Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Απριλίου 2019

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (8) –Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Συνέχεια από Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

HENRI DE LUBAC

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 

Μπορεί να υπάρξει λοιπόν παραδόξως ένας Χριστιανός Προμηθέας. Σε ποιο μέτρο και σε ποιες συνθήκες, θα προσπαθήσουμε να το διευκρινίσουμε όσο είναι δυνατόν. Πριν απ’ όλα όμως πρέπει να αναρωτηθούμε: ο δικός μας μοντέρνος Προμηθέας είναι Χριστιανός; [Εδώ εμπίπτουν όλες οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού του Οικουμενισμού]. Δυστυχώς - Συνολικά σκεπτόμαστε πως δεν είναι. Οι στοχασμοί που προηγήθηκαν, εάν έχουν κάποιαν αξία απέναντι σε κάποιες αδόκιμες κριτικές, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τον αληθινό Χριστιανισμό του νέου αυτού Χριστιανού.

Ένας μυστηριώδης νόμος, τον οποίον τείνουμε να κατανοήσουμε σαν μοιραίο, επαληθεύεται για μιαν ακόμη φορά κάτω από τα μάτια μας. Η έρευνα ενός προβλεπόμενου αγαθού δεν έχει ανάγκη από ενθάρρυνση; Και όχι μόνον μέσω της διαπιστώσεως ελλείψεων ή πραγματικών αναγκών, αλλά και μέσω της ενέργειας, κρυμμένης ή φανερής, κάποιας αγανακτήσεως; Όπως συμβαίνει με τις θεωρίες περί φυσικού δικαίου και με τις διάφορες ειδικές επιστήμες, οι οποίες εφαρμοζόμενες στην μελέτη της οικογένειας καταλήγουν να εξαφανίσουν το αντικείμενό τους. [Διότι κάθε θεωρία ή ειδικότητα σήμερα είναι υποκείμενο που κατασκευάζει το αντικείμενό του. Παίρνει αφορμή για να πει τα δικά του. Μια σύγχρονη Βαβέλ που υψώνεται αναζητώντας τον άνθρωπο, ο οποίος χωρίς Θεό απλώς δεν υπάρχει, είναι το Μηδέν]. Η ανακάλυψη νέων αξιών δεν προϋποθέτει την απαξίωση άλλων αξιών, ίσως πιο θεμελιωδών; Δεν γεννά μια νέα έκσταση, ακόμη κι αν αυτή είναι μέτρια και αδύναμη στην αρχή; Και η προσοχή που της παρέχεται, το πάθος με το οποίο παρακολουθείται, δεν υποχρεώνει να ξεχάσουμε όλα τα υπόλοιπα, και πολύ συχνά τα ουσιώδη; [Αυτή την έκσταση δεν προκάλεσαν στην Ορθοδοξία ο Αγουρίδης και η σχολή του με τις Βιβλικές σπουδές; Σε μόνιμη έκσταση δεν βρίσκεται η Ακαδημία Βόλου και ο Ιγνάτιος και ο Ζηζιούλας; Διονυσιακή όμως έκσταση! Μεθυστική, που συνοδεύει την αίσθηση ότι είμαστε υπεράνθρωποι]. Δεν απομένει τότε παρά να απορριφθεί εκείνο ακριβώς το οποίο θά ’πρεπε να εμβαθυνθεί και να ξεκαθαρίσει;

Η νέα δύναμις την οποία αισθάνθηκε ο άνθρωπος να γεννιέται μέσα του δεν τον παρακινεί, ξυπνώντας και δυναμώνοντας την γοητεία αρχαίων επαναστάσεων, σε μια προσπάθεια ψεύτικης δημιουργίας, υποχρεώνοντάς τον να ενδιαφέρεται όχι τόσο για την συνεργασία του στο Θείο έργο όσο για την ανατροπή του και την διακωμώδησή του; Και έτσι ακριβώς ξεφυτρώνουν αμφίβολες καταστάσεις και ετοιμάζονται κρίσεις για τις οποίες δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως θα λυθούν.

Αυτή είναι η περίπτωση, χωρίς αμφιβολία, για κείνο το γεγονός ενός νέου ανθρώπου, που περιγράψαμε με συντομία. Σε όλην την έκταση της δημιουργικής της προόδου, η ανθρωπότης βλέπει σήμερα μόνον την προσπάθειά της για μια γήινη οικοδόμηση της ζωής. Οι επιτυχίες και οι υποσχέσεις της τεχνολογίας την έχουν μεθύσει. Την κατέλαβε ένα είδος διονυσιακής ευφορίας. Από το άλλο μέρος και ταυτοχρόνως, στην επιθυμία του μιας απελευθερώσεως, στην οποία πρέπει οι τεχνολογίες να λειτουργήσουν ως όργανά της, ο άνθρωπος φτάνει να απαρνείται οτιδήποτε συστήνει την συνθήκη της εξαρτήσεώς του και θα ήθελε, ας πούμε, να μην είχε γεννηθεί· παρότι δηλ. υπάρχει, να μην είχε αναγκαστεί ακόμη και να γεννηθεί. Η απόρριψη της θείας πρόνοιας σκληραίνει ή παραμορφώνεται σε μιαν απόρριψη της θείας πατρότητος. Και αναποδογυρίζοντας στο τέλος την κίνηση η οποία υπήρξε για χιλιετίες η αυθόρμητη κίνηση της νοήσεώς του, αντί να δει στις ορατές και αισθητές πραγματικότητες άλλα τόσα σημεία τής αοράτου βασιλείας για την οποίαν πίστεψε πως είναι προορισμένος, δεν θέλει πια να αναγνωρίσει σε όλες αυτές τις πραγματικότητες τις σημασίες μιας πνευματικής τάξεως, παρά μόνον σύμβολα χωρίς υπόσταση, ξεπερασμένα ολοκληρωτικά σήμερα, από την μοναδική πραγματικότητα αυτού του κόσμου, που του παραδίδει επιτέλους η επιστήμη.

Ισχυρίζεται πως, ύστερα από τόσον καιρό που πρόβαλε σ’ έναν μυστικιστικό ουρανό την κοινωνική πραγματικότητα που ζούσε ή φανταζόταν, πρέπει να επιβεβαιώσει την πρόσβασή του στην ώριμη εποχή, μειώνοντας τα πάντα στο γήινο επίπεδο και εξηγώντας τα πάντα μέσω του εαυτού του.

Έτσι λοιπόν η ουσιαστική κατηγορία την οποίαν απευθύνει στο Χριστιανικό μυστήριο είναι ανάλογη με εκείνην που απηύθυνε κάποτε, στο όνομα αυτού του μυστηρίου, ο Ωριγένης στην Ιουδαϊκή θρησκεία: κατηγορούσε το σχίσμα, ότι δεν ήθελε να χαθεί μπρός στην αλήθεια που είναι η ολοκλήρωση. Κάθε θεολογία ανάγεται γι αυτόν σε μιαν ανθρωπολογία.

Επιστημολογικός ενθουσιασμός, οντολογική επανάσταση, νοητική μείωση: αυτά είναι σε σύνθεση, οι τρείς πειρασμοί οι οποίοι συνοδεύουν την πρόοδο της εποχής μας, πειρασμοί στους οποίους έπεσε ο άνθρωπος στην πλειονότητά του και στους οποίους οφείλεται η πνευματική κρίση για την οποία συζητούμε! Αυτά είναι τα τρία στοιχεία τα οποία συνδυαζόμενα μεταξύ τους για να αντηχήσουν σ’ ολόκληρη την ζωή, συνιστούν εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε: ο οργανωτικός επιστημονισμός.

Ήδη από το 1937, ο Teilhard de Chardin το σημείωνε σχετικά με τον μαρξισμό. Έγραφε: «Αυτό που συνιστά, για μιαν ελίτ, τον πειρασμό του νέο-μαρξισμού, δεν είναι τόσο το ανθρωπιστικό της ευαγγέλιο, όσο το όραμά της για έναν ολοκληρωτικό πολιτισμό, δεμένο στις κοσμικές δυνάμεις της ύλης. Το αληθινό δόγμα του μαρξισμού θά ’πρεπε να είναι ο γηισμός» (Η παρούσα κρίση, Etudes, 20 Οκτ. 1937).

Αυτή η διάγνωση είναι αληθινή και για πολλά άλλα πράγματα. Οι πλευρές τις οποίες σημειώσαμε μέχρι στιγμής ανακαλύπτονται εξίσου στα δόγματα που δέχονται την παρέμβαση σκοτεινών δυνάμεων και περικυκλώνονται από μύθους, όπως επίσης και σε εκείνα που το χαρακτηριστικό τους είναι πιο θετικιστικό και θέλουν να οδηγήσουν τα πάντα σε μια νοητική καθαρότητα. Όλα δε αυτά τα δόγματα έχουν συμπυκνωθεί στην κραυγή του Νίτσε, η οποία και υιοθετήθηκε από τους περισσότερους συγχρόνους μας: «Τίποτε πέραν της γης»! «Σας εκλιπαρώ φίλοι μου, παραμείνετε πιστοί στην γη και μην πιστεύετε εκείνους που σας μιλούν για υπεργήινες ελπίδες. Είτε το γνωρίζουν είτε όχι, όλοι αυτοί μας δηλητηριάζουν» (Ζαρατούστρας, πρόλογος 3, σ. 6).

Συνεχίζεται

Αν όλοι οι άνθρωποι μετανοούσαν και τηρούσαν τις εντολές του Θεού, ο παράδεισος θα ήταν στη γη, γιατί «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν». Η Βασιλεία του Θεού είναι το ´Aγιο Πνεύμα και το ´Aγιο Πνεύμα είναι το ίδιο στον ουρανό και στη γη.

Αμέθυστος

Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (23) -ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (23)

HENRI DE LUBAC 

Συμβαίνει στην ανθρωπότητα, εάν την εκλάβουμε στο σύνολό της, εκείνο που συμβαίνει και σε κάθε άτομο. Παρότι αναπτύσσεται αόριστα, ακαθόριστα στην οργάνωσή της, παρότι ξεπερνά πολύ υψηλά επίπεδα στην πρόοδό της, η ανθρωπότης δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα χωρίς μια ενέργεια ή καλύτερα ένα «πάθος» - εντελώς διαφορετική: μια ανατροπή, ένα αναποδογύρισμα όλου του Είναι, ένα μυστηριώδες πέρασμα μέσα από τον θάνατο, μια επανάκαμψη και μια αποκατάσταση που δεν είναι άλλο από την μετάνοια του Ευαγγελίου. Καμμία εξωτερική επανάσταση δεν θα κατορθώσει να μας απαλλάξει από αυτήν την εσωτερική επανάσταση. Όπως έπρεπε να αποδεχθούμε την γέννησή μας, τώρα πρέπει να αποδεχθούμε τον θάνατό μας. Δεν πρόκειται για ένα απλό ξεπέρασμα του εαυτού μας, αλλά για την άρνηση του εαυτού μας. Εάν κανείς δεν πρέπει να δραπετεύσει από την ανθρωπότητα για μια μοναχική μοίρα, όλη μαζί η ανθρωπότης πρέπει να πεθάνει στον εαυτό της σε καθένα από τα μέλη της, για να ζήσει, μεταμορφωμένη, στον Θεό. Αυτή είναι η πρώτη και τελευταία λέξη του Χριστιανικού κηρύγματος. Αυτός είναι ο νόμος που επιβάλλεται στην ανθρωπότητα κάθε ανθρώπου – διότι καθένας μας είναι υπεύθυνος για όλους, φέρει στον εαυτό του την μοίρα όλων. Αυτός είναι ο νόμος του Χριστιανικού ανθρωπισμού εάν αποδεχθούμε αυτή την έκφραση, ο οποίος δεν μπορεί παρά να είναι ένας μετεστραμμένος ανθρωπισμός. Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, Ο ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Ο λόγος του Αγίου Ειρηναίου εκφράζει πολύ καλά την αλήθεια. Αλλά από το άλλο μέρος, ο άνθρωπος φθάνει στην Ζωή, στην μοναδική ολοκληρωμένη κοινωνία που μπορεί να υπάρξει, επαναλαμβάνοντας παντού στον εαυτό του: Εις Δόξαν Θεού.

Όποια και αν είναι λοιπόν η πρόοδος που απεκτήθη, ακόμη και στις ηθικές αξίες, όποια και αν είναι η νέα ιδέα που έχει επεξεργαστεί η φυσική αυτή πρόοδος, πρέπει να επέμβει κάτι ακόμη, για να προσδώσει σε όλο αυτό την καθοριστική του αξία: Μια μεταμόρφωση, που δεν έχει το ίσο της σε σχέση με όλες τις φυσικές μεταμορφώσεις. Κάτι εντελώς διαφορετικό από μια πρόοδο ή από μια ανθρώπινη επιτυχία, κάτι απείρως ανώτερο, κάτι που θα σώσει τον άνθρωπο από την αποτυχία του.

Όχι μια εξέλιξη, μια ανακάλυψη, μια περεταίρω πρόοδος, αλλά ένα πέρασμα πέραν κάθε προόδου – χωρίς το οποίο κάθε πρόοδος αφήνει ακόμη μέσα στον άνθρωπο την μιζέρια της! Αλλά ούτε και μια αντικειμενική κατάκτηση τής ελευθερίας πάνω στις ανάγκες που επιβάλλονται στο ανθρώπινο ζώο, αλλά στο εσωτερικό του Είναι, το πέρασμα από την δουλεία στην βασιλεία.

Αυτό το πέρασμα δεν είναι στην ευχέρεια του ανθρώπου. Δεν αφορά μια διαλεκτική ανατροπή, ακόμη και αν είναι η πιο απίστευτη. Δεν πρόκειται καν για μια νέα ανάβαση, ακόμη και αν είναι η πιο ριψοκίνδυνη από όλες. Δεν αφορά το ανέβασμα σε ένα άλλο σκαλί στην ίδια τάξη πραγμάτων. Το υπερφυσικό δεν είναι μια υψηλότερη φύση, πιο όμορφη, πιο πλούσια ή πιο γόνιμη. Δεν είναι, όπως συχνά λέγεται σήμερα, μ’ έναν άσχημο νεολογισμό, μια υπερφύσις. Είναι η Επιδρομή μιας νέας Αρχής, διαφορετικής. Είναι ξαφνικό άνοιγμα ενός είδους τετάρτης διαστάσεως, χωρίς καμμία αντιστοιχία ή αναλογία με όλους τους αναβαθμούς που μας προσφέρουν οι φυσικές διαστάσεις. «Καινή κτίσις», δημιουργία μιας καινούργιας καρδιάς. Κατά γράμμα, για μια νέα γέννηση τής οποίας η πρώτη ευλογία θα είναι για τον Χριστιανό η αποκατάσταση μιας νέας παιδικότητος. Η Φύση προχωρά και εξελίσσεται στον χρόνο: με το υπερφυσικό εμείς περνούμε συνεχώς από την χρονικότητα στην αιωνιότητα. Η Φύσις οικοδομεί την γήινη πόλη, το υπερφυσικό εισάγει στην Βασιλεία του Θεού. Μια διάκριση που αγνοεί ολοκληρωτικά ο Οικουμενισμός, όπως την περιγράφει την αδιακρισία αυτή ο Lamennais. «Το χρέος σας είναι αυτό. Είναι μεγάλο. Πρέπει να σχηματίσετε μια Οικογένεια καθολική, παγκόσμια. Πρέπει να οικοδομήσετε την πόλη του Θεού, να πραγματοποιήσετε προοδευτικά και ασταμάτητα το έργο του μέσα στην ανθρωπότητα». (Το βιβλίο του λαού, 1838).

Και αυτή δεν είναι ένα ιερό φτιαγμένο από ανθρώπινα χέρια. Είναι το «Όρος της Σιών, η πόλις του ζωντανού Θεού, η Επουράνιος Ιερουσαλήμ» (προς Εβρ. 12, 22). Ανάμεσα στην Φύση και το υπερβατικό οι δεσμοί είναι στενοί και πραγματικοί, από την στιγμή που η πρώτη έπλεξε το σώμα του δευτέρου. Ο χριστιανός λοιπόν δεν χρειάζεται να απελπίζεται από την γη, ώστε να υψώνει το βλέμμα του πιο ψηλά στους ουρανούς. Μπορεί να ανοίξει στην θεία ζωή χωρίς να παραιτηθεί από μια καλύτερη οργάνωση της χρονικής ζωής. Δεν πρέπει να σιχαθεί τις έρευνες, τις ανθρώπινες ανακαλύψεις. Δεν απαλλάσσεται από το χρέος του να εργαστεί σαν άνθρωπος, από όλη του την ανθρώπινη ασχολία. Και αυτή η εργασία αξίζει να γίνεται με ενθουσιασμό.

Να συνεργαστεί στην μεγάλη μεταμόρφωση που βρίσκεται σήμερα σε δράση, για να κάνει την γη να τραγουδήσει, είναι ένας νέος σκοπός της ζωής, που δεν τον διέθεταν οι πρόγονοί μας. Αλλά πραγματοποιώντας και αυτόν τον νέο σκοπό, εργαζόμενος ακόμη και πάνω στον εαυτό του, ο άνθρωπος δεν κατορθώνει παρά να δημιουργεί και να ετοιμάζει μια ύλη. Κανένας σχηματισμός ενός «νέου ανθρώπου» δεν θα καταργήσει την ανάγκη του «Νέου Ανθρώπου», εκείνου του «καινού ανθρώπου» που περιέγραψε ο Απ. Παύλος (Εφ. 4, 24! Ενδυθείτε τον νέον άνθρωπο, τον δημιουργηθέντα κατά θεόν προς αληθινή δικαιοσύνη και αγιότητα), τον αθάνατο, τον άφθαρτο, ο οποίος προϋποθέτει όλο το μυστήριο του Θεανθρώπου. Κάθε καινούριος σταθμός που κατακτάται από τον άνθρωπο στην ιστορία του μπορεί να τον ανοίξει – ή να τον κλείσει, διότι κάθε πρόοδος φυσική είναι αμφίσημη – στην ανανέωση του μυστηρίου του Πάσχα.

Ο άνθρωπος, δυνατός από την θεία βοήθεια, ας ξαναπάρει στα χέρια του το έργο των έξι ημερών. Ας το προεκτείνει για ολόκληρη την έβδομη ημέρα. Ας φανεί σ’ αυτό θαρραλέος, κατακτητής, πολύπραγος. «Εκείνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, δεν του το αφαιρεί ο Θεός». Αλλά η όγδοη ημέρα, στην οποία και μόνον τα πάντα ολοκληρώνονται, και ανανεώνονται, είναι η ημέρα του Κυρίου. Και ο άνθρωπος μπορεί μόνον να την δεχθεί σαν δώρο. Ας συνεχίσει, όσο θα διαρκέσει ετούτος ο κόσμος, η χειρονομία του Προμηθέως: ας ανάβει σε κάθε αιώνα ένα νέο πυρ, μια υλική βάση για μια νέα ανθρώπινη ανάπτυξη νέων προβλημάτων και νέων ανησυχιών. Αλλά ταυτοχρόνως ας επικαλείται την κάθοδο του μοναδικού πυρός που κατακαίει τα πάντα και χωρίς το οποίο τίποτε δεν μπορεί να εξαγνισθεί, να ολοκληρωθεί, να σωθεί, να γίνει αιώνιο. (Ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος και σώσον Αγαθέ τας ψυχάς ημών).

