Όσιος Παμβώ.
Σ’ αυτό το όρος έζησε και ο μακάριος Παμβώ, δάσκαλος του Διοσκόρου του επισκόπου και του Αμμωνίου και Ευσεβίου και Ευθυμίου των αδελφών, και του Ωριγένη του ανεψιού του Δρακοντίου, θαυμαστού ανθρώπου.
Ο οποίος Παμβώ είχε κατορθώματα και προτερήματα πάρα πολλά, μεταξύ των οποίων και αυτό· ήταν πολύ υπεράνω χρυσού και αργύρου, όπως το θέλει ο λόγος.
Και μου διηγόταν η μακαρία Μελάνη:
«Παλαιότερα, όταν έφθασα στην Αλεξάνδρεια από τη Ρώμη και άκουσα για την αρετή του, αφού ο μακάριος Ισίδωρος μου διηγήθηκε και με οδήγησε σ᾽ αυτόν στην έρημο, του πρόσφερα μια θήκη με τριακόσιες λίτρες ασημικά, παρακαλώντας τον να πάρει από τα πράγματά μου.
Αυτός δε καθισμένος και πλέκοντας βλαστούς φοινίκων, με ευλόγησε μόνο με τη φωνή και είπε: “ Ο Θεός ας σου δώσει το μισθό σου”.
Και λέει στον οικονόμο του τον Ωριγένη: “Πάρε αυτό και οικονόμησε όλες τις αδελφότητες της Λιβύης και των νησιών· διότι αυτά τα μοναστήρια έχουν περισσότερη ανάγκη”.
Και του παράγγειλε να μη δώσει σε κανένα από τους μοναχούς της Αιγύπτου, επειδή η χώρα αυτή είναι πιο εύπορη. Εγώ δε, λέει εκείνη, στεκόμενη και περιμένοντας να τιμηθώ ή να επαινεθώ απ’ αυτόν για τη δωρεά, όταν δεν άκουσα τίποτα, του είπα: “Για να ξέρεις γέροντά μου, είναι τριακόσιες λίτρες”.
Αυτός, χωρίς καθόλου να κινηθεί, μου αποκρίθηκε: “Αυτός που Του έφερες αυτά, παιδί μου, δεν έχει ανάγκη από ζυγαριά. Διότι Εκείνος που ζυγίζει τα βουνά, γνωρίζει πολύ καλλίτερα την ποσότητα των ασημικών. Αν το έδινες σε μένα, καλώς θα έλεγες· αν όμως στο Θεό, που δεν Του διαφεύγουν ούτε οι δύο οβολοί, σώπαινε”.
Έτσι, είπε, τα οικονόμησε ο Κύριος κατά την είσοδό μου στο όρος.
Κοιμήθηκε, λοιπόν, ο μακάριος Παμβώ χωρίς καθόλου να αρρωστήσει ή να πονέσει κάποιο μέλος του σώματός του.
Εκείνη μάλιστα την ώρα έπλεκε ένα πανέρι και, αφού το τελείωσε χωρίς καμία ατέλεια, γύρισε προς το μέρος μου (λέει ο Επίσκοπος Ηρακλείδης, που συνέγραψε το «Λαυσαϊκόν) και μου λέει:
«Πάρε, παιδί μου, αυτό το πανέρι για να με θυμάσαι, γιατί δεν έχω τίποτα άλλο να σου αφήσω».
Και λέγοντας μόνο αυτό, παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Κυρίου, σε ηλικία εβδομήντα ετών.
Έτυχε να βρίσκεται εκεί και η Αγία Μελάνη, η οποία τον κήδεψε και τον ενταφίασε· πήρε δε εκείνο το πανέρι και το φύλαγε μέχρι τον θάνατό της.
Έλεγαν ακόμη για αυτόν τον θαυμαστό Παμβώ, ότι την ώρα που παρέδιδε τη μακάρια ψυχή του στα χέρια του Θεού, βρέθηκαν εκεί ο Μακάριος ο πρεσβύτερος και ο Αμμώνιος -και οι δύο τους θαυμαστοί στην αρετή και ξακουστοί αγωνιστές.
Ήταν ακόμη κι άλλοι αδελφοί, στους οποίους είπε τα εξής:
«Αφότου ήρθα σε αυτή την έρημο, έχτισα αυτό το κελί και κατοίκησα εδώ, ποτέ δεν έλειψε το εργόχειρο από τα χέρια μου, αλλά ούτε και δέχτηκα καμία χάρη από κανέναν, ούτε καν ένα κομμάτι ψωμί. Μέχρι τώρα, όσες φορές μίλησα, ποτέ δεν το μετάνιωσα. Τώρα πηγαίνω προς τον Θεό με τη σκέψη ότι δεν έχω κάνει ακόμη ούτε την αρχή στην αρετή, όπως θα ήθελε ο Θεός».
