Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΤΩΣΗ - ΚΡΙΣΗ - ΚΟΛΑΣΗ Ή Η ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ - ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΤΩΣΗ - ΚΡΙΣΗ - ΚΟΛΑΣΗ Ή Η ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ - ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2024

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Ή ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ; από τον Don Curzio Nitoglia

                                 

Το άτομο, ως πολίτης (civis), διατάσσεται για το κοινό καλό της Κοινωνίας και υποτάσσεται στην Κοινωνία, όπως το μέρος στο σύνολο (για παράδειγμα, το χέρι στον άνθρωπο). Επομένως, υπάρχει μια ορισμένη κοινωνική/πολιτική προτεραιότητα του κοινού καλού έναντι του ατόμου. Ωστόσο, το άτομο οντολογικά ως ευφυές υποκείμενο, ελεύθερο και εξοπλισμένο με μια αθάνατη ψυχή, δεν είναι ένα γρανάζι μιας μηχανής, εντελώς υποταγμένο στη λειτουργία της, ή μια μέλισσα υποταγμένη στην κυψέλη. 

Το άτομο δεν είναι μόνο πολιτικό ή κοινωνικό ζώο, δεν είναι μόνο μέλος της Κοινωνίας ή δημόσιος πολίτης, είναι επίσης και πάνω απ' όλα ένα λογικό ζώο, προικισμένο με αθάνατη ψυχή και με νου για να γνωρίζει την Υπέρτατη Αλήθεια και με τη θέληση για να αγαπά το Υπέρτατο Καλό. Πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε τον άνθρωπο:

α) Ως πολίτης υπάγεται στην Κοινωνία. Αφού ο άνθρωπος, είναι κοινωνικό ζώο – γράφει ο ΑΓΙΟΣ ΘΩΜΑΣ – είναι μέρος της Κοινωνίας, και ως τέτοιο ανήκει στο σύνολο.

β) Ως λογικό και πνευματικό ζώο, ξεπερνά τη γήινη ή την πολιτική Κοινωνία, και διατάσσεται στην ουράνια ή θεϊκή Πόλη, η οποία υπερβαίνει την Κοινωνία των Πολιτών. Ο άνθρωπος δεν είναι διαταγμένος στην πολιτική κοινωνία σύμφωνα με τον εαυτό του, αλλά ό,τι είναι, μπορεί και έχει ότι είναι διαταγμένα στον Θεό.

Επομένως, ως πολίτης, που τείνει προς την πρόσκαιρη και επίγεια ευημερία, ο άνθρωπος διατάσσεται στην Κοινωνία, ως μέρος του συνόλου (όπως ένα μέρος προς το όλον), αλλά, ως λογικός και πνευματικός άνθρωπος, διατάσσεται μόνο στον Θεό, έχοντας ανώτερο σκοπό από αυτή της επίγειας κοινωνίας. Το καλό τού μεμονωμένου ατόμου (ο Θεός) είναι ανώτερο από το καλό της Κοινωνίας (η προσωρινή χρονική ευημερία), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο πολίτης, που θεωρείται από μόνος του, είναι πιο ευγενής από ό,τι θεωρεί το κράτος από μόνο του, που είναι μια ομάδα πολλών πολιτών· το πιο ευγενές είναι ο Σκοπός που αφορά την ανθρώπινη φύση του ατόμου.

Επομένως: αντιμέτωπο με το υπερφυσικό αγαθό του ανθρώπου, το Κράτος πρέπει να αναγνωρίσει τα όριά του και να υποταχθεί σε αυτόν τον σκοπό, ο οποίος επηρεάζει κάθε λογικό και πνευματικό άνθρωπο που διέπεται από αυτό. Ενώ, σε φυσικό και χρονικό επίπεδο, κάθε πολίτης πρέπει να υποτάσσεται στο Κράτος, στόχος του οποίου είναι να επιδιώκει το κοινό καλό της κοινότητας.

Το κράτος δεν πρέπει να θέτει εμπόδια στην επίτευξη του υπερφυσικού σκοπού των ανθρώπων, αλλά μάλλον να τον ευνοεί σύμφωνα με τα μέσα που έχει στη διάθεσή του, και το μεμονωμένο άτομο δεν πρέπει να προσποιείται, στο όνομα μιας παρεξηγημένης αίσθησης της οντολογικής του αξιοπρέπειας, ότι κάνει ό,τι θέλει (1).

ΣΗΜΕΙΩΜΑ


1 - S. Th ., I, q. 29, α. 3; Summa contra Gentiles , lib. III, κεφάλαιο. 112.

 https://www-unavox-it.translate.goog/ArtDiversi/DIV6133_Nitoglia_Priorita_della_societa.html?_x_tr_sl=it&_x_tr_tl=el&_x_tr_hl=el&_x_tr_pto=wapp&_x_tr_sch=http

Η σωτηρία εν Χριστώ: ατομικό ή εκκλησιαστικό γεγονός;

ΟΥΤΕ ΤΟ ΕΝΑ ΟΥΤΕ ΤΟ ΑΛΛΟ. ΣΩΖΕΙ Ο ΣΩΤΗΡ. ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ.

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2024

Το δέντρο που ’χει τον καρπό, αυτό πετροβολάνε


 

Του Θεόδωρου Παντούλα
 

Δεν θυμάμαι η εκδημία άλλου συγγραφέα να προκάλεσε τόσες αντιδράσεις όσο αυτές που σημειώθηκαν μετά τον θάνατο του Χρήστου Γιανναρά. Σημείο αντιλεγόμενο, όχι τόσο το έργο του όσο το πρόσωπό του!
Νομίζω ωστόσο ότι οι απρέπειες και οι συναισθηματικές τσιγκουνιές καλό είναι να μένουν αναπάντητες. Οι παλιότεροι θα θυμούνται ότι οι «συντηρητικοί» τον λογάριαζαν για «προοδευτικό». Σήμερα οι «προοδευτικοί» τον αποστρέφονται σαν «συντηρητικό»! Όπως και να έχει, το δέντρο που ’χει τον καρπό, αυτό πετροβολάνε. Κι από το γιανναρικό δέντρο χόρτασαν αρκετοί. Άλλοι στάθηκαν ευγνώμονες κι άλλοι αγνώμονες – μες τη ζωή είναι αυτά.

Ο Χρ. Γιανναράς στάθηκε για πολλούς Δάσκαλος. Δεν αναφέρομαι σε καμιά μετάγγιση σοφίας αλλά σε εκείνο το σπάνιας γενναιοδωρίας φέρσιμο που μετράει τις κουβέντες του, όχι από οπισθοβουλία αλλά για να αφήσει χώρο να ξεπεταχτούν γύρω του βλαστάρια και παραβλάσταρα.

Γνωρίζω ανθρώπους που τους άλλαξε όχι απλώς τον προσανατολισμό σπουδών αλλά τη ζωή. Εντούτοις, δεν γνωρίζω κανέναν που να μετάνιωσε γι’ αυτό.

Η δημοφιλία του δεν σημαίνει ότι ήσαν βατός ο δρόμος του. Κάθε άλλο. Δεν υπήρχε καν δρόμος! Μόνος τον άνοιξε αποτινάζοντας με ευτολμία τους ακαδημαϊκούς και θρησκευτικούς –ισμούς. Στην κόψη πορεύτηκε πάντοτε σοδιάζοντας αμυχές και χαρακιές, για της ζωής τα ουσιώδη.
«Δεν είναι η δεοντολογία που πλάθει τη ζωή». Ούτε καιρό ούτε διάθεση είχε για εκπτώσεις. Δεν επρόκειτο για στενοκεφαλιά ενός δύστροπου γραφιά αλλά για επαγρύπνηση ενός γενναίου που δεν άλλαζε όνομα ούτε στα σύκα ούτε στη σκάφη.

Υπάρχει το κυρίως έργο του για το οποίο θα μιλήσουν άλλοι περισσότερο αρμόδιοι. Γεγονός πάντως είναι ότι δεν αναμετρήθηκαν και πολλοί συγκαιρινοί του με αυτό, κι ας είναι εκτός από μοναδικό και το μοναδικό στο είδος του εξαγώγιμο προϊόν μας. Ακόμη και αυτοί που ψέλλισαν ενστάσεις, τις ψέλλισαν ευκαιριακά, στην πραγματικότητα φτύνοντας αμάσητα δικά του δωρήματα. Από τα πολλά χαρίσματά του ας κρατήσουμε την προτεραιότητα της αγαπητικής διακινδύνευσης έναντι της εγωτικής κατασφάλισης. Μιας διακινδύνευσης διόλου θεωρητικής και καθόλα ψηλαφητής. Ο έρωτας ως μοναδική οδός υπαρκτικής γνησιότητας. Και κοντά στην ένσαρκη μεταφυσική του, ας κρατήσουμε και την απότοκό της: την φυσική, ήγουν επιχώρια, παράδοση του ελληνικού τρόπου, αυτή που δεν φιλιώνει ούτε με το θάνατο ούτε με τη θανατίλα.

Δίπλα σε αυτό το κοπιώδες έργο υπάρχει και η για δεκαετίες τακτική παρέμβασή του, πάντοτε «εν ανθηρώ Έλληνι λόγω», στον Κυριακάτικο, κυρίως, Τύπο. Βλέπω με έκπληξη ότι η αρθρογραφία του θεωρείται από κάποιους σαν πάρεργο που δεν αξίζει να το πολυπαίρνουμε στα σοβαρά. Αυτή η θεώρηση φέρνει τον Γιανναρά στα μέτρα και στα γούστα όσων την εκφέρουν αλλά μου φαίνεται επιπόλαιη και άδικη. Άδικη όχι μόνο γιατί τεμαχίζει έναν αξεχώριστο συγγραφικό κάματο που περιφρονούσε την προχειρογραφία αλλά γιατί παραθεωρεί μια τακτική δραστηριότητα και επιπόλαιη γιατί δεν αναγνωρίζει σε αυτή τη δραστηριότητα τη διακινδύνευση που συνεπάγεται η αναμέτρηση με τα τρέχοντα. Και δεν μου έρχεται στο νου κανείς άλλος που για περισσότερο από μισό αιώνα κατέθεσε όχι βεβαιότητες αλλά αγωνίες για τα εκτός του γραφείου του ζητήματα. Αν τα βιβλία τον αντάμειψαν με φίλους, οι επιφυλλίδες τού προσπόρισαν εχθρούς. Προφανώς και δεν έλειψαν οι αστοχίες (τις οποίες με μικρόψυχη σπουδή επισημαίνουν οι αναμάρτητοι), όμως δεν απόλειψε ποτέ η πείνα και η δίψα να μην σπαταληθεί και να μην μαγαριστεί η ιερότητα της ζωής.

Ακόμα και η οξύτητα κάποιων διατυπώσεων όπως το προφητικό «Finis Graeciae» δεν έχουν μνησικακία αλλά σπαραγμό –φωνή πατρίδας ποθεινής– στον οποίο έχουν δυσανεξία και οι νεοεθνικόφρονες και οι πολέμιοί τους.

Και κάτι τελευταίο – επιτρέψτε μου. Είχαμε αγάπη με τον Γιανναρά. Και θα με μάλωνε που δεν κάνω ζάφτι τον αποχωρισμό και θα μου λείψει το πιο τίμιο – η μορφή του. Κρατώ τις μνήμες φυλαχτό και ψευτοπαρηγοριέμαι φυλλομετρώντας βιβλία. Και συνομολογώ με μπόλικους ομηλίκους μου ότι στον τόπο μας δεν είμαστε όλοι αυτοδίδακτοι. Μετά τη θανή του Γιανναρά είμαστε ορφανεμένοι, αυτοδίδακτοι όμως όχι.

A Dio Δάσκαλε. Καλή αντάμωση.

Φιλοξενήθηκε στην Καθημερινή την Κυριακή 1/9/24. Η φωτογραφία είναι στιγμιότυπα από ομιλία του στο βιβλιοπωλείο "πορθμός" στη Χαλκίδα

ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/share/p/cx22nXGEWYW5yqpT/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com 
 
ΝΤΥΘΗΚΕ  ΤΟ ΜΕΓΑ ΕΝΔΥΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΕΛΗΞΕ ΑΔΟΞΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ ΠΤΩΣΗ-ΚΡΙΣΗ-ΚΟΛΑΣΗ. ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΕΣ ΝΑ ΤΟΝ ΒΟΗΘΗΣΕΙΣ ΝΑ ANAKAΛΕΣΕΙ. ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΔΑΚΡΥΑ ΦΙΛΕ. 
nikos είπε...