ΤΕΛΟΣ
Αμέθυστος

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (22)-ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (22)

Henri de Lubac
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
 
Θα πει κάποιος πως αυτές είναι σκέψεις πολύ γενικές. Μερικές εξ αυτών δεν είναι δυστυχώς πολύ πρακτικές και άμεσα εφαρμόσιμες. Αλλά είναι επίσης και ένα αρκετά ατελές πλαίσιο σύμφωνα με τον Χριστιανισμό. Η ανεπάρκεια δεν εξαρτάται τόσο από την μερικότητα που επιβάλλει ένα αναπόφευκτο μοίρασμα των θεμάτων, όσο από την υιοθετημένη προοπτική. Και πραγματικά πώς είναι δυνατόν να διεισδύσουμε βαθειά σε ένα σημείο της αποκεκαλυμμένης διδασκαλίας, όταν, αντί να το μελετήσουμε καθαυτό, του ζητάμε μια κριτική πάνω στα γεγονότα, πάνω σε ιδέες, γύρω από στάσεις και τοποθεσίες, τα οποία εκ πρώτης όψεως, είναι μιας εντελώς άλλης τάξεως;[ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ] Παρόμοιες αντιπαραθέσεις είναι νόμιμες, πολύ συχνά είναι και αναγκαίες, εάν είναι αλήθεια πως τα μεγάλα προβλήματα της χρονικής μας ζωής δεν μπορούν να λυθούν παρά μόνον στο φως της πλήρους μας μοίρας, του προορισμού μας, και πως ο Χριστιανισμός, σαν αντιστάθμισμα, δεν βιώνεται πραγματικά παρά μόνον εάν είναι ολοκληρωτικώς ενσαρκωμένος.
Πρέπει να κατανοήσουμε σωστά όμως αυτή την ενσάρκωση του Χριστιανισμού και να μην οδηγηθούμε στην πλάνη γύρω από το μυστήριο της ενσαρκώσεως του Κυρίου. Ο Merleau-Ponty, σ’ ένα άρθρο του στο περιοδικό «Les Temps modernes» του 1946. Πίστη και Καλοπιστία, κατηγορεί τον Χριστιανισμό ότι ενώνει σε γενναιόδωρα συναισθήματα μια συντηρητική συμπεριφορά και μάλιστα αντι-επαναστατική. Και προσπαθώντας να εξηγήσει αυτό το παράδοξο επικαλείται τις αντινομίες της θεολογίας, η οποία εξαρτάται πότε από την θρησκεία του Πατρός, πότε από την θρησκεία του Υιού, πότε επιμένει δηλαδή στην υπερβατικότητα και πότε στην ενσάρκωση του Θεού. Στο άρθρο αυτό απάντησε ο P. Jean Danielou στο περιοδικό «Dieu Vivant», n. 8, Υπερβατικότης και Ενσάρκωση, όπου αποδεικνύει πως στην περίπτωση του Merleau-Ponty  εκπρόκειτο για μια τέλεια άγνοια του Χριστιανικού μυστηρίου. «Ας το πούμε ξεκάθαρα, έγραψε, αυτός ο συσχετισμός της υπερβατικής πλευράς του Χριστιανικού μυστηρίου με την αντιδραστική πολιτική, και της ενσαρκωμένης πλευράς με την επαναστατική πολιτική δεν σημαίνει τίποτε. Για τον Χριστιανό υπερβατικότης και ενσάρκωση αποτελούν μέρος της ίδιας τάξεως μιας πραγματικότητας η οποία αντιτίθεται στην πολιτική πραγματικότητα, επαναστατική ή όχι. Η ενσάρκωση δεν είναι μια μείωση του υπερβατικού σε ενύπαρξη, σε εμμένεια, αλλά η πρόσληψη του ενυπάρχοντος εκ μέρους του υπερβατικού, του ανθρώπου εκ μέρους του Θεού. Διότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Μια ανάλογη σύγχυση είχε κάνει και ο Compte, ο οποίος έβλεπε στο δόγμα της ενσαρκώσεως μια μορφή περάσματος για την αντικατάσταση της ανθρωπότητος του υπερβατικού Θεού. Ας προσθέσουμε πως εδώ και εκεί πράγματι υπάρχει αυτή η σύγχυση ανάμεσα στους Χριστιανούς.
Δεν είναι όμως λιγότερο αληθινό επίσης πως αυτές οι αντιπαραθέσεις κινδυνεύουν πάντοτε να ξεγελάσουν και να οδηγήσουν σε σύγχυση την διάκριση που είναι τόσο αναγκαία, ανάμεσα στο φυσικό επίπεδο και στο υπερβατικό. Σήμερα λοιπόν, πολλές τοποθετήσεις γύρω από τις πράξεις που είναι αναγκαίες στην χρονικότητα της ζωής μας, πολλές κρίσεις που έχουν εκφραστεί γύρω από την αξία της ιστορίας, ή την αξία της επιστημονικής έρευνας, ή της κοινωνικής προσπάθειας, μας φαίνονται να διαψεύδονται διότι λείπει ακριβώς ένα ακριβές δόγμα γύρω από αυτό ακριβώς το θέμα.
Ενώ μερικοί τείνουν να μεταφέρουν στις σκοπιμότητες της ανθρώπινης δραστηριότητας όλη την ορμή της πίστεως που προκάλεσε στις καρδιές μας το Ευαγγέλιο, άλλοι υποτιμώντας εντελώς αυτή την δραστηριότητα φαίνονται διατεθειμένοι να δηλώσουν πως ο Χριστιανός εδώ κάτω δεν έχει τίποτε πλέον να κάνει, δεδομένου ότι η ιστορία, η οποία δεν αξίζει τίποτε εάν δεν είναι ιστορία της σωτηρίας, είναι ολοκληρωμένη στην πραγματικότητα, μετά την Ανάσταση του Κυρίου.
Από μια άποψη, είναι ο πειρασμός μιας νέας φυσιοκρατίας την οποία τρέφει πάντοτε με το πάθος της, η χριστιανική ελπίδα ,αποκομμένη από τον σκοπό της, και από μία άλλη άποψη μια αδιαφορία για τις γήινες ευθύνες μας μέσω των οποίων πρέπει να προέλθει η σωτηρία της δημιουργίας. Γι’ αυτό θα είναι χρήσιμο ολοκληρώνοντας, να υπολογίσουμε τουλάχιστον μία από τις πλευρές και με όλη την δύναμη τής αρχής, την θεμελιώδη διάκριση που πρέπει να οδηγεί όλη μας την συμπεριφορά.
Ο Αυγουστίνος που βρίσκεται στην καταγωγή, στην αρχή όλων μας τών προοδευτικών φιλοσοφιών της ιστορίας, δεν συμφωνούσε καθόλου με τις αρχαίες πεποιθήσεις που τον υποχρέωναν να δει στην ιστορία αυτού του κόσμου, την ιστορίας μιας παρατεταμένης παρακμής. [Γι’ αυτό την ξεκίνησε ο ίδιος]. Και η αγάπη που είχε για την Ρώμη, «την αληθινή πατρίδα του πνεύματος» δεν μπορούσε παρά να του αυξήσει την αισιοδοξία μετά την καταστροφή και την λεηλασία αυτής της αγαπημένης πόλης από τον Αλάριχο και την αυτοκρατορία κατακτημένη από τους Βαρβάρους. Από αυτό είχε συναγάγει τότε ένα διπλό μάθημα: μιας αποστάσεως και της ελπίδος. «Μην προσκολλάσαι, έλεγε, σ’ αυτόν τον αιωνόβιο γέρο που είναι ο κόσμος.  Μην αρνείσαι να ξανανιώσεις, να ξαναγίνεις παιδί εν Χριστώ ο οποίος μας λέει :ο κόσμος τελειώνει, ο κόσμος γερνάει, ο κόσμος χάνεται, ο κόσμος είναι άρρωστος και πάσχει από βαρύ άσθμα του στήθους. Μην φοβάσαι τίποτε: η νεότης σου θα ανανεωθεί όπως εκείνη του αετού» (Κηρύγματα, Serm.81,κ. 8).
Οπωσδήποτε αυτοί οι στοχασμοί είναι πάντοτε χρήσιμοι. Διότι όποια και αν είναι η πρόοδος για την οποία μπορεί να υπερηφανευθεί ο άνθρωπος ή από την οποία μπορεί να συγκεντρώσει καρπούς, θα παραμείνει για πάντα αληθινό, πως, κάθε μέρα, μέσα στα χέρια, μας ανάμεσά τους, ο κόσμος χάνεται. Από το άλλο μέρος όμως, μια πιο θετική οπτική του ανθρώπινου γίγνεσθαι, την οποία δεν μπορούσε να έχει στην εποχή του ο Αυγουστίνος, δεν καθιστά λιγότερο αναγκαία την προσφυγή μας στην χριστιανική ελπίδα, με όλη την απογοήτευση που προϋποθέτει. Το αυθεντικό υπερφυσικό βασίλειο δεν θεμελιώνεται ποτέ πάνω στην υποτίμηση της φύσεως. Αντιθέτως, όσο το δοχείο είναι φαρδύτερο τόσο περισσότερο γέμισμα θέλει!

Συνεχίζεται καί ολοκληρώνεται  
Αμέθυστος

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (21)-ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ.

