Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΝΔΟΥΙΣΜΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΝΔΟΥΙΣΜΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ-Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ-Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

(Από το βιβλίο «Θεόδουλος»)

https://svetosavlje.org/teodul/19/
ερμηνεία του Ματθ. 5,19


Ευλογημένη είναι η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αυτή τη μόνη ευλογημένη βασιλεία, Θεόδουλε, αποκάλυψε και διακήρυξε στον κόσμο ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Και αυτή τη βασιλεία διακηρύσσουν οι χριστιανοί ιερείς από το θυσιαστήριο, στην αρχή κάθε Θείας Λειτουργίας, εδώ και σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια.

Πριν από τον ήλιο και τη σελήνη, πριν από τον έναστρο θόλο του ουρανού, πριν από κάθε κτίσμα και κάθε δημιούργημα, και επομένως πριν από κάθε άλλη βασιλεία, κοινωνία ή συγγένεια, υπήρχε αυτή η ευλογημένη τριαδική βασιλεία. Μέσα στην αιωνιότητα, ανέγγιχτη από τον χρόνο· μέσα στην απειρία, απεριόριστη από τον χώρο. Άυλη, ασώματη, πνευματική. Μέσα στην πρωταρχική και πρωτοτυπική συγγένεια του Γεννώντος, του Γεννωμένου και του Εκπορευομένου. Πλήρες και τέλειο Είναι. Πλήρης και τέλεια Αλήθεια. Πλήρης και τέλεια Δύναμη. Πλήρης και τέλεια Αγάπη. Πλήρης και τέλεια Δόξα. Πλήρης και τέλεια Βασιλεία. Γι’ αυτό ολοκληρώνουμε πολλές από τις προσευχές μας όπως διδαχθήκαμε από τον Σωτήρα στην Κυριακή Προσευχή: «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν».

Οι Ινδοί και οι μουσουλμάνοι οργίζονται εναντίον μας, των χριστιανών. Οι Ινδοί οργίζονται επειδή πιστεύουμε σε έναν και μοναδικό Θεό και όχι στο πολυθεϊστικό τους πάνθεο των αναρίθμητων θεών. Οι μουσουλμάνοι, πάλι, οργίζονται επειδή δήθεν πιστεύουμε σε τρεις θεούς και όχι σε Έναν. Και οι δύο αυτές οργές είναι εντελώς αβάσιμες. Πρώτα απ’ όλα, εμείς πιστεύουμε όπως μας αποκαλύφθηκε από τον ουρανό, από τον ίδιο τον Θεό, και όχι όπως εμείς θέλουμε. Και μας αποκαλύφθηκε όπως ακριβώς είναι γραμμένο στην Καινή Διαθήκη του Θεού και όπως μας παραδόθηκε από τους Πατέρες, δηλαδή: ένας Θεός, αλλά Τριαδικός. Τρεις Υποστάσεις, αλλά ένας Θεός, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα· μία Θεότητα, μία δύναμη, μία δόξα και μία εξουσία, μία βασιλεία και μία κυριότητα. Αυτό μας το αποκάλυψε ο ίδιος ο προαιώνιος Υιός του Θεού, ο οποίος κατέβηκε από τον ουρανό και ανέβηκε στον ουρανό και ο οποίος, όπως γράφει και το Κοράνιο, θα είναι ο Κριτής του κόσμου κατά τη Φοβερή Κρίση του Θεού.

Και ποιος αποκάλυψε την πολυθεΐα στους Ινδούς; Άνθρωποι, φιλόσοφοι, ρίσι, γκουρού και φακίρηδες, οι οποίοι ούτε από τον ουρανό κατέβηκαν ούτε στον ουρανό ανέβηκαν, αλλά έζησαν και παρέμειναν μέσα σε αυτή την κοσμική σαμσάρα, όπου οι ψυχές μεταβαίνουν από σώμα σε σώμα. Ή ας ρωτήσουμε τους μουσουλμάνους: ποιος αποκάλυψε στον Μωάμεθ έναν μη Τριαδικό Θεό, ο οποίος δεν είναι ούτε Πατήρ ούτε Υιός ούτε Άγιο Πνεύμα; Κανείς, εκτός από τον ίδιο, καθώς ερμήνευε τις δύο χριστιανικές Διαθήκες, την Παλαιά και την Καινή, κατά τον δικό του αυθαίρετο τρόπο, και, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, τον άγγελο Τζιμπρίλ. Εμείς όμως δεν παραλάβαμε την αλήθεια, σύμφωνα με τον λόγο του αγίου Αποστόλου Παύλου, ούτε από άγγελο ούτε από άνθρωπο, αλλά από τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος φανερώθηκε στους ανθρώπους με σάρκα, για να τους ανοίξει τη βασιλεία των ουρανών και να τους οδηγήσει σε αυτή την ευλογημένη βασιλεία.

Ευλογημένη είναι και η βασιλεία των αγγέλων του Θεού. Αυτοί είναι τα τελειότερα δημιουργημένα όντα. Είναι υψηλά πνεύματα, τα οποία δημιουργήθηκαν πριν από τον σωματικό κόσμο και τα οποία δεν αγγίζουν ούτε ο χρόνος ούτε η ασθένεια ούτε ο θάνατος· γι’ αυτό είναι αιώνια νέα, φωτεινά και ισχυρά. Σε αναρίθμητες μυριάδες μυριάδων στέκονται γύρω από τον θρόνο της αιώνιας δόξας, τρεφόμενα με το φως της αλήθειας και ποτιζόμενα με τη γλυκύτητα της αγάπης από τον Πατέρα και τον Υιό, αναπνέοντας το ίδιο Πνεύμα της αγιότητας, της αγίας ενότητας και της αγίας δυνάμεως από το Άγιο Πνεύμα.

Οι άγγελοι του Θεού ονομάστηκαν αστέρες της αυγής, επειδή δημιουργήθηκαν πρώτοι και επομένως αντιπροσωπεύουν την αυγή της δημιουργίας του Θεού· και επειδή λάμπουν αιωνίως με την ίδια λάμψη, η οποία εισέρχεται μέσα τους από τον Θεό και μέσω αυτών ακτινοβολεί. Ονομάστηκαν επίσης υιοί του Θεού, μολονότι δημιουργήθηκαν και δεν γεννήθηκαν, επειδή έχουν υιική αγάπη και υιική υπακοή προς τον Δημιουργό τους, όπως οι αληθινοί υιοί προς τον πατέρα τους. Ρώτησε ο Κύριος τον δίκαιο Ιώβ: «Πού ήσουν εσύ όταν εγώ θεμελίωνα τη γη; Όταν έψαλλαν μαζί οι αστέρες της αυγής και όλοι οι υιοί του Θεού αλάλαζαν από χαρά;» (Ιώβ 38,4-7).

Πρώτοι οι Χαλδαίοι και Πέρσες σοφοί, οι αστρολόγοι, αναγνώρισαν από το άστρο ότι είχε γεννηθεί κάποιος μεγάλος και δίκαιος βασιλιάς. Και πρώτοι αυτοί ήρθαν στη Βηθλεέμ για να τον προσκυνήσουν. Η πίστη τους δεν ήταν πίστη σε έναν Θεό, αλλά σε πολλούς θεούς, αντιμαχόμενους μεταξύ τους, όπως συμβαίνει παντού στις πολυθεϊστικές χώρες. Ούτε γνώριζαν τίποτε για κάποια ευλογημένη βασιλεία των ουρανών, όπως δεν γνώριζαν ούτε η Ινδία ούτε η Αίγυπτος. Αλλά ο Ύψιστος Θεός τούς καθοδήγησε με την πρόνοιά Του, ώστε μέσω αυτών, των ειδωλολατρών, να καταισχύνει την υπερήφανη «μονοθεϊστική» Ιερουσαλήμ, η οποία, μόλις άκουσε την πρώτη είδηση για τον νέο βασιλιά, άρχισε να καταστρώνει σχέδιο για να τον θανατώσει.

Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν ο πρώτος που, ακόμη πριν από τη γέννησή Του, ανέφερε στην Υπεραγία Παρθένο Μαρία τη βασιλεία Του, λέγοντας: «Και της βασιλείας Του δεν θα υπάρξει τέλος».

Τριάντα χρόνια αργότερα, ο πρώτος που διακήρυξε ότι πλησίασε η βασιλεία των ουρανών ήταν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος στον Ιορδάνη, κραυγάζοντας στα απονεκρωμένα αυτιά των Ιουδαίων: «Μετανοείτε, διότι πλησίασε η βασιλεία των ουρανών».

Κατά τον τρίτο πειρασμό, ο σατανάς οδήγησε τον Ιησού σε ένα ψηλό βουνό και Του έδειξε «όλες τις βασιλείες αυτού του κόσμου και τη δόξα τους» και υποσχέθηκε να Του τα δώσει όλα, εάν τον προσκυνούσε. Δηλαδή την Αίγυπτο και τη Χαλδαία, την Περσία και την Αραβία, την Ινδία και την Κίνα, την Ιαπωνία και την Αμερική, την Ευρώπη και τη Σλαβία· όλες αυτές τις μη ευλογημένες βασιλείες και όλους τους λαούς που το πνεύμα της κολάσεως κρατούσε μέσα στις αλυσίδες της απάτης, της πανουργίας και της απελπισίας, ακόμη και τον ίδιο τον θεομάχο Ισραήλ.

Όμως ολόκληρη εκείνη η ιδιοκτησία του τότε «άρχοντα αυτού του κόσμου», την οποία ο Ακατονόμαστος είχε αυθαίρετα ιδιοποιηθεί και είχε μολύνει και δηλητηριάσει με το ερπετικό του δηλητήριο, ολόκληρη εκείνη τη δύσοσμη μούχλα αρνήθηκε αποφασιστικά να τη δεχθεί «ο Βασιλεύς των ουρανών, ο οποίος από φιλανθρωπία φανερώθηκε στη γη», για να ανοίξει στους ανθρώπους τις πύλες της αιώνιας βασιλείας Του στους ουρανούς.

«Η βασιλεία η δική μου δεν είναι από αυτόν τον κόσμο», απάντησε ο Ιησούς στον δικαστή Του, τον Πιλάτο, όταν εκείνος Τον ρώτησε: «Εσύ είσαι βασιλιάς;» Και όταν οι Ιουδαίοι, γήινοι ως προς το πνεύμα περισσότερο και από την ίδια τη γη και τυφλότεροι από το χώμα της γης, βλέποντας τα θαύματά Του, θέλησαν να Τον ανακηρύξουν βασιλιά τους, Εκείνος έφυγε και αποσύρθηκε στο βουνό (Ιωάν. 6,15).

Μήπως λοιπόν θα αποτελούσε κάποια τιμή γι’ Αυτόν να γίνει βασιλιάς μιας και μόνης χώρας, όπως ήθελαν οι Ιουδαίοι, ή βασιλιάς όλων των επίγειων βασιλειών, όπως Του πρότεινε ο σατανάς;

Τι απέγιναν τόσες βασιλείες και τόσοι επίγειοι βασιλείς πριν και μετά από Εκείνον; Τι απέγιναν οι βασιλείς της Αιγύπτου, ο Χέοψ, ο Χεφρήν, ο Μυκερίνος, ο Τουταγχαμών και ο ισχυρός Ραμσής; Αφού παρέδωσαν τις ψυχές τους στον σατανά, έχτιζαν πυραμίδες που υψώνονταν ως τα σύννεφα, για να διατηρήσουν τουλάχιστον τα σώματά τους άφθαρτα. Τώρα όμως οι σαρκοφάγοι τους με τα ταριχευμένα σώματα —αγορασμένες ή κλεμμένες από τις πυραμίδες— εκτίθενται στα ευρωπαϊκά μουσεία σαν πίθηκοι σε θηριοτροφεία.

Τι απέγιναν οι πλούσιοι βασιλείς και μαχαραγιάδες της Μαχαμπαράτα και της Ραμαγιάνα, ο γενναίος Ράμα και ο Αρτζούνα, ο ισχυρός Άκμπαρ και ο Μογγόλος, και οι υπόλοιποι, οι οποίοι υμνήθηκαν και δοξάστηκαν στη γη; Τι απέγιναν οι λαμπροί στρατηγοί τους και τα αναρίθμητα συντάγματά τους; Τις βασιλείες τους τις κατέλαβαν οι εχθροί τους, τα σώματά τους μεταβλήθηκαν σε σκόνη, ενώ οι ψυχές τους τώρα —σύμφωνα με την ινδική διδασκαλία— είτε μιλούν μέσα σε άλλα ανθρώπινα σώματα είτε βελάζουν μέσα στα πρόβατα είτε μουγκρίζουν μέσα στα βόδια είτε συρίζουν μέσα στα φίδια.

Πού βρίσκονται οι βασιλείς των βασιλειών που είδε σε όραμα ο προφήτης Δανιήλ; Πού είναι ο Ναβουχοδονόσορ, ο οποίος ανακήρυξε τον εαυτό του θεό, και πού η χρυσή βαβυλωνιακή βασιλεία του; Πού είναι η αργυρή περσική βασιλεία με τον βασιλιά Δαρείο, τον Κύρο και τον Ξέρξη; Πού η χάλκινη βασιλεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου; Και πού η ρωμαϊκή βασιλεία από σίδηρο και πηλό, μαζί με όλους τους Ρωμαίους καίσαρες που θήλασαν από τη λύκαινα;

Από τα νεκρικά κρανία τους θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένας Πύργος των Κρανίων, μία Τσέλε-κούλα, τόσο ψηλή όσο το όρος Αραράτ.

Πού βρίσκονται οι μπογκντιχάνοι της Κίνας, που φορούσαν μετάξι και βάδιζαν επάνω σε μετάξι; Πού βρίσκονται οι σοφοί μανδαρίνοι τους και τα πολλά βιβλία τους, και οι τεχνίτες τους με τα θαυμάσια χειροτεχνήματά τους; Πού βρίσκονται οι Ιάπωνες Μικάδο, οι υιοί του ουρανού, και πού οι περίφημοι σαμουράι τους; Πού βρίσκονται οι τρομεροί Τιμούρ με τα μογγολικά στρατεύματά τους, που σαν ανεμοστρόβιλος αναστάτωσαν ολόκληρη την Ασία και την Ευρώπη; Ένα παχύ σκέπασμα σκόνης τούς έχει καλύψει όλους, και πάνω από αυτό το σκέπασμα ένας καμηλιέρης οδηγεί τώρα τις καμήλες του, καταριέται τη σκόνη που του γεμίζει τα μάτια και σκέφτεται μόνο πού θα βρει δείπνο για τον εαυτό του και για τις καμήλες του.

Τι απέγινε ο πλούσιος Κροίσος, ο βασιλιάς των Μήδων; Τι απέγιναν οι αριστοτεχνικές Μυκήνες; Τι απέγιναν τα κορεσμένα Σόδομα; Τι απέγινε η Ατλαντίδα; Τι απέγινε η πάμπλουτη Τύρος; Και η Φοινίκη, η βασίλισσα των θαλασσών, μαζί με τον γενναίο επίγονό της, τον Αννίβα; Και τόσοι βασιλείς των Μωαβιτών και των Χαναναίων; Ο μάγος της κολάσεως, αφού τους ανύψωσε στο μεγαλύτερο απατηλό ύψος και αφού είδε ότι τον προσκυνούσαν, στο τέλος γέλασε πάνω από τα κουφάρια τους και έσπευσε να συλλάβει και άλλα θύματα, όπως η αράχνη μέσα στα δίχτυα της.

Όλες αυτές τις βασιλείες —όλες, όχι μία μόνο— πρόσφερε ο πειραστής στον Σωτήρα του κόσμου, με μόνη προϋπόθεση να τον προσκυνήσει. Και ο Σωτήρας το αρνήθηκε. Και στην ερώτηση του υπηρέτη του ίδιου εκείνου πειραστή, του Ποντίου Πιλάτου, εάν Αυτός είναι βασιλιάς, απάντησε:


«Η βασιλεία η δική μου δεν είναι από αυτόν τον κόσμο».

Η ευτυχία και η σωτηρία μας βρίσκονται στο ότι ο Υιός του Θεού, πρώτον, αρνήθηκε να δεχθεί από τον εχθρό του Θεού όλες τις φθαρτές επίγειες βασιλείες και την απατηλή δόξα τους· δεύτερον, έφυγε όταν οι Ιουδαίοι θέλησαν να Τον ανακηρύξουν βασιλιά της χώρας τους· και, τρίτον, έδωσε στον Πιλάτο εκείνη την απάντηση:

«Η βασιλεία η δική μου δεν είναι από αυτόν τον κόσμο».

Τι θα είχε απογίνει Εκείνος και τι θα είχαμε απογίνει εμείς, εάν Εκείνος, λόγου χάρη, είχε δεχθεί να γίνει βασιλιάς όλων των επίγειων βασιλειών; Κατά τη σύντομη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής θα ήταν ενδοξότερος από τον Ναβουχοδονόσορα και ισχυρότερος από τον Αλέξανδρο· μετά τον θάνατό Του όμως το σώμα Του θα βρισκόταν στη σκόνη και η ψυχή Του στην κόλαση. Από Αυτόν θα είχε απομείνει μόνο ένας κενός ήχος, όπως ακριβώς από τόσους άλλους βασιλείς πριν από Αυτόν, τους υποτελείς του άρχοντα της κολάσεως.

Ή, λόγου χάρη, εάν είχε δεχθεί να γίνει βασιλιάς της γης των Ιουδαίων; Θα ήταν πιθανότατα πλουσιότερος από τον Σολομώντα, αλλά εξίσου παροδικός με τον Σολομώντα· ο χρόνος θα Τον ξέραινε, όπως ξεραίνει τα κρίνα του αγρού, και ύστερα από Αυτόν θα ανέβαιναν στον θρόνο Του κάποιοι πεισματάρηδες σαν τον Ροβοάμ ή κάποιοι σταβλίτες σαν τον Ιεροβοάμ, θα διέσπαζαν τη βασιλεία Του και θα οδηγούσαν τον λαό στη δυστυχία.

Και τι θα είχαμε απογίνει εμείς; Θα λατρεύαμε, όπως οι Ινδοί, αναρίθμητες θεϊκές τριάδες διαιρεμένες μέσα τους, θα προσκυνούσαμε φίδια και, μέσα στην έσχατη απελπισία, θα επιθυμούσαμε την ανυπαρξία, τη Νιρβάνα. Ή, όπως οι Ιουδαίοι, μέχρι και σήμερα θα ανακηρύσσαμε πότε τον έναν και πότε τον άλλον τσαρλατάνο ως Μεσσία και θα περιμέναμε ακόμη τον ερχομό του Μεσσία· όχι όμως τον προφητευμένο και πανανθρώπινο Μεσσία, αλλά κάποιον σωβινιστή γιαταγαντζή, ο οποίος θα ήταν ωφέλιμος μόνο για τους Ιουδαίους και καταστροφικός για όλους τους άλλους λαούς.

Και στις δύο περιπτώσεις θα ζούσαμε σήμερα μέσα στο σκοτάδι, είτε στο ινδικό σκοτάδι είτε στο ιουδαϊκό σκοτάδι. Εμείς όμως ζούμε μέσα σε ένα ανήκουστο και απερίγραπτο φως. Είμαστε παιδιά του φωτός και όχι του σκότους. Γνωρίσαμε και αναγνωρίσαμε τον αληθινό Μεσσία, τον αθάνατο Βασιλέα των βασιλέων και Κύριο των κυρίων, του οποίου η βασιλεία δεν θα έχει τέλος, σύμφωνα με τη μαρτυρία των προφητών και των αγγέλων του Θεού· και αυτή τη μαρτυρία την επιβεβαιώνει και η ιστορική πραγματικότητα των τελευταίων είκοσι αιώνων.

Διότι Εκείνος ζει και βασιλεύει ακόμη και τώρα, και η ευλογημένη βασιλεία Του αδιάκοπα αυξάνεται και επεκτείνεται. Έχει ήδη αυξηθεί τόσο, ώστε αριθμητικά έχει γίνει μεγαλύτερη από όλες τις βασιλείες της γης. Δεν είναι όμως ορατή, επειδή βρίσκεται στον πνευματικό κόσμο και επειδή είναι βασιλεία ουράνια και όχι επίγεια. Η αρχή αυτής της βασιλείας ανάμεσα στους ανθρώπους ήταν εξαιρετικά ταπεινή. Γι’ αυτό ο Ιησούς χρειάστηκε να ενθαρρύνει το μικρό Του ποίμνιο: «Μη φοβάσαι, μικρό ποίμνιο, διότι ο Πατέρας σας ευδόκησε να σας δώσει τη βασιλεία» (Λουκ. 12,32).


Η βασιλεία όμως δεν αποκτάται χωρίς κόπο και χωρίς βία εναντίον του εαυτού μας. «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και οι βιαστές την αρπάζουν» (Ματθ. 11,12).

Τον μεγαλύτερο κόπο και τη μεγαλύτερη προσπάθεια ανέλαβε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς, διακηρύσσοντας στους ανθρώπους τη βασιλεία των ουρανών. «Και περιερχόταν ο Ιησούς όλη τη Γαλιλαία, διδάσκοντας και κηρύττοντας το Ευαγγέλιο της βασιλείας». Τι υπάρχει πιο χαρμόσυνο για τους ανθρώπους από τη Χαρμόσυνη Είδηση της βασιλείας, και μάλιστα μιας βασιλείας ευλογημένης και αιώνιας;

«Ζητείτε πρώτα τη βασιλεία των ουρανών· και όλα τα υπόλοιπα θα σας προστεθούν». Δηλαδή, ζητείτε από τον ουράνιο Βασιλέα πρώτα εκείνο που είναι το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο και το οποίο ο Βασιλέας είναι έτοιμος να σας δώσει· ζητείτε να γίνετε κληρονόμοι της βασιλείας και βασιλόπαιδες· και για την τροφή, το ποτό και την ενδυμασία μην ανησυχείτε, όπως κάνουν οι ειδωλολάτρες. Διότι οι ειδωλολάτρες φροντίζουν για αυτά τα δευτερεύοντα, επειδή δεν γνωρίζουν το κύριο· αρπάζονται μεταξύ τους για την επίγεια βασιλεία, επειδή δεν γνωρίζουν την ουράνια· υπηρετούν τον πονηρό ως μαύροι εργάτες για μία κόρα ψωμιού ή για τις ρίζες με τις οποίες τρέφονται οι χοίροι, επειδή έχει σκοτισθεί η όρασή τους για τον ουράνιο Βασιλέα και για τον Πατέρα των φώτων.

Και όταν προσεύχεστε στον Θεό, μην ξεχνάτε να ζητείτε τη βασιλεία: «Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου». Εάν έρθει η βασιλεία, θα έρθει και ο Βασιλέας· θα έρθει και θα κατοικήσει μέσα σας ο Τριαδικός Θεός, ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Και η ευλογημένη βασιλεία που βρίσκεται στους ουρανούς θα γίνει ευλογημένη βασιλεία και μέσα σας. Και οι καρδιές σας θα γεμίσουν αλήθεια, φως και χαρά. Διότι θα κατανοήσετε για ποιον λόγο ζει ο άνθρωπος· αληθινά, θα κατανοήσετε καθαρά τον σκοπό και το νόημα της ζωής.

Οι οδοιπόροι που βρίσκονται καθ’ οδόν πρέπει να εκτελούν τις εντολές του Οδηγού. Διαφορετικά θα παρεκκλίνουν από τον δρόμο και θα χαθούν. Ιδιαιτέρως πρέπει να υπακούουν απαρέγκλιτα στις εντολές του Οδηγού, από τις μεγαλύτερες έως τις μικρότερες, στον στενό δρόμο που οδηγεί στην αιώνια ζωή μέσα στη βασιλεία των ουρανών. Είπε ο Κύριος: «Όποιος εφαρμόσει και διδάξει όλες, ακόμη και τις μικρότερες εντολές, αυτός θα ονομαστεί μεγάλος στη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5,19).

Σε αυτή τη μία φράση διατυπώνονται δύο αρχές. Κάθε οδοιπόρος έχει χρέος, πρώτον, να εφαρμόσει ο ίδιος τις εντολές του Χριστού και, δεύτερον, να διδάξει τους συνοδοιπόρους του πώς να βαδίζουν στον ορθό δρόμο. Μόνο έτσι θα μπορέσουν όλοι οι οδοιπόροι να φτάσουν στον επιθυμητό προορισμό, ο οποίος είναι η ευλογημένη βασιλεία των ουρανών. Διότι ο δρόμος είναι στενός και επικίνδυνος, και στις δύο πλευρές του είναι πυκνά στημένες οι παγίδες και τα δίχτυα του Αντιχρίστου.

Ο ακόλουθος του Χριστού πρέπει να προφυλάσσεται προσεκτικά από κάθε σκάνδαλο με το οποίο το πονηρό πνεύμα επιθυμεί να απομακρύνει τον άνθρωπο από τον ορθό δρόμο. Γι’ αυτό ο Κύριος προειδοποιεί αυστηρά λέγοντας: «Εάν σε σκανδαλίζει και το μάτι σου, βγάλε το· είναι προτιμότερο να εισέλθεις μονόφθαλμος στη βασιλεία του Θεού, παρά έχοντας δύο μάτια να ριχθείς στη φωτιά της κολάσεως» (Μάρκ. 9,47). Ο φτωχός Λάζαρος, ολόκληρος σκεπασμένος με πληγές, εισήλθε στη βασιλεία των ουρανών, ενώ ο υγιής και καλοθρεμμένος πλούσιος ρίχθηκε στη φωτιά της κολάσεως.

Κάθε απώλεια σε αυτόν τον κόσμο χάριν της βασιλείας των ουρανών θα σημαίνει εκατονταπλάσιο κέρδος εκεί όπου εκείνο που αποκτήθηκε δεν θα μπορεί πλέον να χαθεί. Είπε ο Κύριος: «Δεν υπάρχει κανείς που να εγκατέλειψε σπίτι ή γονείς ή αδελφούς ή παιδιά ή αδελφές ή γυναίκα χάριν της βασιλείας του Θεού και που να μη λάβει πολύ περισσότερα στον παρόντα καιρό και, στον μέλλοντα κόσμο, ζωή αιώνια» (Λουκ. 18,29).

Διότι ο Θεός θα ευλογήσει την αγάπη του προς Αυτόν και τη θυσία του, και έτσι πολλοί θα κερδηθούν για τη βασιλεία των ουρανών και θα σωθούν. Με αυτόν τον τρόπο εκείνος θα αποκτήσει περισσότερα, τόσο σε αυτόν όσο και στον άλλο κόσμο, από όσα εγκατέλειψε. Το πνευματικό κέρδος αναπληρώνει πολλαπλάσια τη σωματική απώλεια. Εκείνος που ζημιώθηκε υλικά για χάρη του Χριστού και της βασιλείας του Χριστού θα ανταμειφθεί πνευματικά. Διότι όποιος ακολουθεί τον Χριστό και Τον υπηρετεί μπορεί στο τέλος να έχει μόνο κέρδος, και μάλιστα πλούσιο, υπερπλούσιο κέρδος, το οποίο ποτέ δεν θα του αφαιρεθεί.

Πριν όμως από οτιδήποτε άλλο, στον δρόμο της ακολουθίας του Χριστού απαιτείται πίστη. Σε κάθε άγνωστο δρόμο απαιτείται πίστη και εμπιστοσύνη στον οδηγό ή στον αμαξά, ακόμη και αν αυτοί είναι άγνωστοι άνθρωποι. Χωρίς πίστη και εμπιστοσύνη δεν θα μπορούσε κανείς να ταξιδέψει σε άγνωστους δρόμους. Πολύ λιγότερο μπορεί να νοηθεί το ταξίδι προς τη βασιλεία των ουρανών χωρίς πίστη και εμπιστοσύνη στον Χριστό, τον μοναδικό Οδηγό, ο οποίος γνωρίζει τον δρόμο.

Αυτό είναι σαφές σε όλους. Και τίποτε δεν υπάρχει σαφέστερο από αυτό, επειδή επιβεβαιώνεται καθημερινά από την εμπειρία. Και ακριβώς αυτό, που είναι σαφές σε όλους και σαφέστερο από καθετί άλλο σε όποιον ταξίδεψε ποτέ οπουδήποτε, το απαιτεί ο Ιησούς από τους ακολούθους Του προστακτικά και ανεπιφύλακτα. Απαιτεί όλοι όσοι θέλουν να Τον ακολουθήσουν να έχουν παιδική πίστη σε Αυτόν. Όχι πίστη βασισμένη σε γεροντικούς συλλογισμούς, σε μετρήσεις και υπολογισμούς, σε προσθέσεις και αφαιρέσεις, αλλά τέλεια πίστη και απόλυτη εμπιστοσύνη, όπως έχουν τα μικρά παιδιά προς τον πατέρα τους.


Γι’ αυτό ο Ιησούς είπε στους μαθητές Του, στους γενειοφόρους ψαράδες που εμπόδιζαν τα παιδιά να πλησιάσουν τον Διδάσκαλο: «Αφήστε τα παιδιά να έρχονται σ’ εμένα, διότι σε τέτοιους ανήκει η βασιλεία του Θεού». Και ύστερα είπε με μεγάλη έμφαση: «Αληθινά σας λέγω: όποιος δεν δεχθεί τη βασιλεία του Θεού σαν παιδί, δεν θα εισέλθει σε αυτήν» (Μάρκ. 10,13· Λουκ. 18,15).

Με άλλα λόγια: όποιος δεν πιστεύει στον ουράνιο Μάρτυρα, στον Οδηγό προς τη βασιλεία των ουρανών, όπως ένα παιδί πιστεύει στον πατέρα του, χωρίς αμφιβολίες και συλλογισμούς, αυτός δεν θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών. Διότι δεν υπάρχει άλλη σωτηρία εκτός από την πίστη σε Αυτόν. Και δεν υπάρχει άλλος δρόμος σωτηρίας, επειδή δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ούτε μπορεί να υπάρξει άλλος Οδηγός, ο οποίος ήρθε από τη βασιλεία των ουρανών για να μας οδηγήσει στη βασιλεία των ουρανών.

Μακάριοι όσοι πίστεψαν στον Υιό του Θεού και Τον ακολούθησαν. Μέσα σε δύο χιλιάδες χρόνια γέμισαν τις παραδείσιες μονές, και λίγες μόνον απομένουν ακόμη που δεν έχουν γεμίσει.

Αλλά η Ινδία εξακολουθεί να λέγει: Όχι πίστη, αλλά γνώση. Όχι Ευαγγέλιο, αλλά Βεδάντα.

Και όλοι οι ειδωλολατρικοί λαοί επαναλαμβάνουν τα λόγια της Ινδίας: Όχι πίστη, αλλά γνώση.

Και ο σατανάς, ο αντίπαλος του Χριστού, κραυγάζει ημέρα και νύχτα μέσω όλων των ειδωλολατρικών γλωσσών και όλων των εκπαγανισμένων πανεπιστημίων: Όχι πίστη, αλλά γνώση. Αυτή όμως η γνώση, αυτή η ινδική τζνάνι, δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά την εξίσωση του καλού και του κακού και την ισοτιμία του Μπράχμα με τον Σίβα, του Θεού με τον διάβολο. Είναι η πραγματοποίηση εκείνου που λέγει ο προφήτης Ιεζεκιήλ για τους ειδωλολάτρες: «Δεν διακρίνουν το άγιο από το βέβηλο και δεν ξεχωρίζουν το ακάθαρτο από το καθαρό» (Ιεζ. 22,26).

Ή είναι σαν ένας τυφλός που, ενώ βρίσκεται στον δρόμο, έλεγε στον βλέποντα οδηγό του:
«Δεν σε χρειάζομαι. Φύγε από κοντά μου. Εγώ θα ψηλαφώ με το ραβδί μου και μόνος μου θα βρω τον δρόμο».
Σ’ αυτό ο οδηγός απαντά στον τυφλό:
«Αλλά εγώ βλέπω τον δρόμο, ενώ εσύ δεν βλέπεις. Εγώ έχω βαδίσει σε αυτόν τον δρόμο, ενώ εσύ δεν έχεις βαδίσει. Πιάσε το χέρι μου και ακολούθησέ με ελεύθερα. Πίστεψέ με».

Ο πεισματάρης τυφλός όμως απαντά οργισμένα:
«Φύγε, δεν σε χρειάζομαι. Το ραβδί μου είναι για μένα πιο αξιόπιστος οδηγός από εσένα. Η ψηλάφηση θα με οδηγήσει στον προορισμό γρηγορότερα από την πίστη σ’ εσένα».

Ο ανήσυχος οδηγός τού λέγει και πάλι:
«Υπάρχουν όμως ληστές και απατεώνες στον δρόμο· θα σε συλλάβουν και θα σε οδηγήσουν σε ψεύτικο δρόμο. Γι’ αυτό ακολούθησέ με».

Ο τυφλός όμως επιμένει και διώχνει τον οδηγό:
«Φύγε από κοντά μου. Η ψηλάφηση του δρόμου θα με οδηγήσει γρηγορότερα και ασφαλέστερα στην πόλη μου απ’ ό,τι τα μάτια σου».

Έτσι χωρίζονται ο τυφλός και ο οδηγός του. Οι ειδωλολατρικοί λαοί ψηλαφούν με το ραβδί τους, χωρίς να βλέπουν ότι αυτό το ραβδί το κρατά στο χέρι του το πονηρό πνεύμα· οι χριστιανικοί λαοί όμως προχωρούν ελεύθερα πίσω από τον Οδηγό τους, τον Κύριο Ιησού Χριστό, με πλήρη πίστη και παιδική εμπιστοσύνη σε Αυτόν. Και Εκείνος τρέφει προς όσους Τον ακολουθούν με πίστη μια αγάπη πρωτοφανή επάνω στον γήινο πλανήτη, η οποία μαρτυρήθηκε με την έσχατη ταπείνωση και με τα πάθη επάνω στον Σταυρό.

Εκείνος είπε ότι έφερε μάχαιρα, για να διαχωρίσει. Και διαχώρισε τον τυφλωμένο κόσμο. Ορισμένοι τυφλοί, έχοντας πίστη σε Αυτόν, Τον ακολούθησαν ως Οδηγό τους. Άλλοι τυφλοί, όμως, έχοντας περισσότερη πίστη στο ραβδί τους παρά στον Χριστό, παρέμειναν να χτυπούν και να ψηλαφούν με το ραβδί στον άγνωστο δρόμο, χωρίς οδηγό.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

«Ο Σοπενχάουερ και η ανακάλυψη της σκιάς» Από Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Στις απαρχές του ασυνειδήτου

                                       «Ο Σοπενχάουερ και η ανακάλυψη της σκιάς»

Πολύ πριν από την ψυχανάλυση, ένας φιλόσοφος διαισθανόταν ότι ο άνθρωπος δεν κυβερνάται από τη λογική, αλλά από μια σκοτεινή δύναμη που δρα κάτω από την επιφάνεια της συνείδησης.

                                               Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ


Όταν ο Σίγκμουντ Φρόιντ ανέπτυξε τη θεωρία του για το ασυνείδητο, η βάση είχε ήδη προετοιμαστεί από έναν στοχαστή που τόλμησε να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία της λογικής. Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ έβλεπε τα ανθρώπινα όντα ως πλάσματα διαποτισμένα από παρορμήσεις, επιθυμίες και δυνάμεις πέρα ​​από τον έλεγχο της συνείδησης. Αυτό το δοκίμιο ανιχνεύει τη βαθιά σύνδεση μεταξύ του Γερμανού φιλοσόφου και της γέννησης της ψυχανάλυσης, καταδεικνύοντας πώς μια από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις στη σύγχρονη σκέψη ξεκίνησε πολύ πριν από τον Φρόιντ.[Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗΝ ΙΝΔΟΥΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΓΙΟΓΚΑ. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΗΤΑΝ ΗΔΗ ΔΙΑΒΡΩΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΧΩΡΙΣΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ Η ΟΠΟΙΑ ΤΟ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ EK ΘEOY. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΗΛΟΣ ΣΤΙΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ.]

Ο άνθρωπος που νόμιζε ότι γνώριζε τον εαυτό του
«Γνώθι σαυτόν.»
— Επιγραφή από τον Ναό των Δελφών

Για μεγάλο μέρος της ιστορίας της, η Δύση ζούσε με την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος ήταν ένα πλάσμα ουσιαστικά διαφανές στον εαυτό του. Πέρα από τα πάθη, τα λάθη και τις αδυναμίες, πιστευόταν ότι υπήρχε ένας ορθολογικός πυρήνας ικανός να κατανοήσει τον κόσμο και να κυβερνήσει τη ζωή. Η φιλοσοφία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε κάτω από αυτή τη θεμελιώδη πεποίθηση: ότι το να γνωρίζεις σήμαινε, σε κάποιο βαθμό, να φωτίζεις ό,τι ήταν σκοτεινό.

Ο Πλάτωνας είχε ήδη φανταστεί την ψυχή ως μια πραγματικότητα που τείνει φυσικά προς την αλήθεια. Ο άνθρωπος μπορούσε να χαθεί στις σκιές του σπηλαίου, αλλά διέθετε την ικανότητα να ανέβει ξανά προς το φως των ιδεών. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Πολιτεία , ο Αθηναίος φιλόσοφος γράφει ότι

«Η εκπαίδευση δεν συνίσταται στο να δίνεις όραση σε μάτια που δεν βλέπουν, αλλά στο να κατευθύνεις σωστά το βλέμμα.»

Η αλήθεια είναι ήδη δυνητικά προσβάσιμη στον άνθρωπο: χρειάζεται μόνο να προσανατολιστεί προς αυτήν.
Ο Διογένης στο βαρέλι του, Jean-Léon Gérôme 1860


Με τον Αριστοτέλη, η λογική έγινε στην πραγματικότητα το καθοριστικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων, αυτό που τους διαχώριζε από τα άλλα ζωντανά όντα και τους επέτρεπε να βάλουν τάξη στο χάος της εμπειρίας. Ο άνθρωπος ορίστηκε ως το ζωον λογικόν , το ζώο προικισμένο με λόγο, ικανό να σκέφτεται, να συλλογίζεται και να κατανοεί το νόημα των πραγμάτων.

Αυτή η παράδοση διήρκεσε αιώνες, επιβιώνοντας από τον Μεσαίωνα και φτάνοντας στη σύγχρονη εποχή με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη. Τότε ήταν που η συνείδηση ​​έγινε το ίδιο το θεμέλιο της βεβαιότητας. Στον περίφημο καρτεσιανό τύπο,

«Σκέφτομαι, άρα υπάρχω»,

Η σκέψη δεν ήταν πλέον απλώς μια ανθρώπινη ικανότητα: έγινε το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορούσε να χτιστεί κάθε δυνατή γνώση. Ενώ τα πάντα μπορούν να αμφισβητηθούν, η ίδια η ύπαρξη ενός σκεπτόμενου υποκειμένου δεν μπορεί.

Πίσω από αυτή τη μακρά φιλοσοφική αφήγηση κρυβόταν μια σπάνια αμφισβητούμενη υπόθεση: η ιδέα ότι ο άνθρωπος ήταν κύριος του εαυτού του. Τα πάθη μπορούσαν να διαταράξουν τη λογική, αλλά όχι να την αντικαταστήσουν· οι παρορμήσεις μπορούσαν να αποσπάσουν την προσοχή από τη συνείδηση, αλλά όχι να την κυβερνήσουν. Με άλλα λόγια, το κέντρο της ανθρώπινης ζωής συνέπιπτε με αυτό που ο άνθρωπος γνώριζε ότι ήταν.

Πριν ο 19ος αιώνας υπονομεύσει αυτή τη βεβαιότητα, η ευρωπαϊκή φιλοσοφία είχε οικοδομήσει την εικόνα της για την ανθρωπότητα γύρω από μια σχεδόν ακλόνητη πίστη στη συνείδηση. Ήταν μια αρχαία, ευγενής και καθησυχαστική πίστη. Η πεποίθηση ότι τα ανθρώπινα όντα μπορούσαν να γνωρίσουν τον εαυτό τους μέσω της λογικής συνόδευσε τη Δύση για πάνω από δύο χιλιετίες. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, όταν άρχισε να κλονίζεται, οι συνέπειες ήταν τεράστιες.

Ο Σοπενχάουερ σπάει τα μάγια

«Ο κόσμος είναι η αναπαράστασή μου.»
— Άρθουρ Σοπενχάουερ

Σοπενχάουερ

Όταν ο Άρθουρ Σοπενχάουερ εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή φιλοσοφική σκηνή, το οικοδόμημα της λογικής φαινόταν ακόμα στέρεο. Ο Διαφωτισμός είχε γιορτάσει την πρόοδο, την επιστήμη και την ικανότητα του ανθρώπου να κατανοεί τον κόσμο μέσω της διάνοιας. Ακόμα και η μεγάλη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία, που κορυφώθηκε με το σύστημα του Χέγκελ, συνέχισε να βλέπει την ιστορία και τη λογική ως ένα είδος ομαλής και κατανοητής ανάπτυξης. Ο Χέγκελ είχε μάλιστα δηλώσει ότι

«ό,τι είναι λογικό είναι πραγματικό και ό,τι είναι πραγματικό είναι λογικό»,

εκφράζοντας στον υψηλότερο βαθμό τη σύγχρονη εμπιστοσύνη στην κατανοησιμότητα του κόσμου.

Ο Σοπενχάουερ ανέτρεψε αυτό το πολιτισμικό κλίμα. Όπου οι σύγχρονοί του έβλεπαν πρόοδο, έβλεπε και αυτός πόνο. Όπου αυτοί έβλεπαν τάξη, αναγνώριζε τη σύγκρουση. Όπου γιόρταζαν τη λογική, αναγνώριζε μια αρχαιότερη και ισχυρότερη δύναμη. Η φιλοσοφία του πηγάζει από ένα ριζοσπαστικό ερώτημα: είμαστε πραγματικά αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε;

Η απάντηση είναι όχι. Σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, η λογική δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της ανθρώπινης ζωής. Είναι απλώς μια επιφάνεια, ένα χρήσιμο εργαλείο για τον προσανατολισμό στον κόσμο, αλλά ανίκανο να εξηγήσει τι πραγματικά κινεί τα άτομα. Η διάνοια, όσο εκλεπτυσμένη κι αν είναι, μοιάζει με έναν διερμηνέα που φτάνει πάντα μετά τα γεγονότα, καλούμενος να δικαιολογήσει αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί αλλού. Σε μια από τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις του, ο φιλόσοφος γράφει:

«Η διάνοια είναι ο λειτουργός της θέλησης»,

όχι ο κυρίαρχός του.

Στο αριστούργημά του , Ο Κόσμος ως Θέληση και Αναπαράσταση , ο φιλόσοφος εισάγει την έννοια που προορίζεται να μεταμορφώσει ριζικά τη σύγχρονη σκέψη: τη θέληση. Δεν πρόκειται για θέληση με την κοινή έννοια του όρου, ως συνειδητή επιλογή ή προσωπική αποφασιστικότητα. Η σοπενχάουερική θέληση είναι μια απρόσωπη, τυφλή, αδιάκοπη δύναμη. Είναι η αρχή που διατρέχει όλη τη φύση, από τα ζωώδη ένστικτα μέχρι τα ανθρώπινα πάθη, από την επιθυμία για επιβίωση μέχρι την επιδίωξη της αγάπης, της επιτυχίας και της δύναμης.

«Ο άνθρωπος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, αλλά δεν μπορεί να θέλει ό,τι θέλει».

γράφει ο Σοπενχάουερ σε μια από τις πιο διάσημες διατυπώσεις του. Αυτή η πρόταση περιέχει μια επανάσταση. Το άτομο διατηρεί την ψευδαίσθηση της ελευθερίας, αλλά οι βαθύτερες επιθυμίες του δεν είναι προϊόν της συνείδησης. Αναδύονται από μια πιο σκοτεινή, πιο πρωτόγονη περιοχή που προηγείται κάθε συλλογισμού.

Με τον Σοπενχάουερ, ο άνθρωπος παύει να είναι ο κύριος του εσωτερικού του βασιλείου. Η λογική δεν εξαλείφεται, αλλά υποβιβάζεται. Πίσω της ανοίγεται μια άγνωστη περιοχή, κατοικημένη από παρορμήσεις και δυνάμεις που η συνείδηση ​​μπορεί να παρατηρήσει μόνο αφού έχουν ήδη αρχίσει να δρουν. Σε αυτό το ρήγμα βρίσκεται ο σπόρος ενός από τους πιο βαθιούς μετασχηματισμούς της νεωτερικότητας. Για πρώτη φορά, το άτομο δεν εμφανίζεται πλέον ως κύριος του σπιτιού του, αλλά ως ο ακούσιος φιλοξενούμενος μιας δύναμης που προηγείται και περνάει μέσα από αυτό.

Μέσα στον άνθρωπο ζει ένας ξένος

«Ο καθένας θεωρεί τα όρια του οπτικού του πεδίου ως τα όρια του κόσμου.»
- Άρθουρ Σοπενχάουερ

Αν η βούληση αποτελεί το κρυφό θεμέλιο της ύπαρξης, τότε η πιο ανησυχητική συνέπεια της φιλοσοφίας του Σοπενχάουερ αφορά τον ίδιο τον άνθρωπο. Όχι μόνο ο κόσμος δεν κυβερνάται από τη λογική, αλλά ούτε και το άτομο. Η συνείδηση, η οποία για αιώνες θεωρούνταν το κέντρο της εσωτερικής ζωής, ξαφνικά μειώνεται. Δεν είναι η κυρίαρχη της ψυχής, αλλά μια φωνή ανάμεσα σε πολλές, συχνά αγνοώντας τις δυνάμεις που τη διαπερνούν.

Ο Σοπενχάουερ παρατηρεί ότι οι περισσότερες από τις πράξεις μας προκύπτουν από παρορμήσεις που προηγούνται της σκέψης. Επιθυμούμε πρώτα να κατανοήσουμε. Ενεργούμε πριν εξηγήσουμε. Επιδιώκουμε στόχους που πιστεύουμε ότι έχουμε επιλέξει ελεύθερα, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσουμε, μερικές φορές πολύ αργά, ότι καθορίστηκαν από βαθύτερα κίνητρα. Η λογική συχνά παρεμβαίνει σαν δικηγόρος που καλείται να υπερασπιστεί μια ήδη ληφθείσα απόφαση, όχι σαν τον δικαστή που την εξέδωσε. Από αυτή την οπτική γωνία, η συνείδηση ​​δεν εμφανίζεται πλέον ως πηγή, αλλά ως συνέπεια.

Έτσι, η επιθυμία αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο. Δεν αντιπροσωπεύει ένα επεισόδιο στην ανθρώπινη ζωή, αλλά τη μόνιμη δομή της. Ο άνθρωπος επιθυμεί συνεχώς επειδή η βούληση που τον εμψυχώνει δεν γνωρίζει ανάπαυση. Κάθε ικανοποίηση δημιουργεί μια νέα ανάγκη, κάθε επίτευγμα ανοίγει μια νέα έλλειψη. Γι' αυτό ο Σοπενχάουερ περιγράφει την ύπαρξη ως μια αδιάκοπη ταλάντωση.

«ανάμεσα στον πόνο και την πλήξη»:

Ο πόνος για αυτό που δεν κατέχουμε και η πλήξη που έρχεται όταν τελικά το αποκτήσουμε. Καμία κατάκτηση δεν είναι οριστική, καμία ικανοποίηση δεν είναι διαρκής. Η θέληση, μόλις ικανοποιηθεί, αμέσως ξεκινά ξανά.

Αυτή η ανάλυση έχει έναν εκπληκτικά σύγχρονο χαρακτήρα. Αν και δεν διαθέτει τα εργαλεία της σύγχρονης ψυχολογίας, ο Σοπενχάουερ εντοπίζει την ύπαρξη μιας υπόγειας διάστασης που καθορίζει τις σκέψεις και τις συμπεριφορές χωρίς να εκδηλώνεται ανοιχτά στη συνείδηση. Σε ένα σημαντικό απόσπασμα, αναφέρει:

«Η θέληση είναι η ουσία του ανθρώπου, ενώ η νόηση είναι το τυχαίωμά του».

Η παραδοσιακή ιεραρχία ανατρέπεται έτσι εντελώς: δεν είναι η σκέψη που καθοδηγεί την επιθυμία, αλλά η επιθυμία που χρησιμοποιεί τη σκέψη ως όργανό της.

Είναι σαν ο άνθρωπος να ζούσε σε ένα σπίτι για το οποίο γνώριζε μόνο λίγα δωμάτια, αγνοώντας τι συνέβαινε στους κάτω ορόφους. Φυσικά, ο φιλόσοφος δεν μιλούσε ακόμη για το ασυνείδητο με την τεχνική έννοια που θα έπαιρνε ο όρος στον εικοστό αιώνα. Η δική του παρέμεινε μια μεταφυσική στοχαστική σκέψη, όχι μια ψυχολογική θεωρία. Ωστόσο, πολλές ιδέες φαίνονται αξιοσημείωτα κοντά σε εκείνες που, λίγες δεκαετίες αργότερα, θα τροφοδοτούσαν τη γέννηση της ψυχανάλυσης. Η ιδέα ότι υπάρχουν κρυφά κίνητρα, ότι η συνείδηση ​​δεν συμπίπτει με όλη την ψυχική ζωή και ότι το άτομο είναι εν μέρει ξένο προς τον εαυτό του αποτέλεσε μια ριζική καινοτομία στην ιστορία της δυτικής σκέψης.

Για πρώτη φορά, ο άνθρωπος δεν απεικονίζεται πλέον ως ένα ον που απλώς χρειάζεται να κατανοήσει τον κόσμο. Γίνεται, μάλλον, ένα αίνιγμα για τον εαυτό του. Πίσω από το τακτοποιημένο πρόσωπο της συνείδησης, ο Σοπενχάουερ διακρίνει έναν σιωπηλό και ανήσυχο επισκέπτη. Δεν του δίνει ακόμη κλινικό όνομα, αλλά αναγνωρίζει την παρουσία του. Και ακριβώς από αυτή τη σκιά η σύγχρονη φιλοσοφία θα αρχίσει να κοιτάζει τον άνθρωπο με διαφορετικά μάτια.

Ο Φρόιντ κληρονομεί μια φιλοσοφική πληγή

«Το εγώ δεν είναι αφέντης στο σπίτι του.»
- Σίγκμουντ Φρόιντ

Ο Σίγκμουντ Φρόιντ φωτογραφημένος από τον Μαξ Χάλμπερσταντ το 1922 για τους New York Times· εικόνα από το αρχείο του περιοδικού Life.

Όταν ο Σίγκμουντ Φρόιντ άρχισε να αναπτύσσει τη θεωρία του για το ασυνείδητο, το πολιτισμικό πεδίο στο οποίο κινούνταν είχε ήδη μεταμορφωθεί βαθιά. Η απόλυτη πίστη στη συνείδηση, η οποία είχε κυριαρχήσει σε μεγάλο μέρος της δυτικής παράδοσης, είχε αμφισβητηθεί από αρκετές φωνές. Μεταξύ αυτών, η πίστη του Σοπενάουερ κατείχε ξεχωριστή θέση. Όχι επειδή ο φιλόσοφος είχε προβλέψει λεπτομερώς την ψυχανάλυση, αλλά επειδή είχε ανοίξει ένα ρήγμα που θα άλλαζε τον ίδιο τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το ανθρώπινο ον.

Οι ομοιότητες μεταξύ των δύο στοχαστών είναι πολυάριθμες και δύσκολο να αγνοηθούν. Και οι δύο απορρίπτουν την ιδέα ότι η λογική διέπει πλήρως την εσωτερική ζωή. Και οι δύο αποδίδουν μεγάλη σημασία στις παρορμήσεις και τις επιθυμίες. Και οι δύο βλέπουν τη συνείδηση ​​μόνο ως ένα μέρος της ψυχικής πραγματικότητας. Πάνω απ' όλα, και οι δύο συμμερίζονται την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος δεν είναι απόλυτα διαφανής στον εαυτό του.

Ο ίδιος ο Φρόιντ αναγνώρισε τη σημασία του Σοπενχάουερ, φτάνοντας στο σημείο να ισχυριστεί ότι ο φιλόσοφος είχε προβλέψει πολλές από τις ιδέες της ψυχανάλυσης. Σε μια διάλεξη τη δεκαετία του 1920 παρατήρησε ότι

«Οι φιλόσοφοι πριν από εμένα, και ιδιαίτερα ο μεγάλος Σοπενχάουερ, έχουν ήδη αναγνωρίσει τη σημασία των ασυνείδητων ενορμήσεων».

Αυτό δεν ήταν απλή σύμπτωση. Μερικές από τις πιο διάσημες ιδέες του Βιεννέζικου γιατρού φαίνεται να ασχολούνται με προβλήματα που ο Σοπενχάουερ είχε ήδη εντοπίσει σε φιλοσοφικό επίπεδο.

Ωστόσο, οι διαφορές παραμένουν βαθιές. Ο Σοπενχάουερ είναι μεταφυσικός. Η θέλησή του αντιπροσωπεύει την καθολική αρχή που διαπερνά όλη την πραγματικότητα, από τον άνθρωπο μέχρι τη φύση. Ο Φρόιντ, από την άλλη πλευρά, δεν αναζητά ένα απόλυτο θεμέλιο της ύπαρξης. Το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στη συγκεκριμένη ψυχική ζωή, τα όνειρα, τα συμπτώματα, τις νευρώσεις και τις συγκρούσεις που αναδύονται στις καθημερινές εμπειρίες των ασθενών του.

Εδώ συμβαίνει η αποφασιστική μετατόπιση. Αυτό που ο Σοπενχάουερ θεωρούσε φιλοσοφικό στοχασμό γίνεται, με τον Φρόιντ, αντικείμενο κλινικής παρατήρησης. Η βούληση μετατρέπεται σε ενορμήσεις· το μυστήριο της εσωτερικότητας παίρνει τη μορφή του ασυνείδητου· το μεταφυσικό αίνιγμα μεταφράζεται σε θεραπευτική γλώσσα. Ενώ ο φιλόσοφος επεδίωκε να κατανοήσει τη βαθιά δομή της ύπαρξης, ο γιατρός επιχειρεί να ερμηνεύσει τον πόνο του ατόμου.

Η περίφημη φροϋδική δήλωση σύμφωνα με την οποία

«Το εγώ δεν είναι αφέντης στο σπίτι του»

Θα μπορούσε σχεδόν να ερμηνευτεί ως ηχώ μιας ανακάλυψης που είχε ήδη γίνει τον προηγούμενο αιώνα. Με αυτήν, ο Φρόιντ επέβαλε στη συνείδηση ​​αυτό που ο ίδιος θεωρούσε μία από τις μεγάλες ταπεινώσεις του ανθρώπινου ναρκισσισμού. Μετά τον Κοπέρνικο, ο οποίος είχε αφαιρέσει τη Γη από το κέντρο του σύμπαντος, και μετά τον Δαρβίνο, ο οποίος είχε υποβαθμίσει τη βιολογική ιδιαιτερότητα του ανθρώπου, η ψυχανάλυση απέσπασε από την κυριαρχία του εγώ πάνω στην εσωτερική του ζωή.

Υπάρχει όμως μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο στοχαστών. Ο Σοπενχάουερ περιγράφει μια κατάσταση από την οποία φαίνεται αδύνατο να απελευθερωθεί κανείς πλήρως.

«Το να θέλεις και το να υποφέρεις είναι ένα και το αυτό πράγμα»,

γράφει ο Γερμανός φιλόσοφος. Ο Φρόιντ, ωστόσο, ενώ γνωρίζει τα όρια της συνείδησης, βλέπει την αυτογνωσία ως δυνατότητα για μεταμόρφωση. Η διάσημη φόρμουλά του είναι:

«Όπου ήταν το Εκείνο, το Εγώ πρέπει να αναλάβει.»

που εκφράζει τον θεραπευτικό στόχο της ψυχανάλυσης.

Έτσι, η ίδια πληγή ερμηνεύεται με διαφορετικούς τρόπους. Για τον Σοπενχάουερ, αποκαλύπτει την τραγική φύση της ύπαρξης· για τον Φρόιντ, γίνεται το σημείο εκκίνησης για μια θεραπευτική έρευνα. Ωστόσο, η αρχική χειρονομία παραμένει κοινή: και οι δύο αναγκάζουν τον άνθρωπο να αναγνωρίσει ότι μέσα του λειτουργούν δυνάμεις που δεν μπορεί να ελέγξει και, συχνά, ούτε καν κατανοεί. Από εκείνη τη στιγμή, η βεβαιότητα ότι κάποιος είναι κύριος της εσωτερικότητάς του δεν μπορεί ποτέ να ανακτηθεί πλήρως.

Το τέλος του κυρίαρχου ανθρώπου

«Ο άνθρωπος είναι ένα τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στο θηρίο και τον υπεράνθρωπο.»
- Φρίντριχ Νίτσε

Η επανάσταση που ξεκίνησε ο Σοπενχάουερ και έφερε στην κλινική πράξη ο Φρόιντ δεν τροποποίησε απλώς ορισμένες θεωρίες για τον άνθρωπο. Επηρέασε την ίδια την εικόνα που είχε κατασκευάσει ο δυτικός πολιτισμός για τον εαυτό του. Για αιώνες, το άτομο είχε συλληφθεί ως ένα λογικό υποκείμενο, ικανό να κατευθύνει τις πράξεις του μέσω της συνείδησης και της βούλησης. Φυσικά, τα πάθη και οι παρορμήσεις μπορούσαν μερικές φορές να παρεκκλίνουν από αυτήν την πορεία, αλλά η θεμελιώδης αρχή παρέμεινε άθικτη: ο άνθρωπος ήταν ο κύριος της εσωτερικής του φύσης.

Μεταξύ του 19ου και του 20ού αιώνα, αυτή η πεποίθηση περιήλθε σε κρίση. Δεν επρόκειτο για μια απλή θεωρητική διόρθωση, αλλά μάλλον για μια πραγματική απώλεια κεντρικότητας. Όπως ακριβώς η κοπερνίκεια επανάσταση είχε στερήσει από τη Γη την προνομιακή της θέση στο σύμπαν, έτσι και η ανακάλυψη ασυνείδητων δυνάμεων στέρησε από το εγώ τον ρόλο του ως το απόλυτο κέντρο της ψυχικής ζωής. Ο ίδιος ο Φρόιντ μίλησε για

«τραύματα που προκαλούνται στον ανθρώπινο ναρκισσισμό»

από τη σύγχρονη επιστήμη. Ο άνθρωπος συνεχίζει να σκέφτεται, να επιλέγει και να σχεδιάζει, αλλά ανακαλύπτει ότι το κάνει αυτό σε μια πολύ πιο απέραντη και πιο σύνθετη περιοχή από ό,τι είχε φανταστεί.

Η νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται από αυτή την προοδευτική αποδόμηση των βεβαιοτήτων. Μετά τον Σοπενχάουερ και τον Φρόιντ, η συνείδηση ​​δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ένα σαφές παράθυρο στην πραγματικότητα. Αντίθετα, εμφανίζεται ως μια επιφάνεια που διασχίζεται από επιθυμίες, φόβους, αναμνήσεις και παρορμήσεις που συχνά διαφεύγουν του ελέγχου. Το ερώτημα δεν είναι πλέον απλό:

"Ποιος είμαι;",

αλλά επίσης

«Ποιες δυνάμεις λειτουργούν μέσα μου χωρίς να τις έχω πλήρη επίγνωση;»

Οι πολιτισμικές συνέπειες αυτής της μετατόπισης είναι τεράστιες. Η λογοτεχνία του εικοστού αιώνα κατοικείται από κατακερματισμένους και ανήσυχους χαρακτήρες. Η φιλοσοφία εγκαταλείπει πολλές από τις παλιές της βεβαιότητες. Η ψυχολογία εξερευνά προηγουμένως άγνωστα εδάφη. Τελικά, η διάσημη δήλωση του Νίτσε ότι

«Δεν υπάρχουν γεγονότα, μόνο ερμηνείες»

Προκύπτει επίσης από ένα διανοητικό κλίμα στο οποίο το υποκείμενο έχει πάψει να εμφανίζεται ως ουδέτερος και διαφανής παρατηρητής.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη πιο βαθιά επίδραση. Η κρίση του κυρίαρχου εαυτού αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ερμηνεύουν την ελευθερία. Αν δεν είμαστε απόλυτα κυρίαρχοι των επιθυμιών μας, τι σημαίνει να είμαστε ελεύθεροι; Αν οι αποφάσεις μας προκύπτουν επίσης από διαδικασίες που δεν γνωρίζουμε, σε ποιο βαθμό μπορούμε να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας τους δημιουργούς των επιλογών μας;

Ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ θα είχε οδηγήσει αυτόν τον στοχασμό στις ακραίες συνέπειές του, υποστηρίζοντας ότι

«Ο άνθρωπος είναι μια πρόσφατη εφεύρεση.»

Όχι μια αιώνια και αμετάβλητη πραγματικότητα, αλλά μια ιστορική προσωπικότητα προορισμένη να μεταμορφωθεί μαζί με τις ιδέες που την ορίζουν. Η κρίση του κυρίαρχου εαυτού αντιπροσωπεύει ένα από τα θεμελιώδη στάδια αυτής της μεταμόρφωσης.

Αυτά είναι ερωτήματα που η νεωτερικότητα δεν έχει ποτέ επιλύσει πραγματικά. Μάλιστα, συνεχίζουν να μας στοιχειώνουν στο παρόν. Η πτώση του κυρίαρχου ανθρώπου δεν δημιούργησε μια νέα βεβαιότητα, αλλά μια νέα επίγνωση: αυτήν της κατοίκησης μιας εσωτερικής πραγματικότητας, ευρύτερης από τη συνείδηση. Από τότε και στο εξής, η γνώση του εαυτού δεν σημαίνει πλέον την επίτευξη μιας οριστικής αλήθειας, αλλά μάλλον την αντιμετώπιση μιας πολυπλοκότητας που δεν παύει ποτέ να μας διαφεύγει. Όπως διαισθανόταν ο Νίτσε, ο άνθρωπος δεν είναι ένας στόχος που επιτυγχάνεται, αλλά ένα πέρασμα. Και ίσως αυτή ακριβώς η αστάθεια να αποτελεί το πιο αυθεντικό χαρακτηριστικό του.

Ζώντας στην Εποχή της Σκιάς

«Κάθε άνθρωπος θεωρεί τα όρια του οπτικού του πεδίου ως τα όρια του κόσμου.»
- Άρθουρ Σοπενχάουερ

Πάνω από ενάμιση αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Σοπενχάουερ συνεχίζει να ασκεί μια επιρροή που εκτείνεται πολύ πέρα ​​από τους ακαδημαϊκούς κύκλους. Πολλές από τις ιδέες του έχουν εισέλθει αθόρυβα στον τρόπο σκέψης μας, σε σημείο που να φαίνονται σχεδόν φυσικές. Σήμερα, μας φαίνεται προφανές ότι ένα μέρος της εσωτερικής μας ζωής διαφεύγει της επίγνωσής μας, ότι οι επιθυμίες μπορούν να επηρεάσουν τις επιλογές μας και ότι δεν είμαστε πάντα σε θέση να εξηγήσουμε τους βαθύτερους λόγους της συμπεριφοράς μας. Ωστόσο, αυτή η επίγνωση είναι το αποτέλεσμα ενός μακροχρόνιου πολιτισμικού μετασχηματισμού, στον οποίο ο Γερμανός φιλόσοφος συνέβαλε αποφασιστικά.

Η σημασία του πηγάζει ακριβώς από αυτό. Ο Σοπενχάουερ δεν ανήκει μόνο στην ιστορία της φιλοσοφίας· ανήκει και στην ιστορία της εικόνας μας για την ανθρωπότητα. Σε μια εποχή που συνεχίζει να εξυμνεί την ατομική αυτονομία, ο συγγραφέας του βιβλίου «Ο Κόσμος ως Βούληση και Αναπαράσταση» μας υπενθυμίζει ότι η ελευθερία δεν ισοδυναμεί ποτέ με την πλήρη αυτοκυριαρχία. Κάτω από την επιφάνεια των πεποιθήσεων, των απόψεων και των συνειδητών επιλογών μας, δυνάμεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε πλήρως συνεχίζουν να λειτουργούν.

Αυτή η επίγνωση φαίνεται ιδιαίτερα σημαντική στον σύγχρονο κόσμο. Ζούμε βυθισμένοι σε μια κουλτούρα που εξυμνεί τη διαφάνεια, την αυτοέκφραση και την κατασκευή ταυτότητας. Τα κοινωνικά δίκτυα, η συνεχής επικοινωνία και η συνεχής δημόσια έκθεση φαίνεται να υπόσχονται μια ολοένα και πιο ακριβή κατανόηση του ποιοι είμαστε. Ωστόσο, παραδόξως, ποτέ πριν το άτομο δεν φαινόταν τόσο βασανισμένο από άγχη, αντιφάσεις και σύγχυση.

Ο κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν περιέγραψε την κατάστασή μας ως

«ρευστή νεωτερικότητα»,

στις οποίες οι ταυτότητες, οι σχέσεις και οι βεβαιότητες τείνουν να γίνονται ασταθείς και ευμετάβλητες. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το ερώτημα του Σοπενχάουερ αποκτά μια νέα σημασία: πόσο από αυτό που ονομάζουμε «επιλογή» προέρχεται στην πραγματικότητα από εμάς και πόσο, αντίθετα, από κοινωνικές, πολιτισμικές και ψυχολογικές δυνάμεις που λειτουργούν κάτω από την επίγνωσή μας;

Η εποχή της πληροφορίας δεν έχει εξαλείψει το μυστήριο της ανθρωπότητας. Απλώς έχει αλλάξει τον τρόπο που εκδηλώνεται. Ο πολλαπλασιασμός των δυνατοτήτων δεν έχει εξαλείψει την εσωτερική σύγκρουση. Η διαθεσιμότητα δεδομένων δεν έχει οδηγήσει σε μεγαλύτερη αυτογνωσία. Σε πολλές περιπτώσεις, η πληθώρα ερεθισμάτων καθιστά ακόμη πιο δύσκολη τη διάκριση μεταξύ αυτού που πραγματικά επιθυμούμε και αυτού που επιθυμούμε επειδή έχουμε οδηγηθεί να το επιθυμήσουμε.

