Μὲ τὴ λογικὴ (καὶ τὴν ἐλευθερία) προβληματισμοῦ προ-συνοδικοῦ ἀποτολμήθηκε στὶς προηγούμενες σελίδες ἕνα σκιαγράφημα ἑρμηνευτικῶν ἐκκρεμοτήτων, ποὺ ἀναμένουν τὸν εὐ-αγγελικὸ φωτισμό τους ἀπὸ μιὰ προσδοκώμενη Σύνοδο ἐκκλησιαστικῆς καθολικότητας.
Ὁ πρῶτος προβληματισμὸς συνοψίζεται στὸ ἐρώτημα: Ἔχουμε δύο ἐκδοχὲς γιὰ τὴν καταγωγὴ καὶ τὴν ὑπαρκτικὴ πραγματικότητα τοῦ «κακοῦ»: Νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ «κακὸ» σὰν συνέπεια μιᾶς ἀρχέγονης «πτώσης» πρωτόπλαστου ζεύγους προπατόρων μας. Ἢ νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε μόνο σὰν συνέπεια τῆς κτιστότητας, δηλαδὴ τῶν ὑπαρκτικῶν περιορισμῶν καὶ ἀναγκαιοτήτων ποὺ διαφοροποιοῦν τὴν κτιστὴ ὕπαρξη ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Αἰτία της. Ποιά ἀπὸ τὶς δύο ἐκδοχὲς λύνει περισσότερα προβλήματα, ποιά μοιάζει συνεπέστερη στὸν φωτισμὸ τοῦ ὑπαρκτικοῦ προβλήματος ποὺ μᾶς κληροδότησαν οἱ ἑπτὰ πρῶτες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι;
Ὁ δεύτερος προβληματισμός: Νὰ ἑρμηνεύσουμε κατὰ γράμμα τὶς ἀναφορὲς τῆς ΚΔ σὲ «αἰώνια κόλαση», σὲ ἀέναο, δίχως πέρας τιμωρητικὸ βασανισμὸ ἀνθρώπων γιὰ ἁμαρτήματα, ἐγκλήματα, κακοπραγίες. Ἢ νὰ θεωρήσουμε τὴν «κόλαση» ὡς εἰκόνα (ποιοτικὸ ἰσοδύναμο) τῆς ἐλεύθερης ἄρνησης ἀνθρώπων νὰ μετάσχουν στὴ σωτηρία (ὑπαρκτικὴ ὁλοκληρία) ποὺ προσφέρει ὁ μανικὸς ἔρως τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Νὰ θεωρήσουμε τὸ ὄχι τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὡς ἄρνηση τῆς ὕπαρξης, κατάφαση τῆς ἀνυπαρξίας, ἐπιλογὴ τοῦ ὑπαρκτικοῦ αὐτομηδενισμοῦ. Ποιά ἀπὸ τὶς δύο ἐκδοχὲς λύνει περισσότερα προβλήματα, ποιά μοιάζει συνεπέστερη στὸν φωτισμὸ τοῦ ὑπαρκτικοῦ προβλήματος ποὺ κατόρθωσαν μὲ τὶς ἀποφάσεις τους οἱ ἑπτὰ πρῶτες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι;
Ἀποβλέπουμε σὲ σύνοδο, γιατὶ ἡ λογικὴ τῆς συνόδου εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς εὐφυοῦς ἀπροκατάληπτης σκέψης καὶ ἡ ἐκφραστικὴ τῆς συνόδου ἄλλη ἀπὸ τὴν ἐκφραστικὴ τῆς κοινῆς συνεννόησης. Ἡ λογικὴ τῆς συνόδου ὑπηρετεῖ τὴν ἀγαπητικὴ πατρότητα καὶ ἡ ἐκφραστικὴ τῆς συνόδου σαρκώνει τὴ μαρτυρία τῆς κοινωνούμενης ἐμπειρίας.
Εἴκοσι ὁλόκληρους αἰῶνες ἡ Ἐκκλησία ζεῖ χωρὶς τὸν συνοδικὸ φωτισμὸ τοῦ προβλήματος τῆς «πτώσης» καὶ τῆς «κόλασης». Οἱ συνέπειες τῆς ἔλλειψης ἦταν καὶ παραμένουν ἐξαιρετικὰ ἐπώδυνες γιὰ πολὺ μεγάλο ἀριθμὸ ἀνθρώπων. Ἡ μεταφυσικὴ ταυτίζεται μὲ τὴν ἀπειλή, τὸ ἐνδεχόμενο μεταθανάτιας ζωῆς μὲ τὸν τρόμο, ἀμβλύνεται ἢ ἐξαλείφεται ἡ πίστη-ἐμπιστοσύνη στὸν πατρικὸ ἔρωτα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, συχνὰ ὑποκαθίσταται ἀπὸ τὴ ζοφερὴ εἰκόνα ἑνὸς σαδιστῆ πατέρα, ὅπως τὸν κήρυττε ὁ Αὐγουστίνος. Παράλληλες ἐπιπτώσεις εἶναι καὶ ἡ διαστροφὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ εὐ-αγγελίου σὲ ἀτομοκεντρικὴ νομικίστικη θρησκοληψία, σὲ νομοκανονιστικὸ νάρθηκα ἐξουσιασμοῦ τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ ἀπὸ ἐπιδέξιους ποδηγέτες συνειδήσεων.
Μιὰ προσδοκώμενη συνοδικὴ διασάφηση τῆς «πτώσης» καὶ τῆς «κόλασης» θὰ μποροῦσε νὰ ἀναιρέσει ἀναδρομικὰ ὅλον αὐτὸν τὸν ἀνθρώπινο βασανισμό, τὴν τόση παραφθορὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ εὐ-αγγελίου; Ὄχι βέβαια. Τὸ συνοδικὸ ἔλλειμμα παραμένει σκάνδαλο καὶ γιὰ τὴ σκέψη καὶ γιὰ τὸ αἴσθημα, ὅμως ἀκόμα καὶ τὸ σκάνδαλο λειτουργεῖ στὴν Ἐκκλησία ὡς μέτρο ἐπιτευγμάτων αὐθυπέρβασης — «ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται» (1 Κορ. 11, 19). Χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι προκρίνεται νὰ ἀνασταλεῖ τὸ ἀγαπητικό, προσευχητικὸ αἴτημα γιὰ τὴν ἐπανενεργοποίηση λειτουργίας τῆς συνοδικότητας στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Πέρα καὶ ἀπὸ τὰ προβλήματα, ἡ συνοδικότητα εἶναι προυπόθεση ὁριστικὴ (ὁρισμοῦ) τῆς ταυτότητας καὶ συνοχῆς τῆς Ἐκκλησίας.
Μὲ ἀπροκατάληπτη σκέψη δὲν εἶναι δύσκολο νὰ διακρίνουμε ὅτι στὴν «πτώση» ἀποδίδουμε ὅ,τι ἀκριβῶς ἀνήκει στὴν κτιστότητα — ἐκδεχόμαστε σὰν «πτώση» τοὺς ὑπαρκτικοὺς περιορισμοὺς (ἀναγκαιότητες-νομοτέλειες) ποὺ διαφοροποιοῦν τὴν κτιστὴ ὕπαρξή μας ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Αἰτία της. Αἰτιολογοῦμε τὴν ὑπαρκτική μας δέσμευση στὸν μετρούμενο χρόνο, στὸν διαστατὸ χῶρο, στὴ νομοτελειακὴ φθορά, στὸν ἀναπότρεπτο θάνατο, ὡσὰν νὰ προέρχονται ἀπὸ ἁμάρτημα προπατορικὸ — ἀναφέρουμε σὲ συμβολικὲς φιγοῦρες «πρωτοπλάστων» τὴν ἐνοχὴ γιὰ τὴν ὑποταγὴ τῆς ὕπαρξής μας στὸν ἀτομοκεντρικὸ τρόπο, ποὺ ὅμως εἶναι ὁ τρόπος κάθε κτιστῆς ὕπαρξης. Συγκεφαλαιώνει ὁ ἀτομοκεντρικὸς τρόπος ὅλους τοὺς ὑπαρκτικοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστότητας, τὴ διαφορὰ ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τῆς ὕπαρξης τῆς ἀγαπητικὰ κοινωνούμενης. Σημαίνει τὴν ὕπαρξη ὑποταγμένη στὶς ἐνορμήσεις αὐτοσυντήρησης, κυριαρχίας, ἡδονῆς, σὲ «ἕτερον νόμον ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοὸς καὶ αἰχμαλωτίζοντα (τὴν ἐλευθερία τῆς λογικῆς ὑπόστασης τοῦ ἀνθρώπου) ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας (ὑπαρκτικῆς ἀποτυχίας) τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσι (τοῦ σώματος)» (Ρωμ. 7, 23). Ταυτόσημος ὁ ἀτομοκεντρισμὸς μὲ τὴν ἰδιοτέλεια, τὴν πλεονεξία, τὸν φθόνο, τὴν κακεντρέχεια, τὸ μίσος, τὴ δολιότητα, τὴν ἐξουσιολαγνία, τὸν σαδισμό.
Κάθε ἔμβια ὕπαρξη εἶναι ἀπὸ τὴ φύση της (ἀπὸ τὶς ὑπαρκτικές της προδιαγραφὲς) δεσμευμένη στὸν ἀτομοκεντρικὸ τρόπο τῆς ὕπαρξης, ἡ διαιώνιση τῆς ποικιλότητας τῶν εἰδῶν γίνεται δυνατή, ἐπειδὴ οἱ ὑπαρκτικὲς μονάδες κάθε εἴδους, τὰ ἄτομα, εἶναι ὑποταγμένα στὴ νομοτέλεια τῶν φυσικῶν ἐνορμητικῶν τους ὀρέξεων. Ἡ ὑπαρκτικὴ διαφορὰ τοῦ κτιστοῦ ἀπὸ τὸ ἄκτιστο δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα οὔτε παράβασης-πτώσης-τιμωρίας οὔτε παρέμβασης «κακοῦ», ἰσοσθενοῦς μὲ τὴν αἰτιώδη τῶν πάντων ἀγάπη. Εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο ὑπαρκτικὴ διαφορά, διαφορὰ αἰτίας καὶ αἰτιατοῦ, δηλαδὴ τρόπου τῆς ὕπαρξης.
Ἀναφέρθηκε καὶ σὲ προηγούμενες σελίδες ὅτι κάποιες περιγραφὲς-διευκρινίσεις ποὺ ἀποτολμήθηκαν στὴ χριστιανικὴ γραμματεία μιᾶς ὑποθετικῆς «προ-πτωτικῆς» κατάστασης τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, καταργοῦσαν τὴ διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου ἀποδίδοντας καταγωγικὰ καὶ στὸ κτιστὸ ἀφθαρσία, ἀθανασία, ἐλευθερία ἀπὸ ὑπαρκτικὲς ἀναγκαιότητες, δηλαδὴ γνωρίσματα ποὺ ἀποδίδουμε στὸ ἄκτιστο. Ἔτσι ἔπαυε νὰ διαφέρει τὸ νοηματικὸ περιεχόμενο τῆς λέξης «δημιουργία» ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῶν λέξεων «γέννηση» καὶ «ἐκπόρευση»: Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου (καὶ τῆς σύνολης κτιστῆς πραγματικότητας συγκεφαλαιωμένης στὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία) ἔχανε κάθε νόημα, ἀφοῦ εἶχε προσφερθεῖ ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὸν Θεό: Μεταβαλλόταν ἀπὸ θρίαμβος προσωπικῆς ἐλευθερίας σὲ παθητικὰ δεδομένη ἀναγκαιότητα, κατέλυε τὴ διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, δήλωνε μᾶλλον ἕναν ὑποχρεωτικὸ πανθεϊσμό.
Ἡ μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας εἶναι σαφής: Ὅ,τι ἔχει ὑπαρκτικὴ ἀρχή (ἔναρξη), ἔχει καὶ ὑπαρκτικὸ τέλος (θάνατο), ὅ,τι εἶναι κτιστό, εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ἐφήμερο, φθαρτὸ καὶ θνητό. Μέσα στὸ ἰλιγγιῶδες κτιστὸ σύμπαν τῶν δισεκατομμυρίων γαλαξιῶν —ἀπειρία τοῦ πεπερασμένου καὶ ἀπροσδιοριστία τοῦ συγκεκριμένου—, πάνω στὸν ἀσήμαντου μεγέθους ἀλλὰ μοναδικὸ σὲ ζωηφορία πλανήτη τῆς γῆς, ἕνα ἄλλο ἐν σμικρῷ ἰλιγγιῶδες σύμπαν, κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη, εἶναι τὸ μόνο ἔλλογο κτιστό, ἡ μόνη, μετὰ τὴν Αἰτιώδη Ἀρχὴ τοῦ ὑπάρχειν, προσωπικὴ ὕπαρξη. Μοναδικὴ ὑπαρκτικὴ πραγματικότητα εἰκόνας τοῦ Ἀκτίστου ὁ ἄνθρωπος, εἰκόνα ἐνεργούμενη, ποὺ θὰ πεῖ: προικισμένη μὲ τὴν ἐλευθερία νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ αὐτὸ ποὺ εἰκονίζει — νὰ πραγματοποιήσει τὴν ὕπαρξη ὡς Ἀγαπητικὴ Ἐλευθερία ἢ νὰ αὐτομηδενιστεῖ ἑκούσια.
Τὴν ἐπίγνωση τῆς κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου τὴ σήμανε ἡ γλωσσικὴ ἐκφραστικὴ εἰκονολογώντας τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι τῆς ὑπαρκτικῆς του ἐλευθερίας: Φυσικά, μὲ τὶς προσλαμβάνουσες τῆς κτιστότητας, δηλαδὴ μὲ ὑποδηλώσεις δανεισμένες ἀπὸ τὴν ποιητικὴ (μυθικὴ) γλώσσα καὶ ἀπὸ τὴ δικανικὴ λογικὴ καὶ ἐμπειρία — μὲ τὴν ἀνα-λογικὴ παραστατικότητα τῶν εἰκόνων τοῦ «παραδείσου» καὶ τῆς «κόλασης». Ἡ προσδοκία ἀπὸ μιὰ ἐκκλησιαστικὴ σύνοδο εἶναι νὰ μεταφέρει (μεταγλωττίσει) αὐτὴ τὴν εἰκονολογικὴ ἐκφραστικὴ στὴ γλώσσα συνεποῦς ὀντολογίας, ὅπως ἔγινε καὶ ἀπὸ τὶς συνόδους τῶν πρώτων αἰώνων ποὺ φώτισαν τὴν ἀλήθεια τῆς Θεαρχικῆς Τριάδος καὶ τὸν ρεαλισμὸ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ-Λόγου.
Μὲ ἀπροκατάληπτη σκέψη δὲν εἶναι δύσκολο νὰ διακρίνουμε ὅτι ἡ ἔννοια μιᾶς «αἰώνιας κόλασης», ὡς μόνιμο καὶ ἀμετάκλητο ὑπαρκτικὸ δεδομένο, εἶναι ἀπολύτως ἀσύμβατη μὲ τὸν Θεό, ποὺ γνωρίζεται καὶ ὁρίζεται μόνο ὡς ἀγάπη. Δὲν γίνεται νὰ συμβιβάσουμε κολασμό, βασανισμούς, τιμωρίες δίχως πέρας καὶ δίχως ἔλεος, ἕναν ἐφιάλτη ἱδρυμένο καὶ κατεστημένο, μὲ τὸν Θεὸ ποὺ ὑπάρχει μόνο ὡς ἀγαπητικὴ αὐθυπέρβαση καὶ αὐτοπροσφορά, μόνο κενούμενος ἀπὸ κάθε ἐπιβολὴ ἰσχύος. Εἶναι ἀδιανόητο γιὰ τὴ λογικὴ ποὺ Αὐτὸς μᾶς χάρισε, ὁ ἴδιος Θεὸς νὰ εἶναι «ἐραστὴς μανικώτατος» κάθε λογικοῦ του πλάσματος, ποὺ τὸ καλεῖ ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη γιὰ νὰ τὸ καταστήσει μέτοχο τῆς δικῆς Του ὑπαρκτικῆς πληρότητας, ὁ ἴδιος νὰ ἱδρύει ταυτόχρονα καὶ νὰ συντηρεῖ «τόπον βασάνου» καὶ τιμωρίας τῶν ἀρνητῶν του.
Δὲν ὑπάρχει περιθώριο λογικοῦ συμβιβασμοῦ τῆς «ἄκρας ἀγαθότητος» μὲ τὴν «αἰώνια κόλαση». «Ὁ πάντων αἴτιος... ἔρως ἀγαθὸς ἀγαθοῦ διὰ τὸ ἀγαθὸν»(ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΑ, Περὶ θείων ὀνομάτων Χ, Migne P.G. 3, 708ΑΒ — ΜΑΞΙΜΟΥ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια θεολογικὰ V, Migne P.G. 90, 1385Β) δὲν γίνεται νὰ συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀνθρώπινη ὁρμέμφυτη ἀπαίτηση «κάπου» νὰ ἀποδίδεται δικαιοσύνη. Καταργοῦμε τὸ μοναδικὸ μέσο συν-εννόησης ποὺ διαθέτουμε, τὴν κοινωνούμενη λογική, ἂν υἱοθετήσουμε ἀφελὴ τεχνάσματα συγκερασμοῦ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν νομικισμὸ μιᾶς ἀνταποδοτικῆς δικαιοσύνης.
Μὴ καλέσεις τὸν Θεὸν δίκαιον, παραγγέλλει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, ὅτι ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ οὐ γνωρίζεται ἐν τοῖς πράγμασί σου... Καὶ πῶς ὀνομάζεις τὸν Θεὸν δίκαιον, ὅτε ἀπαντήσεις τὸ κεφάλαιον τὸ περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἐργατῶν;... Πῶς καλεῖ ἄνθρωπος τὸν Θεὸν δίκαιον, ὅτε ἀπαντήσεις τὸ κεφάλαιον τοῦ ἀσώτου υἱοῦ;... Ποῦ ἐστιν ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὅτε ἦμεν ἁμαρτωλοὶ καὶ ὁ Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ ἡμῶν... Ποῦ ἐστιν ἡ ἀνταπόδοσις αὐτοῦ ἐν τοῖς ἔργοις ἡμῶν;... Ποῦ ἐστιν ἡ γέεννα ἡ δυναμένη λυπῆσαι ἡμᾶς; καὶ ποῦ ἐστιν ἡ κόλασις ἡ ἐκφοβοῦσα ἡμᾶς πολυμερῶς καὶ νικῶσα τὴν εὐφροσύνην τῆς ἀγάπης αὐτοῦ;... Ἡ ἀνταπόδοσις τῶν ἁμαρτωλῶν ὁποία τίς ἐστιν; Ἀντὶ τῆς ἀνταποδόσεως τῆς δικαίας, αὐτὸς ἀνάστασιν ἀνταποδιδοῖ αὐτοῖς (ΙΣΑΑΚ τοῦ Σύρου, Λόγοι ἀσκητικοί, Κριτικὴ ἔκδοση Ἱ.Μ. Ἱβήρων, 2012, σελ. 591-594).
Γιὰ τὴ λογική μας, μοιάζει συνεπέστερη ἡ παραδοχὴ ὅτι «τὸ ὅλως λεγόμενον κακὸν» δὲν εἶναι κατηγορία συμπεριφορᾶς, ἁπλῶς παράβαση νόμου, ἀπείθεια σὲ ἐντολές, ἀνταρσία ἀπέναντι σὲ ἐξουσιαστικὲς αὐθεντίες. Τὸ ὑπαρκτικὸ «κακὸ» εἶναι ἄρνηση τοῦ «καλοῦ». Καὶ ἂν τὸ «καλὸ» εἶναι ἡ ὑπαρκτικὴ πληρότητα, ἡ ἐλευθερία τῆς ὕπαρξης ἀπὸ περιορισμοὺς καὶ ἀναγκαιότητες, ὁ ἔρως ὡς ἐλευθερία αὐτοπροσφορᾶς καὶ κοινωνία ἀλληλοπεριχώρησης τοῦ ὑπάρχειν, τότε, σαφέστατα, «κακὸ» εἶναι ὁ ἐγωκεντρισμός, ἡ ἰδιοτέλεια, ὁ αὐτοαποκλεισμὸς ἀπὸ τὴν ἀγαπητικὴ κοινωνία τῆς ὕπαρξης. Εἶναι ἡ ἐπιλογὴ καὶ κατάφαση τῶν ὑπαρκτικῶν ὁρίων τῆς κτιστότητας, τῆς μὴ-σχέσης, τῆς μὴ-ζωῆς, ἐπιλογὴ τῆς ἀνυπαρξίας.