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (21)-ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

HENRI DE LUBAC
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Στην πραγματικότητα όμως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να βρεθούμε απέναντι σ’ ένα τέτοιο δίλλημα. «Ο Θεός εισήλθε στην ανθρώπινη ζωή και εισήγαγε σ’ αυτή την ουσιώδη ρωγμή που αφαιρεί σε όλα τα πράγματα, την φυσικότητα με την οποία αυτά διατίθενται στον κόσμο». Μια παρόμοια ρωγμή είναι καθοριστική. Οι ρίζες τής θρησκείας είναι εξ άλλου τόσο πιο βαθειές από όσο τις φαντάζονται μερικοί, που δεν έχει την δυνατότητα καμμία κοινωνική επανάσταση να τις ξεριζώσει. Θα μπορούσαμε να πούμε ίσως αντιθέτως πως ένα κοινωνικό κράτος πολύ άδικο ή πολύ μίζερο, κλείνει τον άνθρωπο και τον αποκλείει από την ζωή του πνεύματος. Και γι’ αυτό ανοιχτά και χωρίς δεύτερους σκοπούς, χωρίς τον φόβο να μην εκτεθούμε ποτέ ξεπερνώντας το επιθυμητό όριο, μπορούμε να εργασθούμε για την επανόρθωση του είδους μας και για την πρόοδό του σε όλα τα μέτωπα! Μόνο που το αποτέλεσμα δεν θα κατορθώσει ποτέ να κλείσει την τρομερή πληγή. Ακόμη και αν επραγματοποιείτο πάνω στην γη εκείνο το άλμα προς το βασίλειο τής ελευθερίας(!) που είχε προφητέψει ο Ένγκελς, η πληγή θα παρέμενε ανοιχτή. Η συνείδηση την οποία θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε θα ήταν μόνον πιο ζωντανή και πιο καθαρή. Πρέπει να πούμε αυτό που έχουμε ήδη πει για την αμαρτία: Αυτό που δεν γεννήθηκε από την κοινωνική αταξία, η κοινωνική τάξη δεν μπορεί να το θεραπεύσει.
Γιατί λοιπόν, σε πάρα πολλούς συγχρόνους μας, μαζί μ’ αυτό το άγχος να θεραπευθούν, υπάρχει αυτή η θέληση να θεραπεύσουν το είδος μας; Γιατί αυτή η κραυγή θριάμβου στην ιδέα πως κάθε μεταφυσική αγωνία ή θρησκευτική αντίστοιχα έχει απομακρυνθεί από την καρδιά τους; Είναι κατανοητή η κραυγή του Λουκρήτιου που εορτάζει την νίκη του πάνω στον φόβο του σκοτεινού Αχέροντα. Αλλά, από τότε που αντήχησε άμεσα ανάμεσά μας το Ευαγγέλιο και η κλήση τού Θεού της αγάπης, από τότε που μια χούφτα μαρτύρων από γενεά σε γενεά, δεν παύει να μας το αναμεταδίδει, δεν μπορούμε να δούμε πως η κατάσταση έχει αλλάξει και πως έχει ανοίξει μια άλλη πιο θετική οδός;
Κατανοούμε και συμφωνούμε με την πάλη εναντίον μιας δεισιδαιμονίας που μας υποβαθμίζει και μας παραλύει. Αλλά πώς να μην απελπιστούμε από την τυφλότητα εκείνου ο οποίος δεν ξέρει να ξεχωρίσει στην ανθρώπινη αγωνία κανένα προειδοποιητικό σημείο; Υπάρχουν δύο τρόποι για να θεραπευθούμε από την αγωνία: ή προσπαθώντας να την πνίξουμε, να την σκοτώσουμε, να την τεμαχίσουμε – μόνο που έτσι κάποιος ακρωτηριάζει τον εαυτό του χωρίς να μπορεί να την εμποδίσει να ξαναεμφανισθεί παντού – ή ανοίγοντας σ’ Αυτόν που την ησυχάζει, μεταλλάσσοντάς την σε ελπίδα, αποφασίζοντας ότι δεν ανταποκρίνεται σε τίποτα, ότι σ’ αυτήν δεν υπάρχει κανένα μυστήριο, ή επίσης, συνειδητοποιώντας το μυστήριο, ψάχνοντας το κλειδί που θα μας το ξεκλειδώσει. Ο Χριστιανισμός λοιπόν μας προσφέρει ακριβώς αυτό το κλειδί. Δεν υπάρχει κανένα από τα δόγματά του που από την μια ή την άλλη άποψη να μην μας φανερώνει και να μην μας εξηγεί τον εαυτό μας. Με τον Χριστιανισμό ανοίγει μπρος στα μάτια μας η ολοκληρωμένη σημασία της μεγάλης περιπέτειας στην οποία βρισκόμαστε απασχολημένοι. Μας δείχνει, και μόνον ο Χριστιανισμός μπορεί να μας το δείξει, το ένδοξο τέλος κάθε ανθρώπινης προσπάθειας.
Η εργασία δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα: εάν την εννοήσουμε έτσι, εάν την χειριστούμε σαν κάτι αιώνιο, τότε γίνεται κι’ αυτή ένα παρανοϊκό είδωλο που καταπιέζει και σκλαβώνει. Ο νέος homo faber ο οποίος σχηματίζεται σήμερα, πρέπει όσο το δυνατόν γρηγορώτερα να συνδυαστεί με έναν νέο homo sapiens. Αυτός δεν θα έχει μόνον την συνεχή ανησυχία να ανανεώνει με την φύση και με την ζωή δεσμούς που κινδυνεύουν διαρκώς να χαλαρώσουν. Στοχαζόμενος την έντονη δραστηριότητά του, θα κατανοήσει πως αυτή δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά έχει κάποιο νόημα, όπως η εργασία του αγρότη και του σπορέα, μόνον με τα σπαρτά που ετοιμάζει: έναν αιώνιο καρπό. Από τούτη την χρονική ύπαρξη ακόμη, πρέπει να υπηρετεί μια πιο καθαρή δραστηριότητα, πιο εμμενή, ενυπάρχουσα: μια θεωρητική δραστηριότητα, Διότι ίσως ο σκοπός τής εργασίας, κάθε εργασίας, είναι να ελευθερώσει την φυλακισμένη σκέψη. Ο άνθρωπος θα κατανοήσει επίσης πως, εάν κάθε ημέρα αυξάνει την κυριαρχία του στο σύμπαν, αυτό συμβαίνει επειδή οφείλει να προσφέρει όλο και περισσότερα. Πως την στιγμή ακριβώς που τελειοποιείται, δεν πρέπει να σταματήσει σ’ αυτό, αλλά να υπερβεί τον εαυτό του. Πως μόνο έτσι επαληθεύεται η βαθειά επιθυμία της φύσεώς μας, η οποία δεν είναι να βαδίζουμε με μιαν ηρωική προσπάθεια η οποία όμως δεν μπορεί να φθάσει ποτέ στο τέλος της, ούτε να αναδιπλωθούμε ικανοποιημένοι επιτέλους, σε μια εγωιστική απόλαυση, ακόμη και αν είναι ευγενής και συλλογική, αλλά είναι να θαυμάζουμε θεωρώντας, προσφέροντας.
Τον τρίτο αιώνα της εποχής μας, μετά Χριστόν, ο συγγραφεύς του γράμματος προς τον Διόγνητο, θέλοντας να εξηγήσει τον ρόλο των Χριστιανών στον κόσμο, τους παρομοίασε με την ψυχή που ζωοποιεί όλο το σώμα. Ήταν μια παράξενη απαίτηση με μια πρώτη ματιά. Αλλά σήμερα ακόμη το παράδοξο δεν είναι μικρότερο, και παρ’ όλα αυτά εμείς το επιβεβαιώνουμε με την ίδια εμπιστοσύνη. Οι μαθητές του Χριστού δεν αισθάνονται σαν αυτούς που επιβίωσαν σε έναν κόσμο που ναυάγησε, αλλά σαν τους καπετάνιους που οφείλουν να οδηγήσουν τον κόσμο στο λιμάνι. Σήμερα που χτυπιόμαστε ανάμεσα στην αισιοδοξία και την απελπισία, αναζητάται ένας νέος άνθρωπος, τον οποίο θέλουν να βοηθήσουν οι Χριστιανοί να βρεί τον δρόμο του, και θέλουν να του δείξουν τις συνθήκες της επιτυχίας.
Όλα τους διαβεβαιώνουν πως είναι οι μόνοι που μπορούν να το κάνουν. Δεν έλαβαν την υπόσχεση πως θα ακούγονταν πάντοτε! Πρέπει να περιμένουν φυσιολογικά και το αντίθετο. Διότι εξ άλλου γνωρίζουμε πλέον πολύ καλά τις ελλείψεις θάρρους και διορατικότητος που μειώνουν ατομικά τους Χριστιανούς και τους καθιστούν κατώτερους από την ευθύνη τους.
Παρ’ όλα αυτά, μπορούν με την δύναμη των λόγων του Δασκάλου τους και με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, να πετύχουν και να μην υποχωρήσουν μπροστά σε τίποτε, μπροστά σε κανένα κίνδυνο. Αύριο, όπως και χθες, θα κατορθώσουν να φανερώσουν κυριολεκτικά εκείνο που είναι από την κλήση τους. Η συνείδηση του ανθρώπινου γένους.
Συνεχίζεται  

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (20)-ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ


ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (20)

HENRI DE LUBAC
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Υπάρχει όμως μέσα στον άνθρωπο μια άλλη πληγή – και αυτή, παρότι είναι όλη ανακατεμένη με την προηγούμενη, δεν είναι όπως και εκείνη ένα εμπόδιο στο μεγαλείο του, αντιθέτως είναι το ανεξίτηλο σημείο της! (Αμβρόσιος: ακόμη και εάν εσύ, Κύριε, αποστρέψεις το πρόσωπό σου από εμάς, παρ’ όλα αυτά μένει τυπωμένο σε μας το Φως του προσώπου σου). Η μορφή με την οποία εμφανίζεται στην συνείδηση, είναι πολλαπλή. Είναι μια ανησυχία που ανανεώνεται πάντοτε, μια ουσιώδης ανικανοποίηση που εμποδίζει τον άνθρωπο όχι μόνον να προσκολληθεί σε οποιαδήποτε σταθερή μορφή, αλλά και να ικανοποιηθεί με οποιαδήποτε πρόοδο προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι ένα άλμα της σκέψης, που τον βοηθά να σπάσει έναν προς έναν όλους τους τυφλούς κύκλους στους οποίους τείνει να φυλακίζεται το ανθρώπινο πλάσμα, που ξεπερνά όλα τα συστήματα κριτικής, όλα τα θετικιστικά δόγματα που πίστευαν πως έχουν δίκαιο.