Αυτή είναι ίσως η πιο βαθιά κληρονομιά του Σοπενχάουερ. Μας αναγκάζει να αναγνωρίσουμε ότι η συνείδηση ​​δεν εξαντλεί τον άνθρωπο. Πίσω από την οργανωμένη εικόνα που ο καθένας μας κατασκευάζει για τον εαυτό του, παραμένει μια σκιώδης περιοχή που δεν μπορεί να φωτιστεί πλήρως. Αυτό δεν είναι απαραίτητα καταδίκη, ούτε ήττα της λογικής. Αντίθετα, είναι η αναγνώριση ενός συστατικού ορίου. Όπως έγραψε ο Μπλεζ Πασκάλ,

«Η καρδιά έχει τους λόγους της που η λογική δεν γνωρίζει».

Αν και ανήκουν σε διαφορετικές παραδόσεις, ο Πασκάλ και ο Σοπενχάουερ συγκλίνουν στην υπόδειξη της ύπαρξης μιας διάστασης που διαφεύγει του ελέγχου της διάνοιας.

Το μεγαλείο του Σοπενχάουερ έγκειται στην κατανόησή του ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ένα ον που σκέφτεται, αλλά και ένα ον που επιθυμεί, υποφέρει, ελπίζει και συχνά αγνοεί τους βαθύτερους λόγους των πράξεών του. Έκτοτε, συνεχίζουμε να εξερευνούμε αυτή τη σκιά. Ο Φρόιντ της έδωσε ένα όνομα, η ψυχολογία μελέτησε τους μηχανισμούς της και ο σύγχρονος πολιτισμός συνεχίζει να καταπιάνεται με τις συνέπειές της. Αλλά το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.

Ίσως η νεωτερικότητα να ξεκινάει πραγματικά τη στιγμή που ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι δεν συμπίπτει απόλυτα με τον εαυτό του. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Σοπενχάουερ, τη στιγμή που καταλαβαίνει ότι αυτό που βλέπει δεν συμπίπτει απαραίτητα με αυτό που υπάρχει. Τότε γεννιέται ο σύγχρονος άνθρωπος: όχι όταν αποκτά μια νέα βεβαιότητα, αλλά όταν μαθαίνει να ζει με το μυστήριο που κουβαλάει μέσα του.

Το Συντακτικό Προσωπικό


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ. Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΝΔΟΥΙΣΜΟ ΚΑΙ Η ΣΥΝΑΚΟΛΟΥΘΗ ΥΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΔΙΣΜΟΥ. 
ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ.
ΟΛΑ ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΙΟΥ. ΟΤΑΝ Η ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΙΚΗ ΛΑΣΠΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΣΥΝΟΡΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΤΕΚΛΥΣΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΑΝ ΝΕΑ ΓΗ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Η ΜΟΝΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΜΕ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΦΑΡΑΩΝΙΚΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΑΠΕΜΕΙΝΕ Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ. ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΥ(mirage).
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ. 
Ο ΜΕΣΣΙΑΣ Ο ΝΕΟΣ ΤΥΠΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΑΓΕΝΝΑΤΑΙ ΣΕ ΤΑΚΤΑ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΝΤ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΘΙΕΛ-ΛΩΔΕΙΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥΣ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥΣ. Ο ΝΕΟΣ ΣΩΤΗΡ Ο ΣΩΟΣ. Ο ΑΤΡΩΤΟΣ.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΥΔΙΣΜΟ (I)


Στην 1η Σύνοδο της Λυών, με την πρωτοβουλία του πάπα Innocenzo IV (Ιννοκέντιος Δ), στα 1245, ο ίδιος ο πάπας κατονόμασε πέντε αιτίες της βαθιάς του ανησυχίας για τον κόσμο και τον χριστιανισμό. Στην τέταρτη θέση υπήρχε η Saevitia Tartarorum. [ΤΟ 1204 ΛΕΗΛΑΤΗΣΑΝ ΤΗΝ ΠΟΛΙ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΠΟΥ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ]

Αποφασίζεται να σταλεί ο φραγκισκανός μοναχός Giovanni di Pian del Carpine, στην αυλή του Μογγόλου Βασιλιά, για πληροφορίες. Στην επιστροφή του εκδίδεται το βιβλίο του ιδίου με τίτλο, “Historia Mongolorum quos non Tartaros appellamus”. Εκτός των άλλων η Δύση μαθαίνει πως στην Μογγολική αυλή ζούσαν δίπλα-δίπλα, μουσουλμάνοι, βουδιστές και νεστοριανοί χριστιανοί. Στα 1298 κυκλοφορεί το βιβλίο του Μάρκο Πόλο με πολλές πληροφορίες για τον Βουδισμό και τον ίδιο τον Βούδα.
Με τον Mandeville (1372) κλείνει ο πρώτος κύκλος επαφών των Καθολικών μοναχών με Βουδιστές μοναχούς και εκείνο που μένει στους Ευρωπαίους είναι η εντύπωση όλων των ταξιδευτών μιας κάποιας συγγένειας μ' αυτούς τους μοναχούς που ζουν μια ζωή αγία, χωρίς πίστη!
Ο δρόμος προς τις Ινδίες ανοίγει από τον Vasko de Gama (1498). Από τα 1492 όμως ο γνωστός κόσμος είχε αρχίσει να διπλασιάζεται και να πολλαπλασιάζεται καθώς ανακαλύπτεται άλλη μία απέραντη ήπειρος! Σε όλα τα λιμάνια της Άπω Ανατολής φτάνουν Ευρωπαίοι!
Η πρώτη πραγματική Επαφή με τον Βουδισμό, που δημιουργεί ταυτοχρόνως και πολλές ασάφειες, γίνεται με τον Guglielmo Postel και με το βιβλίο του “Τα θαύματα του κόσμου” του 1552!

Ο Postel είχε αφιερωθεί στο Ιεραποστολικό έπος της διάσημης “Compagnia di Gesu-Αδελφότητα του Ιησού”. Πίστεψε πως θα επετύγχανε τοιουτοτρόπως το όνειρο της ζωής του, την “ειρήνη και την συμφωνία του κόσμου”. Να ξαναενώσει όλες τις διαφορές κάτω από την σημαία μια Νοήσεως ίδιας με τον Νόμο του Ιησού, ένα όνειρο που ενέπνευσε κάθε φορά τους ιδρυτές των θρησκειών, τους προφήτες, τους μάγους, τους φιλοσόφους, σ' όλη την διάρκεια της Ιστορίας, όλες τις φυλές του κόσμου. Ένα αρχαίο όνειρο που ξεκινούσε από τον Μεσαίωνα.
«Όλα όσα έχουμε στη Δύση... δεν είναι παρά η σκιά όλων των θαυμασίων της Ανατολής». Είναι θαυμαστά όλα όσα κατορθώνει να γνωρίσει γύρω από την θρησκεία των «Giapangi» όπου εμφανίζεται και υπάρχει ακόμη, αυτό που φανερώθηκε στην αρχή του Χριστιανισμού, τόσο δυνατά μάλιστα, που αν έκαναν όλα όσα κάνουν στο όνομα του Χριστού, θα ήταν τέλειοι. [Από τότε ετοιμαζόταν η Δύση για μια τελειότητα χωρίς πίστη].

«Πιστεύουν όχι μόνον σ΄ έναν θεό Δημιουργό, αλλά ακόμη και στην Αγία Τριάδα. Κάνουν το σημείο του Σταυρού. Στις κηδείες ακολουθούν τις χριστιανικές συνήθειες. Οι λεχώνες μένουν σαράντα μέρες χωρίς να εισέρχονται στην Εκκλησία. Όποιος δεν βλέπει πως αυτός είναι ο Νόμος του Κυρίου, δεν διαθέτει μάτια». Και όλα αυτά έχουν ξεκινήσει βεβαίως από τον Απόστολο Θωμά και το έργο του.
«Αυτή η Ιαπωνική θρησκεία, η πιο θαυμαστή του κόσμου, ακολουθεί χωρίς να το γνωρίζει, τον Ιδρυτή μας, τον Ιησού Χριστό, του οποίου όμως αγνοείται το όνομα. Από άγνοια ο λαός και ο κλήρος άλλαξαν σιγά-σιγά την αλήθεια του Ιησού με τον μύθο του Schiaca. Αλλά η αλήθεια διακρίνεται ακόμη. Ο δρόμος του Schiaca είναι ο δρόμος του Ιησού. Γεννήθηκε στη Δύση, σε μια περιοχή που λέγεται “Gengico” η οποία δεν μπορεί να είναι παρά η Ιουδαία. Οι γονείς του ονομαζόντουσαν Jambondaino και Magabonino: ποιος δεν μπορεί να αναγνωρίσει στα αρχικά τους τα ονόματα του Ιωσήφ και της Μαρίας; Η Ιστορία της έλευσής του στον κόσμο είναι η “θεία” ενσάρκωση, γνωστή μέσω της αστρονομίας των Μάγων. Λέει ο ίδιος: Εγώ είμαι ο μοναδικός αυτοκράτωρ του Ουρανού και της γης! Μου δόθηκε όλη η εξουσία του Ουρανού και της γης! Και καταλήγει o Postel: Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία πως ο μύθος του Schiaca είναι ένα απόσπασμα της Ιστορίας των Ευαγγελίων»! [Ίσως είναι το απόσπασμα της Ιστορίας των Ευαγγελίων όπου ο Κύριος πειράζεται από τον διάβολο και ο καλός Schiaca δεν είναι κανείς άλλος παρά ο ίδιος ο εωσφόρος].


Πάνω σ' αυτές τις βάσεις στηρίχθηκε η κατάκτηση της Δύσης από τον Βουδισμό. Στη συνέχεια ξεκίνησε το μεγάλο έπος των μεταφράσεων και διορθώθηκαν οι περισσότερες αρχικές πλάνες, όμως επηρεάστηκαν βαθιά οι Διανοούμενοι τώρα πια από τα κείμενα και συνεχίζουν να επηρεάζονται. Ίσως δούμε ορισμένα πράγματα από το έπος των μεταφράσεων αργότερα!
Ας σχολιάσουμε όμως λίγα πικρά πράγματα γύρω από το ανθρώπινο μεγαλείο. Ο πάπας αμέσως μετά την καταστροφή του Βυζαντίου άρχισε να πονά για το μέλλον του Χριστιανισμού, εφόσον είχε τελειώσει με το παρελθόν!
Και οι Μοναχοί του; Κατέστρεψαν και έκαψαν με μένος τους αιρετικούς και καταραμένους Ορθοδόξους, τους αδελφούς τους, αλλά βρήκαν αμέσως τους καθαρούς αντικαταστάτες τους, τους τέλειους Χριστιανούς, στα βάθη της Ανατολής, στην Ιαπωνία. Τί θεία πρόνοια! Τί θεία άνοια! Όπως λέμε: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ!