Στὴν Ἐκκλησία δὲν καταθέτουμε ἀτομικὲς ἰδέες, γνῶμες, προτάσεις. Καταθέτουμε πρόβλημα ἢ ὅ,τι ἀντιλαμβανόμαστε ὡς πρόβλημα καὶ ποὺ ἀφορᾶ ὄχι στὴν ὀρθότητα πεποιθήσεων, ἀλλὰ σὲ ὁποιουδήποτε τύπου διασάφηση ἢ ἀπειλὴ συγχύσεων τῆς «ἐν ἡμῖν ἐλπίδος» (1 Πέτρ. 3, 15). Καταθέτουμε τὸ πρόβλημα, ὅπως προσκομίζουμε τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο (τὸ «πρόσφορο» καὶ τὸ «νάμα») γιὰ νὰ τελεστεῖ ἡ Εὐχαριστία — καταθέτουμε τὸ πρόβλημά μας γιὰ νὰ τελεστεῖ ἡ Σύνοδος: προέκταση τῆς Εὐχαριστίας. Πιστεύουμε-ἐμπιστευόμαστε ὅτι ἡ σύνοδος τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὅ,τι καὶ μιὰ «συνέλευση στελεχῶν» ἰδεολογικοῦ «κινήματος» ἢ διεθνοῦς ὀργανισμοῦ ἢ μεγάλης ἐπιχείρησης — στὴν ἐκκλησιαστικὴ σύνοδο οἱ συνερχόμενοι ἐπίσκοποι δὲν καταθέτουν ἀτομικὲς γνῶμες, ἰδέες, ἀπόψεις, ἀλλὰ «τὴν ὑποκειμένην ἑκάστῳ ποιότητα» τοῦ πατρικοῦ χαρίσματος. Μετέχουν στὴ σύνοδο καὶ λειτουργοῦν συνοδικά, ἐπειδὴ ἔχουν τὸ χάρισμα τῆς πατρότητας καὶ ὄχι τὴν ἱκανότητα τῆς παιδαγωγίας (Πρβλ. τὸ τοῦ Παύλου: «ἐὰν μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα», 1 Κορ. 4, 15.), ὄχι ἐπειδὴ κατέχουν πτυχία εἰδικῶν σπουδῶν καὶ τίτλους καθηγεσίας.
Αν αντιλαμβάνομαι καλά και διερμηνεύω σωστά τη σκέψη του Γιανναρά, σε κανένα σημείο, ούτε στην παρουσίαση, ούτε και στο βιβλίο δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη των αγγέλων. Πολύ δε περισσότερο δεν το έθεσε ως θέμα προς συζήτηση σε μια μελλοντική σύνοδο. Εκείνο που ζητάει είναι να διασαφήσει η Εκκλησία, σε μια σύνοδο, ορισμένα ερμηνευτικά κενά σχετικά με τους αγγέλους και τους δαίμονες, κάτι ανάλογο “τῆς ὀντολογικῆς ἑρμηνείας ποὺ διατύπωσαν οἱ ὣς τώρα οἰκουμενικὲς σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ-Λόγου καὶ τῆς λειτουργίας τῶν Εἰκόνων (τῆς ζωγραφικῆς τέχνης) μέσα στὴν Ἐκκλησία.” (Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 139). Ένα παράδειγμα δίνει ο ίδιος ο Γιανναράς στο βιβλίο του:
“Παραμένει καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀνυπέρβλητη ἡ ἐκφραστικὴ τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν Συγγραφῶν:
Αὐτὸς ὁ πάντων αἴτιος,
δι’ ἀγαθότητος ὑπερβολὴν
πάντων ἐρᾷ, πάντα ποιεῖ, πάντα τελειοῖ,
πάντα συνέχει…
δι’ ὑπερβολὴν τῆς ἐρωτικῆς ἀγαθότητος
ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται…
καὶ οἷον ἀγαθότητι καὶ ἀγαπήσει
καὶ ἔρωτι θέλγεται·
καὶ ἐκ τοῦ ὑπὲρ πάντα καὶ πάντων ἐξῃρημένου
πρὸς τὸ ἐν πᾶσι κατάγεται
κατ’ ἐκστατικὴν ὑπερούσιον δύναμιν
ἀνεκφοίτητον ἑαυτοῦ. ( Περὶ θείων ὀνομάτων, Κεφ. 4 §Χ καὶ ΧΙΙΙ, Migne P.G., τόμος 3, στ.
708ΑΒ καὶ 712ΑΒ).
Ποὺ σημαίνει: Ὁ πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπαρκτὰ (ἡ πέρα ἀπὸ τὰ αἰτιατὰ Αἰτία τῶν ὑπαρκτῶν) κτίζοντας ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἔρωτα τὰ κτιστά, «βγαίνει» ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι καὶ κατεβαίνει στὴ συνάφεια μὲ ὅλα ὅσα κτίζει. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅλα τὰ κτιστὰ ἀποτυπώνουν καὶ φανερώνουν αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁ Θεός: ἀγάπη, ἔρωτας, ἀγαθότητα.