Μπορεί να υπάρχει χωρίς ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, μια αγωνία με άπειρη ποικιλία και με άπειρα ψυχολογικά υποκατάστατα για περιγραφή. Μερικές φορές είναι ένα προαίσθημα, το προαίσθημα μιας άλλης υπάρξεως, το οποίο, όποιος το αισθανθεί, διαδίδει γύρω του το γούστο αυτού του προαισθήματος, ή τουλάχιστον την υποψία, χάρη στην μυστική συνενοχή που του εξασφαλίζει ένα ίδιο πνεύμα διαδεδομένο παντού, παρότι αδρανές στο μεγαλύτερο μέρος του, και το οποίο με την σειρά του βρίσκεται υποταγμένο σε μυστηριώδεις νόμους φυτρώματος και βλάστησης. Είναι αυτό που ονόμασε ένας σύγχρονος φιλόσοφος σαν «κάλεσμα του υπερβατικού, για αυθυπέρβαση». Γύρω από αυτό το καθολικό φαινόμενο μπορούμε να προσπαθήσουμε να δώσουμε πολλές καθησυχαστικές απαντήσεις. Μπορούμε να υποβάλουμε σε κριτική ακόμη και πάρα πολλές απλοϊκές του φανερώσεις. Μπορούμε να καταδικάσουμε διάφορες στρεβλώσεις και να καταγγείλουμε πολλές παρανοήσεις. Μπορούμε να προσπαθήσουμε να ξεριζώσουμε πολλές προκαταλήψεις τις οποίες διατηρεί απέναντι σ’ αυτό το φαινόμενο μια πρωτόγονη νοοτροπία που φέρουμε μέσα μας σαν πανοπλία. Μπορούμε να παρατηρήσουμε επίσης πως αυτό το φαινόμενο περιέργως οξύνεται από μερικές βάρβαρες και σάπιες πλευρές του φυσικού και κοινωνικού οργανισμού.

Παρ’ όλα αυτά όμως, μόνο ένας κακός παρατηρητής θα μπορούσε να δει σ’ αυτό το φαινόμενο μόνο ένα υπόλειμμα της παιδικής ηλικίας ή ένα επιφανειακό κακό, ένα είδος σπυριού που θα μπορούσε κάποια μέρα να αφαιρεθεί, ένα φάντασμα που θα μπορούσε να διαλυθεί, μια ξένη φωνή που θα μπορούσε να χαθεί στην σιωπή. Θα ήταν στ’ αλήθεια πολύ λίγο ρεαλιστής αυτός που θα είχε την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να το ξεφορτωθεί με την βοήθεια της επιστήμης ή με μία φυσική υγεία ή με μία αποκατάσταση της κοινωνίας. Αυτός θα αγνοούσε την ουσία της ίδιας της αιτίας. Θα αγνοούσε  ό,τι πιο ανθρώπινο υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, αυτό το οποίο βοηθά ώστε ο άνθρωπος να ξεπεράσει τον άνθρωπο. 
 [ Όλα βρίσκονται σε αρμονία, οι πλανήτες περιστρέφονται με την ίδια σταθερότητα! Γιατί ποθώ Θεέ μου; Ουνγκαρέτι ! ].

Ας υποθέσουμε όμως ότι τα καταφέραμε! Δεν θα διστάσουμε όμως να το πούμε: τότε θα ήταν προτιμότερο να έχουμε λιγότερη υγεία, εάν μια τέτοια υγεία θα μπορούσε να μας ικανοποιήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να προσαρμοστούμε σ’ έναν σαχλό και ηλίθιο ανθρωπισμό. Εάν θα μπορούσε να επικρατήσει μια τέτοια ισορροπία ώστε ο άνθρωπος να χορτάσει τόσο όσο δεν υπήρξε ποτέ μέχρι τώρα, ώστε να μην είναι πλέον ένα πρόβλημα για τον εαυτό του. [ κάτι στο οποίο απέβλεπε ο ορθολογισμός, ο κομμουνισμός και ο σημερινός πολιτισμός της πολιτικής ορθότητος, διακλαδώσεις των δικαιωμάτων, της ισότητος και της φανταστικής αδελφότητος ]. 

Τί μίζερο ιδανικό αυτό που προσπαθεί να επιβληθεί τόσους αιώνες! Μιας γήινης υπάρξεως χωρίς αγώνα, χωρίς αντιφάσεις, χωρίς πόνο και δυστυχία, αλλά και χωρίς ορμή, χωρίς την αναζήτηση του Απολύτου. Θα ήταν ένα ιδανικό μιας τόσο τέλειας συνθήκης μέσα στην ελεγχόμενη πραγματικότητά της, τόσο τέλεια προσαρμοσμένη στο περιβάλλον, ένα ιδανικό που θα αποξήραινε τόσο καλά την πηγή όλων μας των προβλημάτων, όλων των ελέγχων της συνειδήσεώς μας, όλων μας των αμφιβολιών, που πραγματοποιεί μια τόσο πετυχημένη εξίσωση ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο, που δεν θα επέτρεπε ούτε την παραμικρή ρωγμή, μέσω της οποίας και μόνον είναι δυνατόν να επικοινωνήσουμε ακόμη με το μυστήριο του Είναι, το παραμικρό παιχνίδι σ’ αυτή την μεγάλη μηχανή τού σύμπαντος τού ανθρώπου τής τόσο μεγαλοφυώς συναρμολογημένης, που δεν θα επέτρεπε ούτε καν τις συζητήσεις του ανθρώπου με τον εαυτό του, και τις υποχρεώσεις ενός προσωπικού ορίζοντος και μιας προσωπικής επιλογής. Θα ήταν η απόλυτη λήθη. Διότι όταν λέμε πως η κοινωνία είναι φτιαγμένη για το πρόσωπο, δεν εννοούμε μόνον πως μια καλή κοινωνική οργάνωση πρέπει να δώσει σε κάθε άτομο, μαζί με τις ανέσεις, τα μέσα για να καλλιεργηθεί, για να ικανοποιηθεί, όπως λέγεται, με τις χαρές του πνεύματος (της τέχνης), να απολαύσει μια καλή μουσική κ.τ.λ. Το ιδανικό δεν είναι ούτε ο άνθρωπος σαν ζώο μεταφοράς ή ένα γρανάζι μιας μηχανής, ούτε ο άνθρωπος σαν εκλεπτυσμένο ζώο, που καλλιεργεί μια «εσωτερική ζωή» σύμφωνα με όλες τις εναλλαγές του ψυχολογισμού. Εάν ο άνθρωπος δεν αποφασίζει, δεν πράττει ελεύθερα, δεν αγωνίζεται, δεν θυσιάζει τον εαυτό του, το εσωτερικό του Είναι, στο Αγαθό και στην Αλήθεια, εάν δεν δεσμεύεται προσωπικώς σε σχέση με το Απόλυτο, τότε είναι ένα ον εκμηδενισμένο.

Τότε βεβαίως θα μπορούσαμε να μιλήσουμε ακόμη για ανθρωπισμό, για κουλτούρα ή για πνευματική ζωή, αλλά τόσο άνοστη, τόσο ανούσια. Χριστιανικά θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για φρίκη. Αλλά και από την ανθρώπινη άποψη τόσο μίζερη. Η τεράστια προσπάθεια που μας ωθεί σήμερα προς τα μπρος και μας πείθει για την πρόοδο των πάντων ή της ιστορίας, πρέπει οπωσδήποτε να καταλήξει σ’ αυτή την νέα Φυλακή; Ανεμπόδιστα;

Και όμως αυτός ο τρομακτικός μηχανισμός της συλλογικής μας φυλακίσεως, ο οποίος αναμιγνύει και σκληραίνει τα πάθη μας και τις αμαρτίες μας, με τα εργαλεία, τα όργανα της επιστημονικής προόδου, εκεί μας οδηγεί.


Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Σάββατο 18 Απριλίου 2015

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (19)- ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (19)

HENRI DE LUBAC
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Με τον Μαρξ και με όλους εκείνους οι οποίοι έχουν αναγνωρίσει την σπουδαιότητα του κοινωνικού θέματος, δεν δυσκολευόμαστε επομένως να συνεννοηθούμε για να απωθήσουμε σαν μάταιη οποιαδήποτε λύση απλά νοησιαρχική τού ανθρωπίνου προβλήματος. Η «δυστυχία της συνειδήσεως» δεν θα χαθεί, ο άνθρωπος δεν θα ελευθερωθεί, με κάποια διανοητική διαδικασία. Θα πρέπει να προσθέσουμε επίσης πως και ο ρεαλισμός του Μαρξ είναι ελλιπής. Μια οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη δεν αρκούν πλέον. Χρειάζεται ακριβώς μια άλλη δύναμη που θα κυριαρχήσει «την πανίσχυρη μηχανή τού εγωισμού, της υπερηφανείας και της αρπαγής, αρχαίας όσο και η ανθρωπότης» και πάντοτε ικανής να μεταμορφώνει συνεχώς τα γρανάζια της για να συνεχίσει να διαλύει τα θύματά της. Είναι βέβαιο πως οι κοινωνικές δομές που μας δίνονται ιστορικά είναι υπεύθυνες για πολλές διαστροφές και φέρουν μέσα τους την κοινωνική διαταραχή. Αλλά η τριπλή φιληδονία [των πειρασμών του Κυρίου στην έρημο] είναι ριζωμένη πιο βαθειά. Η δυστυχία της συνείδησης δεν μειώνεται σε μια «αντανάκλαση της κοινωνικής αδικίας», και η δουλεία του ανθρώπου είναι πολύ διαφορετική από την κοινωνική δουλεία. Αυτή η δυστυχία και αυτή η δουλεία οφείλονται σ’ ένα πιο πρωτογενές γεγονός – και πιο εσωτερικό. Ο μαρξισμός, και πολύ σωστά, διεκδικεί την αναγκαία υπέρβαση της φιλοσοφίας. Αλλά είναι ήδη είκοσι αιώνες που την διεκδικεί ο Χριστιανισμός.
Για τον Χριστιανισμό δεν αναπτύσσεται τίποτε με τις έννοιες. Τα πάντα είναι πραγματικά για τον Χριστιανισμό. Δεν επικαλείται αρχές αλλά μας δίνει την δύναμη του Χριστού. Ο Χριστός δεν ήλθε για να λύσει κάποιο πρόβλημα [όπως ισχυρίζεται σήμερα ο Οικουμενισμός] ή για να πραγματοποιήσει ένα θαύμα. Ήλθε για να πολεμήσει το κακό, να νικήσει έναν αντίπαλο. Αλλά δεν πρέπει να υπερβούμε μόνο την φιλοσοφία. Εξάλλου δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε την αξία τής διανοητικής δραστηριότητος αλλά ούτε τής κοινωνικής πράξης. Όσον αφορά δε την τελευταία, η πίστη στο προπατορικό αμάρτημα μάς βοηθά ώστε να μην πέσουμε στην παγίδα και σκεφτούμε πως είναι δυνατόν να ιδρυθεί μια τάξη ισότητος και ειρήνης, με το απλό παιχνίδι των ελευθεριών.
Όσο πιο πολύ πιστεύουμε πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως εγωιστής και άδικος, τόσο πιο πολύ πρέπει να προσπαθήσουμε να τον προστατέψουμε από τους όμοιούς του, με ένα πυκνό δίκτυο θεσμών. Η κοινωνική οργάνωση δεν αποφέρει μόνον αυτή την αμυντική πλευρά, αλλά την απαιτεί στα σίγουρα.
Τέλος πάντων, όπως και να γίνεται κατανοητή αυτή η οργάνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, εμείς περιμένουμε, στα σίγουρα, από μια άλλη πηγή την απελευθέρωσή μας από το κακό. Και αυτή δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνον από την Χάρη του Λυτρωτού, αποδεχόμενοι αυτή ελεύθερα! Διότι το κακό από το οποίο πρέπει να ελευθερωθούμε για να επιστρέψουμε στον εαυτό μας, γι’ άλλη μια φορά είναι η αμαρτία η οποία μας χτυπά και μας δένει στην ρίζα του Είναι μας. Επί πλέον δεν είναι απαραίτητο να ομολογήσουμε ολόκληρο το δόγμα της καθολικής Εκκλησίας περί προπατορικού αμαρτήματος, αλλά ούτε και να είμαστε πιστοί για να αναγνωρίσουμε στον άνθρωπο μια ολόκληρη πλευρά σκοτεινή και κακή, μια δαιμονική φλέβα, μια αυτοκαταστροφική δύναμη, μια πνευματική μιζέρια που τον διαφθείρει στα βάθη του.
Ανάμεσα στην πιο σίγουρη πρόοδο τού σύγχρονου ανθρώπου, στην γνώση τού εαυτού του, δεν θα πρέπει να απαριθμήσουμε και εκείνη την υπόγεια εξερεύνηση στην οποία συναντώνται οι σοφοί, με τις πλέον θετικές μεθόδους και οι πιο εμπνευσμένες ιδιοφυίες; Ας αναφέρουμε μόνον δύο συμβολικά ονόματα. Φρόυντ και Ντοστογιέφσκι. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως οι εξηγήσεις οι οποίες προέρχονται από την ψυχολογία δεν είναι ατελείς όπως ακριβώς και οι εξηγήσεις που είχαμε μέχρι σήμερα από τις κοινωνικές σχέσεις, μέσα στην υπερβολή τών ολοκληρωτικών τους εξηγήσεων, στις οποίες εξαφανίζεται κάθε «καθαρός λόγος» θεωρητικός ή πρακτικός [όπως στην Χάρυβδη]. Πάρα πολύ συχνά δε, στην αντίστοιχη φιλοσοφία τους περί του ανθρώπου, ο κοινωνιολόγος και ο ψυχαναλυτής αποδεικνύονται εξίσου «έμπειροι».
Όπως κι’ αν έχει όμως, καθένας εξ αυτών μπορεί να μας εξυπηρετήσει με κάθε τι θετικό που διαθέτει, ώστε να μειώσουμε οτιδήποτε αποκλειστικό υπάρχει στις απαιτήσεις του άλλου. Ας διευκρινίσουμε μόνον, πως, εάν ο ψυχαναλυτής μας δίνει σ’ αυτή την προοπτική την επιβεβαίωση των αναλύσεών του βοηθώντας μας να ανακαλύψουμε κάποια «απλά σώματα της βαθειάς μας συνειδήσεως, δεν κατορθώνει μ’ αυτό όμως, όπως και ο αντίπαλος διεκδικητής της συνειδήσεώς μας, ο κοινωνιολόγος, να μας δώσει και την λύση. Την θεραπεία. Και εάν κάθε άνθρωπος που αναγνωρίζεται ταπεινά αμαρτωλός αναδεικνύει περισσότερη διορατικότητα από τους κοινωνιολόγους μας, κάθε Χριστιανός που ανοίγει και προσφέρεται στην Χάρη που μας ελευθερώνει, αποκτά μια εμπειρία που οι ψυχαναλυτές μας δεν προβλέπουν σε καμμία από τις κατηγορίες τους. Αρκεί να θυμηθούμε την γραμμή, τόσο τέλεια ξεκάθαρη, με την οποία ο Αυγουστίνος, ο οποίος υπήρξε μεγάλος αμαρτωλός και μεγάλος άγιος, χαράσσει το αξεπέραστο όριο ανάμεσα στην καταπίεση και την απελευθέρωση: «Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην καταπίεση της επιθυμίας από μέρους τής απελπισμένης ψυχής και την αποβολή της από την θεραπευμένη ψυχή». Soliloquia, 1, 19!
Συνεχίζεται      
Αμέθυστος   

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (18)-ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (18)