Ο οποίος Παμβώ είχε κατορθώματα και προτερήματα πάρα πολλά, μεταξύ των οποίων και αυτό· ήταν πολύ υπεράνω χρυσού και αργύρου, όπως το θέλει ο λόγος.
Και μου διηγόταν η μακαρία Μελάνη:
«Παλαιότερα, όταν έφθασα στην Αλεξάνδρεια από τη Ρώμη και άκουσα για την αρετή του, αφού ο μακάριος Ισίδωρος μου διηγήθηκε και με οδήγησε σ᾽ αυτόν στην έρημο, του πρόσφερα μια θήκη με τριακόσιες λίτρες ασημικά, παρακαλώντας τον να πάρει από τα πράγματά μου.
Αυτός δε καθισμένος και πλέκοντας βλαστούς φοινίκων, με ευλόγησε μόνο με τη φωνή και είπε: “ Ο Θεός ας σου δώσει το μισθό σου”.
Και λέει στον οικονόμο του τον Ωριγένη: “Πάρε αυτό και οικονόμησε όλες τις αδελφότητες της Λιβύης και των νησιών· διότι αυτά τα μοναστήρια έχουν περισσότερη ανάγκη”.
Και του παράγγειλε να μη δώσει σε κανένα από τους μοναχούς της Αιγύπτου, επειδή η χώρα αυτή είναι πιο εύπορη. Εγώ δε, λέει εκείνη, στεκόμενη και περιμένοντας να τιμηθώ ή να επαινεθώ απ’ αυτόν για τη δωρεά, όταν δεν άκουσα τίποτα, του είπα: “Για να ξέρεις γέροντά μου, είναι τριακόσιες λίτρες”.
Αυτός, χωρίς καθόλου να κινηθεί, μου αποκρίθηκε: “Αυτός που Του έφερες αυτά, παιδί μου, δεν έχει ανάγκη από ζυγαριά. Διότι Εκείνος που ζυγίζει τα βουνά, γνωρίζει πολύ καλλίτερα την ποσότητα των ασημικών. Αν το έδινες σε μένα, καλώς θα έλεγες· αν όμως στο Θεό, που δεν Του διαφεύγουν ούτε οι δύο οβολοί, σώπαινε”.
Έτσι, είπε, τα οικονόμησε ο Κύριος κατά την είσοδό μου στο όρος.
Κοιμήθηκε, λοιπόν, ο μακάριος Παμβώ χωρίς καθόλου να αρρωστήσει ή να πονέσει κάποιο μέλος του σώματός του.
Εκείνη μάλιστα την ώρα έπλεκε ένα πανέρι και, αφού το τελείωσε χωρίς καμία ατέλεια, γύρισε προς το μέρος μου (λέει ο Επίσκοπος Ηρακλείδης, που συνέγραψε το «Λαυσαϊκόν) και μου λέει:
«Πάρε, παιδί μου, αυτό το πανέρι για να με θυμάσαι, γιατί δεν έχω τίποτα άλλο να σου αφήσω».
Και λέγοντας μόνο αυτό, παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Κυρίου, σε ηλικία εβδομήντα ετών.
Έτυχε να βρίσκεται εκεί και η Αγία Μελάνη, η οποία τον κήδεψε και τον ενταφίασε· πήρε δε εκείνο το πανέρι και το φύλαγε μέχρι τον θάνατό της.
Έλεγαν ακόμη για αυτόν τον θαυμαστό Παμβώ, ότι την ώρα που παρέδιδε τη μακάρια ψυχή του στα χέρια του Θεού, βρέθηκαν εκεί ο Μακάριος ο πρεσβύτερος και ο Αμμώνιος -και οι δύο τους θαυμαστοί στην αρετή και ξακουστοί αγωνιστές.
Ήταν ακόμη κι άλλοι αδελφοί, στους οποίους είπε τα εξής:
«Αφότου ήρθα σε αυτή την έρημο, έχτισα αυτό το κελί και κατοίκησα εδώ, ποτέ δεν έλειψε το εργόχειρο από τα χέρια μου, αλλά ούτε και δέχτηκα καμία χάρη από κανέναν, ούτε καν ένα κομμάτι ψωμί. Μέχρι τώρα, όσες φορές μίλησα, ποτέ δεν το μετάνιωσα. Τώρα πηγαίνω προς τον Θεό με τη σκέψη ότι δεν έχω κάνει ακόμη ούτε την αρχή στην αρετή, όπως θα ήθελε ο Θεός».
Ο Όσιος Παμβώ τιμάται στις 18 Ιουλίου.
Απόσπασμα από την «Λαυσαϊκή Ιστορία» του Παλλαδίου. Εισαγωγικά, μετάφραση Μοναχός Συμεών. Έκδοση Ιερά Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους 1980.
Απόσπασμα από την «Λαυσαϊκή Ιστορία» του Παλλαδίου. Εισαγωγικά, μετάφραση Μοναχός Συμεών. Έκδοση Ιερά Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους 1980.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου