Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stefano Fontana - Περί της φιλοσοφίας του Καρλ Ράνερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stefano Fontana - Περί της φιλοσοφίας του Καρλ Ράνερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

Για τη φιλοσοφία του Karl Rahner [3/3 – συνέχεια]

 Συνέχεια από Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2025


Για τη φιλοσοφία του Karl Rahner 3

Η φιλοσοφία στο «Θεμελιώδες Μάθημα περί Πίστεως»

ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΕΜΕΛΙΩΤΕΣ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΤΑΥΤΙΣΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΔΙΟ ΤΡΙΑΔΑ.

https://www.youtube.com/watch?v=rb9xZn18O18&list=PLP0PWMLNR1SAY6HM9ea95xrshkW2n7A0J


Σε αυτήν την τρίτη Σημείωση για τη φιλοσοφία του Karl Rahner αναφερόμαστε κυρίως στο σημαντικότερο έργο του, το Corso fondamentale della fede (Θεμελιώδες Μάθημα περί Πίστεως) του 1976, όπου μπορεί κανείς να βρει τη δομή όλης της σκέψης του. Πρόκειται για βιβλίο θεολογίας, αλλά επειδή για τον Rahner η θεολογία είναι ανθρωπολογία, η φιλοσοφική του σημασία είναι προφανής. Θα ασχοληθούμε με αυτό χωρίς όμως να εισέλθουμε σε δογματικά ζητήματα με τη στενή έννοια.

Εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ υπερβατικού και υπερβατολογικού στην προηγούμενη Σημείωση, είδαμε ήδη τις διαστάσεις του ανθρώπινου προσώπου, το οποίο παρουσιάζεται ως υποκείμενο που κατέχει τον εαυτό του και είναι ανοικτό προς όλο το Είναι. Η έκφραση «κατέχει τον εαυτό του» δηλώνει τη συνείδηση και την ευθύνη. Η έκφραση «ανοικτό προς όλο το Είναι» σημαίνει ότι η συνείδηση προβάλλεται μέσα στον χρόνο και έτσι είναι ανοικτή σε ό,τι ο χρόνος θα παρουσιάσει μπροστά της, δηλαδή στο Είναι, το οποίο έτσι καθίσταται διαφανές προς τον εαυτό του. Αυτή η ανοικτότητα προς όλο το Είναι έχει οντολογική σημασία, αλλά διαφορετική από εκείνη της κλασικής μεταφυσικής και του ρεαλισμού. Γνωρίζουμε πράγματι ότι η λέξη «οντολογικό», στη Heidegger-ιανή σημασία που υιοθετεί ο Rahner, δηλώνει τη διάσταση του υπερβατολογικού-υπαρξιακού και όχι την οντική διάσταση, δηλαδή εκείνη των επιμέρους πεπερασμένων όντων που γνωρίζουμε μπροστά μας. Αφού διευκρινιστεί αυτό, ας δούμε τις διαστάσεις του ανθρώπινου προσώπου σύμφωνα με τον Rahner.

Η πρώτη είναι η υπερβατολογική, απριορική συνθήκη, από την οποία το πρόσωπο συγκροτείται και καθίσταται υποκείμενο. Αυτή δίνεται από την υπερβατολογική διάσταση του υποκειμένου ως ανοικτότητας προς το Είναι και, συνεπώς, ως ικανότητας να θέτει υπό ερώτηση τα όντα, να ερωτά το υπάρχον και να το υπερβαίνει ήδη τη στιγμή που το προσλαμβάνει. Η υπερβατολογικότητα είναι ο ορίζοντας αυτής της ανοικτότητας που του επιτρέπει να θέτει ερωτήματα, και το ερωτάν είναι ένα υπερβατολογικό υπαρξιακό. Αυτή το καθιστά υποκείμενο επειδή κάνει ώστε ο άνθρωπος να μη νιώθει όπως όλα τα άλλα πράγματα, ανακαλύπτοντας ότι είναι ικανός να τα θέσει υπό αμφισβήτηση. «Το να είσαι πρόσωπο, επομένως, είναι συνώνυμο με το να κατέχει κάποιος τον εαυτό του ως υποκείμενο σε μια γνωστική και ελεύθερη σχέση προς το Όλον». Δεν μπορεί λοιπόν να υπάρξει υποκειμενικότητα χωρίς υπερβατολογικότητα, αλλιώς το υποκείμενο θα γινόταν πράγμα όπως τα άλλα πράγματα, δηλαδή θα παρέμενε αντικείμενο. Για αυτόν τον λόγο, υποστηρίζει ο Rahner, «αυτός ο υποκειμενικός χαρακτήρας είναι ένα δεδομένο μη συναγόμενο από την ύπαρξη, ένα δεδομένο συνυπάρχον σε κάθε μεμονωμένη εμπειρία ως η απριορική της συνθήκη». Η υποκειμενικότητα δεν αναδύεται από την ύπαρξη· αντιθέτως, συμβαίνει το αντίθετο: η ύπαρξη προέρχεται από την υποκειμενικότητα. Κάθε φορά που ο άνθρωπος θέτει τη δυνατότητα ενός πεπερασμένου ορίζοντα, τον έχει ήδη υπερβεί μέσα σε έναν άπειρο ορίζοντα και έτσι βιώνει τον εαυτό του ως την άπειρη δυνατότητα. Περιττό να σημειωθεί ότι εδώ το «πεπερασμένο» και το «άπειρο» δεν έχουν την παραδοσιακή μεταφυσική σημασία, αλλά υπαρξιακή και ιστορική.

Αυτή η υπερβατολογική διάσταση καθιστά τον άνθρωπο το ον της υπέρβασης, με την έννοια που είδαμε στη Σημείωση 2 (S. Vitiello, Rahner oltre Rahner. L’ontologia del simbolo in Karl Rahner, Cantagalli, Siena 2025. Ivi, p. 30.), και θεμελιώνει την γνωστική του ικανότητα στην προληπτική σύλληψη του Είναι εν γένει, δηλαδή σε εκείνο προς το οποίο ο άνθρωπος είναι ανοικτός. Δεν υπάρχει Είναι χωρίς την υπερβατολογική ανοικτότητα του υποκειμένου προς όλο το Είναι. Προληπτική σύλληψη του Είναι εν γένει σημαίνει το εξής: «τίποτε δεν μπορεί να εισέλθει στον άνθρωπο απ’ έξω που να μην είναι ήδη παρόν μέσα του με μη θεματικό τρόπο». Η υπερβατολογική διάσταση είναι απριορική, επομένως βρίσκεται πάντοτε «πίσω από τον άνθρωπο», δεν είναι διαθέσιμη σ’ αυτόν, παραμένει κρυμμένη, είναι πάντοτε παρούσα σε κάθε κατηγοριακή γνώση αλλά ποτέ δεν αναλύεται πλήρως σε μία από αυτές· δεν λέει τίποτε θετικό, δεν ομιλεί στον άνθρωπο, είναι σιωπηλή, δεν φανερώνεται. Είναι λοιπόν ανώνυμη και αθεματική. Ας κρατήσουμε αυτή την παρατήρηση, την οποία θα επαναλάβουμε σε λίγο.

Η δεύτερη διάσταση είναι εκείνη της ιστορικής περατότητας του ανθρώπου. Η υπερβατολογική διάσταση που μόλις είδαμε δεν είναι υπερβατική με την κλασική σημασία του όρου, αλλά είναι αυτό που καθιστά δυνατή την κατηγοριακή γνώση και συνεπώς συνδέεται άμεσα με αυτήν μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η ιστορική περατότητα απαιτείται από αυτήν την ίδια· δεν υπάρχει το υπερβατολογικό χωρίς το ιστορικό και αντιστρόφως: «η ιστορία, στο βάθος, είναι ακριβώς η ιστορία της ίδιας της υπερβατολογικότητας· μια τέτοια υπερβατολογικότητα δεν μπορεί να νοηθεί ως μια ικανότητα που υπάρχει, βιώνεται, γίνεται αντικείμενο εμπειρίας και αναστοχασμού ανεξάρτητα από την ιστορία». Μόλις γίνει δεκτό το νεωτερικό υπερβατολογικό, όλα είναι ιστορία και ως ιστορία πρέπει να νοηθεί και η υπέρβαση και επίσης ο Θεός, όπως τώρα θα δούμε.

Εδώ εισερχόμαστε στην τρίτη διάσταση του ανθρώπινου προσώπου, δηλαδή την ανοικτότητά του προς τον Θεό, τον οποίο ο Rahner ονομάζει το απόλυτο Μυστήριο. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να διευκρινιστεί η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην υπερβατολογική διάσταση του υποκειμένου και τον Θεό. Ήδη στον Maréchal, όπως είδαμε, το ζήτημα του Θεού τίθεται με νέο τρόπο, λόγω της υιοθέτησης της ταύτισης μεταξύ Είναι και σκέψης. Στον Rahner είναι το Είναι, νοημένο στη νέα του σημασία, που απαιτεί τον Θεό, ο οποίος ζητείται από την ανοικτότητα του ανθρώπου προς όλο το Είναι· αυτό δεν είναι συμβατό με την ανοικτότητα προς το μηδέν αλλά απαιτεί την ανοικτότητα προς το απόλυτο Μυστήριο. Στον θωμιστικό ρεαλισμό η συνθετική και άμεση σύλληψη του Είναι σήμαινε ότι κατανοούμε το Είναι ως έχον ανάγκη θεμελίου. Αυτή ήταν η πρωταρχικότατη γνώση του Θεού που εμπεριέχεται στην αρχική γνώση του όντος ως εκείνου που έχει το Είναι. Δεν επρόκειτο για μια έμφυτη γνώση, ούτε ήταν «οντολογισμός» (η άποψη ότι η πρώτη ιδέα του νου μας είναι εκείνη του Θεού) και ακόμη λιγότερο είχε ένα απριορικό θεμέλιο, όπως συμβαίνει εδώ με τον Rahner. Βεβαίως ο Άγιος Θωμάς λέει ότι σε κάθε γνώση, ακόμη και στην πιο μικρή, εμπεριέχεται η γνώση του Θεού, αλλά όχι με την έννοια της απριορικής θεμελίωσής της. Για τον Άγιο Θωμά όλη η γνώση είναι a posteriori. Στη ρανεριανή εκδοχή, αντιθέτως, ο Θεός «τίθεται» όπως και να ’χει από τη συνείδηση του ανθρώπου.

Δεδομένου του συστήματος του Rahner, ο Θεός δεν μπορεί να γίνει γνωστός· τίποτε σχετικό με αυτόν δεν μπορεί να αποδειχθεί a posteriori, διότι αυτό θα σήμαινε ότι κάνουμε τον Θεό ένα ον ανάμεσα στα άλλα όντα και όχι το απόλυτο Μυστήριο. Ο Rahner δεν αποδέχεται τη φυσική θεολογία και, αν την αποδέχεται, της αναγνωρίζει μόνο μία ιστορική και εμπειρική, αλλά όχι γνωσιακή, αξία. Η φυσική θεολογία, δηλαδή το πέρασμα της ανθρώπινης λογικής με τις δικές της δυνάμεις από τη γνώση των πεπερασμένων όντων στην απόδειξη μιας άπειρης και προσωπικής Αιτίας, δεν είναι δυνατό. Πρόκειται για μια ανατροπή προοπτικής με μεγάλες θεολογικές συνέπειες. Ο Θεός αυτο-επικοινωνείται μέσα στην υπερβατολογική διάσταση, δηλαδή μέσα στην ιστορία που αυτή καθιστά δυνατή, δεδομένου ότι η υπερβατολογική διάσταση, όπως είδαμε, είναι σιωπηλή και μιλά μόνο έμμεσα μέσω των υπαρξιακών γεγονότων που συμβαίνουν στον χρόνο και την ιστορία. Ο Θεός λοιπόν δεν μας αποκαλύπτει άμεσα καμία πληροφορία για τον εαυτό του ή για εμάς – «Όταν μιλάμε για αυτο-επικοινωνία από μέρους του Θεού, δεν πρέπει να κατανοούμε αυτόν τον όρο με την έννοια ότι ο Θεός, σε κάποια αποκάλυψη, θα έλεγε κάτι για τον Εαυτό του» –, αλλά αυτο-επικοινωνείται (sich selbst mitteilt, ενεργητική αυτο-μετάδοση) στον άνθρωπο και στην ιστορία της ανθρωπότητας: «ο άνθρωπος είναι το γεγονός της απόλυτης και συγχωρητικής αυτο-επικοινωνίας του Θεού».

Αυτή η σύλληψη είναι ανατρεπτική σε σχέση με την καθολική θεολογία. Μεταξύ άλλων, από αυτήν προκύπτει ότι για τον Rahner δεν υπάρχει «καθαρή» φύση, διότι ο άνθρωπος βρίσκεται πάντα μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας όπου βιώνει την αποκάλυψη του Θεού και άρα τη χάρη του. Το θέμα της καθαρής φύσης έχει προκαλέσει μεγάλες συζητήσεις. Μπορεί κανείς δικαίως να υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει φύση καθαρή από χάρη. Στον Παράδεισο, στην πεπτωκυία ανθρωπότητα, στη μελλοντική δόξα, δεν έχουμε μια καθαρή ανθρώπινη φύση, αυτάρκη και ικανή για τον εαυτό της. Μπορεί επομένως να υποστηριχθεί ότι η καθαρή φύση δεν υπάρχει. Δεν είναι όμως αυτός ο λόγος για τον οποίο και ο Rahner υποστηρίζει ότι η καθαρή φύση δεν υπάρχει. Εκείνος, πράγματι, λέει ότι δεν υπάρχει επειδή ο άνθρωπος ζει μέσα σε μια ιστορία στην οποία ο Θεός επικοινωνεί τη χάρη του πάντα και προς όλους. Ο λόγος επομένως προέρχεται από την υπερβατολογική διάσταση της αποκάλυψης και της εγγύτητας του Θεού προς τον άνθρωπο. Με άλλα λόγια, το φυσικό επίπεδο είναι ήδη και πάντοτε εμποτισμένο από τη χάρη.

Σε αυτό το σημείο χρειάζονται δύο διευκρινίσεις. Η πρώτη: όταν ο Rahner χρησιμοποιεί τον όρο «φύση», δεν το κάνει πλέον σύμφωνα με τις κατηγορίες της ρεαλιστικής μεταφυσικής. Η φύση γίνεται γι’ αυτόν συνώνυμη της ανθρώπινης ύπαρξης, του ανθρώπου ως υπάρχοντος, σύμφωνα με τη σκέψη του Heidegger. Η δεύτερη: με τον Rahner επανέρχεται η ιδέα, ήδη παρούσα εν σπέρματι στο έργο του De Lubac περί του υπερφυσικού, για το υπερφυσικό ως απαίτηση της φύσης. Για τον Rahner, πράγματι, υπάρχει ένα «υπερφυσικό υπαρξιακό», η υπερφύση δεν είναι πλέον ένα άπειρο μεταφυσικό επίπεδο σε αντιδιαστολή με το πεπερασμένο, αλλά ένα υπαρξιακό a priori και, συνεπώς, αν ονομάσουμε την ανθρώπινη ύπαρξη με την έκφραση «ανθρώπινη φύση», όπως κάνει ο Rahner, τότε ο Θεός είναι πάντοτε παρών μέσα στην ανθρώπινη φύση και απαιτείται από αυτήν.

Αυτή η θεώρηση της χάριτος έχει σημαντικές συνέπειες. Ας δούμε μερικές σε ακραία σύνοψη. Εξαφανίζεται η διάκριση ανάμεσα στην ιερή ιστορία και την βέβηλη ιστορία, διότι «ο κόσμος μεσιτεύει προς τον Θεό ως προς εκείνον που αυτοεπικοινωνείται μέσα στη χάρη, και υπό αυτή την έννοια ο χριστιανισμός δεν γνωρίζει κανέναν ιερό, περιορισμένο τομέα, μέσα στον οποίο και μόνο θα μπορούσαμε να βρούμε τον Θεό». Τον Θεό τον συναντά κανείς στον άνθρωπο, δηλαδή στον κόσμο και στην ιστορία της ανθρωπότητας. Προκύπτει ότι «η ιστορία της σωτηρίας ως τέτοια είναι αναγκαστικά συνυπάρχουσα με την ιστορία εν γένει … και όχι απλώς εκεί όπου αυτή εξελίσσεται κατά τρόπο ρητά θρησκευτικό»· «Οπουδήποτε αναπτύσσεται μια ατομική και συλλογική ιστορία της ανθρωπότητας, εκεί εκτυλίσσεται όχι μόνο μια ιστορία της σωτηρίας αλλά και μια ιστορία της αποκάλυψης με την κυριολεκτική σημασία του όρου». Εδώ θεμελιώνεται η γνωστή διδασκαλία περί των «ανώνυμων χριστιανών». Το να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει επίσης να είναι χριστιανός, διότι ο Θεός αυτοεπικοινωνείται όχι με άμεσες και στοχευμένες παρεμβάσεις, αλλά πάντοτε και προς όλους από το εσωτερικό της συλλογικής και προσωπικής ιστορίας. Ο Θεός δεν αποκαλύπτεται αποκλειστικά ή κυρίως μέσα στην Καθολική Εκκλησία, αλλά και στις άλλες θρησκείες καθώς και στην αθεΐα. Η υπερβατολογικότητα είναι ανώνυμη και αθεματική, λέγαμε, επομένως αν ο Θεός αυτοεπικοινωνείται μέσα σε αυτήν, το κάνει με τρόπο ανώνυμο και αθεματικό· από εδώ προέρχεται η έννοια των ανώνυμων χριστιανών.

Η φιλοσοφία του Rahner οδηγεί σε μια πλήρη εκκοσμίκευση του χριστιανικού μηνύματος. Ο Θεός δεν αποκαλύπτεται «άνωθεν», «έξωθεν» ή «πέραν», αλλά μέσα στον κόσμο και ανακαλύπτεται στον άνθρωπο. Η πίστη δεν μαθαίνεται από τις Γραφές ή από το κήρυγμα της Εκκλησίας, αλλά είναι η κατηγοριακή διατύπωση της υπερβατολογικής, υπερφυσικής, μη-θεματικής και προ-εννοιακής εμπειρίας. Οι δογματικές και δογματικές διατυπώσεις της πίστης παραμένουν πάντοτε ανεπαρκείς σε σχέση με την ίδια αυτή υπερβατολογική υποκειμενική εμπειρία και έχουν ως σκοπό να αναδείξουν στη συνείδηση εκείνη την εμπειρία· το δόγμα είναι πλήρως ιστορικό και εξελικτικό.

Δεν εισερχόμαστε σε θεολογικά ζητήματα αλλά περιοριζόμαστε στο να υπενθυμίσουμε ότι η ρανεριανή θεμελίωση ανατρέπει όλη την καθολική θεολογία ως προς τη φυσική γνώση του Θεού· ως προς τη σχέση φύσης και υπερφύσεως, οι οποίες πλέον ταυτίζονται· ως προς τα δόγματα, που δεν βρίσκονται πλέον στην αρχή της πίστης αλλά προκύπτουν από αυτήν· ως προς την Τριάδα, η οποία εξηγείται ως εννοιολόγηση των εσωτερικών κινήσεων της ψυχής· ως προς τη χάρη, που δεν θεωρείται πλέον ως νέο επίπεδο σε σχέση με τη φύση του ανθρώπου, αλλά ως ριζικοποίησή της, η οποία δίδεται πάντοτε και σε όλους· ως προς την κόλαση, της οποίας η ύπαρξη αρνείται· ως προς τα ουράνια πνεύματα, τα οποία αρνούνται· ως προς τον Χριστό, που παρουσιάζεται ως μοναδική περίπτωση αυτού που θα μπορούσε να συμβεί για κάθε άνθρωπο· και ως προς τη δημιουργία, η οποία αντικαθίσταται από την υπερβατολογική «κτιστότητα» ως εξάρτηση από τον Θεό.[ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΚΑΙ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΣΤΡΙΜΩΧΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ ΜΑΘΗΤΟΥ ΤΟΥ ΡΑΝΕΡ.]


Σημειώσεις από τις διαφάνειες:

1«Το να είναι κανείς πρόσωπο, επομένως, είναι συνώνυμο με το αυτο-κατέχειν εκ μέρους ενός υποκειμένου σε μια γνωστική και ελεύθερη σχέση προς το όλο».
K. Rahner, Corso fondamentale sulla fede. Introduzione al concetto di cristianesimo, 1976, San Paolo, Cinisello Balsamo 1990, σ. 53.
«Αυτός ο υποκειμενικός χαρακτήρας είναι ένα δεδομένο μη συναγόμενο από την ύπαρξη, ένα δεδομένο συνυπάρχον σε κάθε μεμονωμένη εμπειρία ως η απριορική της συνθήκη».
Ivi, σ. 54.

2«Τίποτε δεν μπορεί να εισέλθει στον άνθρωπο απ’ έξω που να μην είναι ήδη παρόν μέσα του με μη θεματικό τρόπο».
Παρατίθεται στο:
M. Hauke, Karl Rahner nella critica di Leo Scheffczyk, στο Karl Rahner – Un’analisi critica, επιμ. Padre Serafino M. Lanzetta, Cantagalli, Siena 2009, σ. 272.

3«Όταν μιλάμε για αυτοεπικοινωνία εκ μέρους του Θεού, δεν πρέπει να κατανοούμε αυτόν τον όρο με την έννοια ότι ο Θεός, σε κάποια αποκάλυψη, θα έλεγε κάτι για τον Εαυτό του» — αλλά αυτο-επικοινωνείται στον άνθρωπο και στην ιστορία της ανθρωπότητας: «ο άνθρωπος είναι το γεγονός της απόλυτης και συγχωρητικής αυτοεπικοινωνίας του Θεού».
K. Rahner, Corso fondamentale sulla fede, όπ. παρ., σ. 163.

4«Ο κόσμος μεσιτεύει προς τον Θεό ως προς εκείνον που αυτοεπικοινωνείται μέσα στη χάρη, και υπό αυτή την έννοια ο χριστιανισμός δεν γνωρίζει κανέναν ιερό, περιορισμένο τομέα, μέσα στον οποίο και μόνο θα μπορούσαμε να βρούμε τον Θεό».
K. Rahner, Corso fondamentale sulla fede, όπ. παρ., σ. 205.

5«Η ιστορία της σωτηρίας ως τέτοια είναι αναγκαστικά συνυπάρχουσα με την ιστορία εν γένει … και όχι απλώς εκεί όπου αυτή εξελίσσεται κατά τρόπο ρητά θρησκευτικό».
Ivi, σ. 198.
«Οπουδήποτε εξελίσσεται μια ατομική και συλλογική ιστορία της ανθρωπότητας, εκεί εκτυλίσσεται όχι μόνο μια ιστορία της σωτηρίας, αλλά και μια ιστορία της αποκάλυψης με την κυριολεκτική σημασία του όρου».
Ivi, σ. 197.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2025

Για τη φιλοσοφία του Karl Rahner [2/3 – συνέχεια]

Συνέχεια από: Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025



Για τη φιλοσοφία του Karl Rahner [2/3 – συνέχεια]
Στέφανο Φοντάνα

2. Από τον Maréchal στον Heidegger

Στην «υπερβατολογική θεμελίωση» του Maréchal που εξετάστηκε στη Σημείωση προηγουμένως, βρίσκονται οι προϋποθέσεις για τις εξελίξεις στον Rahner. Η ταύτιση μεταξύ Είναι και είναι γνωστού, που είχε ήδη υπαινιχθεί ο Maréchal, υιοθετείται από τον Rahner, ο οποίος έτσι τοποθετείται στο πλαίσιο του σύγχρονου υπερβατολογικού στοχασμού. Όπως σημειώνει ο Π. Fabro, σε αυτόν «το Είναι εξαντλείται στην αντικειμενικότητα που θεμελιώνεται εκκινούσα από τις λειτουργίες της υποκειμενικότητας» .
 Ο Rahner διακηρύσσει ρητά αυτή την ταυτότητα του Είναι και της σκέψης.
Στο Geist in Welt γράφει ότι «το Είναι, καθ’ εαυτό, είναι το να είναι γνωστό» , και κατόπιν επιβεβαιώνει ότι «Είναι και γνώση συνιστούν μια αρχική ταυτότητα» , ή ακόμη ότι «Είναι και γνώση είναι το ίδιο πράγμα» .

Σε σχέση με τον Maréchal, στον Rahner υπάρχει μια σημαντική καινοτομία, η οποία συνίσταται στο ότι δεν αποδέχεται την αφαίρεση, αλλά αντιλαμβάνεται τη γνώση —όπως επισημαίνει εύστοχα ο Mauro Gagliardi— ως μια «υπαρξιακή αντιστοιχία μεταξύ γνωστού και γνωρίζοντος» (1). Αυτό σημαίνει ότι η κρίση, με την οποία η προθετικότητα της συνείδησης επιτελεί την πράξη (όχι μόνο γνωσιολογική αλλά και μεταφυσική) της συγκρότησης του όντος, συμβαίνει, κατά τον Rahner, αμέσως, και όχι μετά τη γνώση μέσω των αισθητών φαντασμάτων και την αφαίρεση των ειδών.

Η αφαίρεση, η επιστροφή στα φαντάσματα και η επιστροφή του γνωρίζοντος υποκειμένου στον εαυτό του είναι, για τον Rahner, το ίδιο πράγμα (2). Από εδώ προκύπτει η σημασία της νέας ραχνεριανής ερμηνείας της conversio ad phantasmata του αγίου Θωμά.

Στο θέμα αυτό ο Rahner αφιερώνει το πρώτο μέρος του Geist in Welt (3). Κατά τον Aquinas, η εσωτερική αίσθηση ή η ικανότητα της φαντασίας ενοποιεί τα δεδομένα των εξωτερικών αισθήσεων και σχηματίζει μια εικόνα του αντικειμένου. Πρόκειται για μια αισθητή εικόνα (phantasma) και όχι για την έννοια, η οποία θα διαμορφωθεί από τον νου μέσω της αφαίρεσης. Αυτή η τελευταία πράξη δεν μπορεί να μη βασίζεται στα φαντάσματα, για να τα υπερβεί ωστόσο αργότερα με τη σύλληψη της άυλης μορφής του πράγματος.

Αφού καθοριστεί μέσω της αφαίρεσης η έννοια της ουσίας, ο νους επιστρέφει (conversio) στα φαντάσματα, για να γνωρίσει καλύτερα τα επιμέρους και όχι μόνο τα είδη. Τώρα, στον άγιο Θωμά η conversio ήταν απλώς μια γνωσιολογική έννοια· στον Rahner, όμως, γίνεται μεταφυσική, γιατί συνδέεται με τη γνώση του όντος, η οποία πραγματοποιείται μέσα στον χώρο και στον χρόνο, χωρίς διάκριση μεταξύ των διαφορετικών στιγμών.

Ο άνθρωπος, σύμφωνα με αυτόν, δεν γνωρίζει αφηρημένα, αλλά μέσα στον χώρο και τον χρόνο, χωρίς να μπορεί να αφαιρέσει τις έννοιες από τις αισθητές εμπειρίες. Δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη συγκεκριμένη υπαρξιακή του κατάσταση, διότι το Είναι ισοδυναμεί με το να είναι γνωστό· επομένως, η μεταφυσική είναι αμέσως γνωσιολογία συνδεδεμένη με τον χρόνο και τον χώρο, δηλαδή με τις apriori τυπικές συνθήκες του Vorgriff, έννοια στην οποία θα επανέλθουμε αμέσως.

Το Είναι είναι καθετί που παρουσιάζεται στη συνείδηση μέσα στον χώρο και τον χρόνο της ύπαρξης, και ο άνθρωπος είναι άνοιγμα προς όλο το Είναι υπό αυτή την έννοια, δηλαδή μέσα στην επαφή με τα όντα (της συνείδησης) στα οποία το Είναι είναι διαφανές προς τον εαυτό του.

Με όσα παρατηρήθηκαν, κατανοούμε την σύμφωνα με τον Rahner τοποθέτηση της γνώσης του Είναι μέσα στην ιστορία, στον χώρο και στον χρόνο της ύπαρξης. Στον Kant, η υπερβατολογική θεμελίωση δεν ήταν δυναμική αλλά στατική, εφόσον η apriori (υπερβατολογική) σύνθεση μεταξύ των κατηγοριών και των αισθητών δεδομένων συνέβαινε πάντοτε και για κάθε νοημοσύνη με τον ίδιο τρόπο, και, μόλις συνέβαινε, δεν άλλαζε πλέον: η αναλυτική κρίση που εκφράζει τον νόμο του Newton δεν υπόκειτο σε μεταβολές.

Η γνωσιολογία του Kant δεν γνώριζε την ιστορία και παρέμενε ακόμη, παρά την κοπερνίκεια επανάσταση, προσανατολισμένη στη φύση. Στον Maréchal αρχίζει η αποδοχή μιας κάποιας διαδικασίας, και το Είναι —κατανοημένο τώρα υπό τη νέα έννοια του σύγχρονου υπερβατολογικού— ενώνεται δυναμικά με τη σκέψη και, μέσα σε αυτήν την ενότητα, είναι συνεχής αυτο-μεσολάβηση.

Κατά κάποιον τρόπο, η μετάβαση από τον Kant στον Hegel υπήρχε ήδη στον Maréchal και ολοκληρώνεται στον Rahner: το Είναι ταυτίζεται με το πνεύμα μέσα στην διαλεκτική αυτο-μεσολάβηση της συνείδησης.

Στη διαδικασία της γνώσης, το Είναι καθίσταται παρόν στον εαυτό του, καθώς συνίσταται, όπως λέει ο Fabro, στο «εμφανίζεσθαι κάθε Είναι στη συνείδηση». Δεν πρόκειται για το ότι το Είναι υπάρχει και μετά καθίσταται παρόν στον εαυτό του· το ίδιο το Είναι είναι το να καθίσταται παρόν στον εαυτό του μέσα σε μια συνεχή διαδικασία αυτο-μεσολάβησης.

Όπως ήδη παρατηρήθηκε, για τον Maréchal η συνείδηση προβάλλει πάνω στα αντικείμενα της γνώσης το δικό της δυναμικό άνοιγμα προς το Είναι· αυτό απαιτεί να τοποθετηθεί το Είναι μέσα στον χρόνο και να υποτεθεί στην αρχή αυτής της τάσης το apriori του άπειρου Είναι.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο τοποθετείται η κατά Rahner ανάπτυξη του Maréchal ως εξέλιξή του και ριζοσπαστικοποίησή του —εξέλιξη που έπρεπε αναγκαστικά να περάσει μέσα από τη φαινομενολογία του Heidegger—, γιατί ακριβώς εκεί δίνεται η ιστορικότητα του Είναι ως χρόνου και μόνο εκεί είναι δυνατό να γίνει λόγος για ένα apriori όχι πλέον στατικό, όπως στον Kant, αλλά δυναμικό και ιστορικό.

Και για τον Rahner, όπως και για τον Maréchal, υπάρχει μέσα στον άνθρωπο ένα a priori γνωστικό, ένα άνοιγμα προς το άπειρο Είναι, το οποίο αυτός ονομάζει Vorgriff —«προ-σύλληψη», «προκατάληψη» ή «προ-αντίληψη»— που εκφράζει την ανθρώπινη υποκειμενικότητα ως θεμέλιο της αποκάλυψης του Είναι, την προθετική υπερβατολογική ανοικτότητα της σκέψης προς το Είναι.
Πρόκειται για την παρουσία μέσα στη συνείδηση μιας «ανείπωτης γνώσης του Είναι, ως της συνθήκης κάθε γνώσης που αναφέρεται στην υπαρκτή μεμονωμένη πραγματικότητα».[ΜΙΑ ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ]

Αυτή η ραχνεριανή θεώρηση του Vorgriff παραπέμπει στην υπερβατολογική απερκεψία (Apperzeption) του Kant, ή στο «Εγώ Σκέπτομαι», που είναι μια «υποκειμενική αντικειμενοποιούσα λειτουργία, η οποία, ακριβώς γι’ αυτό, δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο», αλλά καθιστά δυνατή κάθε αντικειμενικότητα.

Πέραν του Kant, ωστόσο, το Vorgriff ως «προ-σύλληψη» θυμίζει όσα λέει ο Heidegger στο Essere e tempo σχετικά με την «κατανόηση».
Για τον Heidegger, δεν ισχύει ότι ο άνθρωπος Είναι και κατόπιν κατανοεί· ο άνθρωπος είναι η ίδια του η κατανόηση.
Στην πράξη της κατανόησης, ο άνθρωπος προβάλλει το δικό του σχέδιο ανοίγματος προς το Είναι μέσα στον κόσμο, δηλαδή μέσα στο σύνολο των νοημάτων με τα οποία είναι ήδη εκ των προτέρων συνδεδεμένος.
Δεν πρόκειται για απλές αντιλήψεις κάποιου εξωτερικού αντικειμένου, διότι κάθε θέαση είναι ήδη ερμηνεία.
Η ερμηνεία προϋποθέτει πάντοτε μια προ-όραση και ακόμη και μια προ-γνώση. Κάθε ερμηνεία έχει στη βάση της μια προ-ερμηνεία.

Αυτό που αποκαλούμε «άμεσο δεδομένο» είναι στην πραγματικότητα κάτι που έχει ήδη αναληφθεί από τον ερμηνευτή· είναι ήδη ένα κατασκεύασμα. Κάθε «δεδομένο» είναι στην πραγματικότητα πάντοτε και ήδη «τεθειμένο».
Το νόημα των πραγμάτων δεν βρίσκεται στα πράγματα, αλλά στον άνθρωπο, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κατανόηση του κόσμου που να μην περιλαμβάνει ταυτόχρονα και την ολότητα της ύπαρξης· και πάντοτε το υποκείμενο που ερμηνεύει, ερμηνεύοντας, ερμηνεύει και τον εαυτό του, και ερμηνεύοντας τον εαυτό του, ερμηνεύει τον κόσμο.
Αυτό ισχύει τόσο στον Heidegger όσο και στον Rahner.

Αυτή η υπερβατολογική διάσταση του Vorgriff δεν Είναι καθ’ εαυτή
· πριν από την κρίση το Είναι δεν δίνεται με κανέναν τρόπο· το Είναι είναι η πραγμάτωση της κρίσης, η οποία καθίσταται δυνατή μέσω της υπερβατολογικής διάστασης του Vorgriff.
Για τον Rahner, η προθετικότητα του υποκειμένου δεν κατευθύνεται προς ένα αντικείμενο διαφορετικό από αυτό, αλλά «η αναφορά της γνώσης είναι έμφυτα ενυπάρχουσα στο υποκείμενο με την ισχυρή έννοια: συνίσταται στο “είναι-με-τον-εαυτό” τού γνωρίζοντος, και αυτό το είναι-με-τον-εαυτό είναι το Είναι του όντος».

Ο άνθρωπος είναι πάντοτε ένα «είναι με τον εαυτό», διότι είναι υποκείμενο και, ως τέτοιο, είναι εκ φύσεως ανοιχτός προς το Είναι εν γένει χάρη στην προθετικότητά του που προλαμβάνει (Vorgriff). Έτσι, αυτό το είναι-με-τον-εαυτό είναι το Είναι του όντος· το Είναι είναι η ύπαρξη του ανθρώπου, ή του Dasein, όπως θα έλεγε ο Heidegger.

Αυτή η θεώρηση βρίσκεται σε σχέση με τον Heidegger, για τον οποίο το Είναι είναι το να υπάρχει κανείς μέσα στον χρόνο και ως χρόνος· και η υπερβατολογική διάσταση που καθιστά αυτό δυνατό πρέπει να νοηθεί ως το απεριόριστο άνοιγμα προς το Είναι, προς το να καθίσταται παρόν μέσα στον χρόνο μέσα στον οποίο ο άνθρωπος είναι ριγμένος (Geworfenheit).
Όπως έγραφε ο Cornelio Fabro: «το Είναι, σύμφωνα με τον υπαρξισμό, νοείται ως η δυνατότητα παρουσίασης για κάθε παρόν».
Με άλλα λόγια, το Είναι είναι χρόνος.

Μια πτυχή θεμελιώδους σημασίας είναι η ταύτιση στον Rahner του υπερβατικού (trascendente) και του υπερβατολογικού (trascendentale), η οποία συνεπάγεται την υπέρβαση της οπτικής του μεταφυσικού ρεαλισμού.
Ακόμη και ο Vitiello επισημαίνει το απαράδεκτο αυτής της ενοχλητικής επικάλυψης, αλλά κατόπιν προχωρεί πέρα από αυτήν, εκτιμώντας συνολικά αυτές τις πορείες του Rahner ως παράδειγμα του αναγκαίου διαλόγου με τη νεωτερικότητα.

Σε αυτό το σημείο είναι σκόπιμο να επανέλθουμε στη γνωστή διάκριση του Heidegger μεταξύ «οντικού» (ontico) και «οντολογικού» (ontologico), η οποία μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση του θέματος που εξετάζουμε.
«Οντικό» σημαίνει κατηγορικό και αφορά τα όντα που θεωρούμε ότι γνωρίζουμε με τα ουσιώδη και πραγματικά τους δεδομένα, δηλαδή τα «πράγματα», τα μεμονωμένα και πεπερασμένα «όντα».
«Οντολογικό», αντίθετα, είναι η προ-κατηγορική, a priori, υπερβατολογική διάσταση, και αναφέρεται στις αναγκαίες και αναπόδραστες δομές του γνωρίζοντος υποκειμένου — όπως συμβαίνει με το Vorgriff του Rahner.

Για τον Rahner, πέρα από το ότι είναι προ-κατηγορική, δηλαδή συνθήκη της εμπειρίας, η διάσταση αυτή είναι επίσης υπερ-κατηγορική, δηλαδή υπερβατική (trascendente), επειδή υπερβαίνει όλα τα δυνατά αντικείμενα της κατηγορικής γνώσης (1).
«Υπέρβαση» όχι με τη μεταφυσική έννοια, φυσικά, αλλά με την έννοια της τάσης της υπαρξιακής συνείδησης προς όλο το Είναι, μέσα από την οποία αυτή υπερβαίνει κάθε επιμέρους Είναι που βιώνεται μέσα στον χρόνο.

Έτσι, ο Rahner, υπό την επίδραση του Maréchal και του Heidegger, ταυτίζει το trascendente με το trascendentale, και μέσα στην υπερβατολογικότητα του Vorgriff τοποθετεί τον Θεό. Η πράξη αυτή είναι καταχρηστική, διότι το υπερβατολογικό τοποθετεί το Είναι μέσα στη σκέψη και επομένως συνιστά εμμένεια· κατά συνέπεια, ούτε η νέα αυτή «υπέρβαση» είναι αληθινά υπέρβαση, αλλά εσωτερική εμμένεια της συνείδησης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ως προς αυτό το σημείο ο Rahner διαφέρει από τον Heidegger, για τον οποίο το άνοιγμα του υποκειμένου ξεκινούσε από το μηδέν και όχι από το Απόλυτο Μυστήριο, δηλαδή από τον Θεό.

Το υπερβατολογικό του Rahner είναι το σύγχρονο υπερβατολογικό, κατανοημένο ως άνοιγμα προς το άπειρο Είναι, το οποίο είναι ίδιον του ανθρώπου ως όντος μέσα στον κόσμο, ως χρόνου, ως όντος εντός μιας καταστάσεως (Sitz im Leben), ως του «είναι-εδώ-εκεί» (Dasein).
Αυτό το άπειρο άνοιγμα προς το άπειρο Είναι προϋποθέτει, κατά τον Rahner, το άπειρο Είναι, το οποίο συνεπώς ταυτίζεται με το υπερβατολογικό.

Έτσι, η υπέρβαση νοείται τώρα ως η κατάσταση του ανθρώπου που διαρκώς «ερωτά», θέτει ερωτήματα και σχεδιάζει, εκπληρώνοντας μια υπαρξιακή και ταυτόχρονα υπερβατολογική εσωτερική ώθηση.
Το trascendente δεν έχει πλέον μεταφυσική σημασία, αλλά ιστορική· και ο Θεός δεν είναι πλέον το Ipsum esse subsistens του οποίου η ύπαρξη μπορεί να αποδειχθεί a posteriori, αλλά ένα αξίωμα (postulato) της συνείδησής μας· μέσα στον ορίζοντά του ήδη υπάρχουμε· μπορούμε να κοιτάμε προς τα κάτω, αλλά όχι να στρέψουμε τις πλάτες και να κοιτάξουμε πίσω.

Εμείς βλέπουμε μόνο τα πράγματα μέσα στον κόσμο· ασκούμε μια κατηγορική γνώση, η οποία καθίσταται δυνατή από την υπερβατολογική διάσταση. Αυτή η υπερβατολογική διάσταση μιλά μόνο έμμεσα, μέσω των κατηγορικών γνώσεων, και όχι άμεσα· διαφορετικά θα μετατρεπόταν σε «πράγμα».
Ο Rahner λέει ότι αυτή είναι «ανώνυμη».

Είμαστε αμετάκλητα μέσα στην εμμένεια, και η υπέρβαση, ως υπερβατολογικό, δεν είναι ποτέ προσιτή, αλλά μόνο βιώσιμη μέσα στην εμμένεια.
Αν ήταν δυνατό να γνωρίσουμε κάτι περί του Θεού με τρόπο κατηγορικό, τότε Εκείνος θα γινόταν ένα πράγμα ανάμεσα στα άλλα πράγματα.


Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει από την εγκατάλειψη του υπερβατολογικού με την έννοια του θωμιστικού ρεαλισμού, ο οποίος περιελάμβανε τις τρεις αρχές της συμμετοχής, της αιτιότητας και της αναλογίας — αρχές που επέτρεπαν να ανυψωνόμαστε από τα πράγματα προς τον Θεό ως το Esse ipsum subsistens.

Αυτή του Rahner αποτελεί μια ανθρωπολογική στροφή στη φιλοσοφία, που στη συνέχεια θα γίνει και η βάση της ανθρωπολογικής στροφής στη θεολογία.
Εδώ παρατηρείται μια πολύ σημαντική πτυχή που είχε ήδη επισημάνει ο Cornelio Fabro:
«Το έργο που ο Rahner θέτει ως στόχο είναι ακριβώς αυτό που σήμερα αποκαλείται aggiornamento, δηλαδή η ανάγνωση και κατανόηση χωρίς περιορισμούς (sic et simpliciter) μιας σκέψης επτά αιώνων πριν, αποκλειστικά υπό το πρίσμα της σύγχρονης σκέψης … κατά τον Rahner, δεν υπάρχει άλλος λόγος να ασχοληθεί κανείς με τον άγιο Θωμά, παρά μόνο για τα ζητήματα που κινούν τη δική του φιλοσοφία και εκείνη της εποχής του» .


Η νεωτερικότητα —ή μάλλον η επικαιρότητα— καθίσταται έτσι η προ-κατανόηση κάθε άλλης φιλοσοφικής αλήθειας και προσανατολίζει την ερμηνευτική της.
Εξάλλου, όλη η σύγχρονη θεολογία συμμερίζεται αυτή τη στάση: υιοθετεί τη νεωτερικότητα ως ένα αναπόφευκτο ερμηνευτικό σημείο εκκίνησης, από το οποίο επιχειρείται η επανερμηνεία της παραδοσιακής χριστιανικής φιλοσοφίας που θεμελιώνεται στον μεταφυσικό ρεαλισμό.

Στον Rahner αυτή η τοποθέτηση γεννά τη δική του φιλοσοφία και, ταυτόχρονα, τρέφεται από αυτήν.
Εάν ο άνθρωπος είναι υπαρξιακά χρόνος, και αν το Είναι του όντος συνίσταται στο να ερωτά περί όσων παρουσιάζονται στη συνείδηση μέσα στον χρόνο, τότε δεν είναι ποτέ δυνατό να αποσπαστεί από τον ίδιο του τον χρόνο — και μέσα στην εμμένειά του παραμένει εγκλωβισμένος.

ΣΧΟΛΙΟ:ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΑΝ ΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΟΝΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΟΡΘΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΣΑΝ ΘΕΟΣ, ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΕ ΜΙΑ ΑΣΥΛΛΗΠΤΗ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΟΠΟΥ ΤΟ ΕΝΑ ΠΕΡΝΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΛΛΟ.


Σημειώσεις

M. Gagliardi, La critica di Cornelio Fabro al pensiero filosofico di Karl Rahner e alcune conseguenze teologiche, “Angelicum”, 94 (2017), σ. 716.

A. Ruiz Freites, In principio Dio creò... Trattato teologico De Deo creante, Edivi, Segni 2019, σσ. 339–340. Το κεφάλαιο X του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον Karl Rahner, σσ. 283–349.
Βλ. τη σύνοψη στο S. Vitiello, Rahner oltre Rahner. L’ontologia del simbolo in Karl Rahner cit., σσ. 149–154.
 C. Fabro, La svolta antropologica …, cit., σ. 34.
 Ivi, σ. 40.
 Ivi, σ. 41.
 Ivi, σ. 43.
 Αναφ. στο S. Vitiello, Rahner oltre Rahner, cit., σ. 47, σημ. 79.
 A. Ruiz Freites, In principio Dio creò …, cit., σ. 287.
 Ivi, σ. 286.
 C. Fabro, La svolta antropologica di Karl Rahner, cit., σ. 17.

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Περί της φιλοσοφίας του Καρλ Ράνερ [1/3 ]

 

Περί της φιλοσοφίας του Καρλ Ράνερ [1/3 ]
Στέφανο Φοντάνα

La filosofia di Karl Rahner SJ - YouTube
https://www.youtube.com/playlist?list=PLP0PWMLNR1SAY6HM9ea95xrshkW2n7A0J


1. Ένα “παιδί” της Σχολής της Λουβαίν


Παίρνω αφορμή από το πρόσφατο βιβλίο του Σαλβατόρε Βιτιέλλο, με τίτλο «Ράνερ πέρα από τον Ράνερ»¹. Πρόκειται για ένα θεολογικό έργο· ωστόσο, ο συγγραφέας αναγκάζεται, και ορθά, να ανακτήσει και το πλαίσιο της φιλοσοφίας του Ράνερ, δεδομένου ότι χωρίς φιλοσοφία δεν μπορεί να υπάρξει θεολογία.

Η φιλοσοφία του Ράνερ, όπως θα δούμε καλύτερα παρακάτω, έχει την αφετηρία της σε ένα πρόγραμμα ή προϋπόθεση που βασίζεται:
στην προηγούμενη αποδοχή των νέων αφετηριών της νεότερης φιλοσοφίας, στη νέα ανάγνωση του Αγίου Θωμά Ακινάτη υπό το φως αυτών των αφετηριών, στην υιοθέτηση των προθέσεων του Joseph Maréchal και γενικότερα της Σχολής της Λουβαίνης,
και στη χρήση της φιλοσοφίας (κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά) του Μάρτιν Χάιντεγκερ, τον οποίο ο ίδιος ο Ράνερ αποκαλούσε «ο δάσκαλός μου».

Όλα αυτά συνοδεύονται επίσης από ορισμένα νέα και πρωτότυπα περάσματα δικής του έμπνευσης. Σε αυτά τα σημεία θα επανέλθουμε αργότερα. Προς το παρόν, ας επισημάνουμε την προβληματικότητα της φράσης “Ράνερ πέρα από τον Ράνερ”, που διαβάζουμε στον τίτλο του βιβλίου του Βιτιέλλο. Η φράση, όπως αναγνωρίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας, παραπέμπει σε μια ήδη γνωστή προσπάθεια —εκείνη του Μονσινιόρ Joseph Maréchal— να «υπερβεί τον Καντ με τον ίδιο τον Καντ»².

Ωστόσο, πρέπει να ειπωθεί αμέσως ότι το σχέδιο να προχωρήσει κανείς «με τον Ράνερ πέρα από τον Ράνερ» είναι αδύνατο, όπως αδύνατο ήταν και το να υπερβεί κανείς τον Καντ με τον Καντ. Μόλις γίνουν δεκτές οι ραννεριανές προϋποθέσεις, η πορεία καθίσταται αναγκαστική, επειδή αυτές όχι μόνο επηρεάζουν αλλά και καθορίζουν τη σκέψη, αποδίδοντάς της μεταφυσική ισχύ.
Ο κριτικισμός έχει «καθαρές φιλοσοφικές θέσεις», με αρχές αναγκαστικά συνδεδεμένες με τα αντίστοιχα συμπεράσματά τους³.

Αν, λοιπόν, οι προϋποθέσεις του Ράνερ τεθούν υπό κριτική, τότε θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει πέρα από τον Ράνερ, αλλά όχι μαζί με τον Ράνερ. Αν, αντίθετα, θελήσει να διατηρήσει την αξίωση να τον υπερβεί μαζί με τον Ράνερ, θα πρέπει να φέρει μαζί του τα θεωρητικά του θεμέλια — και τότε δεν θα μπορέσει να πάει «πέρα από αυτόν».

Ολόκληρο το πυκνό βιβλίο του Βιτιέλλο αιωρείται ανάμεσα σε αυτές τις δύο προοπτικές, χωρίς να αποφασίζει για καμία από τις δύο, και, καθώς είναι αδύνατο να τις επιβεβαιώσει ταυτόχρονα, κινείται, όπως θα φανεί, μέσα σε ένα είδος **«μεταφυσικής διπλωματίας»**⁴. Για κάθε επιμέρους ζήτημα, αυτό το δίλημμα επανέρχεται.

Για παράδειγμα, η λέξη «οντολογία», όπως χρησιμοποιείται στον υπότιτλο «οντολογία του συμβόλου», κεντρικό θέμα ολόκληρου του βιβλίου του Βιτιέλλο, δεν μπορεί να κατανοηθεί στο πλαίσιο του θωμιστικού ρεαλισμού, αλλά φέρει τα ίχνη της εκδοχής του Maréchal και του Heidegger, τους οποίους ωστόσο ο ίδιος ο Βιτιέλλο κρίνει κριτικά. Η νέα αυτή «οντολογία» γεννιέται από την ενότητα του είναι και της σκέψης, χαρακτηριστική του «υπερβατολογικού θωμισμού», ενώ η θωμιστική οντολογία στηρίζεται στην πρωτοκαθεδρία του Είναι έναντι της σκέψης. Ο Βιτιέλλο αναγκάζεται να κινείται λαμβάνοντας υπόψη και τις δύο αντίθετες αρχές, χωρίς να μπορεί ούτε να τις συνθέσει ούτε να επιλέξει μεταξύ τους. Καθίσταται έτσι αδύνατο να προχωρήσει με τον Ράνερ πέρα από τον Ράνερ.

Η προσπάθεια του Βιτιέλλο αναφορικά με τον Ράνερ παραπέμπει, όπως ειπώθηκε, στην αντίστοιχη του Maréchal να «υπερβεί τον Καντ με τον Καντ». Αυτή η απόπειρα είχε ήδη καταρριφθεί ριζικά —και, κατά τη γνώμη μου, οριστικά— από τον Étienne Gilson, στο βιβλίο του «Θωμιστικός ρεαλισμός και κριτική της γνώσης» (Realismo tomista e critica della conoscenza)⁵, που δημοσιεύθηκε στο Παρίσι το 1939.

Είναι χρήσιμο να ανακαλέσουμε εδώ τις παρατηρήσεις του Gilson στο κεφάλαιο «Η ρεαλιστική κριτική του αντικειμένου». Τι είναι αυτό που κάνει το αντικείμενο να είναι αντικείμενο; Για τον ρεαλισμό, το αντικείμενο είναι πραγματικό αντικείμενο πριν και ανεξάρτητα από τη γνώση του: γνωρίζεται επειδή υπάρχει, δεν υπάρχει επειδή γνωρίζεται.

Αντίθετα, για τον Maréchal, το πραγματικό αντικείμενο είναι το γνωσμένο αντικείμενο. Έτσι γεννιέται ο «υπερβατολογικός θωμισμός» της Σχολής της Λουβαίνης, σύμφωνα με τον οποίο Είναι σημαίνει “είναι γνωστό”.
Για τον θωμισμό, το ens προηγείται του verum και η οντολογία προηγείται της γνωσιολογίας, ενώ στον υπερβατολογικό θωμισμό πρέπει να γίνεται λόγος για αρχική ταυτότητα μεταξύ Είναι και σκέψης.

Ο Maréchal, όπως λέει ο πατήρ Fabro, θέλει να **«παράγει τη νοούμενη πραγματικότητα ως θεωρητική αναγκαιότητα»**⁶ και να δείξει ότι το αντικείμενο της γνώσης συμπίπτει με το πραγματικά υπάρχον αντικείμενο.
Αυτή θα ήταν η νέα «υπερβατολογική αναγωγή», που συνίσταται στην αξίωση να καθοριστούν a priori οι όροι της νοητότητας του Είναι, ενώ για τον ρεαλισμό το Είναι προϋποτίθεται εξ αρχής ως νοητό.

Είναι χρήσιμο να προσδιοριστεί εδώ το νόημα της λέξης «υπερβατολογικός». Το κάνουμε με τα λόγια του Cornelio Fabro, σύμφωνα με τον οποίο

«Υπερβατολογικό σημαίνει αυτό που είναι και πρέπει να είναι δοσμένο a priori μέσα στο υποκείμενο, υπό την έννοια του προϋποτιθέμενου στη γνώση· και δηλώνει, επομένως, τη ριζική, ενεργή και δραστική σύσταση του πνεύματος ή του υποκειμένου ως εκείνου που προλαμβάνει και είναι ανεξάρτητο, αλλά παρ’ όλα αυτά καθοριστικό, σε σχέση με το αντικείμενο της εμπειρίας»⁷.

Κατά τον Φάμπρο, αυτό εκφράζει την νεωτερική αρχή της εμμένειας, που θεμελιώνεται πάνω στην ταυτότητα του Είναι και της σκέψης, και όχι στη μεταφυσική υπεροχή του Είναι έναντι της σκέψης· αντιτίθεται έτσι πλήρως στο νόημα που έχει ο ίδιος όρος στο ρεαλιστικό πλαίσιο. Η έκφραση «υπερβατολογικός ρεαλισμός» είναι, για τον λόγο αυτό, οξύμωρη.

Αφού παραβιάσει τον Καντ, ο υπερβατολογικός ρεαλισμός παραβιάζει επίσης και τον θωμιστικό ρεαλισμό. Ο υπερβατολογικός ρεαλισμός αναγνωρίζει την ύπαρξη μιας εκ των προτέρων (a priori) προθετικότητας του υποκειμένου, ικανής να καθιστά «αντικείμενο» το αντικείμενο. Σύμφωνα όμως με τον ρεαλισμό, μια τέτοια προθετικότητα a priori δεν υπάρχει, διότι η προθετικότητα απορρέει από τη γνώση του αντικειμένου και δεν προηγείται αυτής:

«Αυτή [η προθετικότητα] εκφράζει τη σύλληψη ενός “καθ’ εαυτό”, που έχει ήδη συντελεστεί στο οντολογικό επίπεδο, και η γνώση του οποίου επιτρέπει στο γνωρίζον υποκείμενο να αποκτήσει συνείδηση
Όταν η σκέψη τείνει προς το αντικείμενο, το αντικείμενο της έχει ήδη προηγηθεί·
είναι ακριβώς επειδή το έχει ήδη συναντήσει, που το υποκείμενο μπορεί στη συνέχεια να στραφεί προς αυτό»8.

Έχουμε λοιπόν την ακόλουθη κατάσταση: για να υπερβεί κανείς τον Καντ με τον ίδιο τον Καντ, πορευόμενος προς έναν «υπερβατολογικό ρεαλισμό», πρέπει:
a) να παραβιάσει τον Καντ, αποδίδοντας στη σκέψη μεταφυσική αξία, η οποία καθιστά το αντικείμενο πραγματικό στο μέτρο που γνωρίζεται·
b) να διατηρήσει ωστόσο μια καντιανού τύπου υπερβατολογική προθετικότητα, ώστε να μην επιστρέψει σε μια προκριτική γνωσιολογία.

Έτσι γεννιέται αυτό που ο Gilson αποκάλεσε **«μεταφυσική διπλωματία»**9, η οποία συνίσταται στο να παραμένει κανείς εντός των ορίων του καντιανού πλαισίου, ενώ ταυτόχρονα πιστεύει ότι το υπερβαίνει, παραχωρώντας πότε από τη μία και πότε από την άλλη πλευρά.

Ο Gilson σατιρίζει με ειρωνεία αυτή τη φιλοσοφική στάση:

«Το να επιχειρεί κανείς να σπάσει τις πύλες της φυλακής όπου η κριτική έχει κλειστεί,
και να προσπαθεί να τις σπάσει από μέσα, αφού πρώτα έχει κλειστεί ο ίδιος εκεί μέσα —αυτή είναι η επιχείρηση στην οποία ο πατήρ Maréchal αφιερώθηκε ηρωικά»
10.

Αλλά τι εννοούσε, πιο συγκεκριμένα, ο Maréchal με αυτήν την «προθετικότητα» του υποκειμένου, ικανή να καθιστά το αντικείμενο «αντικείμενο»;
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανθρώπινη γνώση περνά μέσα από τρεις φάσεις:

την αφομοίωση των δεδομένων ενός εξωτερικού αντικειμένου,
την αφαίρεση των ειδών,
και την κρίση, η οποία διακηρύσσει ότι το αντικείμενο υπάρχει καθ’ εαυτό11.

Όπως φαίνεται, η επιβεβαίωση της πραγματικότητας του αντικειμένου καθ’ εαυτό επιτυγχάνεται μέσα από μια διαδικασία· πριν από αυτό το στάδιο, υπάρχει μόνο ένα γνωστικό αντικείμενο, όχι ακόμη ένα ον. Το σημείο αυτό απομακρύνεται από τον θωμιστικό ρεαλισμό σε διάφορες πλευρές: – αρνείται τη συνθετική αρχική σύλληψη του Είναι, – αρνείται την αμεσότητα της παρουσίας τού Είναι στη σκέψη, αντικαθιστώντας την με μια αυτομεσολάβηση του Είναι, νοούμενου ταυτόχρονα ως είναι και σκέψη, – και εισάγει την ιδέα μιας «γνωσιολογικής κυκλικότητας ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο», αντί να αποδίδει ρεαλιστικά την προτεραιότητα του αντικειμένου12.

Το κύριο σημείο είναι το πρώτο από τα τρία: για τον θωμιστικό ρεαλισμό, η αρχή έγκειται στην «σύλληψη του διαλεκτικού συμπλέγματος του ens», αφού «η έννοια του ens βρίσκεται στην αυγή της συνείδησης» και το θωμιστικό ens είναι το πρώτο άμεσο θεμέλιο (primum fundans immediatum), το οποίο απαιτείται σε όλα τα επίπεδα της συνείδησης13.

Αντίθετα, ο υπερβατολογικός ρεαλισμός ξεκινά από τα αντικείμενα της σκέψης, στη συνέχεια ανέρχεται στην a priori πράξη που τα συγκροτεί, έπειτα στο δυναμισμό αυτής της πράξης και τέλος στον απόλυτο σκοπό που αυτή προϋποθέτει — δηλαδή στον Θεό.