HENRI DE LUBAC
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Εδώ όμως ακριβώς μπαίνει στο παιχνίδι ο Χριστιανισμός, ο οποίος με την δική του εννοιολόγηση τού ανθρώπου, ξαναδίνει την ελπίδα στον κόσμο. Χωρίς να τον μεθά με ψευδαισθήσεις, χωρίς να του παρουσιάζει ύποπτους νεωτερισμούς, σήμερα όπως και πριν είκοσι αιώνες, δυνατός λόγω της αναλλοίωτης αλήθειας του, των νέων πάντοτε χυμών του, έρχεται για να σώσει τα πάντα, για να ολοκληρώσει τα πάντα. Εκείνο που έκανε για την αρχαία ψυχή, ξαναρχίζει να το πράττει για την σημερινή ανθρωπότητα, με μια ακέραιη πάντοτε αφομοιωτική δύναμη. Όλα όσα επιδιώκει, αυτή η ανθρωπότης, το καλύτερο από τις προσπάθειές της και το καλύτερο της σκέψης της, τα συγκεντρώνει για να τα εξυψώσει για άλλη μια φορά, και να τους δώσει ταυτοχρόνως ένα θεμέλιο.
Μια ιστορική μελέτη θα μπορούσε να μας φανερώσει σ’ αυτό το θεμέλιο την πιο βαθειά πηγή, την πιο σίγουρη αιτία της σύγχρονης προσπάθειας τού είδους μας προς έναν καινούργιο τύπο ανθρώπου. [όπως έδωσε ο Κύριος στην Σαμαρείτισσα αυτό που ζητούσε και την ξεδίψασε και στον Εβραϊκό λαό αυτό που πεινούσε. Σήμερα ο Κύριος πρέπει να επαναλάβει στην ανθρωπότητα τον λόγο Του. «Ιδού καινά ποιώ πάντα».
Σήμερα η ανθρωπότης δεν πεινά και δεν διψά πλέον για προσωπικότητα ή για πρόσωπο, αλλά για καινούργια ζωή, όχι για προσωπικό ή υποκειμενικό τρόπο ζωής, αλλά απολύτως νέο. Πέρα από τις σχετικότητες που μας καταδίκασε η πρόχειρη θεολογία του Αυγουστίνου]. Και αυτό το θεμέλιο είναι κάτι παραπάνω επίσης. Όπως στάθηκε σαν πηγή στο παρελθόν, σήμερα είναι μια δύναμις. Μια δύναμις υπνώτουσσα  πολύ συχνά αλλά ακέραιη. Και αυτή η ακεραιότης οφείλεται πάνω απ’ όλα στον ρεαλισμό της!
Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό πάνω στο οποίο δεν μπορούμε να επιμείνουμε. Οπωσδήποτε ο Χριστιανισμός δεν είναι ρεαλιστικός με τον τρόπο εκείνων των συστημάτων τα οποία για να δουν μέσα στον άνθρωπο μόνον το «πραγματικό» το οποίο έχουν συλλάβει, αρχίζουν να τον αποδομούν. Τα οποία βλέπουν σ’ αυτόν μόνον ένα ον την πράξης, τα οποία αρνούμενα τα ουσιώδη του χαρακτηριστικά δεν λογαριάζουν, παρά για να τα πολεμήσουν, θεωρώντας  μια ψευδαίσθηση, όλα εκείνα που μέσα στον άνθρωπο είναι σχέδιο, ελευθερία, προετοιμασία, δίψα υπερβάσεως, όλα εκείνα δηλαδή που ο Χριστιανισμός ονομάζει με το αληθινό τους όνομα: κλήση, έφεση. Ο Χριστιανικός ρεαλισμός είναι ένας ρεαλισμός της πληρότητος. Χωρίς να κρύβει από τον άνθρωπο την μιζέρια του, του φανερώνει και την ευγένειά του. Επομένως δεν πρέπει να του ζητήσουμε να δώσει κάτι παραπάνω, περισσότερα επιχειρήματα, στους σκεπτικιστές και στους απογοητευμένους. Δεν θα συνεργαστεί ποτέ με όσους ανακεφαλαιώνουν όλη την δυνατή ιστορία του είδους μας, σε μια «παραβολή των τυφλών», όπως ο Brueghel.
Για να γλυτώσουμε το είδος μας από λανθασμένα βήματα δεν θα τον προσκαλέσουμε ποτέ πια σε συναγωνισμό. Δεν μπορούμε να κηρύξουμε την πνευματική αργία, στο όνομα τής χριστιανικής σοφίας, ούτε να συμφωνήσουμε με τις κοινωνικές αλλοτριώσεις ή με την παραίτησή μας στα όνειρα κάποιας ενότητος ή αξιοπρέπειας. Η πίστη μας δεν μας διδάσκει πως η ανθρωπότητά μας είναι μια, πως όλη, όπως είναι, έχει την ίδια μοίρα, πως προετοιμάζεται ένα Μέλλον στο οποίο είναι όλοι προσκεκλημένοι να συνεργαστούν, πως η σωτηρία του καθενός αφορά την σωτηρία της κοινότητος, πως το σύμπαν έχει ένα νόημα, το κλειδί του οποίου κατέχει ο άνθρωπος, πως βαδίζουμε όλοι προς μια πολιτεία απελευθερωμένη από τον θάνατο και την μοίρα, πως είμαστε όλοι φτιαγμένοι για μια κοινωνία ελεύθερη και αδελφική, και πως εδώ κάτω πρέπει να δοκιμαστούμε και να προετοιμαστούμε για την μελλοντική μας κατάσταση; Δεν είναι δυνατόν λοιπόν, ή μάλλον είναι απαράδεκτο να σκεπτόμαστε πως όλα αυτά δεν έχουν καμμία αντανάκλαση στο χρονικό επίπεδο! Αλλά η πίστη μας μάς θυμίζει επίσης, με την ίδια δύναμη, και άλλα δύο πράγματα!
Πρώτα απ’ όλα ότι το σύγχρονο κακό του ανθρώπου δεν μειώνεται σε μια κακή οργάνωση του κράτους: «το κακό του ανθρώπου είναι ατελείωτα πιο βαθύ, πιο μυστηριώδες, η κατάστασή του είναι απείρως πιο τραγική και η αλλοτρίωσή του πολύ πιο σοβαρή». Εάν είμαστε Χριστιανοί, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε εκείνο το πολύ μικρό πράγμα, το τόσο απλό και δημοφιλές – εκείνη την τρομακτική και εξαπλωμένη λέπρα – που ονομάζεται αμαρτία. Είναι αδύνατον να μην την λογαριάσουμε εάν ψάχνουμε στα σοβαρά την ελευθερία του ανθρώπου. Είναι πολύ λίγο να πούμε πως ο άνθρωπος είναι εγωιστής με φυσικό τρόπο, κατά φύσιν: ο άνθρωπος, αυτό το ευγενές ον είναι, εξ αιτίας κάποιου πράγματος που είναι δικό του, Φυσικά κακός, και κατά Φύσιν κακός, και η «δυστυχισμένη συνείδηση» είναι πάνω απ’ όλα μια κακή συνείδηση, παρότι δεν φαίνεται ακόμη στον εαυτό της σαν κακή. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε πως εξ αιτίας της ελευθερίας της βουλήσεως, κάθε πρόοδος είναι αμφίσημος. Πως ακόμη και η πρόοδος της συνειδήσεως δεν εξασφαλίζει από μόνη της αυτομάτως μια ωρίμανση ή μια σταθεροποίηση του καλού, και πως η «κατάσταση του πολέμου», έχοντας τον σπόρο της στην καρδιά μας, θα είναι για όλους, μέχρι το τέλος, η κατάσταση της γήινης συνθήκης μας.
Χονδροειδή ή μεγαλειώδη, όλα τα όνειρα του Ελντοράντο είναι εκ του πονηρού. Αλλά θα θέλαμε να φέρουμε στην επιφάνεια μια άλλη πλευρά των πραγμάτων. Η πίστη πως μπορούμε να αποξηράνουμε την δηλητηριασμένη πηγή της καρδιάς ή ότι μπορούμε να την εξυγιάνουμε τελείως μέσω κάποιας μεταμορφώσεως των εξωτερικών σχέσεων των ανθρώπων μεταξύ τους, των οικονομικών, κοινωνικών ή πολιτικών, η πίστη πως η «κατάσταση της ειρήνης» πραγματοποιημένη απ’ έξω θα μπορούσε να εξαφανίσει κάθε «κατάσταση πολέμου» που απορρέει από μέσα, είναι ξανά μια Ουτοπία. Μας αναστατώνει κυριολεκτικά αυτή ή καταπληκτική έλλειψη πνευματικού βάθους που φανερώνει μια τέτοια σιγουριά.
Η ανακάλυψη που επετεύχθη σε ένα τμήμα της ζωής θα μας καταστήσει μοιραία τυφλούς στο άλλο τμήμα, το σημαντικότερο, της πραγματικότητος; Και τότε; Όλο αυτό το κακό που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο και το οποίο πολύ συχνά καθιστά τον έναν για τον άλλον μια κόλαση, όπως έχει λεχθεί, όλο αυτό δεν έχει άλλες αιτίες παρά την κοινωνική οργάνωση; Αλλά τότε ποιος έθεσε πάνω απ’ όλα αυτές τις αιτίες; Ο ίδιος ο άνθρωπος δεν συμμετέχει καθόλου στην σύγχρονη λειτουργία της κοινωνίας; Εάν η διαίρεση ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευμένους είναι, ας πούμε, σήμερα, η μοναδική υπεύθυνη, δεν πρέπει να αναρωτηθούμε πώς κατέστη δυνατόν να εμφανισθεί από μόνη της αυτή η διαίρεση;
Το ένστικτο της κυριαρχίας και άλλα ένστικτα ακόμη, τα οποία δεν επηρεάζουν την κοινωνία σε μικρότερο βαθμό, όπως το ένστικτο της αδιαλλαξίας και της μισαλλοδοξίας, χαρακτηριστικό της μάζας ακόμη περισσότερο παρά των ατόμων, και το οποίο έχει ξαναεμφανισθεί τόσο βίαια στον αιώνα μας…;; Γι’ αυτό και δεν υπάρχει καμμία βεβαιότης της «προόδου». Στο ίδιο μέτρο με το οποίο ο άνθρωπος αναλαμβάνει, όπως είδαμε προηγουμένως, να καθοδηγήσει την μοίρα του, η ύπαρξή του εισέρχεται σε μια ζώνη υπερβολικού κινδύνου. Αυτό το πράγμα δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει αλλά να μας καταστήσει πιο προφητικούς. Διότι, καθώς προειδοποιεί και ο  B. Guardini, παρότι μέχρι χθες ο σκοπός της ανθρώπινης προσπάθειας φαινόταν να είναι η κυριαρχία της φύσεως, αύριο αυτός ο σκοπός θα πρέπει να είναι η κυριαρχία της δυνάμεώς μας!
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (17)--ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (17)