Διαβάζοντας τον και παρακολουθώντας τον ανελλιπώς για περίπου 25 χρόνια και ξεκινώντας να το κάνω αυτό γοητευμένος από την αισθητική της γραφής του και θετικά προδιατεθειμένος απέναντί του γιατί είχε μια επικάλυψη υγιούς αντίστασης στην επέλαση της νεωτερικότητας μου έκανε ένα σπουδαίο δώρο. Να καταλάβω πως η ταυτολογία ανεξάρτητα τα παρακλάδια που διαλέγει για να απλωθεί είναι πάντα ταυτολογία, το Εγώ και η Μεγαλομανία μπορεί να κρύβεται στα πιο απίθανα σημεία, η καταστροφή δεν αντιστρέφετε με εργαλεία (τρόπο σκέψης) που την δημιουργούν, και πως η "Ελλάδα" ως πρόταση βίου όπως του άρεσε να επαναλαμβάνει ακούραστα ήταν κάτι το οποίο βιωματικά το περιφρονούσε παντελώς, για να μην πω το απεχθανόταν βαθύτατα σε βαθμό ΑΣΒΕΣΤΟΥ μίσους. Έτσι αποτέλεσε άθελά του (ίσως) ένας ταπεινός συνεργός στην σημερινή ζοφερή κατάσταση του τόπου που τόσο εύστοχα καυτηρίαζε. Η φωτιά έχει τον αέρα μέχρι ένα συγκεκριμένο μέγεθος εύρος και περιβάλλον αντίπαλο. Μετά όμως από κάποιο όριο αέρας και φωτιά μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι φίλοι και ο Γιανναράς δυστυχώς ήταν από εκείνους που αμετανόητα έλεγε με τον τρόπο του "συγνώμη αλλά εγώ μόνο να φυσάω ξέρω" ενώ έδειχνε ταυτόχρονα την έξοδο σε μια πόρτα που είχε ζωγραφίσει με το μυαλό του σε ένα αδιέξοδο.
Κάποτε ο ίδιος αναφέρθηκε σε μια κουβέντα που του είχε κάνει ο Λορεντζάτος :
"Ο Ζήσιμος ήταν ο μόνος άνθρωπος που τόλμησε να μου πει, απερίφραστα κι επιτακτικά, πως έπρεπε να φύγω από τη «Ζωή». Του είχα δώσει το βιβλίο μου Άσκηση σε δώδεκα διηγήματα, το διάβασε, κι είχαμε συναντηθεί στα προπύλαια της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
«Λογοτεχνική κριτική δεν θα σου κάνω», μου είπε, «ούτε έχει και καμιά αξία – ξεχώρισα ένα διήγημα, “Η κάθοδος”, αυτό μόνο. Μα ήθελα να σου πω, ύστερα από το διάβασμα αυτού του βιβλίου, πως πρέπει να κατέβεις από κάποιο βάθρο που πάνω του έχεις ανεβεί και βλέπεις από ψηλά τη ζωή. Δεν ξέρω ούτε πώς ζεις, ούτε τι είναι αυτή η Αδελφότητα όπου βρίσκεσαι, ξέρω ότι πρέπει να φύγεις από κει μέσα. Είτε μοναχός γίνεις είτε πάτερ-φαμίλιας, ο δρόμος και για τα δυο περνάει μέσα από τη ζωή»"
Δεν ξέρω πως τελικά αυτή η κουβέντα τον άλλαξε στην πραγματική του ζωή και δεν μας πέφτει λόγος. Πάντως στο συγγραφικό του έργο(γιατί ούτε φιλόσοφο τον λες αλλά ούτε και θεολόγο), νομίζω καθόλου. Δεν μετάνιωσα καθόλου για τον χρόνο που σπατάλησα διαβάζοντάς τον, ίσα ίσα όπως είπα στην αρχή , αλλά με την σημερινή μου γνώση σίγουρα δεν θα διάβαζα ούτε τους τίτλους από τα πονήματα του.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2024

Χρ. Γιανναράς: Πτώση-Κρίση-Κόλαση

Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους! Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.

https://www.youtube.com/watch?v=x1_GNU-aIAU 

Η ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ "ΛΟΓΙΚΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ" ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΕΙ  ΤΟΝ ΣΑΤΑΝΑ ΣΑΝ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ. 

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ. 

ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΠΟΙΟΣ ΣΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ;

Ανώνυμος είπε...

Βʹ Κορ 2:14 – 17; 3:1 – 3

Ἀδελφοί, τῷ Θεῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως αὐτοῦ φανεροῦντι δι᾿ ἡμῶν ἐν παντὶ τόπῳ· ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σῳζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις, οἷς μὲν ὀσμὴ θανάτου εἰς θάνατον, οἷς δὲ ὀσμὴ ζωῆς εἰς ζωήν. καὶ πρὸς ταῦτα τίς ἱκανός; οὐ γάρ ἐσμεν ὡς οἱ λοιποὶ καπηλεύοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ὡς ἐξ εἰλικρινείας, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ Θεοῦ κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν. Ἀρχόμεθα πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνειν; εἰ μὴ χρῄζομεν ὥς τινες συστατικῶν ἐπιστολῶν πρὸς ὑμᾶς ἢ ἐξ ὑμῶν συστατικῶν; ἡ ἐπιστολὴ ἡμῶν ὑμεῖς ἐστε, ἐγγεγραμμένη ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, γινωσκομένη καὶ ἀναγινωσκομένη ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων, φανερούμενοι ὅτι ἐστὲ ἐπιστολὴ Χριστοῦ διακονηθεῖσα ὑφ᾿ ἡμῶν, ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος, οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλὰ ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις.

Μτ 11:27 – 30

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν

Σολ 4:7 – 15

Δίκαιος ἐὰν φθάσῃ τελευτῆσαι, ἐν ἀναπαύσει ἔσται· γῆρας γὰρ τίμιον, οὐ τὸ πολυχρόνιον, οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται. Πολιὰ δέ ἐστι φρόνησις ἀνθρώποις, καὶ ἡλικία γήρως, βίος ἀκηλίδωτος. Εὐάρεστος Θεῷ γενόμενος, ἠγαπήθη, καὶ ζῶν μεταξὺ ἁμαρτωλῶν, μετετέθη. Ἡρπάγη, μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ, ἢ δόλος ἀπατήσῃ ψυχὴν αὐτοῦ. Βασκανία γὰρ φαυλότητος ἀμαυροῖ τὰ καλά, καὶ ῥεμβασμὸς ἐπιθυμίας μεταλλεύει νοῦν ἄκακον. Τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ, ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς· ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας. Οἱ δὲ λαοὶ ἰδόντες καὶ μὴ νοήσαντες, μηδὲ θέντες ἐπὶ διανοίᾳ τὸ τοιοῦτον, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ.

Τρίτη 16 Απριλίου 2024

Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας



Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση, ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα.

Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους!

Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.


Νίκος Δεληνικόλας 6 Σεπτεμβρίου 2020 στο 6:13 ΜΜ

Πράγματι δεν υπάρχουν αυθεντίες, όπως πειστικά εξηγεί ο κ. Γιανναράς. Μπορεί κανείς να γράψει ένα βιβλίο και μετά να το αποσύρει, αναγνωρίζοντας ότι κάτι τούρθε και έγραψε ανοησίες. Αυτό θάπρεπε να συμβεί με το βιβλίο αυτό. Υπήρξε μία προθεσμία τριών χρόνων, αλλά δεν συνέβηκε. Και τώρα πρέπει να πάρουμε θέση για το αν αποδεχόμαστε να γίνει μία Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας για να αποφασίσει ότι οι Άγγελοι δεν υπάρχουν, ποτέ δεν υπήρξαν. Μία τέτοια συνοδική απόφαση θα μετέτρεπε αυτομάτως την Καινή Διαθήκη, τα Πατερικά κείμενα και όλη την γραπτή παράδοση της Ορθοδοξίας σε θρίλλερ του Χόλλυγουντ. Και τα κοινά βιώματα της αλήθειας, σε ομαδική παράκρουση δύο χιλιάδων χρόνων. Οι Άγγελοι ακόμη γελούν με αυτό το τεράστιο καλαμπούρι του διάσημου θεολόγου μας.

ΑπάντησηΧαράλαμπος Βαρυμπόπης 10 Σεπτεμβρίου 2020 στο 7:19 ΜΜ

Το ζήτημα των αγγέλων σχετίζεται άμεσα με το αίνιγμα του κακού. Άλλωστε και ο σατανάς “πεπτωκώς” άγγελος είναι. Γράφει ο Χ. Γιανναράς:
“Ἀπαιτεῖ συνοδικὸ φωτισμὸ σήμερα ἡ αὐτονόητη στὰ χρόνια τῆς Καινής Διαθήκης πρόσληψη (αὐτονόητη καὶ γιὰ τοὺς Ἑβραίους) λαϊκῶν δοξασιῶν προσωποποίησης τοῦ «κακοῦ», ποὺ ἡ καταγωγή τους ἐντοπίζεται σὲ ἀρχαϊκὲς θρησκεῖες καὶ δεισιδαιμονίες τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Ὄχι γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ κάποια ἰδεολογικὴ «γνησιότητα», ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀναχαιτιστεῖ ἡ σύγχυση ποὺ προκαλεῖται στὸ ἐκκλησιαστικὸ εὐ-αγγέλιο ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς παγανιστικῆς δαιμονολογίας. Ἡ πρόσληψη τέτοιων στοιχείων συνεπάγεται παραδοχὴ ἑνὸς δεύτερου πόλου ἢ ἄξονα συγκρότησης τῆς ὑπαρκτικῆς πραγματικότητας, ἄξονα «κακοῦ» μέσα στὴν «καλὴ λίαν» δημιουργία (ἔκφανση τῆς ἀγάπης) τοῦ Θεοῦ. Κατανοεῖται ἡ ὕπαρξη τῶν δαιμόνων σὰν ἰσοσθενὴς περίπου μὲ τὴν ὕπαρξη καὶ ἀγαπητικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ μπορεῖ νὰ ὑπονομεύει ἐνεργὰ (νὰ ἀντιστρατεύεται καὶ νὰ ἀκυρώνει) τὸ ἔργο τῆς θείας ἀγαθότητας.”
Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 113

Νίκος Δεληνικόλας 11 Σεπτεμβρίου 2020 στο 12:01 ΠΜ

Αν με Σύνοδο καταργήσουμε την ύπαρξη των Αγγέλων, εκπεσόντων και μή, θα απομείνει η ύπαρξη του ανθρώπου πλέον σαν “ισοσθενής περίπου με την ύπαρξη και αγαπητική ενέργεια του Θεού, αφού μπορεί να υπονομεύει ενεργά (να αντιστρατεύεται και να ακυρώνει) το έργο της θείας αγαθότητας.” Μήπως τότε θα προταθεί να γίνει νέα Σύνοδος για να αποφασίσει ότι οι άνθρωποι δεν υπάρχουν; Όμως, οι άγγελοι υπάρχουν. Αν δεν αποτελούν βίωμα του κ. Γιανναρά, υπάρχουν άλλοι θεολόγοι που τους έχουν συναντήσει. Η εικόνα των αγγέλων, όπως μας διδάσκει ο Δαμασκηνός, είναι ένα έργο τέχνης που δημιουργεί σαν καλλιτέχνης ο Θεός, για να μπορέσουν οι άνθρωποι να τους δουν και να τους αγγίξουν με τα μάτια τους και το σώμα τους. Γιαυτό και οι ζωγράφοι μπορούν χωρίς μομφή να τους ζωγραφίζουν επίσης. Δεν αμφέβαλλε για την ύπαρξή τους, ούτε ισχυρίστηκε ότι ο Θεός δίνει στις δικές του εκδηλώσεις μορφή αγγελική, σαν άψυχες μαριονέτες, για λόγους παιδαγωγικούς. Ακόμη και ο απαράδεκτος Πλάτωνας δεν έκανε αυτό το λάθος. Παρουσίασε τον Έρωτα σαν πραγματική θεότητα που μεσολαβεί μεταξύ ανθρώπου και θεότητας.
Το πρόβλημα ξεκινά από μία άλλη σκέψη του κ. Γιανναρά, στην οποία τον ακολουθούν όλοι οι θεολόγοι της γενιάς του 60, όπως ο κ. Μαυρόπουλος, καθώς και αρκετοί νεώτεροι: Ότι η Κτίση και η Πτώση ταυτίζονται, ότι ο Θεός έτσι έκανε τον κόσμο όπως τον βλέπουμε τώρα και ότι μόνο ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί χάρις σε μία προσωπική σχέση με τον Θεό, έναν φαβοριτισμό. Στην παρουσίαση του βιβλίου αναφέρεται και αυτή, καθώς και άλλες παρανοήσεις της γενιάς του 60, όπως η άποψη ότι η ελευθερία έγκειται στο δίλημμα να αποδεχτεί κανείς τον Θεό ή να τον αρνηθεί. Αντιθέτως, η μόνη ελευθερία που δεν έχει δοθεί στα δημιουργήματα είναι αυτή της άρνησης του Θεού, δηλαδή της πηγής της ζωής τους. Είναι σαν να ζητάει ένας οργανισμός να ζει χωρίς τροφή. Αποτελεί σε πνευματικό επίπεδο μία πάθηση ανάλογη προς αυτή που σε απλό σωματικό ονομάζουμε “νευρική ανορεξία”. Ο Θεός δεν έδωσε αυτή την απατηλή δυνατότητα στα λογικά του κτίσματα, ούτε θα τους κάνει ποτέ το “χατίρι” αυτό, γιατί γνωρίζει ότι σημαίνει την ακαριαία εξαφάνιση τους, κάτι που κανένας άνθρωπος και κανένας άγγελος δεν το θέλει κατά βάθος. Αυτό το εξηγεί θαυμάσια ο Αρεοπαγίτης, στο Περί Θείων Ονομάτων και θάπρεπε να τα μαθαίνουμε εμείς οι αμαθείς ορθόδοξοι χριστιανοί από τους θεολόγους, αντί να ψάχνουμε στα αρχαία κείμενα, για να αποφύγουμε τον σκοτισμό μας. Το Κακό είναι αυτή η άπωση του λογικού όντος προς την ίδια την ζωή του. Και η κόλασή του επίσης.

ΑπάντησηΚαραναστάσης Ευθύμιος 11 Σεπτεμβρίου 2020 στο 10:18 ΜΜ

Με όλο τον σεβασμό αγαπητέ συνομιλητή ό,τι σημαίνει ο Βιτγγενστάϊν και ο Πόππερ για τη σύγχρονη φιλοσοφία…., σημαίνει και ο Γιανναράς για την ορθόδοξη θεολογία.

Ο ΠΟΠΠΕΡ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΟΝ ΣΟΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΒΙΤΓΓΕΝΣΤΆΙΝ ΆΦΗΣΕ ΤΉΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΌΤΗΤΆ ΤΟΥ. ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ ΠΕΙΣΜΑΤΙΚΑ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΥΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ.

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Η ΑΝΑΠΟΔΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΟΥ.

Κυριακή 9 Ιουλίου 2023

Χρ. Γιανναράς: Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας


Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους! Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.


