επιμέρους σώμα, τότε και αυτή, όπως η ψυχή του παντός, θα συνδιοικεί εύκολα το παν. Διότι δεν είναι κακό για την ψυχή να παρέχει με κάποιον τρόπο στο σώμα τη δύναμη του καλού και του είναι· επειδή δεν αφαιρεί κάθε πρόνοια για το κατώτερο από εκείνο που προνοεί τη δυνατότητα να παραμένει στο άριστο.

Διότι υπάρχει διπλή φροντίδα για το παν: η μία κοσμεί το καθόλου με προσταγή, με ατάραχη και βασιλική εποπτεία· η άλλη φροντίζει τα επιμέρους ήδη με κάποια προσωπική ενέργεια, που φέρνει το ενεργούν σε επαφή με αυτό που ενεργείται και γεμίζει το πάσχον με τη φύση του ενεργούντος.

Όταν λοιπόν λέγεται ότι η θεία ψυχή διοικεί πάντοτε με αυτόν τον τρόπο όλον τον ουρανό, υπερέχοντας ως προς το ανώτερο μέρος της και στέλνοντας την έσχατη δύναμή της προς τα μέσα, τότε ο Θεός δεν μπορεί πλέον να κατηγορηθεί ότι έκανε την ψυχή του παντός να βρίσκεται σε κατώτερη κατάσταση. Ούτε η ψυχή στερήθηκε το κατά φύσιν της, αφού αυτό το έχει από την αιωνιότητα και θα το έχει πάντοτε· και δεν μπορεί να είναι παρά φύσιν γι’ αυτήν εκείνο που της ανήκει αδιάλειπτα και πάντοτε, χωρίς ποτέ να έχει αρχίσει.

Και όταν λέει ότι οι ψυχές των άστρων έχουν την ίδια σχέση προς το σώμα όπως και το παν — γιατί τοποθετεί και τα σώματα των άστρων μέσα στις περιφορές της ψυχής — τότε θα μπορούσε να διασώσει και την ευδαιμονία που ταιριάζει σε αυτά.

Διότι υπάρχουν δύο λόγοι για τους οποίους θεωρείται δύσκολη η κοινωνία της ψυχής με το σώμα: πρώτον, επειδή γίνεται εμπόδιο στις νοήσεις· δεύτερον, επειδή γεμίζει την ψυχή με ηδονές, επιθυμίες και λύπες. Κανένα από αυτά δεν θα συνέβαινε σε ψυχή που δεν βυθίστηκε στο εσωτερικό του σώματος, ούτε ανήκει σε κάποιο σώμα, ούτε έγινε ιδιοκτησία εκείνου, αλλά εκείνο ανήκει σε αυτήν· και είναι τέτοιο ώστε ούτε χρειάζεται κάτι ούτε του λείπει κάτι. Έτσι ούτε η ψυχή γεμίζει από επιθυμίες ή φόβους· γιατί δεν περιμένει τίποτε φοβερό για ένα τέτοιο σώμα, ούτε κάποια απασχόληση που προκαλεί νεύση προς τα κάτω την αποσπά από την ανώτερη και μακάρια θεωρία. Αντιθέτως, βρίσκεται πάντοτε κοντά στα ανώτερα, κοσμώντας αυτό το παν με ατάραχη δύναμη.

Ἐννεάς IV.8 [6], 4 — ελληνικό κείμενο


Τὰς δὴ καθέκαστα ψυχὰς ὀρέξει μὲν νοερᾶι χρωμένας ἐν τῆι ἐξ οὗ ἐγένοντο πρὸς αὐτὸ ἐπιστροφῆι, δύναμιν δὲ καὶ εἰς τὸ ἐπὶ τάδε ἐχούσας, οἷά περ᾽ φῶς ἐξηρτημένον μὲν κατὰ τὰ ἄνω ἡλίου, τῶι δὲ μετ᾽ αὐτὸ οὐ φθονοῦν τῆς χορηγίας, ἀπήμονας μὲν εἶναι μετὰ τῆς ὅλης μενούσας ἐν τῶι νοητῶι, ἐν οὐρανῶι δὲ μετὰ τῆς ὅλης συνδιοικεῖν ἐκείνηι, οἷα οἱ βασιλεῖ τῶν πάντων κρατοῦντι συνόντες συνδιοικοῦσιν ἐκείνωι οὐ καταβαίνοντες οὐδ᾽ αὐτοὶ ἀπὸ τῶν βασιλείων τόπων· καὶ γάρ εἰσιν ὁμοῦ ἐν τῶι αὐτῶι τότε.