HENRI DE LUBAC
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Χωρίς αμφιβολία, η πίεση των γεγονότων κάθε τύπου, η ανάπτυξη των τεχνολογιών, και οι ανάγκες τής προγραμματισμένης οικονομίας, με τις νόμιμες ελπίδες που απορρέουν, συνεισφέρουν στην σύσταση ενός μέρους του κινδύνου. Αλλά η βαθειά αιτία είναι πνευματική. Ο κίνδυνος θα ήταν μικρότερος και θα βρίσκονταν με μικρότερο κίνδυνο οι διατυπώσεις που θα ήταν ικανές να σώσουν, για το καλύτερο μέρος τού ανθρώπου, έναν «ελεύθερο τομέα» δίπλα στον «καθοδηγούμενο τομέα» - ας το πούμε καλύτερα, να προωθήσουμε με πιο υψηλή ελευθερία, μια ανάπτυξη τής προσωπικότητος μέσω μιας πιο λογικής οργανώσεως των αποθεμάτων της γης και της κοινωνικής ζωής – εάν στον νου υφίστατο το οντολογικό θεμέλιο. Αλλά όπως έχουμε ήδη αναφέρει, αυτό ακριβώς το θεμέλιο έχει καταστραφεί μέσα στα μυαλά των περισσοτέρων. Και επειδή, από το άλλο μέρος, γνωρίζουμε εκ της εμπειρίας πως είμαστε πολύ περισσότερο, οι άνθρωποι των μέσων που μας διαμορφώνουν καθημερινώς και όχι οι άνθρωποι των σκοπών, οι οποίοι βρίσκονται μακρυά μας, πώς να ανησυχήσουμε λοιπόν για το γεγονός πως έχει αρχίσει να σβήνει και να χάνεται, όχι μόνον η ελπίδα σε ένα ιδεώδες, φευγαλέο πλέον, ή η πίστη σε μερικές αξίες τις οποίες η λογική δεν κατορθώνει να δικαιολογήσει πλέον, αλλά ακόμη και η νοσταλγία αυτού του ιδεώδους και το γούστο αυτών των αξιών.
Η απελευθέρωση του ανθρώπου μπορεί να παραμείνει ο σκοπός, αλλά αυτός ο σκοπός καθίσταται πλέον αφηρημένος. Και η δύναμη και η αντίσταση καταλήγουν τελικώς να είναι οι ουσιαστικές αξίες. Έτσι λοιπόν, σιγά-σιγά εμφανίζεται στον αιώνα μας μια αντίληψη (ιδεολογία) η οποία δεν κατευθύνεται μόνον ενάντια στις φιλελεύθερες ή αναρχίζουσες τάσεις που υπήρξαν τόσο δυνατές τον περασμένο αιώνα, ενάντια δηλαδή στον ατομικισμό και στον κοινωνικό συναισθηματισμό, αλλά προσβλέπει αποκλειστικά στην καλύτερη απόδοση του ανθρώπινου ζώου μέσα σε μια παντοδύναμη τεχνοκρατία. Και έτσι κατορθώνει τελικώς να επιζήσει, σε ένα διαφορετικό πλαίσιο και σε μεγαλύτερη κλίμακα εφαρμογής, εκείνη η κατάσταση η οποία, πολύ σωστά, είχε καταδικαστεί από τον Μαρξ, και στην οποία « Ο άνθρωπος είναι μια απλή μηχανή παραγωγής». (Κομμουνιστικό Μανιφέστο). Η αποθέωση του εργάτη μεταμορφώνεται, χωρίς να έχει αλλάξει τίποτε στις λέξεις, στην οργάνωση μιας νέας δουλείας. Ετοιμάζεται μια νέα Αιγυπτιακή περιπέτεια, πιο κολοσσιαία και πιο λεπτή, αλλά εξίσου απάνθρωπη.
Όλες οι δυνάμεις του κοινωνικού ιδεαλισμού, ακόμη και του πιο μεγαλόψυχου, καπαρώνονται μέσα στην ασάφεια, υπέρ ενός πολιτικού ρεαλισμού, τα μέσα καταστολής τού οποίου σήμερα είναι εξαιρετικά αυξημένα. Τα πραγματικά πρόσωπα θυσιάζονται, και όχι πλέον σε μια ανθρωπιστική χίμαιρα, αλλά σε κάποια «υπέρ-κοινωνία χωρίς καρδιά και χωρίς πρόσωπο».
Ο ολοκληρωτικός και αποκλειστικός ανθρωπισμός ο οποίος κηρύχθηκε με πάθος, επειδή ακριβώς αναβλήθηκε και παραπέμφθηκε στο μέλλον η πραγματοποίησή του, καταλήγει τελικώς να σβήσει μέσα από την ίδια την σκέψη.
Ξεχάστηκε εκείνο που παρατήρησε ο Μαρξ, και ανέδειξε με δύναμη, πιστεύοντας πως μ’ αυτήν την παρατήρηση εναντιωνόταν στις «κοινωνικές αρχές του Χριστιανισμού», οι οποίες του φάνταζαν δουλικές. Πως δηλαδή «η αξιοπρέπεια, η υπερηφάνεια, η αίσθηση τής ανεξαρτησίας είναι πιο αναγκαίες από το ψωμί», και όχι μόνον στο προλεταριάτο, αλλά σε κάθε άνθρωπο. Ξεχάστηκε η αλήθεια πως «η ελευθερία του καθενός επηρεάζει την ελευθερία όλων». Καταλήγουμε να συνηθίσουμε σε κείνη την πρώτη κατάσταση, η οποία είχε σχεδιαστεί σαν μια σκληρή αλλά αναπόφευκτη  φάση, και η οποία προβλεπόταν σαν πολύ σύντομη[ Τό καθαρτήριο τού Δάντη]. Την δικαιολογούμε πλέον, την υψώνουμε σαν ιδανικό. Κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας ότι βρήκαμε επί τέλους, όπως έλεγε και ο Compte, «νέα μέσα για να συνδέσουμε καλύτερα την ιδιωτική πρόοδο σαν καθολική πορεία».
Αυτό στην αρχή ήταν ένα όνειρο του μέλλοντος. Αλλά η ανυπομονησία το μεταμορφώνει πολύ συχνά σε ψευδαίσθηση για το παρόν και αυτή, για να διατηρηθεί, γίνεται ψέμμα. Αδυνατώντας να φτάσει πραγματικά στο βασίλειο της ονειρεμένης ελευθερίας, μας αναγκάζει να φανταστούμε μια θαυμαστή σύμπτωση ανάμεσα στην ατομική ελευθερία και την κοινωνική ανάγκη και να συνεχίζουμε να μιλάμε για τέλεια ελευθερία, που την ονομάζουμε «ελευθερία της συνάφειας, της προσκολλήσεως», ενώ είναι ήδη το βασίλειο της τυραννίας.
Έτσι λοιπόν κατέστη δυνατή η πίστη, την εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι μιλούσαν μόνο για πνευματική χειραφέτηση, πως η μείωση των πάντων στην εμμένεια, στην ενύπαρξη, σήμαινε την παράδοση των πάντων στον άνθρωπο. Αλλά δυστυχώς κατέληξε να σημαίνει αντιθέτως το ξεγύμνωμά του από τα πάντα! Διότι μειωνόντουσαν τα πάντα στην διάρκεια του χρόνου – σε μια διάρκεια χωρίς μιαν αιώνια βάση, της οποίας οι στιγμές, όσες και αν μπορούσαν να είναι, διαχέονται ή προστίθενται χωρίς να διεισδύουν μεταξύ τους, χωρίς να αλληλοεξαρτώνται, αλληλοδιαδεχόμενες η μια την άλλη. Δεν κατέστη δυνατό να κατέλθει το Απόλυτο από έναν φανταστικό ουρανό, πάνω σε μια πραγματική γη. Δεν μετακινήθηκε από τον Θεό στον άνθρωπο: κατέπεσε στο σχετικό παίρνοντας μαζί του και τον άνθρωπο.
Δεν υπάρχει ανάγκη να είμαστε οπισθοδρομικοί, ούτε να κλείσουμε τα μάτια στα θεμέλια, που είναι πολύ πραγματικά, των διαφόρων τυπικών φιλελευθερισμών, ούτε και είναι απαραίτητο να μας λείψει το κοινωνικό θάρρος για να φοβηθούμε την σκοτεινή φρίκη που παρόμοιες διαστροφές, εάν διαρκέσουν, θα μας ετοιμάσουν στα σίγουρα. Μια γεύση όλων αυτών δοκιμάσαμε τελευταίως, και η ωμή της ανάμνηση δεν θα αφήσει εύκολα την μνήμη μας – και κάθε ημέρα ανακαλύπτουμε πως, είτε από άμεση επαφή και μόλυνση, είτε από ταυτόσημους μηχανισμούς που ξεκινούν από την ίδια αιτία, το κακό δεν έχει εξαφανισθεί. Το κακό εξαπλώνεται, πατάει πόδι.
Εξ άλλου, περισσότερο και από τους πρόσφατους τρόμους που ζήσαμε σαν ανθρωπότης, περισσότερο και από την μιζέρια και τους τωρινούς μας φόβους, η ολοκληρωτική απογοήτευση προς την οποία βαδίζουμε και την οποία οι πιο ευαίσθητοι ανάμεσά μας προβλέπουν ήδη, κινδυνεύει να προκαλέσει ένα τέτοιο κύμα απαισιοδοξίας, της οποίας δεν είμαστε καν ικανοί να υπολογίσουμε τις συνέπειες.
Για πολλά χρόνια οι αρχαίοι Ρωμαίοι θυσιάστηκαν για την αιώνια Ρώμη τους, extra anni solisque vias (Βιργίλιος, Αινειάδα, VI, 791-801). Για πάρα πολλά χρόνια πίστεψαν στο Imperium sine fine (στην αυτοκρατορία χωρίς τέλος) την οποία τους είχε χαρίσει ο Δίας. Αλλά όταν άρχισαν να κατανοούν πως ήταν μόνον ένας μύθος, αμέσως τους έλλειψε το κουράγιο. Δεν επρόκειτο εξ αρχής για την επανάσταση του εγωιστικού ενστίκτου: αρκούσε το ξύπνημα της συνειδήσεως. Το ίδιο συμβαίνει και στην εποχή μας. Η ευγένεια του ανθρώπου λάμπει, περισσότερο από ποτέ, στο γεγονός πως πολλοί αποδεικνύονται ικανοί να θυσιάσουν το σώμα τους για κάποιον ανώτερο σκοπό που τους είναι ανώτερος. Αλλά τουλάχιστον να δημιουργηθεί η Ανθρωπότης! Να παραμείνει η Ανθρωπότης. Να λάβει μορφή για πάντα ένα μέλλον.[ Η ΣΑΡΚΩΣΗ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ] Αλλά αν είναι και αυτό ένας μύθος; Εάν αυτή η ιδέα τού χρέους όλων να λύσουν ένα πρόβλημα, του χρέους όλων να κατευθυνθούν όλοι μαζί προς έναν σκοπό, δεν είναι παρά μια αυθαίρετη ιδέα, την οποία θα ήταν προτιμότερο να εγκαταλείψουμε πριν γίνει μια έμμονη ιδέα;
Εάν διαλογιζόμενος ο άνθρωπος κατέληγε να φανερωθεί ακόμη και στον ίδιον, ακριβώς δε λόγω των θέσεων που υπολογίστηκαν σαν αφετηρία, σαν ένα ον μόνο, αδιόρθωτα μόνο; Εάν η Φύση, όσο την γνωρίζουμε καλά σιγά-σιγά και πιστεύουμε πως την κατακτήσαμε και την εξανθρωπίσαμε, αποδειχθεί τελικώς σαν μια απίστευτη τυφλή δύναμη, πιεστική και καταστροφική; Εάν το Σύμπαν αποδειχθεί άσκοπο; «Είναι τρομακτική η αγωνία που φέρνει η πρόβλεψη ή και η βεβαιότης του συλλογικού θανάτου.. Και όπως δε η ανθρωπότης δε έχει άπειρα αποθέματα, είναι πολύ παράξενη η αγωνία που γεννιέται από την πιθανότητα τής εξαφανίσεως της ανθρωπότητος». (C. Peguy).
Στην προοπτική ενός ιστορικισμού που απορρίπτει τον άνθρωπο, ατομικά ή συλλογικά, κάθε συμμετοχή σε κάποια πιο υψηλή ή πιο σταθερή πραγματικότητα, δεν μπορεί να διώξει μακρυά, αυτό που ονόμασε πετυχημένα ο Mircea Eliade, «ο τρόμος της Ιστορίας». Μπορούμε να αγνοήσουμε τις διαψεύσεις μιας εμπειρίας, χαρακτηρίζοντάς την προσωρινή, αλλά δεν μπορούμε να αγνοούμε επ’ αόριστον την λογική τής σκέψης. Τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο λοιπόν από μια αβάσιμη αισιοδοξία, που δεν μπορεί να γεννηθεί παρά μόνον από την απελπισία.
«…Ψεύδος! Στην κλίμακα της Αιωνιότητος η ανθρώπινη συλλογικότης (η διάσημη κοινωνία) είναι εύθραυστη σαν εμένα. Εβδομήντα χρόνια ή επτακόσιες χιλιάδες χρόνια, είναι το ίδιο πράγμα. Η ανθρώπινη συλλογικότης θα εξαφανισθεί και αυτή. Τα πάντα είναι μια ψευδαίσθηση».
(Είναι τα τελευταία λόγια ενός φανατικού νεαρού κομμουνιστή, πάνω στο κρεββάτι τού θανάτου του, στην Μόσχα, στις 3 Δεκεμβρίου του 1940. Journal de Genève, 12 Ιουλίου 1949).
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.