Χαράλαμπος Βαρυμπόπης 

Αν αντιλαμβάνομαι καλά και διερμηνεύω σωστά τη σκέψη του Γιανναρά, σε κανένα σημείο, ούτε στην παρουσίαση, ούτε και στο βιβλίο δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη των αγγέλων. Πολύ δε περισσότερο δεν το έθεσε ως θέμα προς συζήτηση σε μια μελλοντική σύνοδο. Εκείνο που ζητάει είναι να διασαφήσει η Εκκλησία, σε μια σύνοδο, ορισμένα ερμηνευτικά κενά σχετικά με τους αγγέλους και τους δαίμονες, κάτι ανάλογο “τῆς ὀντολογικῆς ἑρμηνείας ποὺ διατύπωσαν οἱ ὣς τώρα οἰκουμενικὲς σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ-Λόγου καὶ τῆς λειτουργίας τῶν Εἰκόνων (τῆς ζωγραφικῆς τέχνης) μέσα στὴν Ἐκκλησία.” (Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 139). Ένα παράδειγμα δίνει ο ίδιος ο Γιανναράς στο βιβλίο του:
“Παραμένει καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀνυπέρβλητη ἡ ἐκφραστικὴ τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν Συγγραφῶν:
Αὐτὸς ὁ πάντων αἴτιος,
δι’ ἀγαθότητος ὑπερβολὴν
πάντων ἐρᾷ, πάντα ποιεῖ, πάντα τελειοῖ,
πάντα συνέχει…
δι’ ὑπερβολὴν τῆς ἐρωτικῆς ἀγαθότητος
ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται…
καὶ οἷον ἀγαθότητι καὶ ἀγαπήσει
καὶ ἔρωτι θέλγεται·
καὶ ἐκ τοῦ ὑπὲρ πάντα καὶ πάντων ἐξῃρημένου
πρὸς τὸ ἐν πᾶσι κατάγεται
κατ’ ἐκστατικὴν ὑπερούσιον δύναμιν
ἀνεκφοίτητον ἑαυτοῦ. ( Περὶ θείων ὀνομάτων, Κεφ. 4 §Χ καὶ ΧΙΙΙ, Migne P.G., τόμος 3, στ.
708ΑΒ καὶ 712ΑΒ).
Ποὺ σημαίνει: Ὁ πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπαρκτὰ (ἡ πέρα ἀπὸ τὰ αἰτιατὰ Αἰτία τῶν ὑπαρκτῶν) κτίζοντας ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἔρωτα τὰ κτιστά, «βγαίνει» ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι καὶ κατεβαίνει στὴ συνάφεια μὲ ὅλα ὅσα κτίζει. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅλα τὰ κτιστὰ ἀποτυπώνουν καὶ φανερώνουν αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁ Θεός: ἀγάπη, ἔρωτας, ἀγαθότητα.
Στὴ θεώρηση αὐτὴ δὲν ὑπάρχει περιθώριο ἢ ἐνδεχόμενο νὰ ἐμφιλοχωρήσει κάπου τὸ «κακὸ» — ἕνα «ἔλλογο» φίδι μέσα στὸν «παράδεισο τῆς τρυφῆς», ἕνας «σατὰν»-«Βεελζεβοὺλ» στὴν ἐπουράνια αὐλὴ τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. Ἂν ὅλα ὅσα ὑπάρχουν εἶναι ὅλα
«καλὰ λίαν», πλάσματα καὶ φανερώσεις τῆς σοφίας, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ, ποιός δημιούργησε (ἔδωσε ὕπαρξη) στὸ φίδι ποὺ παρέσυρε σὲ ἀνταρσία τοὺς πρωτόπλαστους ἀνθρώπους ἢ στὴ «λεγεώνα» τῶν δαιμόνων ποὺ βασάνιζε τὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπο στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν (Λουκ. 8, 26-39) καὶ μύριους ἄλλους πρὶν καὶ μετά; “Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 127-128)
Τα ερωτήματα αυτά τα περιγράφει τόσο στην παρουσίαση όσο και στο βιβλίο του και προτείνει δύο κυρίως ερωτήματα – θέματα προς συζήτηση σε μια μελλοντική σύνοδο:
α) τό «κακό» ἑρμηνεύεται ὡς ὕπαρξη (δαίμονες), ποὺ ὁδήγησε τοὺς «πρωτόπλαστους» στην πτώση ἤ εἶναι ἁπλῶς, συνέπεια τῆς κτιστότητός μας, τῶν περιορισμῶν καὶ ἀναγκαιοτήτων, ποὺ μᾶς διαφοροποιοῦν ἀπό τὴν ἄκτιστη Αἰτία; “Ἔχουμε δύο ἐκδοχὲς γιὰ τὴν καταγωγὴ καὶ τὴν ὑπαρκτικὴ πραγματικότητα τοῦ «κακοῦ»: Νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ «κακὸ» σὰν συνέπεια μιᾶς ἀρχέγονης «πτώσης» πρωτόπλαστου ζεύγους προπατόρων μας. Ἢ νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε μόνο σὰν συνέπεια τῆς κτιστότητας, δηλαδὴ τῶν ὑπαρκτικῶν περιορισμῶν καὶ ἀναγκαιοτήτων ποὺ διαφοροποιοῦν τὴν κτιστὴ ὕπαρξη ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Αἰτία της.” (Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 151)
β) ἡ κόλαση εἶναι ἀέναος τιμωρητικός, βασανισμός ἀνθρώπων, γιά ὅποιες ἁμαρτίες, λάθη, ἐγκλήματα διέπραξαν στὴν σύντομη ζωή τους, ὁ δὲ παράδεισος, χῶρος μεταθανάτιων αἰωνίως διαβιούντων «καλῶν συνταξιούχων» ἤ καὶ τὰ δυό εἶναι διαφορά τρόπου Θέωσης; Με τα δικά του λόγια: “Νὰ ἑρμηνεύσουμε κατὰ γράμμα τὶς ἀναφορὲς τῆς Καινής Διαθήκης σὲ «αἰώνια κόλαση», σὲ ἀέναο, δίχως πέρας τιμωρητικὸ βασανισμὸ ἀνθρώπων γιὰ ἁμαρτήματα, ἐγκλήματα, κακοπραγίες. Ἢ νὰ θεωρήσουμε τὴν «κόλαση» ὡς εἰκόνα (ποιοτικὸ ἰσοδύναμο) τῆς ἐλεύθερης ἄρνησης ἀνθρώπων νὰ μετάσχουν στὴ σωτηρία (ὑπαρκτικὴ ὁλοκληρία) ποὺ προσφέρει ὁ μανικὸς ἔρως τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Νὰ θεωρήσουμε τὸ ὄχι τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὡς ἄρνηση τῆς ὕπαρξης, κατάφαση τῆς ἀνυπαρξίας, ἐπιλογὴ τοῦ ὑπαρκτικοῦ αὐτομηδενισμοῦ.” (Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 151-152)
Και γιατί σύνοδος; Όπως λέει και ο ίδιος: “Ἀποβλέπουμε σὲ σύνοδο, γιατὶ ἡ λογικὴ τῆς συνόδου εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς εὐφυοῦς ἀπροκατάληπτης σκέψης καὶ ἡ ἐκφραστικὴ τῆς συνόδου ἄλλη ἀπὸ τὴν ἐκφραστικὴ τῆς κοινῆς συνεννόησης. Ἡ λογικὴ τῆς συνόδου ὑπηρετεῖ τὴν ἀγαπητικὴ πατρότητα καὶ ἡ ἐκφραστικὴ τῆς συνόδου σαρκώνει τὴ μαρτυρία τῆς κοινωνούμενης ἐμπειρίας.” ((Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 152)


Νίκος Δεληνικόλας 

Αν με Σύνοδο καταργήσουμε την ύπαρξη των Αγγέλων, εκπεσόντων και μή, θα απομείνει η ύπαρξη του ανθρώπου πλέον σαν “ισοσθενής περίπου με την ύπαρξη και αγαπητική ενέργεια του Θεού, αφού μπορεί να υπονομεύει ενεργά (να αντιστρατεύεται και να ακυρώνει) το έργο της θείας αγαθότητας.” Μήπως τότε θα προταθεί να γίνει νέα Σύνοδος για να αποφασίσει ότι οι άνθρωποι δεν υπάρχουν; Όμως, οι άγγελοι υπάρχουν. Αν δεν αποτελούν βίωμα του κ. Γιανναρά, υπάρχουν άλλοι θεολόγοι που τους έχουν συναντήσει. Η εικόνα των αγγέλων, όπως μας διδάσκει ο Δαμασκηνός, είναι ένα έργο τέχνης που δημιουργεί σαν καλλιτέχνης ο Θεός, για να μπορέσουν οι άνθρωποι να τους δουν και να τους αγγίξουν με τα μάτια τους και το σώμα τους. Γιαυτό και οι ζωγράφοι μπορούν χωρίς μομφή να τους ζωγραφίζουν επίσης. Δεν αμφέβαλλε για την ύπαρξή τους, ούτε ισχυρίστηκε ότι ο Θεός δίνει στις δικές του εκδηλώσεις μορφή αγγελική, σαν άψυχες μαριονέτες, για λόγους παιδαγωγικούς. Ακόμη και ο απαράδεκτος Πλάτωνας δεν έκανε αυτό το λάθος. Παρουσίασε τον Έρωτα σαν πραγματική θεότητα που μεσολαβεί μεταξύ ανθρώπου και θεότητας.
Το πρόβλημα ξεκινά από μία άλλη σκέψη του κ. Γιανναρά, στην οποία τον ακολουθούν όλοι οι θεολόγοι της γενιάς του 60, όπως ο κ. Μαυρόπουλος, καθώς και αρκετοί νεώτεροι: Ότι η Κτίση και η Πτώση ταυτίζονται, ότι ο Θεός έτσι έκανε τον κόσμο όπως τον βλέπουμε τώρα και ότι μόνο ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί χάρις σε μία προσωπική σχέση με τον Θεό, έναν φαβοριτισμό. Στην παρουσίαση του βιβλίου αναφέρεται και αυτή, καθώς και άλλες παρανοήσεις της γενιάς του 60, όπως η άποψη ότι η ελευθερία έγκειται στο δίλημμα να αποδεχτεί κανείς τον Θεό ή να τον αρνηθεί. Αντιθέτως, η μόνη ελευθερία που δεν έχει δοθεί στα δημιουργήματα είναι αυτή της άρνησης του Θεού, δηλαδή της πηγής της ζωής τους. Είναι σαν να ζητάει ένας οργανισμός να ζει χωρίς τροφή. Αποτελεί σε πνευματικό επίπεδο μία πάθηση ανάλογη προς αυτή που σε απλό σωματικό ονομάζουμε “νευρική ανορεξία”. Ο Θεός δεν έδωσε αυτή την απατηλή δυνατότητα στα λογικά του κτίσματα, ούτε θα τους κάνει ποτέ το “χατίρι” αυτό, γιατί γνωρίζει ότι σημαίνει την ακαριαία εξαφάνιση τους, κάτι που κανένας άνθρωπος και κανένας άγγελος δεν το θέλει κατά βάθος. Αυτό το εξηγεί θαυμάσια ο Αρεοπαγίτης, στο Περί Θείων Ονομάτων και θάπρεπε να τα μαθαίνουμε εμείς οι αμαθείς ορθόδοξοι χριστιανοί από τους θεολόγους, αντί να ψάχνουμε στα αρχαία κείμενα, για να αποφύγουμε τον σκοτισμό μας. Το Κακό είναι αυτή η άπωση του λογικού όντος προς την ίδια την ζωή του. Και η κόλασή του επίσης
.

Παρασκευή 7 Απριλίου 2023

Χρ. Γιανναράς: Πτώση-Κρίση-Κόλαση


Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους! Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.

ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΣΤΡΑΠΗ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ Σ' ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΛΕΞΕΙΣ, ΠΤΩΣΗ, ΚΡΙΣΗ ΚΟΛΑΣΗ, ΕΙΔΕ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ.

Πράγματι δεν υπάρχουν αυθεντίες, όπως πειστικά εξηγεί ο κ. Γιανναράς. Μπορεί κανείς να γράψει ένα βιβλίο και μετά να το αποσύρει, αναγνωρίζοντας ότι κάτι τούρθε και έγραψε ανοησίες. Αυτό θάπρεπε να συμβεί με το βιβλίο αυτό. Υπήρξε μία προθεσμία τριών χρόνων, αλλά δεν συνέβηκε. Και τώρα πρέπει να πάρουμε θέση για το αν αποδεχόμαστε να γίνει μία Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας για να αποφασίσει ότι οι Άγγελοι δεν υπάρχουν, ποτέ δεν υπήρξαν. Μία τέτοια συνοδική απόφαση θα μετέτρεπε αυτομάτως την Καινή Διαθήκη, τα Πατερικά κείμενα και όλη την γραπτή παράδοση της Ορθοδοξίας σε θρίλλερ του Χόλλυγουντ. Και τα κοινά βιώματα της αλήθειας, σε ομαδική παράκρουση δύο χιλιάδων χρόνων. Οι Άγγελοι ακόμη γελούν με αυτό το τεράστιο καλαμπούρι του διάσημου θεολόγου μας.

Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας - Αντίφωνο (antifono.gr)

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

Χρ. Γιανναράς: Πτώση-Κρίση-Κόλαση


Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους! Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.


OI BAΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΛΙΓΑ ΘΡΑΣΥΤΑΤΑ ΛΟΓΙΑ.

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

Χρ. Γιανναράς: Πτώση-Κρίση-Κόλαση


Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. 
Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους!
 Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. 
Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.


ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ.
ΤΑ ΕΜΒΡΥΑ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ. ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ. ΘΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ.
 Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΝΕΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΙ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΗΣ.
ΧΩΡΙΣ ΣΧΕΣΗ ΤΑ ΕΜΒΡΥΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΥΠΑΡΚΤΑ. ΠΤΩΣΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΡΙΧΝΟΥΜΕ, ΕΜΒΡΥΑ, ΧΑΠΙΑ ΣΤΑ ΠΟΤΑ, ΝΑ ΡΙΧΝΟΥΜΕ ΟΥΣΙΕΣ ΣΤΟ ΑΙΜΑ, ΕΜΒΟΛΙΑ. 
ΣΦΑΛΙΑΡΕΣ ΜΟΝΟ ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΡΙΧΝΟΥΜΕ.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2021

Χρ. Γιανναράς: Πτώση-Κρίση-Κόλαση



Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους! Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο. Αντίφωνο ( Antifono.gr)
https://www.youtube.com/watch?time_continue=21&v=x1_GNU-aIAU&feature=emb_logo&ab_channel=Antifono.gr

ΚΑΙ Η ΑΙΡΕΣΗ. ΣΚΕΨΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ. 
ΜΙΑ ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΠΟΘΕΤΕΙ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ, ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ, ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΓΩ. ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΦΙΛΟΔΟΞΕΙ ΝΑ ΞΑΝΑΓΡΑΨΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ, ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ.

Πέμπτη 1 Απριλίου 2021

Χρ. Γιανναράς: Πτώση-Κρίση-Κόλαση


Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους! Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.

ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ. ΤΟ ΣΤΡΙΠ ΤΙΖ ΤΕΛΕΙΩΣΕ. ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΑ. ΛΥΠΟΥΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΚΡΟΑΤΕΣ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΑ-ΣΤΑΜΑΤΗ ΤΟΝ ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΟΦΟΛΟΓΙΩΤΑΤΗ ΑΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥ ΞΥΔΙΑ. ΤΟ ΝΕΟΓΕΝΝΗΤΟ ΞΕΡΕΙ ΤΗΝ ΜΑΝΝΑ ΤΟΥ ΑΞΙΟΘΡΗΝΗΤΕ. ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΟΛΟΝ, ΤΟ ΑΙΤΙΑΤΟ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ.

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Χρ. Γιανναράς: Πτώση-Κρίση-Κόλαση


Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους! Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο. Αντίφωνο (Antifono.gr)


ΜΕΤΑ ΤΟ 9ο ΛΕΠΤΟ ΞΕΚΙΝΑ ΤΟ ΣΥΡΤΑΚΙ. Η ΓΕΝΕΣΗ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΤΩΣΗ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΓΓΕΛΟΙ (ΝΟΕΣ, ΔΙΟΤΙ ΟΥΤΕ ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ, ΟΥΤΕ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΝΟΥ, ΚΑΘΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΕΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΑΜΕΣΩΣ ΣΤΟΝ ΘΕΟ).
Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. ΚΑΙ ΟΙ ΨΥΧΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΥΝ. Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΥΠΑΚΟΗ. ΑΦΟΥ ΔΙΔΑΧΘΗΚΕ Ο ΑΔΑΜ ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ ΔΟΚΙΜΑΣΤΗΚΕ Η ΠΡΟΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ. ΤΟΥ ΔΟΘΗΚΕ Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ Ή ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΚΟΗΣ. ΚΑΙ ΕΠΕΛΕΞΕ ΤΗΝ ΑΝΥΠΑΚΟΗ.  
ΕΠΕΙΔΗ ΟΜΩΣ ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΜΟΝΟΝ Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ, ΔΕΝ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΖΗΣΕ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΙ ΜΑΣ ΕΣΩΣΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΟΣ. Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΛΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΝΟ ΑΥΤΟ ΤΟΥ ΚΟΣΤΙΖΕΙ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΑΧΡΗΣΤΕΥΕΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΑΝ ΓΝΗΣΙΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΡΝΗΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕΙ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. 
ΚΑΙ ΦΕΡΝΕΙ ΣΕ ΔΥΣΚΟΛΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ ΕΝΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ. ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ; Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΘΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙ ΝΑ ΕΞΟΡΚΙΣΕΙ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΗΡΥΤΤΕ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΟΤΙ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ ΕΠΕΣΑΝ ΘΥΜΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΒΟΥΛΟΥ ΟΦΕΩΣ. 
ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΛΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΑΚΟΜΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ. ΥΠΟΜΟΝΗ.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

ΠΤΩΣΗ - ΚΡΙΣΗ - ΚΟΛΑΣΗ Ή Η ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ (25)

 Συνέχεια από: Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2020


Κεφάλαιο 25: Τελικά, μόνο «προσκομιδὴ» προβλημάτων

Μὲ τὴ λογικὴ (καὶ τὴν ἐλευθερία) προβληματισμοῦ προ-συνοδικοῦ ἀποτολμήθηκε στὶς προηγούμενες σελίδες ἕνα σκιαγράφημα ἑρμηνευτικῶν ἐκκρεμοτήτων, ποὺ ἀναμένουν τὸν εὐ-αγγελικὸ φωτισμό τους ἀπὸ μιὰ προσδοκώμενη Σύνοδο ἐκκλησιαστικῆς καθολικότητας.

Ὁ πρῶτος προβληματισμὸς συνοψίζεται στὸ ἐρώτημα: Ἔχουμε δύο ἐκδοχὲς γιὰ τὴν καταγωγὴ καὶ τὴν ὑπαρκτικὴ πραγματικότητα τοῦ «κακοῦ»: Νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ «κακὸ» σὰν συνέπεια μιᾶς ἀρχέγονης «πτώσης» πρωτόπλαστου ζεύγους προπατόρων μας. Ἢ νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε μόνο σὰν συνέπεια τῆς κτιστότητας, δηλαδὴ τῶν ὑπαρκτικῶν περιορισμῶν καὶ ἀναγκαιοτήτων ποὺ διαφοροποιοῦν τὴν κτιστὴ ὕπαρξη ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Αἰτία της. Ποιά ἀπὸ τὶς δύο ἐκδοχὲς λύνει περισσότερα προβλήματα, ποιά μοιάζει συνεπέστερη στὸν φωτισμὸ τοῦ ὑπαρκτικοῦ προβλήματος ποὺ μᾶς κληροδότησαν οἱ ἑπτὰ πρῶτες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι;

Ὁ δεύτερος προβληματισμός: Νὰ ἑρμηνεύσουμε κατὰ γράμμα τὶς ἀναφορὲς τῆς ΚΔ σὲ «αἰώνια κόλαση», σὲ ἀέναο, δίχως πέρας τιμωρητικὸ βασανισμὸ ἀνθρώπων γιὰ ἁμαρτήματα, ἐγκλήματα, κακοπραγίες. Ἢ νὰ θεωρήσουμε τὴν «κόλαση» ὡς εἰκόνα (ποιοτικὸ ἰσοδύναμο) τῆς ἐλεύθερης ἄρνησης ἀνθρώπων νὰ μετάσχουν στὴ σωτηρία (ὑπαρκτικὴ ὁλοκληρία) ποὺ προσφέρει ὁ μανικὸς ἔρως τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Νὰ θεωρήσουμε τὸ ὄχι τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὡς ἄρνηση τῆς ὕπαρξης, κατάφαση τῆς ἀνυπαρξίας, ἐπιλογὴ τοῦ ὑπαρκτικοῦ αὐτομηδενισμοῦ. Ποιά ἀπὸ τὶς δύο ἐκδοχὲς λύνει περισσότερα προβλήματα, ποιά μοιάζει συνεπέστερη στὸν φωτισμὸ τοῦ ὑπαρκτικοῦ προβλήματος ποὺ κατόρθωσαν μὲ τὶς ἀποφάσεις τους οἱ ἑπτὰ πρῶτες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι;

Ἀποβλέπουμε σὲ σύνοδο, γιατὶ ἡ λογικὴ τῆς συνόδου εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς εὐφυοῦς ἀπροκατάληπτης σκέψης καὶ ἡ ἐκφραστικὴ τῆς συνόδου ἄλλη ἀπὸ τὴν ἐκφραστικὴ τῆς κοινῆς συνεννόησης. Ἡ λογικὴ τῆς συνόδου ὑπηρετεῖ τὴν ἀγαπητικὴ πατρότητα καὶ ἡ ἐκφραστικὴ τῆς συνόδου σαρκώνει τὴ μαρτυρία τῆς κοινωνούμενης ἐμπειρίας.

Εἴκοσι ὁλόκληρους αἰῶνες ἡ Ἐκκλησία ζεῖ χωρὶς τὸν συνοδικὸ φωτισμὸ τοῦ προβλήματος τῆς «πτώσης» καὶ τῆς «κόλασης». Οἱ συνέπειες τῆς ἔλλειψης ἦταν καὶ παραμένουν ἐξαιρετικὰ ἐπώδυνες γιὰ πολὺ μεγάλο ἀριθμὸ ἀνθρώπων. Ἡ μεταφυσικὴ ταυτίζεται μὲ τὴν ἀπειλή, τὸ ἐνδεχόμενο μεταθανάτιας ζωῆς μὲ τὸν τρόμο, ἀμβλύνεται ἢ ἐξαλείφεται ἡ πίστη-ἐμπιστοσύνη στὸν πατρικὸ ἔρωτα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, συχνὰ ὑποκαθίσταται ἀπὸ τὴ ζοφερὴ εἰκόνα ἑνὸς σαδιστῆ πατέρα, ὅπως τὸν κήρυττε ὁ Αὐγουστίνος. Παράλληλες ἐπιπτώσεις εἶναι καὶ ἡ διαστροφὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ εὐ-αγγελίου σὲ ἀτομοκεντρικὴ νομικίστικη θρησκοληψία, σὲ νομοκανονιστικὸ νάρθηκα ἐξουσιασμοῦ τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ ἀπὸ ἐπιδέξιους ποδηγέτες συνειδήσεων.

Μιὰ προσδοκώμενη συνοδικὴ διασάφηση τῆς «πτώσης» καὶ τῆς «κόλασης» θὰ μποροῦσε νὰ ἀναιρέσει ἀναδρομικὰ ὅλον αὐτὸν τὸν ἀνθρώπινο βασανισμό, τὴν τόση παραφθορὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ εὐ-αγγελίου; Ὄχι βέβαια. Τὸ συνοδικὸ ἔλλειμμα παραμένει σκάνδαλο καὶ γιὰ τὴ σκέψη καὶ γιὰ τὸ αἴσθημα, ὅμως ἀκόμα καὶ τὸ σκάνδαλο λειτουργεῖ στὴν Ἐκκλησία ὡς μέτρο ἐπιτευγμάτων αὐθυπέρβασης — «ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται» (1 Κορ. 11, 19). Χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι προκρίνεται νὰ ἀνασταλεῖ τὸ ἀγαπητικό, προσευχητικὸ αἴτημα γιὰ τὴν ἐπανενεργοποίηση λειτουργίας τῆς συνοδικότητας στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Πέρα καὶ ἀπὸ τὰ προβλήματα, ἡ συνοδικότητα εἶναι προυπόθεση ὁριστικὴ (ὁρισμοῦ) τῆς ταυτότητας καὶ συνοχῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Μὲ ἀπροκατάληπτη σκέψη δὲν εἶναι δύσκολο νὰ διακρίνουμε ὅτι στὴν «πτώση» ἀποδίδουμε ὅ,τι ἀκριβῶς ἀνήκει στὴν κτιστότητα — ἐκδεχόμαστε σὰν «πτώση» τοὺς ὑπαρκτικοὺς περιορισμοὺς (ἀναγκαιότητες-νομοτέλειες) ποὺ διαφοροποιοῦν τὴν κτιστὴ ὕπαρξή μας ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Αἰτία της. Αἰτιολογοῦμε τὴν ὑπαρκτική μας δέσμευση στὸν μετρούμενο χρόνο, στὸν διαστατὸ χῶρο, στὴ νομοτελειακὴ φθορά, στὸν ἀναπότρεπτο θάνατο, ὡσὰν νὰ προέρχονται ἀπὸ ἁμάρτημα προπατορικὸ — ἀναφέρουμε σὲ συμβολικὲς φιγοῦρες «πρωτοπλάστων» τὴν ἐνοχὴ γιὰ τὴν ὑποταγὴ τῆς ὕπαρξής μας στὸν ἀτομοκεντρικὸ τρόπο, ποὺ ὅμως εἶναι ὁ τρόπος κάθε κτιστῆς ὕπαρξης. Συγκεφαλαιώνει ὁ ἀτομοκεντρικὸς τρόπος ὅλους τοὺς ὑπαρκτικοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστότητας, τὴ διαφορὰ ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τῆς ὕπαρξης τῆς ἀγαπητικὰ κοινωνούμενης. Σημαίνει τὴν ὕπαρξη ὑποταγμένη στὶς ἐνορμήσεις αὐτοσυντήρησης, κυριαρχίας, ἡδονῆς, σὲ «ἕτερον νόμον ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοὸς καὶ αἰχμαλωτίζοντα (τὴν ἐλευθερία τῆς λογικῆς ὑπόστασης τοῦ ἀνθρώπου) ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας (ὑπαρκτικῆς ἀποτυχίας) τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσι (τοῦ σώματος)» (Ρωμ. 7, 23). Ταυτόσημος ὁ ἀτομοκεντρισμὸς μὲ τὴν ἰδιοτέλεια, τὴν πλεονεξία, τὸν φθόνο, τὴν κακεντρέχεια, τὸ μίσος, τὴ δολιότητα, τὴν ἐξουσιολαγνία, τὸν σαδισμό.

Κάθε ἔμβια ὕπαρξη εἶναι ἀπὸ τὴ φύση της (ἀπὸ τὶς ὑπαρκτικές της προδιαγραφὲς) δεσμευμένη στὸν ἀτομοκεντρικὸ τρόπο τῆς ὕπαρξης, ἡ διαιώνιση τῆς ποικιλότητας τῶν εἰδῶν γίνεται δυνατή, ἐπειδὴ οἱ ὑπαρκτικὲς μονάδες κάθε εἴδους, τὰ ἄτομα, εἶναι ὑποταγμένα στὴ νομοτέλεια τῶν φυσικῶν ἐνορμητικῶν τους ὀρέξεων. Ἡ ὑπαρκτικὴ διαφορὰ τοῦ κτιστοῦ ἀπὸ τὸ ἄκτιστο δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα οὔτε παράβασης-πτώσης-τιμωρίας οὔτε παρέμβασης «κακοῦ», ἰσοσθενοῦς μὲ τὴν αἰτιώδη τῶν πάντων ἀγάπη. Εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο ὑπαρκτικὴ διαφορά, διαφορὰ αἰτίας καὶ αἰτιατοῦ, δηλαδὴ τρόπου τῆς ὕπαρξης.