Στὴ θεώρηση αὐτὴ δὲν ὑπάρχει περιθώριο ἢ ἐνδεχόμενο νὰ ἐμφιλοχωρήσει κάπου τὸ «κακὸ» — ἕνα «ἔλλογο» φίδι μέσα στὸν «παράδεισο τῆς τρυφῆς», ἕνας «σατὰν»-«Βεελζεβοὺλ» στὴν ἐπουράνια αὐλὴ τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. Ἂν ὅλα ὅσα ὑπάρχουν εἶναι ὅλα
«καλὰ λίαν», πλάσματα καὶ φανερώσεις τῆς σοφίας, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ, ποιός δημιούργησε (ἔδωσε ὕπαρξη) στὸ φίδι ποὺ παρέσυρε σὲ ἀνταρσία τοὺς πρωτόπλαστους ἀνθρώπους ἢ στὴ «λεγεώνα» τῶν δαιμόνων ποὺ βασάνιζε τὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπο στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν (Λουκ. 8, 26-39) καὶ μύριους ἄλλους πρὶν καὶ μετά; “Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 127-128)
Τα ερωτήματα αυτά τα περιγράφει τόσο στην παρουσίαση όσο και στο βιβλίο του και προτείνει δύο κυρίως ερωτήματα – θέματα προς συζήτηση σε μια μελλοντική σύνοδο:
α) τό «κακό» ἑρμηνεύεται ὡς ὕπαρξη (δαίμονες), ποὺ ὁδήγησε τοὺς «πρωτόπλαστους» στην πτώση ἤ εἶναι ἁπλῶς, συνέπεια τῆς κτιστότητός μας, τῶν περιορισμῶν καὶ ἀναγκαιοτήτων, ποὺ μᾶς διαφοροποιοῦν ἀπό τὴν ἄκτιστη Αἰτία; “Ἔχουμε δύο ἐκδοχὲς γιὰ τὴν καταγωγὴ καὶ τὴν ὑπαρκτικὴ πραγματικότητα τοῦ «κακοῦ»: Νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ «κακὸ» σὰν συνέπεια μιᾶς ἀρχέγονης «πτώσης» πρωτόπλαστου ζεύγους προπατόρων μας. Ἢ νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε μόνο σὰν συνέπεια τῆς κτιστότητας, δηλαδὴ τῶν ὑπαρκτικῶν περιορισμῶν καὶ ἀναγκαιοτήτων ποὺ διαφοροποιοῦν τὴν κτιστὴ ὕπαρξη ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Αἰτία της.” (Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 151)
β) ἡ κόλαση εἶναι ἀέναος τιμωρητικός, βασανισμός ἀνθρώπων, γιά ὅποιες ἁμαρτίες, λάθη, ἐγκλήματα διέπραξαν στὴν σύντομη ζωή τους, ὁ δὲ παράδεισος, χῶρος μεταθανάτιων αἰωνίως διαβιούντων «καλῶν συνταξιούχων» ἤ καὶ τὰ δυό εἶναι διαφορά τρόπου Θέωσης; Με τα δικά του λόγια: “Νὰ ἑρμηνεύσουμε κατὰ γράμμα τὶς ἀναφορὲς τῆς Καινής Διαθήκης σὲ «αἰώνια κόλαση», σὲ ἀέναο, δίχως πέρας τιμωρητικὸ βασανισμὸ ἀνθρώπων γιὰ ἁμαρτήματα, ἐγκλήματα, κακοπραγίες. Ἢ νὰ θεωρήσουμε τὴν «κόλαση» ὡς εἰκόνα (ποιοτικὸ ἰσοδύναμο) τῆς ἐλεύθερης ἄρνησης ἀνθρώπων νὰ μετάσχουν στὴ σωτηρία (ὑπαρκτικὴ ὁλοκληρία) ποὺ προσφέρει ὁ μανικὸς ἔρως τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Νὰ θεωρήσουμε τὸ ὄχι τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὡς ἄρνηση τῆς ὕπαρξης, κατάφαση τῆς ἀνυπαρξίας, ἐπιλογὴ τοῦ ὑπαρκτικοῦ αὐτομηδενισμοῦ.” (Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 151-152)