Μεταβάλλουσαι δὲ ἐκ τοῦ ὅλου εἰς τὸ μέρος τε εἶναι καὶ ἑαυτῶν καὶ οἷον κάμνουσαι τὸ σὺν ἄλλωι εἶναι ἀναχωροῦσιν εἰς τὸ ἑαυτῶν ἑκάστη.

Ὅταν δὴ τοῦτο διὰ χρόνων ποιῆι φεύγουσα τὸ πᾶν καὶ τῆι διακρίσει ἀποστᾶσα καὶ μὴ πρὸς τὸ νοητὸν βλέπηι, μέρος γενομένη μονοῦταί τε καὶ ἀσθενεῖ καὶ πολυπραγμονεῖ καὶ πρὸς μέρος βλέπει καὶ τῶι ἀπὸ τοῦ ὅλου χωρισμῶι ἑνός τινος ἐπιβᾶσα καὶ τὸ ἄλλο πᾶν φυγοῦσα, ἐλθοῦσα καὶ στραφεῖσα εἰς τὸ ἓν ἐκεῖνο πληττόμενον ὑπὸ τῶν [ὅλων καὶ] πάντων, τοῦ τε ὅλου ἀπέστη καὶ τὸ καθέκαστον μετὰ περιστάσεως διοικεῖ ἐφαπτομένη ἤδη καὶ θεραπεύουσα τὰ ἔξωθεν καὶ παροῦσα καὶ δῦσα αὐτοῦ πολὺ εἰς τὸ εἴσω.

Ἔνθα καὶ συμβαίνει αὐτῆι τὸ λεγόμενον πτερορρυῆσαι καὶ ἐν δεσμοῖς τοῖς τοῦ σώματος γενέσθαι ἁμαρτούσηι τοῦ ἀβλαβοῦς τοῦ ἐν τῆι διοικήσει τοῦ κρείττονος, ὃ ἦν παρὰ τῆι ψυχῆι τῆι ὅληι· τὸ δὲ πρὸ τοῦ ἦν παντελῶς ἄμεινον ἀναδραμούσηι· εἴληπται οὖν πεσοῦσα καὶ πρὸς τῶι δεσμῶι οὖσα καὶ τῆι αἰσθήσει ἐνεργοῦσα διὰ τὸ κωλύεσθαι τῶι νῶι ἐνεργεῖν καταρχάς, τεθάφθαι τε λέγεται καὶ ἐν σπηλαίωι εἶναι, ἐπιστραφεῖσα δὲ πρὸς νόησιν λύεσθαί τε ἐκ τῶν δεσμῶν καὶ ἀναβαίνειν, ὅταν ἀρχὴν λάβηι ἐξ ἀναμνήσεως θεᾶσθαι τὰ ὄντα· ἔχει γάρ τι ἀεὶ οὐδὲν ἧττον ὑπερέχον τι.

Γίγνονται οὖν οἷον ἀμφίβιοι ἐξ ἀνάγκης τόν τε ἐκεῖ βίον τόν τε ἐνταῦθα παρὰ μέρος βιοῦσαι, πλεῖον μὲν τὸν ἐκεῖ, αἳ δύνανται πλεῖον τῶι νῶι συνεῖναι, τὸν δὲ ἐνθάδε πλεῖον, αἷς τὸ ἐναντίον ἢ φύσει ἢ τύχαις ὑπῆρξεν. Ἃ δὴ ὑποδεικνὺς ὁ Πλάτων ἠρέμα, ὅτε διαιρεῖ αὐτὰ ἐκ τοῦ ὑστέρου κρατῆρος καὶ μέρη ποιεῖ, τότε καί φησιν ἀναγκαῖον εἶναι εἰς γένεσιν ἐλθεῖν, ἐπείπερ ἐγένοντο μέρη τοιαῦτα.

Εἰ δὲ λέγει σπεῖραι τὸν θεὸν αὐτάς, οὕτως ἀκουστέον, ὥσπερ ὅταν καὶ λέγοντα καὶ οἷον δημηγοροῦντα ποιῆι· ἃ γὰρ ἐν φύσει ἐστὶ τῶν ὅλων, ταῦτα ἡ ὑπόθεσις γεννᾶι τε καὶ ποιεῖ εἰς δεῖξιν προάγουσα ἐφεξῆς τὰ ἀεὶ οὕτω γιγνόμενά τε καὶ ὄντα.

Νεοελληνική απόδοση IV.8.4


Οι επιμέρους ψυχές, λοιπόν, χρησιμοποιώντας νοερή όρεξη κατά την επιστροφή τους προς εκείνο από το οποίο προήλθαν, έχουν συγχρόνως και δύναμη προς τα εδώ κάτω. Είναι σαν φως που από τη μία εξαρτάται προς τα άνω από τον ήλιο, αλλά από την άλλη δεν φθονεί να χορηγεί τη λάμψη του σε ό,τι έρχεται μετά από αυτό. Όταν μένουν μαζί με την καθολική ψυχή μέσα στο νοητό, είναι άβλαβες· και στον ουρανό συνδιοικούν μαζί με εκείνη, όπως όσοι βρίσκονται κοντά σε βασιλιά που κυβερνά τα πάντα συνδιοικούν μαζί του χωρίς να κατεβαίνουν και οι ίδιοι από τους βασιλικούς τόπους. Γιατί τότε βρίσκονται όλοι μαζί στον ίδιο τόπο.

Όταν όμως μεταβάλλονται από το όλον προς το να είναι μέρος και να ανήκουν στον εαυτό τους, και σαν να κουράζονται να είναι μαζί με άλλο, τότε η καθεμιά αποσύρεται προς το δικό της.

Και όταν η ψυχή το κάνει αυτό για μεγάλο διάστημα, φεύγοντας από το παν, αποχωριζόμενη με τη διάκριση και μη βλέποντας προς το νοητό, τότε, έχοντας γίνει μέρος, απομονώνεται, ασθενεί, πολυπραγμονεί και βλέπει προς το μέρος. Με τον χωρισμό της από το όλον, αφού σταθεί επάνω σε ένα επιμέρους πράγμα και εγκαταλείψει όλα τα άλλα, έρχεται και στρέφεται προς εκείνο το ένα, το οποίο πλήττεται από όλα. Έτσι απομακρύνεται από το όλον και διοικεί το επιμέρους με δυσκολία: ήδη το αγγίζει, φροντίζει τα εξωτερικά του, είναι παρούσα σε αυτό και βυθίζεται πολύ βαθιά στο εσωτερικό του.

Εκεί της συμβαίνει αυτό που λέγεται «πτώση των φτερών» και βρίσκεται μέσα στα δεσμά του σώματος, επειδή αστόχησε ως προς την αβλαβή διοίκηση του κατώτερου, την οποία είχε η καθολική ψυχή. Πριν από αυτό, η κατάστασή της ήταν τελείως καλύτερη, όταν έτρεχε πάλι προς τα άνω. Έτσι λοιπόν, αφού έπεσε και βρίσκεται δεμένη, ενεργεί μέσω της αίσθησης, επειδή στην αρχή εμποδίζεται να ενεργεί με τον νου. Γι’ αυτό λέγεται ότι έχει ταφεί και ότι βρίσκεται μέσα σε σπήλαιο. Όταν όμως στραφεί πάλι προς τη νόηση, λύνεται από τα δεσμά και ανεβαίνει, όταν αρχίσει, μέσω της ανάμνησης, να θεωρεί τα όντα. Διότι έχει πάντοτε μέσα της κάτι που παραμένει υπερέχον.

Έτσι οι ψυχές γίνονται, κατά κάποιον τρόπο, αναγκαστικά αμφίβιες: ζουν εν μέρει και εκείνον τον βίο και αυτόν εδώ. Περισσότερο ζουν εκείνον τον βίο όσες μπορούν να είναι περισσότερο μαζί με τον νου· περισσότερο ζουν τον εδώ βίο όσες, είτε από τη φύση τους είτε από τις περιστάσεις, έχουν το αντίθετο. Αυτά τα υπαινίσσεται ήρεμα ο Πλάτων, όταν τις διαιρεί από τον δεύτερο κρατήρα και τις κάνει μέρη· τότε λέει ότι είναι αναγκαίο να έρθουν στη γένεση, αφού έγιναν τέτοια μέρη.

Και όταν λέει ότι ο Θεός τις «έσπειρε», πρέπει να το κατανοήσουμε όπως όταν τον παρουσιάζει να μιλά και σαν να εκφωνεί δημόσιο λόγο. Διότι όσα ανήκουν στη φύση των όλων, αυτά η υπόθεση τα γεννά και τα παράγει για να τα δείξει, προβάλλοντας διαδοχικά όσα πάντοτε έτσι γίνονται και υπάρχουν.

Πλωτῖνος, Ἐννεάδες VI.7 [38]
Πῶς τὸ πλῆθος τῶν ἰδεῶν ὑπέστη καὶ περὶ τἀγαθοῦ
δηλ. Πώς προέκυψε το πλήθος των Ιδεών και περί του Αγαθού.
Η Bibliotheca Augustana την καταγράφει ως 6,7 (38), δηλαδή έκτη Ἐννεάδα, πραγματεία 7, χρονολογικά 38η.


VI.7.5 — ὁ ἄνθρωπος, ψυχή και λόγος


Ελληνικό κείμενο — βασικό απόσπασμα

Λόγον τοίνυν δεῖ τὸν ἄνθρωπον ἄλλον παρὰ τὴν ψυχὴν εἶναι. Τί κωλύει συναμφότερόν τι τὸν ἄνθρωπον εἶναι, ψυχὴν ἐν τοιῶιδε λόγωι, ὄντος τοῦ λόγου οἷον ἐνεργείας τοιᾶσδε, τῆς δὲ ἐνεργείας μὴ δυναμένης ἄνευ τοῦ ἐνεργοῦντος εἶναι;

Νεοελληνική απόδοση


Πρέπει λοιπόν να είναι ο άνθρωπος ένας λόγος διαφορετικός από την ψυχή. Τι εμποδίζει να είναι ο άνθρωπος κάτι σύνθετο: ψυχή μέσα σε έναν τέτοιο λόγο, ενώ ο λόγος είναι σαν ενέργεια ορισμένου είδους, και η ενέργεια δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς εκείνο που ενεργεί;

Συνέχεια — βασική ιδέα

Ο Πλωτίνος συγκρίνει τους λόγους που ποιούν τον άνθρωπο με τους λόγους μέσα στα σπέρματα: δεν είναι ούτε χωρίς ψυχή ούτε απλώς ψυχές. Οι δημιουργικοί λόγοι δεν είναι άψυχοι.

Νεοελληνικά:

Οι λόγοι που δημιουργούν τον άνθρωπο είναι ενέργειες μιας ψυχής όχι απλώς φυτικής, αλλά ζωοποιού, πιο φανερής και πιο ζωτικής. Η ψυχή, όταν συνδεθεί με την ανάλογη ύλη, μορφώνει μέσα στο σώμα ένα είδωλο ανθρώπου, όσο μπορεί να το δεχθεί το σώμα. Έτσι ο σωματικός άνθρωπος είναι κατώτερη εικόνα του αληθινότερου ανθρώπου.

VI.7.15 — ἡ πρώτη ζωή και το ἀγαθοειδές


Ελληνικό κείμενο — βασικό απόσπασμα

Ταύτην οὖν τὴν ζωὴν τὴν πολλὴν καὶ πᾶσαν καὶ πρώτην καὶ μίαν τίς ἰδὼν οὐκ ἐν ταύτηι εἶναι ἀσπάζεται τὴν ἄλλην πᾶσαν ἀτιμάσας; Σκότος γὰρ αἱ ἄλλαι αἱ κάτω καὶ σμικραὶ καὶ ἀμυδραὶ καὶ ἀτελεῖς καὶ οὐ καθαραὶ καὶ τὰς καθαρὰς μολύνουσαι.

Νεοελληνική απόδοση


Ποιος, βλέποντας αυτή τη ζωή —τη ζωή την πολλή, την όλη, την πρώτη και μία— δεν θα επιθυμούσε να είναι μέσα σε αυτήν, περιφρονώντας κάθε άλλη ζωή; Διότι οι άλλες ζωές, οι κάτω, είναι σκοτάδι: μικρές, αμυδρές, ατελείς, μη καθαρές, και μολύνουν τις καθαρές.

Συνέχεια — βασικό απόσπασμα

Τὰ γὰρ κακὰ ἐνταῦθα, ὅτι ἴχνος ζωῆς καὶ νοῦ ἴχνος· ἐκεῖ δὲ τὸ ἀρχέτυπον τὸ ἀγαθοειδές...

Νεοελληνική απόδοση

Τα κακά βρίσκονται εδώ, επειδή εδώ υπάρχει μόνο ίχνος ζωής και ίχνος νου. Εκεί όμως βρίσκεται το αρχέτυπο, το αγαθοειδές, επειδή μέσα στα είδη βρίσκεται το αγαθό.

Ο Νους, βλέποντας τη φύση του Αγαθού, αποκτά τα αγαθοειδή νοητά. Δεν δέχεται το Αγαθό όπως είναι καθαυτό, αλλά όπως μπορεί ο ίδιος να το έχει. Από το Ένα προκύπτουν πολλά μέσα στον Νου, γιατί ο Νους δεν μπορεί να κρατήσει τη μία δύναμη ως απόλυτα μία· την «θραύει» σε πολλά, για να μπορέσει να τη φέρει κατά μέρος.