Ἀναφέρθηκε καὶ σὲ προηγούμενες σελίδες ὅτι κάποιες περιγραφὲς-διευκρινίσεις ποὺ ἀποτολμήθηκαν στὴ χριστιανικὴ γραμματεία μιᾶς ὑποθετικῆς «προ-πτωτικῆς» κατάστασης τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, καταργοῦσαν τὴ διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου ἀποδίδοντας καταγωγικὰ καὶ στὸ κτιστὸ ἀφθαρσία, ἀθανασία, ἐλευθερία ἀπὸ ὑπαρκτικὲς ἀναγκαιότητες, δηλαδὴ γνωρίσματα ποὺ ἀποδίδουμε στὸ ἄκτιστο. Ἔτσι ἔπαυε νὰ διαφέρει τὸ νοηματικὸ περιεχόμενο τῆς λέξης «δημιουργία» ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῶν λέξεων «γέννηση» καὶ «ἐκπόρευση»: Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου (καὶ τῆς σύνολης κτιστῆς πραγματικότητας συγκεφαλαιωμένης στὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία) ἔχανε κάθε νόημα, ἀφοῦ εἶχε προσφερθεῖ ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὸν Θεό: Μεταβαλλόταν ἀπὸ θρίαμβος προσωπικῆς ἐλευθερίας σὲ παθητικὰ δεδομένη ἀναγκαιότητα, κατέλυε τὴ διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, δήλωνε μᾶλλον ἕναν ὑποχρεωτικὸ πανθεϊσμό.

Ἡ μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας εἶναι σαφής: Ὅ,τι ἔχει ὑπαρκτικὴ ἀρχή (ἔναρξη), ἔχει καὶ ὑπαρκτικὸ τέλος (θάνατο), ὅ,τι εἶναι κτιστό, εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ἐφήμερο, φθαρτὸ καὶ θνητό. Μέσα στὸ ἰλιγγιῶδες κτιστὸ σύμπαν τῶν δισεκατομμυρίων γαλαξιῶν —ἀπειρία τοῦ πεπερασμένου καὶ ἀπροσδιοριστία τοῦ συγκεκριμένου—, πάνω στὸν ἀσήμαντου μεγέθους ἀλλὰ μοναδικὸ σὲ ζωηφορία πλανήτη τῆς γῆς, ἕνα ἄλλο ἐν σμικρῷ ἰλιγγιῶδες σύμπαν, κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη, εἶναι τὸ μόνο ἔλλογο κτιστό, ἡ μόνη, μετὰ τὴν Αἰτιώδη Ἀρχὴ τοῦ ὑπάρχειν, προσωπικὴ ὕπαρξη. Μοναδικὴ ὑπαρκτικὴ πραγματικότητα εἰκόνας τοῦ Ἀκτίστου ὁ ἄνθρωπος, εἰκόνα ἐνεργούμενη, ποὺ θὰ πεῖ: προικισμένη μὲ τὴν ἐλευθερία νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ αὐτὸ ποὺ εἰκονίζει — νὰ πραγματοποιήσει τὴν ὕπαρξη ὡς Ἀγαπητικὴ Ἐλευθερία ἢ νὰ αὐτομηδενιστεῖ ἑκούσια.

Τὴν ἐπίγνωση τῆς κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου τὴ σήμανε ἡ γλωσσικὴ ἐκφραστικὴ εἰκονολογώντας τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι τῆς ὑπαρκτικῆς του ἐλευθερίας: Φυσικά, μὲ τὶς προσλαμβάνουσες τῆς κτιστότητας, δηλαδὴ μὲ ὑποδηλώσεις δανεισμένες ἀπὸ τὴν ποιητικὴ (μυθικὴ) γλώσσα καὶ ἀπὸ τὴ δικανικὴ λογικὴ καὶ ἐμπειρία — μὲ τὴν ἀνα-λογικὴ παραστατικότητα τῶν εἰκόνων τοῦ «παραδείσου» καὶ τῆς «κόλασης». Ἡ προσδοκία ἀπὸ μιὰ ἐκκλησιαστικὴ σύνοδο εἶναι νὰ μεταφέρει (μεταγλωττίσει) αὐτὴ τὴν εἰκονολογικὴ ἐκφραστικὴ στὴ γλώσσα συνεποῦς ὀντολογίας, ὅπως ἔγινε καὶ ἀπὸ τὶς συνόδους τῶν πρώτων αἰώνων ποὺ φώτισαν τὴν ἀλήθεια τῆς Θεαρχικῆς Τριάδος καὶ τὸν ρεαλισμὸ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ-Λόγου.

Μὲ ἀπροκατάληπτη σκέψη δὲν εἶναι δύσκολο νὰ διακρίνουμε ὅτι ἡ ἔννοια μιᾶς «αἰώνιας κόλασης», ὡς μόνιμο καὶ ἀμετάκλητο ὑπαρκτικὸ δεδομένο, εἶναι ἀπολύτως ἀσύμβατη μὲ τὸν Θεό, ποὺ γνωρίζεται καὶ ὁρίζεται μόνο ὡς ἀγάπη. Δὲν γίνεται νὰ συμβιβάσουμε κολασμό, βασανισμούς, τιμωρίες δίχως πέρας καὶ δίχως ἔλεος, ἕναν ἐφιάλτη ἱδρυμένο καὶ κατεστημένο, μὲ τὸν Θεὸ ποὺ ὑπάρχει μόνο ὡς ἀγαπητικὴ αὐθυπέρβαση καὶ αὐτοπροσφορά, μόνο κενούμενος ἀπὸ κάθε ἐπιβολὴ ἰσχύος. Εἶναι ἀδιανόητο γιὰ τὴ λογικὴ ποὺ Αὐτὸς μᾶς χάρισε, ὁ ἴδιος Θεὸς νὰ εἶναι «ἐραστὴς μανικώτατος» κάθε λογικοῦ του πλάσματος, ποὺ τὸ καλεῖ ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη γιὰ νὰ τὸ καταστήσει μέτοχο τῆς δικῆς Του ὑπαρκτικῆς πληρότητας, ὁ ἴδιος νὰ ἱδρύει ταυτόχρονα καὶ νὰ συντηρεῖ «τόπον βασάνου» καὶ τιμωρίας τῶν ἀρνητῶν του.

Δὲν ὑπάρχει περιθώριο λογικοῦ συμβιβασμοῦ τῆς «ἄκρας ἀγαθότητος» μὲ τὴν «αἰώνια κόλαση». «Ὁ πάντων αἴτιος... ἔρως ἀγαθὸς ἀγαθοῦ διὰ τὸ ἀγαθὸν»(ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΑ, Περὶ θείων ὀνομάτων Χ, Migne P.G. 3, 708ΑΒ — ΜΑΞΙΜΟΥ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια θεολογικὰ V, Migne P.G. 90, 1385Β) δὲν γίνεται νὰ συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀνθρώπινη ὁρμέμφυτη ἀπαίτηση «κάπου» νὰ ἀποδίδεται δικαιοσύνη. Καταργοῦμε τὸ μοναδικὸ μέσο συν-εννόησης ποὺ διαθέτουμε, τὴν κοινωνούμενη λογική, ἂν υἱοθετήσουμε ἀφελὴ τεχνάσματα συγκερασμοῦ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν νομικισμὸ μιᾶς ἀνταποδοτικῆς δικαιοσύνης.

Μὴ καλέσεις τὸν Θεὸν δίκαιον, παραγγέλλει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, ὅτι ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ οὐ γνωρίζεται ἐν τοῖς πράγμασί σου... Καὶ πῶς ὀνομάζεις τὸν Θεὸν δίκαιον, ὅτε ἀπαντήσεις τὸ κεφάλαιον τὸ περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἐργατῶν;... Πῶς καλεῖ ἄνθρωπος τὸν Θεὸν δίκαιον, ὅτε ἀπαντήσεις τὸ κεφάλαιον τοῦ ἀσώτου υἱοῦ;... Ποῦ ἐστιν ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὅτε ἦμεν ἁμαρτωλοὶ καὶ ὁ Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ ἡμῶν... Ποῦ ἐστιν ἡ ἀνταπόδοσις αὐτοῦ ἐν τοῖς ἔργοις ἡμῶν;... Ποῦ ἐστιν ἡ γέεννα ἡ δυναμένη λυπῆσαι ἡμᾶς; καὶ ποῦ ἐστιν ἡ κόλασις ἡ ἐκφοβοῦσα ἡμᾶς πολυμερῶς καὶ νικῶσα τὴν εὐφροσύνην τῆς ἀγάπης αὐτοῦ;... Ἡ ἀνταπόδοσις τῶν ἁμαρτωλῶν ὁποία τίς ἐστιν; Ἀντὶ τῆς ἀνταποδόσεως τῆς δικαίας, αὐτὸς ἀνάστασιν ἀνταποδιδοῖ αὐτοῖς (ΙΣΑΑΚ τοῦ Σύρου, Λόγοι ἀσκητικοί, Κριτικὴ ἔκδοση Ἱ.Μ. Ἱβήρων, 2012, σελ. 591-594).

Γιὰ τὴ λογική μας, μοιάζει συνεπέστερη ἡ παραδοχὴ ὅτι «τὸ ὅλως λεγόμενον κακὸν» δὲν εἶναι κατηγορία συμπεριφορᾶς, ἁπλῶς παράβαση νόμου, ἀπείθεια σὲ ἐντολές, ἀνταρσία ἀπέναντι σὲ ἐξουσιαστικὲς αὐθεντίες. Τὸ ὑπαρκτικὸ «κακὸ» εἶναι ἄρνηση τοῦ «καλοῦ». Καὶ ἂν τὸ «καλὸ» εἶναι ἡ ὑπαρκτικὴ πληρότητα, ἡ ἐλευθερία τῆς ὕπαρξης ἀπὸ περιορισμοὺς καὶ ἀναγκαιότητες, ὁ ἔρως ὡς ἐλευθερία αὐτοπροσφορᾶς καὶ κοινωνία ἀλληλοπεριχώρησης τοῦ ὑπάρχειν, τότε, σαφέστατα, «κακὸ» εἶναι ὁ ἐγωκεντρισμός, ἡ ἰδιοτέλεια, ὁ αὐτοαποκλεισμὸς ἀπὸ τὴν ἀγαπητικὴ κοινωνία τῆς ὕπαρξης. Εἶναι ἡ ἐπιλογὴ καὶ κατάφαση τῶν ὑπαρκτικῶν ὁρίων τῆς κτιστότητας, τῆς μὴ-σχέσης, τῆς μὴ-ζωῆς, ἐπιλογὴ τῆς ἀνυπαρξίας.

Στὴν Ἐκκλησία δὲν καταθέτουμε ἀτομικὲς ἰδέες, γνῶμες, προτάσεις. Καταθέτουμε πρόβλημα ἢ ὅ,τι ἀντιλαμβανόμαστε ὡς πρόβλημα καὶ ποὺ ἀφορᾶ ὄχι στὴν ὀρθότητα πεποιθήσεων, ἀλλὰ σὲ ὁποιουδήποτε τύπου διασάφηση ἢ ἀπειλὴ συγχύσεων τῆς «ἐν ἡμῖν ἐλπίδος» (1 Πέτρ. 3, 15). Καταθέτουμε τὸ πρόβλημα, ὅπως προσκομίζουμε τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο (τὸ «πρόσφορο» καὶ τὸ «νάμα») γιὰ νὰ τελεστεῖ ἡ Εὐχαριστία — καταθέτουμε τὸ πρόβλημά μας γιὰ νὰ τελεστεῖ ἡ Σύνοδος: προέκταση τῆς Εὐχαριστίας. Πιστεύουμε-ἐμπιστευόμαστε ὅτι ἡ σύνοδος τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὅ,τι καὶ μιὰ «συνέλευση στελεχῶν» ἰδεολογικοῦ «κινήματος» ἢ διεθνοῦς ὀργανισμοῦ ἢ μεγάλης ἐπιχείρησης — στὴν ἐκκλησιαστικὴ σύνοδο οἱ συνερχόμενοι ἐπίσκοποι δὲν καταθέτουν ἀτομικὲς γνῶμες, ἰδέες, ἀπόψεις, ἀλλὰ «τὴν ὑποκειμένην ἑκάστῳ ποιότητα» τοῦ πατρικοῦ χαρίσματος. Μετέχουν στὴ σύνοδο καὶ λειτουργοῦν συνοδικά, ἐπειδὴ ἔχουν τὸ χάρισμα τῆς πατρότητας καὶ ὄχι τὴν ἱκανότητα τῆς παιδαγωγίας (Πρβλ. τὸ τοῦ Παύλου: «ἐὰν μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα», 1 Κορ. 4, 15.), ὄχι ἐπειδὴ κατέχουν πτυχία εἰδικῶν σπουδῶν καὶ τίτλους καθηγεσίας.

Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο αἱρετικὸν ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ ὄχι ὅποιον κομίζει πρόβλημα καὶ αἰτεῖται συνοδικὸ φωτισμὸ τοῦ προβλήματος, ἀλλὰ ὅποιον νομίζει ὅτι «παιδαγωγεῖ» τοὺς πιστοὺς μὲ δοξασίες ποὺ δὲν ἀπηχοῦν τὴ μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καὶ ἀρνεῖται τὸν φωτισμὸ τῆς αὐθαιρεσίας του ἀπὸ σύνοδο πατέρων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.