Και γιατί σύνοδος; Όπως λέει και ο ίδιος: “Ἀποβλέπουμε σὲ σύνοδο, γιατὶ ἡ λογικὴ τῆς συνόδου εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς εὐφυοῦς ἀπροκατάληπτης σκέψης καὶ ἡ ἐκφραστικὴ τῆς συνόδου ἄλλη ἀπὸ τὴν ἐκφραστικὴ τῆς κοινῆς συνεννόησης. Ἡ λογικὴ τῆς συνόδου ὑπηρετεῖ τὴν ἀγαπητικὴ πατρότητα καὶ ἡ ἐκφραστικὴ τῆς συνόδου σαρκώνει τὴ μαρτυρία τῆς κοινωνούμενης ἐμπειρίας.” ((Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 152)
Αν με Σύνοδο καταργήσουμε την ύπαρξη των Αγγέλων, εκπεσόντων και μή, θα απομείνει η ύπαρξη του ανθρώπου πλέον σαν “ισοσθενής περίπου με την ύπαρξη και αγαπητική ενέργεια του Θεού, αφού μπορεί να υπονομεύει ενεργά (να αντιστρατεύεται και να ακυρώνει) το έργο της θείας αγαθότητας.” Μήπως τότε θα προταθεί να γίνει νέα Σύνοδος για να αποφασίσει ότι οι άνθρωποι δεν υπάρχουν; Όμως, οι άγγελοι υπάρχουν. Αν δεν αποτελούν βίωμα του κ. Γιανναρά, υπάρχουν άλλοι θεολόγοι που τους έχουν συναντήσει. Η εικόνα των αγγέλων, όπως μας διδάσκει ο Δαμασκηνός, είναι ένα έργο τέχνης που δημιουργεί σαν καλλιτέχνης ο Θεός, για να μπορέσουν οι άνθρωποι να τους δουν και να τους αγγίξουν με τα μάτια τους και το σώμα τους. Γιαυτό και οι ζωγράφοι μπορούν χωρίς μομφή να τους ζωγραφίζουν επίσης. Δεν αμφέβαλλε για την ύπαρξή τους, ούτε ισχυρίστηκε ότι ο Θεός δίνει στις δικές του εκδηλώσεις μορφή αγγελική, σαν άψυχες μαριονέτες, για λόγους παιδαγωγικούς. Ακόμη και ο απαράδεκτος Πλάτωνας δεν έκανε αυτό το λάθος. Παρουσίασε τον Έρωτα σαν πραγματική θεότητα που μεσολαβεί μεταξύ ανθρώπου και θεότητας.
Το πρόβλημα ξεκινά από μία άλλη σκέψη του κ. Γιανναρά, στην οποία τον ακολουθούν όλοι οι θεολόγοι της γενιάς του 60, όπως ο κ. Μαυρόπουλος, καθώς και αρκετοί νεώτεροι: Ότι η Κτίση και η Πτώση ταυτίζονται, ότι ο Θεός έτσι έκανε τον κόσμο όπως τον βλέπουμε τώρα και ότι μόνο ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί χάρις σε μία προσωπική σχέση με τον Θεό, έναν φαβοριτισμό. Στην παρουσίαση του βιβλίου αναφέρεται και αυτή, καθώς και άλλες παρανοήσεις της γενιάς του 60, όπως η άποψη ότι η ελευθερία έγκειται στο δίλημμα να αποδεχτεί κανείς τον Θεό ή να τον αρνηθεί. Αντιθέτως, η μόνη ελευθερία που δεν έχει δοθεί στα δημιουργήματα είναι αυτή της άρνησης του Θεού, δηλαδή της πηγής της ζωής τους. Είναι σαν να ζητάει ένας οργανισμός να ζει χωρίς τροφή. Αποτελεί σε πνευματικό επίπεδο μία πάθηση ανάλογη προς αυτή που σε απλό σωματικό ονομάζουμε “νευρική ανορεξία”. Ο Θεός δεν έδωσε αυτή την απατηλή δυνατότητα στα λογικά του κτίσματα, ούτε θα τους κάνει ποτέ το “χατίρι” αυτό, γιατί γνωρίζει ότι σημαίνει την ακαριαία εξαφάνιση τους, κάτι που κανένας άνθρωπος και κανένας άγγελος δεν το θέλει κατά βάθος. Αυτό το εξηγεί θαυμάσια ο Αρεοπαγίτης, στο Περί Θείων Ονομάτων και θάπρεπε να τα μαθαίνουμε εμείς οι αμαθείς ορθόδοξοι χριστιανοί από τους θεολόγους, αντί να ψάχνουμε στα αρχαία κείμενα, για να αποφύγουμε τον σκοτισμό μας. Το Κακό είναι αυτή η άπωση του λογικού όντος προς την ίδια την ζωή του. Και η κόλασή του επίσης.