VI.7.31 — ἔρως ψυχῆς προς το Ἀγαθόν

Ελληνικό κείμενο — βασικό απόσπασμα

Ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἐκαλλύνθη τὰ πάντα ἐκείνωι τῶι πρὸ τούτων καὶ φῶς ἔσχε, νοῦς μὲν τὸ τῆς ἐνεργείας τῆς νοερᾶς φέγγος, ὧι τὴν φύσιν ἐξέλαμψε, ψυχὴ δὲ δύναμιν ἔσχεν εἰς τὸ ζῆν ζωῆς πλείονος εἰς αὐτὴν ἐλθούσης.

Νεοελληνική απόδοση

Επειδή όλα καλλωπίστηκαν από εκείνο που είναι πριν από αυτά και έλαβαν φως, ο Νους έλαβε τη λάμψη της νοερής ενέργειας, με την οποία έλαμψε η φύση του· και η ψυχή έλαβε δύναμη για ζωή, επειδή ήλθε σε αυτήν περισσότερη ζωή.

Ελληνικό κείμενο — ψυχή και πόθος

Εἶδε δὲ οἷον πληγεῖσα καὶ ἐν αὐτῆι ἔχουσά τι αὐτοῦ συνήισθετο καὶ διατεθεῖσα ἐγένετο ἐν πόθωι...

Νεοελληνική απόδοση

Η ψυχή είδε σαν να είχε πληγωθεί· επειδή είχε μέσα της κάτι από εκείνο, το αισθάνθηκε και, αφού διατέθηκε έτσι, βρέθηκε μέσα σε πόθο — όπως εκείνοι που συγκινούνται από την εικόνα του αγαπημένου και θέλουν να δουν τον ίδιο τον αγαπημένο.

Συνέχεια


Η ψυχή που έχει πρόχειρο αυτόν τον έρωτα δεν περιμένει υπενθύμιση από τα εδώ ωραία. Ακόμη κι αν δεν γνωρίζει ότι τον έχει, αναζητεί πάντοτε εκείνο και, θέλοντας να φέρεται προς αυτό, περιφρονεί τα εδώ. Όταν βλέπει τα ωραία του αισθητού κόσμου, τα υποψιάζεται, επειδή τα βλέπει μέσα σε σάρκες και σώματα, μολυσμένα από τη σωματική κατοίκηση και διαιρεμένα από τα μεγέθη.

VI.7.39 — το Ἀγαθόν πέρα από νόηση

Ελληνικό κείμενο — βασικό απόσπασμα

Ἀλλὰ ἧι τί; Ἢ οὐδὲν ἄλλο πάρεστιν αὐτῶι, ἀλλ᾽ ἁπλῆ τις ἐπιβολὴ αὐτῶι πρὸς αὐτὸν ἔσται. Ἀλλὰ οὐκ ὄντος οἷον διαστήματός τινος οὐδὲ διαφορᾶς πρὸς αὐτὸ τὸ ἐπιβάλλειν ἑαυτῶι τί ἂν εἴη ἢ αὐτό;

Νεοελληνική απόδοση

Αλλά με ποιον τρόπο [θα γνωρίζει τον εαυτό του]; Ή μήπως δεν υπάρχει σε αυτόν τίποτε άλλο, αλλά μόνο μια απλή επιβολή προς τον εαυτό του; Εφόσον όμως δεν υπάρχει κανένα διάστημα ούτε διαφορά προς τον εαυτό του, τι θα ήταν αυτή η επιβολή στον εαυτό του, παρά αυτό το ίδιο;

Συνέχεια — Νους, ταυτότητα και ετερότητα

Διὸ καὶ ὀρθῶς ἑτερότητα λαμβάνει, ὅπου νοῦς καὶ οὐσία. Δεῖ γὰρ τὸν νοῦν ἀεὶ ἑτερότητα καὶ ταὐτότητα λαμβάνειν, εἴπερ νοήσει.

Νεοελληνικά:


Γι’ αυτό σωστά τίθεται η ετερότητα εκεί όπου υπάρχει Νους και ουσία. Διότι ο Νους, αν πρόκειται να νοεί, πρέπει πάντοτε να περιλαμβάνει ετερότητα και ταυτότητα.

Ο Πλωτίνος λέει: αν το Αγαθό νοούσε τον εαυτό του ως αντικείμενο, θα γινόταν πολλαπλό: νοητό, νοούν, κινούμενο, και όσα ακόμη ανήκουν στον Νου. Άρα το Αγαθό δεν είναι Νους. Είναι πριν από τον Νου και πριν από κάθε διάκριση νοούντος και νοουμένου.

VI.7.41 — η νόηση ως βοήθεια των κατώτερων θείων φύσεων


Ελληνικό κείμενο — βασικό απόσπασμα

Κινδυνεύει γὰρ βοήθεια τὸ νοεῖν δεδόσθαι ταῖς φύσεσι ταῖς θειοτέραις μέν, ἐλάττοσι δὲ οὔσαις, καὶ οἷον αὐταῖς τυφλαῖς οὔσαις ὄμμα.

Νεοελληνική απόδοση

Φαίνεται λοιπόν ότι η νόηση έχει δοθεί ως βοήθεια στις φύσεις που είναι μεν θειότερες, αλλά είναι κατώτερες· σαν μάτι σε αυτές, επειδή κατά κάποιον τρόπο είναι τυφλές.

Ελληνικό κείμενο — φως και νόηση


Ὁ δ᾽ ὀφθαλμὸς τί ἂν δέοιτο τὸ ὂν ὁρᾶν φῶς αὐτὸς ὤν; Ὃ δ᾽ ἂν δέηται, δι᾽ ὀφθαλμοῦ σκότον ἔχων παρ᾽ αὐτῶι φῶς ζητεῖ.

Νεοελληνική απόδοση


Αλλά τι ανάγκη θα είχε το μάτι να βλέπει το υπάρχον φως, αφού είναι το ίδιο φως; Εκείνο όμως που έχει ανάγκη από μάτι, έχοντας μέσα του σκοτάδι, ζητά φως μέσω του ματιού.

Συνέχεια — το Αγαθό δεν χρειάζεται νόηση

Εἰ οὖν φῶς τὸ νοεῖν, τὸ δὲ φῶς φῶς οὐ ζητεῖ, οὐκ ἂν ἐκείνη ἡ αὐγὴ φῶς μὴ ζητοῦσα ζητήσειε νοεῖν...

Νεοελληνικά:

Αν λοιπόν η νόηση είναι φως, και το φως δεν ζητεί φως, τότε εκείνη η ακτινοβολία, επειδή δεν ζητεί φως, δεν θα ζητούσε ούτε να νοεί. Ούτε η νόηση θα της πρόσθετε κάτι· γιατί τι θα έκανε ή τι θα πρόσθετε;

Ο Πλωτίνος καταλήγει ότι στην άριστη φύση πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος κάθε πρόσθεση. Ό,τι κι αν προσθέσεις, την μειώνεις, επειδή δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Για εμάς η νόηση είναι καλό, επειδή η ψυχή έχει ανάγκη τον νου. Για τον Νου επίσης η νόηση είναι ταυτισμένη με το είναι του. Αλλά αν υπήρχε μόνο το απολύτως Ένα, θα του αρκούσε ο εαυτός του και δεν θα χρειαζόταν να λάβει τίποτε.

Πολύ σύντομη σύνδεση των χωρίων


VI.7.5: ο άνθρωπος ως ψυχή μέσα σε λόγο / μορφοποιητική αρχή.
VI.7.15: η πρώτη και μία ζωή του νοητού· οι κάτω ζωές είναι ίχνη.
VI.7.31: η ψυχή ποθεί το Αγαθό επειδή έχει ίχνος του μέσα της.
VI.7.39: το Αγαθό είναι πέρα από νόηση, γιατί η νόηση απαιτεί διάκριση.
VI.7.41: η νόηση είναι βοήθεια για όσα χρειάζονται φως· το ίδιο το Αγαθό/φως δεν τη χρειάζεται.

Πλωτῖνος, Ἐννεάδες VI.9 [9], 9 καὶ 11
Περὶ τἀγαθοῦ ἢ τοῦ ἑνός.
Το ελληνικό κείμενο υπάρχει στην Bibliotheca Augustana, η οποία δίνει την πραγματεία ως 6,9 (9).


VI.9.9 — βασικό ελληνικό κείμενο


Ἐν δὲ ταύτηι τῆι χορείαι καθορᾶι πηγὴν μὲν ζωῆς, πηγὴν δὲ νοῦ, ἀρχὴν ὄντος, ἀγαθοῦ αἰτίαν, ῥίζαν ψυχῆς· οὐκ ἐκχεομένων ἀπ᾽ αὐτοῦ, εἶτ᾽ ἐκεῖνον ἐλαττούντων· οὐ γὰρ ὄγκος· ἢ φθαρτὰ ἂν ἦν τὰ γεννώμενα. Νῦν δ᾽ ἐστὶν ἀίδια, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτῶν ὡσαύτως μένει οὐ μεμερισμένη εἰς αὐτά, ἀλλ᾽ ὅλη μένουσα. Διὸ κἀκεῖνα μένει· οἷον εἰ μένοντος ἡλίου καὶ τὸ φῶς μένοι.