                                  ΤΕΛΟΣ

ΓΙΑ ΕΙΚΟΣΙ ΑΙΩΝΕΣ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΝΕΦΗ ΑΓΙΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ. ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ κ. ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ; ΘΑ ΦΕΡΕΤΕ ΣΕ ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ. 
ΘΑ ΑΙΣΘΑΝΘΟΥΝ ΑΠΑΤΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΗΡΥΞΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΥΠΟΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ. ΘΑ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΗΣΟΥΝ ΟΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΕ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ ΜΙΑ ΑΛΑΘΗΤΗ ΑΓΑΠΗΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ. 
ΠΡΙΝ ΧΡΟΝΙΑ Ο ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΕΙΧΕ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΕΙ ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΚΑΤΗΓΟΡΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΠ. ΠΑΥΛΟ  ΟΤΙ ΑΛΛΟΙΩΣΕ ΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΙΟ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΕΠΙΒΑΛΛΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΑΘΕΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΕΛΕΙΠΕ ΟΜΩΣ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΒΗΜΑ, Η ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ. 
ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΕΟΠΑΤΕΡΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΤΑΞΗ ΤΗΣ ΝΕΟΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ. ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΓΑΖΟΥΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ ΜΕ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ. ΦΤΑΝΕΙ Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Ο ΜΑΝΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΘ' ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΘΕΟΥ.


Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

ΠΤΩΣΗ - ΚΡΙΣΗ - ΚΟΛΑΣΗ Ή Η ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ (24)

Συνέχεια από: Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2020


Κεφάλαιο 24: «Ἀποκατάσταση τῶν πάντων»

Ἂν μία σύνοδος καθολικὴ τῆς Ἐκκλησίας φωτίσει κάποτε τὶς ἀντιφάσεις καὶ τὰ ἀδιέξοδα ποὺ δημιουργεῖ ἡ παραδοχὴ τῆς ὕπαρξης ἀγγέλων καὶ δαιμόνων, ἡ ἐγκυρότητα τῶν ἀποφάνσεών της δὲν θὰ συναχθεῖ ἀπὸ ἀντικειμενικὲς προδιαγραφὲς τῶν προαπαιτουμένων γιὰ τὴ σύγκλησή της. Θὰ συναχθεῖ αὐτονοήτως ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα: Θὰ ἔχει «φωτίσει» τὶς ἀντιφάσεις καὶ τὰ ἀδιέξοδα παράγοντας εὐ-αγγέλιο, καταδείχνοντας ὁδὸ «σωτηρίας», τὸν τρόπο τῆς μετοχῆς στὴν ἀγαπητικὴ ἀλληλοπεριχώρηση τοῦ ὑπάρχειν.

Τότε θὰ ἀπαντηθοῦν καὶ οἱ δύο συναφεῖς ἐκκρεμότητες ποὺ ἐδῶ προαναφέραμε: Ἂν ὑπῆρξε ποτὲ «πτώση» τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἂν μπορεῖ νὰ συνυπάρξει μὲ τὴν Τριαδικὴ ἀγαπητικὴ πληρότητα αἰώνια κόλαση τιμωρίας καὶ βασανισμοῦ τῶν ἁμαρτωλῶν.

Ἕνας ἀνεπιφανὴς ἀλλὰ σοφὸς λαϊκὸς θεολόγος, τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ὁ Δημήτρης Κουτρουμπῆς, ἔλεγε σὲ προσωπικοῦ χαρακτήρα (ὄχι δημόσιου) συναντήσεις: «Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία καταδίκασε τὴ διδασκαλία τοῦ Ὠριγένη γιὰ ‛‛ἀποκατάσταση τῶν πάντων’’ καὶ μετὰ συνέχισε ἡ Ἐκκλησία νὰ προσεύχεται γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν πάντων». Τὸ παιγνιῶδες τῆς ἔκφρασης δήλωνε ὅτι τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ ξέρουμε εἶναι ἡ δίχως ὅρια καὶ προυποθέσεις σωτήρια τοῦ ἀνθρώπου ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ποιοί καὶ πόσοι θὰ «σωθοῦν» μετὰ τὸν θάνατο, εἶναι ἀφέλεια νὰ ἀπαντηθεῖ μὲ τὴν ἐνδοκοσμικὴ λογική μας — μὲ δικανικὰ μέτρα, ἐκτιμήσεις, μετρήσεις κατορθωμάτων καὶ παραπτωμάτων. Τὸ μόνο ποὺ θὰ μπορούσαμε ἴσως νὰ συναγάγουμε ἀπὸ τὴν ἐμπειρικὴ μετοχή μας στὴν ἀλήθεια (τρόπο) τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἀσυμβίβαστο αὐτῆς τῆς ἀλήθειας (τοῦ ὑπαρκτικοῦ τρόπου τῆς ἀγάπης) μὲ ὁποιαδήποτε πρόβλεψη, ἀπαίτηση ἢ ἀπειλὴ τιμωρίας ὁποιουδήποτε «ποιήματος» τοῦ Θεοῦ γιὰ ὁποιοδήποτε παράπτωμα — καὶ ἰδιαίτερα ἂν στὴν τιμωρία ἀποδίδεται σωφρονιστικὴ ἢ ἀνταποδοτικὴ σκοπιμότητα, δηλαδὴ ἂν ἑρμηνεύεται ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ λογικὴ τῶν ἐγκόσμιων συναλλαγῶν.

Λογικὰ μένει ἀνοιχτὸ τὸ ἐνδεχόμενο ἐλεύθερης ἐπιλογῆς νὰ ἐμμείνει ὁ ἄνθρωπος ἢ ὄχι στὴν ὑπαρκτικὴ περατότητα τοῦ κτιστοῦ.

Ἐμπειρικὰ μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε, ζώντας καὶ σπουδάζοντας τὸν τρόπο τῆς Ἐκκλησίας, τὸν σεβασμὸ ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ τὴν ἐλευθερία τῶν ἐπιλογῶν τοῦ ἀνθρώπου. «Ὅστις θέλει» ἀκολουθεῖ τὸν Χριστὸ (Ματθ. 16, 24 – Μάρκ. 8, 34 – Λουκ. 9, 23) καὶ αὐτὴ ἡ θέληση μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ μιὰ στιγμιαία χαρισματικὴ ἀπόφαση-μεταστροφὴ (ὅπως τοῦ συσταυρωμένου μὲ τὸν Χριστὸ ληστῆ) ἢ μιὰ ἰσόβια ἀνάληψη «σταυροῦ»: Δηλαδὴ δοκιμασίας τῆς θελητικῆς ἐλευθερίας στὴν κατάφαση τῆς ἀγαπητικῆς κλήσης ποὺ ἀπευθύνει ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο καλώντας τον «ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι». Συνιστᾶ ἰσόβιο ἄθλημα ἡ κατάφαση τοῦ ἀνθρώπου στὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἀποβλέπει νὰ «διαπλάσει» ὄχι ἁπλῶς βουλητικὴ ἀπόφαση, ἀλλὰ «ποιότητα διαθέσεως» (Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ τοῦ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια θεολογικά, Migne P.G. 90, 1312C), δηλαδὴ νὰ συστήσει τρόπο τοῦ ὑπάρχειν.

«Ὅστις θέλει» ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό. Δὲν πρόκειται γιὰ ἀποδοχὴ πεποιθήσεων καὶ ἀρχῶν συμπεριφορᾶς ἢ γιὰ συστράτευση σὲ «κίνημα ἰδεῶν», σὲ ὀργανωμένη προσπάθεια ἀλλαγῆς ἢ βελτίωσης τοῦ ἀνθρώπινου χαρακτήρα ἢ τῶν ὅρων συνύπαρξης στὴ συλλογικότητα. Πρόκειται γιὰ μεταβολὴ στὴν «ὑποκειμένην ἑκάστῳ ποιότητα τῆς διαθέσεως», στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος διατίθεται (προσφέρεται) νὰ ὑπάρχει: Μὲ τὸν ἀτομοκεντρικὸ (καταγωγικὰ θανατηφόρο) τρόπο τοῦ κτιστοῦ ἢ μὲ τὴν ἀγαπητικὴ ἐλευθερία τοῦ Ἀκτίστου — «τὸ χεῖρον καὶ μὴ ὂν τοῦ κρείττονος καὶ ὄντος ἑκὼν ἀνταλλάσσων»(ΜΑΞΙΜΟΥ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, Migne P.G. 91, 1085Α).

OΠΟΙΟΣ ΤΟΛΜΑ ΣΗΜΕΡΑ ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ, ΚΡΙΝΕΤΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ.
ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΑΝΑΒΑΘΜΙΖΩ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΜΟΥ ΑΛΛΑ ΟΤΙ ΑΝΑΚΑΙΝΙΖΟΜΑΙ ΔΙΟΤΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΝΑ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΜΕ. 
ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΚΡΙΒΕΙΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΙΡΩΝΙΚΟΙ ΜΕ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕ, Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΠΟΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟΝ ΚΑΛΛΟΣ, ΙΩΑΝ.20,23 ΟΤΑΝ ΕΝΕΦΥΣΗΣΕ ΣΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟ, ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ. ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥΣ. 
Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΣΚΟΝΤΑΦΤΕΙ ΚΑΙ Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΚΑΘΩΣ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΥΡΙΟΥ ΣΑΝ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΚΑΘΙΣΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ.
ΓΙ' ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΔΕΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΠΟΙΗΣΑΝ ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΔΙΟΤΙ ΓΝΩΡΙΖΑΝ ΗΔΗ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΣΑΝ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ.

ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΩΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΦΑΝΕΡΩΝΟΥΝ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ, ΠΑΡΟΤΙ ΜΟΝΟΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕ. ΣΕ ΜΙΑ ΔΑΙΜΟΝΙΩΔΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ, ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΠΤΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

ΠΤΩΣΗ - ΚΡΙΣΗ - ΚΟΛΑΣΗ Ή Η ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ (22)

Συνέχεια από Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020


Κεφάλαιο 22: Προσδοκώμενες συνοδικὲς διασαφήσεις

Δὲν χρειάζεται ἡ προσφυγὴ οὔτε σὲ «ἀγαθὰ πνεύματα» καὶ στὴ βοήθειά τους γιὰ νὰ πραγματωθεῖ τὸ ναί, ἡ κατάφαση τοῦ ἀνθρώπου στὴν κλήση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, οὔτε σὲ «δαίμονες» ἢ «πονηρὰ πνεύματα» καὶ στὴ βοήθειά τους γιὰ νὰ πραγματωθεῖ τὸ ὄχι, ἡ ἄρνηση τοῦ ἀνθρώπου στὴν κλήση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ χρειάστηκε τὴ γλώσσα τῶν προ-χριστιανικῶν θρησκευτικῶν παραδόσεων γιὰ νὰ ἐκφράσει, εὔληπτα γιὰ τοὺς πολλούς, τὴν ὑπαρκτικὴ περιπέτεια τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ καμιὰ συνοδικὴ ἀπόφαση δὲν δεσμεύει τὸ ὀντολογικὸ περιεχόμενο τοῦ εὐ-αγγελίου τῆς Ἐκκλησίας στὰ σχήματα τῆς θρησκευτικῆς δαιμονολογίας καὶ ἀγγελολογίας.

Ὅταν μιλᾶμε γιὰ συνοδικὴ διασάφηση τῆς ἀγγελολογίας καὶ τῆς δαιμονολογίας, ἐννοοῦμε τὸ ἀνάλογο τῆς ὀντολογικῆς ἑρμηνείας ποὺ διατύπωσαν οἱ ὣς τώρα οἰκουμενικὲς σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ-Λόγου καὶ τῆς λειτουργίας τῶν Εἰκόνων (τῆς ζωγραφικῆς τέχνης) μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Στὸ προκείμενο θέμα, τὸ ἀνάλογο τῶν ὀντολογικῶν διασαφήσεων ποὺ προηγήθηκαν θὰ ἦταν νὰ ἀπαντηθοῦν ἀπὸ Σύνοδο τῆς καθόλου Ἐκκλησίας ἐρωτήματα καὶ ἑρμηνευτικὰ κενά, ὅπως:

1. Οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ δαίμονες φέρονται στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία ὡς ἔλλογες καὶ αὐτοσυνείδητες (δηλαδὴ προσωπικὲς) ὑπάρξεις, κτιστές, ἀλλὰ σαφῶς ἐλεύθερες ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστότητας (χρόνο, χῶρο, φθορά, θάνατο). Ἐμφανίζονται, δηλαδή, νὰ ἔχουν προικιστεῖ καταγωγικὰ μὲ τὴν «καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ» ὕπαρξη, χωρὶς νὰ ἔχει προηγηθεῖ πρόσληψη τῆς ἀγγελικῆς φύσης ἀπὸ τὸν Θεό (τὸ ἀνάλογο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ-Λόγου), χωρὶς καὶ τὴ δοκιμασία τῆς ἐλευθερίας ποὺ προϋποθέτει τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα» στὸ «καθ’ ὁμοίωσιν».

2. Μάλιστα οἱ δαίμονες περιγράφονται νὰ παραμένουν ἐλεύθεροι ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστότητας καὶ μετὰ τὴν (ἀσαφῶς θρυλούμενη) «πτώση» τους. Ἀντιστρατεύονται τὸν Θεὸ καὶ ὑπονομεύουν τὴν «καλὴν λίαν» δημιουργία τοῦ Θεοῦ, πραγματώνοντας ἐνεργὰ τὴν ἄρνηση τοῦ τρόπου τῆς «ὄντως ὑπάρξεως». Ὅμως αὐτὴ ἡ θελημένη πραγμάτωση τῆς ἄρνησης τοῦ ὑπάρχειν δὲν τοὺς ὁδηγεῖ στὸν θάνατο, διαιωνίζει ἀχρόνως ἀδιάστατη, ἄφθορη, ἀθάνατη τὴν ὕπαρξή τους.