Θα έχουμε την ευκαιρία να επανέλθουμε σε αυτό το ζήτημα του Θεού στον Ράνερ· προς το παρόν, ας σημειώσουμε πώς το θέτει ο Maréchal:
η ανθρώπινη υπερβατολογική προθετικότητα, νοούμενη ως ανοιχτή προς όλο το είναι και ικανή να θεμελιώνει την κρίση που καθιστά το ον πραγματικό,
**προϋποθέτει το άνοιγμα προς το Απόλυτο Είναι (Θεό)**14.


Ας συγκρατήσουμε εδώ δύο παρατηρήσεις του Gilson, που θα μας φανούν χρήσιμες για τον Ράνερ: για αυτόν τον Θεό δεν μπορεί να υπάρξει απόδειξη εκ των υστέρων (a posteriori), ενώ για τον Άγιο Θωμά αυτή είναι η μόνη δυνατή·
ο Θεός είναι για εμάς **πάντοτε και μόνο ένα αξίωμα (postulato)**15 — δύο χαρακτηριστικά σαφώς καντιανά και καθόλου θωμιστικά.


Ο Gilson γράφει αυτή την κριτική προς τον Maréchal το 1939. Ο Ράνερ δημοσιεύει το Geist in Welt (Πνεύμα μέσα στον κόσμο) το ίδιο έτος (1939) και το Hörer des Wortes (Ακροατές του λόγου) το 1940. Μπορούμε, επομένως, να υποστηρίξουμε ότι οι κριτικές που απευθύνονται στον Maréchal μπορούν να εφαρμοστούν και στον Ράνερ: η χρονολογία το επιτρέπει και ένα πέρασμα του Gilson το υποδηλώνει: «Τίποτε δεν θα εμποδίσει ποτέ κανέναν να επιχειρήσει ξανά και ξανά μια προσπάθεια αυτού του τύπου»16. Αυτό ακριβώς έκανε ο Ράνερ.

Ας συνοψίσουμε συνοπτικά τις καινοτομίες του “υπερβατολογικού ρεαλισμού”, στην προσπάθειά του να υπερβεί τον Καντ με τον Καντ:
το αντικείμενο δεν είναι πλέον το σύνολο του ens ως εκείνου που έχει το είναι, αλλά το αντικείμενο που καθίσταται πραγματικό μέσω της σκέψης, δηλαδή το σκεπτόμενο αντικείμενο· – δεν υπάρχει καμία αρχική αμεσότητα μεταξύ σκέψης και είναι· η γνώση του είναι είναι πάντοτε διαμεσολαβημένη από τη συνείδηση και επομένως δυναμική·μεταξύ σκέψης και είναι δίνεται, μέσα στη συνείδηση, μια αρχική ταυτότητα· – στη συνείδηση αποδίδεται μια αρχική προθετικότητα μεταφυσικής φύσης, ικανή να θεμελιώνει την πραγματικότητα του αντικειμένου· – αυτή η θεμελιωτική προθετικότητα συντελείται στην κρίση, όπου η συνείδηση καθιερώνει τον σύνδεσμο “είναι” (copula “è”)· από αυτή τη στιγμή το αντικείμενο της σκέψης γίνεται και πραγματικό αντικείμενο· – αυτή η προθετικότητα της συνείδησης είναι a priori: δεν προέρχεται από τη γνώση του είναι αλλά την προϋποθέτει και την καθιστά δυνατή, και επομένως είναι υπερβατολογική με τη νεωτερική σημασία του όρου – αυτή η apriorica προθετικότητα είναι άνοιγμα προς όλο το είναι, και επομένως προϋποθέτει το Απόλυτο Είναι, δηλαδή τον Θεό. Όλα αυτά τα σημεία δηλώνουν το ακριβώς αντίθετο από όσα υποστηρίζει ο θωμιστικός ρεαλισμός17.

Σημειώσεις (μέσα στο κείμενο)

1 S. Vitiello, Rahner oltre Rahner. L’ontologia del simbolo in Karl Rahner, Cantagalli, Siena 2025.
2 Ivi, p. 30.
3 É. Gilson, Realismo tomista e critica della conoscenza, 1939, Studium, Roma 2012, p. 152.
4É. Gilson, Realismo tomista e critica della conoscenza cit.
5Ivi, pp. 147-166.
6Ivi, p. 162.
7C. Fabro, La svolta antropologica di Karl Rahner, 1974, Edivi, Segni 2011, p. 59.
8 É. Gilson, Realismo tomista e critica della conoscenza cit., p. 152.
9Ivi, p. 149.     10Ivi, p. 159.
11 Ivi, p. 152.   12 Ivi, p. 155.
13 S. Vitiello, Rahner oltre Rahner cit., p. 143.
14Ivi, p. 144.
15C. Fabro, La svola antropologica …, cit., p. 37.
16 Ivi, p. 39.     17Ivi, p. 166.

Σημειώσεις-Διαφάνειες που προβλήθηκαν κατά την ομιλία
1.Cornelio Fabro, από το έργο La svolta antropologica di Karl Rahner, 1974, Edivi, Segni 2011, σ. 59,:

«Υπερβατολογικό σημαίνει εκείνο που Είναι και πρέπει να είναι δοσμένο a priori μέσα στο υποκείμενο, υπό την έννοια του προϋποτιθέμενου για τη γνώση· και δηλώνει, επομένως, τη ριζική σύσταση —με ενεργό και δραστικό τρόπο— του πνεύματος ή του υποκειμένου ως εκείνου που προλαμβάνει και είναι ανεξάρτητο, αλλά παρ’ όλα αυτά καθοριστικό, σε σχέση με το αντικείμενο της εμπειρίας.»

2. Étienne Gilson, Realismo tomista e critica della conoscenza, 1939, Studium, Roma 2012, σ. 159:

«Αυτή [η προθετικότητα] εκφράζει τη σύλληψη ενός “καθ’ εαυτό”, που έχει ήδη πραγματοποιηθεί στο οντολογικό επίπεδο, και η γνώση του οποίου επιτρέπει στο γνωρίζον υποκείμενο να αποκτήσει συνείδηση... Όταν η σκέψη τείνει προς το αντικείμενο, το αντικείμενο την έχει ήδη προηγηθεί· είναι ακριβώς επειδή το έχει ήδη συναντήσει, που το υποκείμενο μπορεί στη συνέχεια να στραφεί προς αυτό.»

3. Étienne Gilson, Realismo tomista e critica della conoscenza, 1939, Studium, Roma 2012, σ. 155:

«Το να επιχειρεί κανείς να σπάσει τις πύλες της φυλακής όπου η κριτική έχει κλειστεί, και να προσπαθεί να τις σπάσει από μέσα, αφού πρώτα έχει ο ίδιος κλειστεί μέσα της: αυτή είναι η επιχείρηση στην οποία ο πατήρ Μαρεσάλ αφιερώθηκε ηρωικά.»

4.Étienne Gilson, Realismo tomista e critica della conoscenza, 1939, Studium, Roma 2012, σ. 166: Τίποτα δεν θα εμποδίσει ποτέ κανέναν να επιχειρεί, ξανά και ξανά, μια προσπάθεια αυτού του είδους

5. Το αντικείμενο δεν είναι πλέον το σύνολο του ens, νοούμενο ως εκείνο που έχει το Είναι, αλλά είναι το αντικείμενο που καθίσταται πραγματικό από τη σκέψη μας, το αντικείμενο ως νοημένο· δεν υπάρχει καμία αρχική αμεσότητα μεταξύ σκέψης και Είναι, αλλά η γνώση του Είναι είναι πάντοτε διαμεσολαβημένη από τη συνείδηση και επομένως δυναμική· μεταξύ σκέψης και Είναι δίνεται μέσα στη συνείδηση μια αρχική ταυτότητα· στη συνείδηση αποδίδεται μια αρχική προθετικότητα μεταφυσικής φύσης, ικανή δηλαδή να θεμελιώνει την πραγματικότητα του αντικειμένου·
αυτή η θεμελιωτική προθετικότητα ολοκληρώνεται στην κρίση, με την οποία η συνείδηση καθιερώνει τη συνδετική λέξη “Είναι” (copula “è”)· από αυτή τη στιγμή το αντικείμενο της σκέψης γίνεται επίσης πραγματικό αντικείμενο·
αυτή η προθετικότητα της συνείδησης είναι a priori· δεν προέρχεται από τη γνώση του Είναι, αλλά την προηγείται και την καθιστά δυνατή, και επομένως είναι υπερβατολογική με τη νεωτερική σημασία του όρου· αυτή η apriorica προθετικότητα είναι άνοιγμα προς όλο το Είναι και επομένως προϋποθέτει το Απόλυτο Είναι, δηλαδή τον Θεό.

Όλα αυτά τα σημεία αντιστρέφουν πλήρως ό,τι διδάσκει ο θωμιστικός ρεαλισμός.