Νεοελληνική απόδοση

Μέσα σε αυτή τη θεία χορεία βλέπει την πηγή της ζωής, την πηγή του νου, την αρχή του όντος, την αιτία του αγαθού, τη ρίζα της ψυχής. Και όλα αυτά δεν εκχέονται από εκείνον έτσι ώστε να τον μειώνουν· γιατί δεν είναι όγκος· αλλιώς όσα γεννιούνται από αυτόν θα ήταν φθαρτά. Τώρα όμως είναι αιώνια, επειδή η αρχή τους μένει πάντοτε η ίδια: δεν μερίζεται μέσα σε αυτά, αλλά μένει ολόκληρη. Γι’ αυτό και εκείνα μένουν· όπως, αν μένει ο ήλιος, μένει και το φως.

VI.9.9 — συνέχεια


Οὐ γὰρ ἀποτετμήμεθα οὐδὲ χωρίς ἐσμεν, εἰ καὶ παρεμπεσοῦσα ἡ σώματος φύσις πρὸς αὑτὴν ἡμᾶς εἵλκυσεν, ἀλλ᾽ ἐμπνέομεν καὶ σωιζόμεθα οὐ δόντος, εἶτ᾽ ἀποστάντος ἐκείνου, ἀλλ᾽ ἀεὶ χορηγοῦντος ἕως ἂν ἦι ὅπερ ἐστί.

Νεοελληνική απόδοση

Διότι δεν έχουμε αποκοπεί ούτε είμαστε χωρισμένοι από εκείνον, έστω κι αν η φύση του σώματος, μπαίνοντας ανάμεσα, μας τράβηξε προς τον εαυτό της. Αντιθέτως, ζούμε και διατηρούμαστε όχι επειδή εκείνος έδωσε κάποτε και ύστερα απομακρύνθηκε, αλλά επειδή χορηγεί πάντοτε, όσο είναι αυτό που είναι.

VI.9.9 — η ψυχή και ο θείος έρως

Ταῦτα γὰρ κύει ψυχὴ πληρωθεῖσα θεοῦ, καὶ τοῦτο αὐτῆι ἀρχὴ καὶ τέλος· ἀρχὴ μέν, ὅτι ἐκεῖθεν, τέλος δέ, ὅτι τὸ ἀγαθὸν ἐκεῖ. Καὶ ἐκεῖ γενομένη γίγνεται αὐτὴ καὶ ὅπερ ἦν· τὸ γὰρ ἐνταῦθα καὶ ἐν τούτοις ἔκπτωσις καὶ φυγὴ καὶ πτερορρύησις.

Νεοελληνική απόδοση

Αυτά γεννά η ψυχή όταν γεμίσει από τον Θεό, και αυτό είναι γι’ αυτήν αρχή και τέλος: αρχή, επειδή από εκεί προέρχεται· τέλος, επειδή εκεί βρίσκεται το αγαθό. Και όταν βρεθεί εκεί, γίνεται η ίδια αυτό που ήταν. Διότι το να βρίσκεται εδώ, ανάμεσα σε αυτά τα πράγματα, είναι έκπτωση, φυγή και απώλεια των φτερών.

VI.9.11 — ελληνικό κείμενο

Το κεφάλαιο 11 είναι το περίφημο τέλος της πραγματείας, με τη φράση «φυγὴ μόνου πρὸς μόνον».

Τοῦτο δὴ ἐθέλον δηλοῦν τὸ τῶν μυστηρίων τῶνδε ἐπίταγμα, τὸ μὴ ἐκφέρειν εἰς μὴ μεμυημένους, ὡς οὐκ ἔκφορον ἐκεῖνο ὄν, ἀπεῖπε δηλοῦν πρὸς ἄλλον τὸ θεῖον, ὅτωι μὴ καὶ αὐτῶι ἰδεῖν εὐτύχηται.

Νεοελληνική απόδοση

Αυτό θέλει να δηλώσει και η εντολή των μυστηρίων, να μη φανερώνεται τίποτε στους αμύητους: επειδή εκείνο δεν μπορεί να εκφερθεί προς τα έξω, απαγόρευσε να φανερώνεται το θείο σε άλλον, αν δεν του έχει δοθεί και του ίδιου η ευτυχία να το δει.