3. Οἱ δαίμονες, διαθέτοντας τὶς «συντεταγμένες» τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἀκτίστου (τὴν ἀχρονία, ἀδιαστασία, ἀφθαρσία, ἀθανασία) πραγματώνουν τὴν ἄρνηση τοῦ τρόπου τοῦ Ἀκτίστου (τῆς ὑποστατικῆς τριαδικῆς πραγμάτωσης καὶ ἀλληλοπεριχώρησης τῆς ἀγάπης). Ὁ παραλογισμὸς τὸν ὁποῖο συνεπάγεται ἡ ἀναφορὰ σὲ ὕπαρξη δαιμόνων (δηλαδὴ ἀγγέλων ποὺ «ἐξέπεσαν» σὲ δαίμονες) μοιάζει ἔτσι ὁλοσχερής, ἀναιρεῖ πλήρως τὴ λογικὴ (τὸν κοινωνούμενο λόγο, τὶς προϋποθέσεις γνώσης) τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καὶ μαρτυρίας.

4. Οἱ δαίμονες περιγράφονται ὡς ἔχοντες ἀκόμα καὶ τὴ δυνατότητα νὰ μονομαχοῦν μὲ τὸν Θεὸ-δημιουργό τους: Νὰ «ἐκπειράζουν Κύριον τὸν Θεόν» τους, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ-Λόγο, «ἀγόμενον ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὴν ἔρημον»: Ἀναγαγὼν αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν ἔδειξεν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τῆς οἰκουμένης ἐν στιγμῇ χρόνου, καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ διάβολος· σοὶ δώσω τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἅπασαν καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν, ὅτι ἐμοὶ παραδέδοται, καὶ ᾧ ἐὰν θέλω δίδωμι αὐτήν, μὲ ἀντάλλαγμα: «ἐὰν πεσὼν προσκυνήσεις μοι» (Λουκ. 4, 1-13 – Ματθ. 4, 9 – Μάρκ. 1, 12-13). Ὁ συνοδικὸς φωτισμὸς ἑνὸς τέτοιου κειμένου εἶναι ζωτικὴ ἀνάγκη ἀπελευθέρωσης τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἀπόδοση ὀντολογικῆς ὑπόστασης στὸ «κακό».

5. Ἂν οἱ «δαίμονες» εἶναι ἡ ὑποστασιοποίηση τοῦ «κακοῦ», ἡ ἐκδοχὴ τοῦ «κακοῦ» ὡς ὀντολογικῆς πραγματικότητας ἰσοδύναμης καὶ ἰσόκυρης μὲ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, ἂν σὲ ἀφηγήματα ὅπως τὸ παραπάνω ἀποδοθεῖ χαρακτήρας ἱστορικῆς καταγραφῆς καὶ ὄχι ἀλληγορίας-συμβολικῆς εἰκόνας, τότε ἡ γλώσσα τοῦ ὀντολογικοῦ μας προβληματισμοῦ ἐξουδετερώνεται ἀπὸ κομβικὲς ἀντιφάσεις: Στὸ κτιστὸ ἀποδίδουμε γνωρίσματα τοῦ Ἀκτίστου, ἡ διαστολὴ τῶν δύο ἐννοιῶν ἀκυρώνεται, ἡ σύγχυσή τους ἀποκλείει τὴ λογικὴ (ἐμπειρικὰ κοινωνούμενη) ὀντολογικὴ ἑρμηνευτική.

6. Τὸ ἀμιγῶς διανοητικὸ εὕρημα τοῦ ἄτρεπτου (ὁριστικοῦ-ἀμετάβλητου) χαρακτήρα τῆς «ἀγαθότητας» τῶν ἀγγέλων καὶ τῆς «κακότητας» τῶν δαιμόνων μοιάζει ριζικὰ ἀσυμβίβαστο μὲ ἕναν ὀντολογικὸ προβληματισμὸ ποὺ προυποθέτει ὡς βάση τὴ διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Ἂν δὲν γίνει ἀπολύτως σεβαστὴ μεθοδολογικὰ (ὡς μίτος γιὰ τὴν ἄρθρωση καὶ ἑνοποιὸς ἱστὸς τῶν ἑρμηνευτικῶν μας προτάσεων) αὐτὴ ἡ διάκριση, τότε ὁ λόγος-μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας (τὸ εὐ-αγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας) ἐκπίπτει σὲ ἀφέλειες καὶ αὐθαιρεσίες θρησκευτικῶν ἀπριορισμῶν καὶ μυθευμάτων.

ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΡΕ ΜΑΓΚΑ!!!
ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ ΚΑΜΜΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΟ ΑΓΑΘΟ ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΔΕΝ ΣΥΝΙΣΤΑ ΤΟ ΑΤΟΜΟ; ΔΕΝ ΜΑΣ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΤΟ ΑΓΑΘΟ ΑΤΟΜΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΚΑΚΟ ΑΤΟΜΟ ΣΕ ΑΙΩΝΙΑ ΔΙΑΜΑΧΗ, ΤΟΥ ΜΑΝΙΧΑΙΣΜΟΥ;
ΓΙΑΤΙ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ;
ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΚΤΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟΥ; ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΑΝΑΧΘΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΕ ΕΦΑΛΤΗΡΙΟ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ, ΟΠΩΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΥ. 
Η ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ ΦΥΣΙΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ Ο ΔΟΥΛΟΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΦΕΝΤΗΣ, ΠΡΟΣΩΠΟ, ΟΠΩΣ ΣΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΟΥ ΕΓΕΛΟΥ. 

Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής :  

“Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:

«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.

Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.

Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»

Mετάφραση :

H ψυχή πού είναι νούς κατά τήν δύναμή της, έχει οπωσδήποτε ως αγέννητο τόν εαυτό της πού γεννά νοητά γιά τόν εαυτό του, ώστε νά  υπάρχει ο λόγος πού είναι μέσα στό νού καί από αυτόν νά γεννιέται άλλος, [κι έτσι ο πρώτος είναι ο νούς πού γεννά καί ο νούς πού γεννιέται ο δεύτερος], έχοντας τήν ιδιότητα πού συνοδεύει τή γέννηση πού μέ κανένα τρόπο δέν επιδέχεται αντιστροφή.

Διότι τίποτε δέν είναι απόλυτο (ανεξάρτητο από τά άλλα) καί απλό στήν ουσία, παρά μόνο τό Θείο, ενώ τά άλλα όσα είναι έπειτα από τόν Θεό καί παίρνουν τήν ύπαρξή τους από τό Θεό, αποτελούνται από ουσία καί ποιό ήτοι δύναμη, δηλαδή από ουσία καί συμβεβηκότα.
Αυτός λοιπόν ο λόγος, αυτός πού έτσι είναι καί γεννιέται, παίρνοντας  τή φωνή τής υπηρέτριας φύσης, προφέρεται καί γεννά λόγο σέ άλλο νού καθώς παραπέμπεται μέ τήν ακοή εκείνου πού τόν δέχεται στό νού.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

ΠΤΩΣΗ - ΚΡΙΣΗ - ΚΟΛΑΣΗ Ή Η ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ (21)

 Συνέχεια από Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2020


Κεφάλαιο 21: Χρηστικὴ ἑρμηνεία (δηλαδὴ νομικὴ ἀποτίμηση) τοῦ κακοῦ

Μὲ τὴ λογικὴ λοιπὸν (καὶ τὴν ἐλευθερία) προ-συνοδικῆς προετοιμασίας, ἐντοπίζουμε δύο πεδία προβληματισμοῦ ποὺ ἀφοροῦν στὴν «πτώση» καὶ στὸ «κακό»:

Πρῶτος προβληματισμός, ἡ καταγωγὴ (ἀφετηρία) τοῦ «κακοῦ». Οἱ ἐκδοχὲς εἶναι δύο: Ἢ τὸ «κακὸ» ἀποτελεῖ τὴ συνέπεια μιᾶς ἀρχέγονης «πτώσης» τοῦ ἀνθρώπου (ἀνυπακοῆς, παράβασης, ἀνταρσίας ἑνὸς πρωτόπλαστου ζεύγους ἀπέναντι σὲ νομοθέτημα τοῦ Θεοῦ) ἢ ὅ,τι ἐμεῖς ὀνομάζουμε «κακὸ» εἶναι τὰ ὁριστικὰ (ὁρισμοῦ) ὑπαρκτικὰ ἰδιώματα τῆς κτιστότητας — τὰ δεδομένα τῆς διαφορᾶς τοῦ αἰτιατοῦ ἀπὸ τὸ ἀναίτιο, τοῦ κτιστοῦ ἀπὸ τὸ ἄκτιστο. Ἐνδιαφέρει νὰ μελετήσουμε ποιά ἀπὸ τὶς δυὸ ἐκδοχὲς λύνει περισσότερα προβλήματα (ἀπαντάει σὲ περισσότερα ἐρωτήματά μας) σχετικὰ μὲ τὴν αἰτιολόγηση τοῦ «κακοῦ».[Καθαρόαιμος Γνωστικισμός]

Δεύτερος προβληματισμός, ἡ τιμωρία (συνέπεια καὶ κατάληξη) τοῦ «κακοῦ». Οἱ ἐκδοχὲς εἶναι καὶ πάλι δύο: Ἢ μέσα στὴν «καλὴ λίαν» δημιουργία τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει «τόπος» ὅπου ἀποδίδεται δικαιοσύνη (τιμωρεῖται ἀναδρομικὰ τὸ «κακὸ» καὶ κολάζονται σὲ ἀτέρμονα χρόνο ὅσοι τὸ διέπραξαν) ἢ τὸ «κακὸ» δὲν εἶναι παράβαση νόμου, ἀπείθεια σὲ ἐντολές, ἀνταρσία ἀπέναντι σὲ ἐξουσιαστικὴ αὐθεντία (παρεκτροπὲς ὑποκείμενες σὲ τιμωρία), ἀλλὰ τὸ «κακὸ» εἶναι μόνο ἄρνηση τοῦ «καλοῦ». Καὶ ἂν τὸ «καλὸ» εἶναι ἡ ὕπαρξη ἐλεύθερη ἀπὸ περιορισμοὺς καὶ ἀναγκαιότητες, ἡ ὕπαρξη ὡς ἐλευθερία ἀγάπης-αὐτοπροσφορᾶς, τότε «κακὸ» εἶναι, σαφέστατα, ἡ ἐπιλογὴ τῆς ἀτομοκεντρικῆς αὐτάρκειας, τῆς μὴ-σχέσης, τῆς μὴ-ζωῆς, ἐπιλογὴ τῆς ἀνυπαρξίας. Ἐνδιαφέρει νὰ μελετήσουμε ποιά ἀπὸ τὶς δύο ἐκδοχὲς λύνει περισσότερα προβλήματα (ἀπαντάει σὲ περισσότερα ἐρωτήματά μας) σχετικὰ μὲ τὴν κατάληξη-ἔκβαση τοῦ «κακοῦ».

Καὶ στὶς δύο παραπάνω περιπτώσεις προβληματισμοῦ τὸ δίλημμα ποὺ τίθεται (τὰ δυὸ ἐνδεχόμενα ἐπιλογῆς) εἶναι νομικὴ-δικανικὴ ἐκδοχὴ τοῦ «κακοῦ» καὶ ἡ ὑπαρκτικὴ-ὀντολογικὴ ἐκδοχή. Ἢ τὸ «κακὸ» εἶναι παράβαση νόμου, ἀπείθεια σὲ ἐντολές, ἀνταρσία ἀπέναντι σὲ αὐθεντία ἢ τὸ «κακὸ» ἔχει ὀντολογικὸ χαρακτήρα, ἀφορᾶ στὸν τρόπο τῆς ὕπαρξης. Ὁπωσδήποτε, καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, τὸ «κακὸ» ἀφορᾶ σὲ τρόπο, ὄχι σὲ ὀντότητα. Ἢ σὲ τρόπο συμπεριφορᾶς ἢ σὲ τρόπο τοῦ εἶναι, τῆς ὕπαρξης. Ἂν διολισθήσουμε στὴν ἐκδοχὴ τοῦ «κακοῦ» ὡς αὐτόνομης ὑπαρκτικὰ ὀντότητας, δεσμευόμαστε στὶς ἀφιλοσόφητες, ἀφελεῖς σχηματουργίες τοῦ Γνωστικισμοῦ, μὲ τὶς πολλὲς ψυχοπαθολογικές τους ἐπιπτώσεις.[Τού Μανιχαισμού γιά τήν ακρίβεια]

Ἡ νομικὴ-δικανικὴ ἐκδοχὴ τοῦ «κακοῦ» μοιάζει νὰ ἔχει περισσότερες προτιμήσεις — ἐντοπίζεται τὸ «κακό», σχεδὸν ἀποκλειστικά, στὶς πράξεις (ἐνεργήματα) τοῦ ἀτόμου, ὅπως καὶ στὰ ἀτομικὰ κίνητρα τῶν πράξεων: προθέσεις, ἐνορμήσεις, αἰσθήματα καθοριστικὰ τῆς συμπεριφορᾶς. Ἡ προτίμηση τῆς συμπεριφορικῆς-νομικῆς ἐκδοχῆς ἐπιτρέπει τὴν εὔχρηστη ἀντικειμενοποίησή του: ποσοτικὲς μετρήσεις καὶ ἐκτιμήσεις τοῦ «κακοῦ», ταξινομήσεις καὶ διαβαθμίσεις (τὴν ἀξιολογικὴ κλιμάκωση) τῆς ἀρνητικῆς του δυναμικῆς, τῶν ἐπιπτώσεών του. Κάθε θεσμοποιημένο στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες σύστημα ἀπονομῆς δικαίου λειτουργεῖ μὲ τὴν ἀντικειμενοποιημένη, νομικὴ-συμπεριφορικὴ ἐκδοχὴ τοῦ «κακοῦ». Ὄχι βέβαια μὲ τὴν ὑπαρκτικὴ-ὀντολογική.