VI.9.11 — η ἕνωση

Ἐπεὶ τοίνυν δύο οὐκ ἦν, ἀλλ᾽ ἓν ἦν αὐτὸς ὁ ἰδὼν πρὸς τὸ ἑωραμένον, ὡς ἂν μὴ ἑωραμένον, ἀλλ᾽ ἡνωμένον, ὃς ἐγένετο ὅτε ἐκείνωι ἐμίγνυτο εἰ μεμνῶιτο, ἔχοι ἂν παρ᾽ ἑαυτῶι ἐκείνου εἰκόνα.

Νεοελληνική απόδοση

Επειδή λοιπόν δεν υπήρχαν δύο, αλλά ο ίδιος που έβλεπε ήταν ένα με αυτό που είχε δει —σαν να μην ήταν κάτι που είχε ιδωθεί, αλλά κάτι με το οποίο είχε ενωθεί—, αν θυμόταν τι έγινε όταν αναμειγνυόταν με εκείνο, θα είχε μέσα του μια εικόνα εκείνου.

VI.9.11 — πέρα από λόγο, νόηση και ατομικότητα

Ἦν δὲ ἓν καὶ αὐτὸς διαφορὰν ἐν αὑτῶι οὐδεμίαν πρὸς ἑαυτὸν ἔχων οὔτε κατὰ ἄλλα — οὐ γάρ τι ἐκινεῖτο παρ᾽ αὐτῶι, οὐ θυμός, οὐκ ἐπιθυμία ἄλλου παρῆν αὐτῶι ἀναβεβηκότι — ἀλλ᾽ οὐδὲ λόγος οὐδέ τις νόησις οὐδ᾽ ὅλως αὐτός, εἰ δεῖ καὶ τοῦτο λέγειν.

Νεοελληνική απόδοση

Και ήταν ο ίδιος ένα, χωρίς να έχει μέσα του καμία διαφορά προς τον εαυτό του ούτε ως προς τίποτε άλλο. Διότι, όταν είχε ανέλθει, τίποτε δεν κινούνταν μέσα του: ούτε θυμός ούτε επιθυμία για κάτι άλλο. Αλλά ούτε λόγος υπήρχε, ούτε κάποια νόηση, ούτε καν ο ίδιος ως χωριστός εαυτός — αν πρέπει να το πούμε κι αυτό.

VI.9.11 — ἔκστασις καὶ ἅπλωσις


Τὸ δὲ ἴσως ἦν οὐ θέαμα, ἀλλὰ ἄλλος τρόπος τοῦ ἰδεῖν, ἔκστασις καὶ ἅπλωσις καὶ ἐπίδοσις αὐτοῦ καὶ ἔφεσις πρὸς ἁφὴν καὶ στάσις καὶ περινόησις πρὸς ἐφαρμογήν, εἴπερ τις τὸ ἐν τῶι ἀδύτωι θεάσεται.

Νεοελληνική απόδοση


Ίσως όμως αυτό δεν ήταν θέαμα, αλλά ένας άλλος τρόπος του βλέπειν: έκσταση, απλότητα, επίδοση του εαυτού, πόθος για επαφή, στάση και περιφορά του νου προς ένωση, αν πρόκειται κανείς να δει αυτό που βρίσκεται μέσα στο άδυτο.

VI.9.11 — τέλος της πραγματείας


Καὶ οὗτος θεῶν καὶ ἀνθρώπων θείων καὶ εὐδαιμόνων βίος, ἀπαλλαγὴ τῶν ἄλλων τῶν τῆιδε, βίος ἀνήδονος τῶν τῆιδε, φυγὴ μόνου πρὸς μόνον.

Νεοελληνική απόδοση

Και αυτός είναι ο βίος των θεών και των θείων και μακαρίων ανθρώπων: απαλλαγή από όλα τα εδώ πράγματα, βίος που δεν έχει την ηδονή των εδώ πραγμάτων, φυγή του μόνου προς τον Μόνο.


Ο  ΜΑΞΙΜΟΣ ΤΩΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑΔΩΝ. ΤΟΝ ΕΣΤΕΙΛΕ ΣΤΗ ΡΩΜΗ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ  ΚΑΡΧΗΔΟΝΑ. ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ!!!.


ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΘΑ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΝΕΙ ΤΩΝ ΠΟΝΗΡΩΝ ΚΑΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΩΝ ΤΗΝ ΕΠΑΡΣΗ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

ΚΑΝΩ ΧΡΗΣΙ ΤΟΥ SPIRITUS CREATOR.