Οἱ χρηστικοὶ λόγοι δικαιολογοῦν τὴν ἀντικειμενοποιημένη νομικὴ-συμπεριφορικὴ ἐκδοχὴ τοῦ «κακοῦ», ἀλλὰ ἀφήνουν ἀναπάντητο τὸ ἐρώτημα γιὰ τὴν καταγωγὴ-προέλευση τοῦ «κακοῦ». Ἔτσι κυριαρχεῖ ὡς αὐτονόητο ἑρμηνευτικὸ στερεότυπο ἡ ἰδέα τῆς «πτώσης»: τὸ ἀλληγορικὸ ἀφήγημα τῆς Γένεσης ἐκλαμβανόμενο σὰν ἱστορικὸ συμβάν. Ἡ ἀπανθρωπία καὶ τὰ ἐφιαλτικὰ ἀπότοκα αὐτῆς τῆς ἐκδοχῆς ἔχουν πάρει τὴ θέση τους σὲ προηγούμενες σελίδες.

Ἴσως ἡ λογικὴ ἀναγωγὴ ἀπὸ τὸ ἐλλειμματικὸ στὸ πληρωματικό, ἀπὸ τὸ φθειρόμενο στὸ ἄφθαρτο, ἀπὸ τὸ ὀδυνηρὸ στὸ ἀνώδυνο, μόνη αὐτή, νὰ γεννάει στὸν ἀνθρώπινο ψυχισμὸ τὴν ἐπιθυμητὴ ὑπόθεση γιὰ προΰπαρξη ἑνὸς «παραδείσιου» τρόπου καὶ χρόνου ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὸ ἀνθρώπινο εἶδος ἐξέπεσε — εἴτε μὲ δική του ὑπαιτιότητα, εἴτε ἐπειδὴ ἐξαπατήθηκε ἀπὸ συγκεκριμένο ὑπαρκτικὸ φορέα τοῦ «κακοῦ», εἴτε ἀπὸ τὸν συνδυασμὸ αὐτῶν τῶν ἐνδεχομένων.

Λογικὴ εἶναι καὶ ἡ ἐκδοχὴ πὼς ὅ,τι οἱ ἄνθρωποι βιώνουμε ὡς «κακὸ» (οἱ ἀναγκαιότητες τοῦ χρονικοῦ καὶ διαστατοῦ χαρακτήρα τῆς ὕπαρξής μας, ἡ φθορά, ἡ ἀρρώστια, ἡ ὀδύνη, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐγωισμός, τὸ μίσος, ἡ διαβολή, ἡ ἀδικία, ὁ σαδισμὸς — τελικὰ ὁ θάνατος) εἶναι τὰ ὁριστικὰ (ὁρισμοῦ) ὑπαρκτικὰ ἰδιώματα τῆς κτιστότητας — τὰ δεδομένα τῆς διαφορᾶς τοῦ αἰτιατοῦ ἀπὸ τὸ ἀναίτιο, τοῦ κτιστοῦ ἀπὸ τὸ ἄκτιστο. Βέβαια ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ μόνη ἔλλογη ἀπὸ τὶς αἰσθητὲς ὑπάρξεις: ἔχει αὐτοσυνειδησία καὶ λόγο, τὶς προϋποθετικὲς δυνατότητες γιὰ τὴ συγκρότηση σχέσεων, γιὰ τὴν πραγμάτωση τῆς αὐθυπερβατικῆς ἐλευθερίας. Κατὰ τοῦτο ἡ ὕπαρξή του ἔχει ἀπόλυτη μοναδικότητα, ὑπαρκτικὴ ἑτερότητα ὡς πρὸς ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ὑπαρκτὰ τοῦ αἰσθητοῦ σύμπαντος. Ἂν ἦταν καὶ ἄχρονος, ἀδιάστατος, ἄφθαρτος, ἄλυπος, ἀγαθός, ὅλος αὐτοπροσφορά (ἂν δὲν εἶχε τὰ στοιχεῖα ποὺ ἐμεῖς τὰ ἀποδίδουμε σὲ «πτώση»), δὲν θὰ ἐμφάνιζε καμία διαφορὰ τρόπου τῆς ὕπαρξης ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Αὐτοαιτία τοῦ ὑπάρχειν, τὴν Αἰτιώδη Ἀρχὴ τῶν ὑπαρκτῶν.

Κατανοοῦμε ὡς τρόπο τοῦ αἰτιατοῦ τὴν ἀναγκαιότητα, τὴ μὴ-ἐλευθερία, ἀφοῦ ἡ ὕπαρξή του δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς θέλησής του, ἀλλὰ δεδομένη ὑποχρεωτικὰ «ἄλλοθεν» (ἀπὸ τὴν ὅποια αἰτία του). Ὑπάρχει τὸ αἰτιατό, χωρὶς νὰ ἔχει ἐπιλέξει νὰ ὑπάρχει — ἡ σημαντικὴ τῶν λέξεων αἰτιατὸ (ἀποτέλεσμα αἰτίας) καὶ κτιστὸ (ἀποτέλεσμα θελημένης δημιουργίας) δηλώνουν ὕπαρξη «κατ’ ἀναγκαιότητα», ἐνῶ οἱ λέξεις αὐτοαιτία καὶ ἄκτιστο δηλώνουν τὴν ὕπαρξη ὡς αὐτοπροαίρετη ἐπιλογή, ὡς ἐλευθερία.

Ὕπαρξη κατ’ ἀναγκαιότητα σημαίνει, ὄχι μόνο καταγωγικὴ ἀνελευθερία τοῦ ὑπαρκτοῦ (κτιστότητα), ἀλλὰ καὶ πραγματοποίηση τῆς ὕπαρξης ὑπὸ ὅρους: Ὑπάρχει τὸ κτιστό, ἐπειδὴ (καὶ στὸ ποσοστὸ ποὺ) οἱ φυσικὲς ἀτομικές του ἐνορμήσεις (αὐτοσυντήρησης, κυριαρχίας-ἐπιβολῆς, ἡδονῆς) ἐπιδιώκουν καὶ ἐπιβάλλουν νὰ ὑπάρχει.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ φυσικὴ ἐνορμητικὴ ἀναγκαιότητα, αὐτονομημένη ἀπὸ τὴ λογικὴ θέληση, ἀπαιτεῖ καὶ ἐπιδιώκει τὴν ὕπαρξη, σημαίνει ὅτι τὸ ἔμβιο κτιστό, γενικά, καὶ ὁ λογικὸς ἄνθρωπος, σὲ σημαντικὸ ποσοστό, ὑφίσταται τὴν ὕπαρξη, πάσχει τὴν ὕπαρξη. Ποὺ θὰ πεῖ: ἡ ὕπαρξή του πραγματώνεται ὑποταγμένη σὲ ἀθέλητες ἐνορμητικὲς ἀναγκαιότητες, ποὺ τὶς βιώνει ὡς πάθη (ὡς «πάθη» ὁρίζουμε τὰ ὅσα πάσχει-ὑφίσταται τὸ ἔλλογο ὑπαρκτὸ γιὰ νὰ ὑπάρχει).

Τὰ «πάθη» —ὑπαρκτικὲς ἀναγκαιότητες, ὑπαρκτικοὶ περιορισμοὶ ποὺ δεσμεύουν τὴν ὕπαρξή μας— συνιστοῦν καὶ τὴν εἰδοποιὸ ὑπαρκτικὴ διαφορά μας ἀπὸ τὸ Ἄκτιστο, τὸ Ἀναίτιο, τὴν Αὐτοαιτία καὶ Αἰτιώδη Ἀρχὴ τοῦ ὑπάρχειν. Εἶναι εἰδοποιὸ στοιχεῖο τῆς ὕπαρξής μας τὰ πάθη, ποιοῦν εἶδος τὴν κτιστότητα, μᾶς καθορίζουν ὡς κτιστὰ ὄντα, μᾶς διαφοροποιοῦν ἀπὸ τὴν ἄκτιστη ὑπαρκτική μας Αἰτία. Ἂν ἡ ἔλλογη, αὐτοσυνείδητη ὕπαρξή μας πραγματωνόταν ἐλεύθερη ἀπὸ ὑπαρκτικοὺς περιορισμοὺς-ἀναγκαιότητες-πάθη, θὰ εἴχαμε ἄλλο εἶδος ὕπαρξης, διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ τῶν δημιουργημένων ὄντων: Δὲν θὰ εἴχαμε «δημιουργηθεῖ», θὰ εἴχαμε «γεννηθεῖ» ἢ «ἐκπορευθεῖ» ἀπὸ τὸν Πατέρα, τὴν ἄκτιστη αὐθυπαρξία, ἄκτιστοι καὶ ἐμεῖς.

Τώρα, ὡς ἔλλογα ὄντα, μὲ αὐτοσυνειδησία καὶ βούληση, προσωπικὲς ὑποστάσεις τοῦ ὑπάρχειν, δηλαδὴ δημιουργημένες «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ, ποὺ θὰ πεῖ: μὲ τὴν ἱκανότητα γνωστικῆς ἢ καὶ ἀγαπητικῆς-αὐθυπερβατικῆς σχέσης, ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ ὑπάρξουμε καὶ «καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ, ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη «ὁδὸ» ποὺ ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ-Λόγου τὴν ἐνσάρκωσε (τὴν ἔκανε «βατὴ» καὶ ἀπὸ τὸν κάθε ἄνθρωπο): Τὴν ὁδὸ τοῦ σταυροῦ, τῆς ὑπαρκτικῆς αὐτοπαραίτησης γιὰ τὴν ἀγαπητικὴ αὐτοπροσφορὰ — τῆς μεταποίησης τοῦ φυσικοῦ θανάτου τῆς ἀτομικότητας σὲ αὐτεγκατάλειψη στὸν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ-νυμφίου τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Τὸ δίλημμα καὶ ἡ «λήψη θέσης» δὲν εἶναι προϊόντα νοητικῶν ἁπλῶς καὶ βουλητικῶν παραδοχῶν ἢ ἀποφάσεων. Ὅταν πρόκειται γιὰ κατάφαση τῆς «ὁδοῦ τοῦ σταυροῦ», εἶναι ἔμπρακτη μετοχὴ σὲ ἕνα καθημερινὸ ἄθλημα, μὲ συνεχεῖς καὶ ἐπίπονες ἀποτυχίες καὶ ἀπογοητεύσεις, τὸ ὁποῖο ὅμως, «ἀνεπαισθήτως», διαμορφώνει στάση ζωῆς ἤ, κατὰ τὴν ἔκφραση Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, «ποιότητα διαθέσεως»(Κεφάλαια θεολογικά, Migne P.G. 90, 1312C.). Αὐτὴ ἡ ποιότητα, συμπεριληπτικὴ κυρίως συνειδητῶν ταπεινώσεων καὶ ὄχι κατορθωμάτων, βεβαιώνει ὑπαρκτικὰ τὴν προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου νὰ πεῖ ναὶ στὴν ἐρωτικὴ κλήση-σὲ-σχέση ποὺ τοῦ ἀπευθύνει ὁ τῶν πάντων αἴτιος Θεὸς καλώντας τον ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι. «Ἀρχή μοι καὶ ὑπόστασις τὸ πλαστουργόν σου γέγονε πρόσταγμα» ψάλλει ἡ Ἐκκλησία ἐκ στόματος τοῦ ἐκδημήσαντος πιστοῦ στὴν «ἐξόδιο ἀκολουθία».

Ἡ κατάφαση τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ναὶ στὴν ἐρωτικὴ κλήση ποὺ τοῦ ἀπευθύνει ἡ δημιουργός του Τριαδικὴ Θεαρχία, ἔχει μιὰ δυναμικὴ ὑπαρκτικῶν διαβαθμίσεων ἀπεριόριστης κλίμακας — ἀπὸ τὸ «μνήσθητί μου» τῆς ὕστατης στιγμῆς τοῦ ληστῆ πάνω στὸν σταυρό, μέχρι τὴν πολύχρονη, ἰσόβια ἀγαθοεργία καὶ θυσιαστικὴ αὐταπάρνηση τῶν ἀσκητῶν καὶ ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀντίστοιχη δυναμικὴ διαβαθμίσεων ἔχει καὶ ἡ ἄρνηση τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὄχι ποὺ ἀντιτάσσει στὴ θεία ἀγάπη. Ἡ δυναμικὴ τῆς ἄρνησης εἶναι ἡ ὑπαρκτικὴ δυναμικὴ τῶν παθῶν, τῆς φυσικὰ δεδομένης στὸ κτιστὸ ὑπαρκτικῆς φορᾶς πρὸς τὸν ἀτομοκεντρισμό. Ὁ ἀτομοκεντρισμὸς εἶναι τὸ φυσικὸ ὁριστικὸ (ὁρισμοῦ) δεδομένο ποὺ διαφοροποιεῖ, ὡς ὑπαρκτικὸς τρόπος, τὸ κτιστὸ ἀπὸ τὸ Ἄκτιστο. Δεδομένο ποὺ ἐνεργοποιεῖται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐλεύθερη βούληση μὲ μιὰ δυναμικὴ διαβαθμίσεων ἀπεριόριστης κλίμακας — ἀπὸ τὶς ἐγωιστικὲς μικροδιενέξεις καὶ συγκρούσεις στὴν καθημερινὴ συμπεριφορὰ ὣς τὰ φρικώδη μεθοδευμένα ἐγκλήματα βασανισμῶν καὶ σαδιστικῶν ἐπινοήσεων ἢ ὣς τὶς ἐφιαλτικὲς γενοκτονίες ποὺ γνώρισε ἡ ἀνθρώπινη Ἱστορία.

ΜΑΣ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΧΕΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΚΑΙ ΛΕΓΑΜΕ ΤΟΝ ΖΟΥΡΑΡΙ ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΟ ΛΕΞΙΛΑΓΝΟ.