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΥΔΙΣΜΟ (IΙ)

Πολύ πρίν αποκτήσει "Ορθόδοξη Θεολογία" ο διάλογος των θρησκειών προηγήθηκε η κατάκτηση της Δύσεως απο τον Βουδισμό και η απόκτηση λατινικού Θεολογικού ενδύματος ο διάλογος αυτός.

Οι περιπέτειες της γλώσσας

«Για να κατορθώσουν οι Δυτικοί να γνωρίσουν τον Βουδισμό από το ξεκίνημά του, να γνωρίσουν τις αρχές του, την Ιστορία του και όχι μόνο την τελευταία του φάση την οποία βρίσκουν μπροστά τους, έπρεπε να γίνουν γνωστές οι γλώσσες στις οποίες είναι γραμμένα τα Ιερά τους κείμενα: Τα σανσκριτικά και η Pali.
Τα σανσκριτικά είναι η τέλεια γλώσσα! Είναι κατασκευασμένη, συνθετική, από έναν μεγάλο γραμματικό του 4ου ή 3ου αιώνος π.Χ., τον Πανίνι. Δεν είναι μια γλώσσα που μιλήθηκε, που γεννήθηκε “αυθόρμητα”, δεν είναι ζωντανή. Είναι ο παράδεισος των διανοουμένων. Τα μεγάλα κείμενα δεν γράφτηκαν στη γλώσσα αυτή, σήμερα πάντως είναι όλα γραμμένα στις δύο προαναφερθείσες γλώσσες!
Στα 1664 ο Ιησουίτης Enrico Roth δημοσιεύει την πρώτη σανσκριτική γραμματική. Ενώ στα 1826 ο Eugenio Burnouf προσφέρει το πρώτο του δοκίμιο πάνω στη γλώσσα Pali. Στο τέλος της ζωής του κατορθώνει να ολοκληρώσει μια σχεδόν τέλεια γραμματική αυτής της γλώσσας!

Σ’ αυτά τα χρόνια ξεκινά και η “παράξενη” περιπέτεια της Ινδοευρωπαικής γλώσσας! Ένας Ολλανδός ταξιδιώτης, ανακαλύπτει περίεργες ομοιότητες ανάμεσα στα σανσκριτικά και στα Ελληνικά. Όπως ακριβώς οι Ιησουίτες είχαν πρώτοι-πρώτοι ανακαλύψει ομοιότητες στην πρακτική και λειτουργική ζωή Βουδισμού και Χριστιανισμού! [Όπως ανακαλύπτουν στα χρόνια μας, από άγνοια της παραδόσεώς μας, οι νεοέλληνες θεολόγοι, τόσες και τόσες συγκλονιστικές ομοιότητες ανάμεσα στην Δυτική και στην Ορθόδοξη θεολογία]. Σ’ αυτόν τον Ινδουιστικό ενθουσιασμό παρασύρεται και ο Βολταίρος, ο οποίος χρησιμοποιεί τους Βραχμάνους εναντίον της Π.Διαθήκης και του Μωυσέως.
Στα 1767 ο Coeurdoux, Ιησουίτης κι αυτός με τη σειρά του, αποδεικνύει πως τα σανσκριτικά ανήκουν στην ίδια οικογένεια των ευρωπαικών γλωσσών. Και στο Παρίσι τώρα μεταφέρεται, από το 1802, η διαμάχη της σανσκριτικής με την Ελληνική και την Λατινική. Ο Alessandro Hamilton πρωταγωνιστεί στην επιβολή αυτού του νέου κόσμου σοφίας στον παλαιό.
Στα 1808 κυκλοφορεί στη Γερμανία “Η σοφία και η γλώσσα των Ινδών” από τον F.Schlegel, τον οποίο ακολουθεί γρήγορα ο Gulielmo di Humboldt, περιγράφοντας μάλιστα και τον διάσημο ναό του Βοrobudur. Πολύ γρήγορα εμφανίζεται στη νέα σκηνή και ο Renan με μια εργασία που έχει σαν τίτλο “Πρώτες εργασίες πάνω στον Βουδισμό”!
Όπως φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα, ο Χριστιανισμός βάλλεται στη Δύση με τα όπλα της Ανατολικής σοφίας. Στη Γερμανία με τον Ηerder, ξεσπά με ενθουσιασμό η “ανατολική αναγέννηση”.

Οι Ινδίες γίνονται της μόδας και οι Ευρωπαίοι ανακαλύπτουν τα μνημεία της. Όλοι πιστεύουν πως βρίσκουν το άρωμα της ανοίξεως τηs ράτσαs μας και μιαν ηχώ της πρωτόγονης σοφίας. Ο Σοπενάουερ περιγράφει ως εξής αυτό το μεγάλο πνευματικό γεγονός: “Η επιρροή της σανσκριτικής λογοτεχνίας θα είναι το ίδιο βαθειά με την επιρροή που εξάσκησε η αναγέννηση της Ελληνικής παιδείας στον ΧV αιώνα”.

Γίνεται τώρα κατανοητή και η μεγάλη φροντίδα του Ηegel στη “Φιλοσοφία της θρησκείας”, με την οποία προσπαθεί να διαπραγματευτεί τον Βουδισμό. Παρότι κάτω από το όνομα του Βουδισμού, μιλά στην πραγματικότητα για τον Λαμαϊσμό. Στην “Φιλοσοφία της Ιστορίας” ανασυνθέτει τη θρησκεία του Foe στη λατρεία του τίποτα. Γράφει συγκεκριμένα πως οι Κινέζοι θεωρούν το τίποτα σαν τον κορυφαίο και απόλυτο θεό και απορρίπτουν επομένως το άτομο σαν την πιο υψηλή τελειότητα!

Με την “Φιλοσοφική Ιστορία του ανθρώπινου γένους” του 1822, του F. d’ Olivet, μπαίνει και η Μασσονερία στη μάχη εναντίον του Χριστιανισμού με τα όπλα της Ανατολής, αντικαθιστώντας όμως αυτή τη φορά τη φιλοσοφία με τη μαγεία. Με τη βοήθεια της θεοσοφίας αυτές οι φαντασιώσεις φτάνουν μέχρι τις ημέρες μας. Κατά τον Οlivet οι Κινέζοι πιστεύουν ακόμη και στον τριαδικό θεό, τον Κi, Tsing, Cheu, δηλαδή την υλική αρχή, την αρχή του ανιμισμού και του πνευματικού. Με την ένωσή τους δημιουργούν το ΕΝΑ, το οποίο γίνεται αθάνατο και πάνσοφο».

Μέχρι το 1830 επανελήφθη λοιπόν στο επίπεδο της γλώσσας, αυτό που είχε συμβεί ήδη στο επίπεδο της λατρείας. Το γνωστό νικά ξανά το άγνωστο.H oμοιότης, o συγκρητισμός κυριαρχούν σαν πνευματικότης, εις βάρος της διακρίσεως, που είναι η αρχή του Ελληνικού πνεύματος!
Το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν του ανθρώπου πέφτει στην άβυσσο της Ομοιότητος και δεν μπορεί να βγεί απο εκεί μέχρι σήμερα! Η άγνοια εγκαθίσταται στο κέντρο του ανθρώπου. Από την ομοίωση θεού και ανθρώπου, ο Δυτικός πολιτισμός φαντάζεται πως απορρέει πολύ εύκολα η ομοιότης όλων των θρησκειών, όλων των πνευμάτων, όλων των τυπικών της λατρείας. Η διάκριση έφτασε στις μέρες μας να θεωρείται ρατσισμός. Σ’ αυτή την αυτοκρατορία της ομοιότητος, του ομοίου, μόνον ένα σύστημα ευνοείται. Ο ολοκληρωτισμός.

Αμέθυστος

Η ζωή του πνεύματος-Η βούληση 14 (ΤΙΝΟΣ-ΠΟΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ;)

 Συνέχεια από Τρίτη 5. Μαΐου 2026

Η ζωή του πνεύματος-Η βούληση 14


Hannah Arendt, Piper Verlag GmbH, München 2024

ΙΙ: Η ανακάλυψη του εσωτερικού ανθρώπου

Η πρώτη και θεμελιώδης απάντηση στο ερώτημα που έθεσα στην αρχή αυτού του κεφαλαίου —ποιες εμπειρίες καθιστούν φανερό στους ανθρώπους ότι είναι ικανοί για πράξεις βούλησης— είναι ότι αυτές οι εμπειρίες, αρχικά ιουδαϊκές, δεν ήταν πολιτικές και δεν είχαν καμία σχέση με τον κόσμο, ούτε με τον κόσμο των φαινομένων και τη θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτόν, ούτε με το βασίλειο των ανθρώπινων υποθέσεων, του οποίου η ύπαρξη βασίζεται σε πράξεις και ενέργειες· αλλά ότι βρίσκονταν εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό του ανθρώπου. Οι εμπειρίες που είναι σημαντικές για τη βούληση δεν αφορούν τους ανθρώπους μόνο σε σχέση με τον εαυτό τους, αλλά και μέσα στον ίδιο τον εαυτό τους.

Τέτοιου είδους εμπειρίες δεν ήταν καθόλου άγνωστες στην ελληνική αρχαιότητα. Στον πρώτο τόμο εξέτασα αρκετά εκτενώς τη σωκρατική ανακάλυψη του «δύο-σε-ένα», αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε «συνείδηση» και που αρχικά είχε τη λειτουργία αυτού που σήμερα αποκαλούμε «ηθική συνείδηση». Είδαμε πώς αυτό το «δύο-σε-ένα», ως καθαρό γεγονός της συνείδησης, πραγματώνεται και εκφράζεται στον «σιωπηλό διάλογο», τον οποίο από τον Πλάτωνα και μετά ονομάζουμε «σκέψη». Αυτός ο σκεπτόμενος διάλογος του ανθρώπου με τον εαυτό του λαμβάνει χώρα μόνο στη μοναξιά, στην απόσυρση από τον κόσμο των φαινομένων, όπου κανείς συνήθως βρίσκεται μαζί με άλλους και εμφανίζεται τόσο στον εαυτό του όσο και σε αυτούς ως ένας.


[Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΣΩΜΑ. Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ, ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ. ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΟΥ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ. Η ΨΥΧΗ ΖΕΙ ΜΕ ΤΟ ΝΟΗΜΑ, ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ. ΣΤΟΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟ ΔΟΘΗΚΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙ Ο ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΛΑΙΕΡΜΑΧΕΡ. ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ. ΕΙΧΕ ΗΔΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕΙ ΠΛΗΡΩΣ Ο ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΣΤΕΡΕΙΤΑΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΥ.  Ο ΧΑΙΛΝΤΕΡΛΙΝ ΗΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΒΥΘΙΣΤΗΚΕ ΣΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΚΑΙ ΕΧΑΣΕ ΤΟ ΕΓΩ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ, ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ. Ο ΓΙΟΥΝΓΚ ΔΙΔΑΞΕ ΜΙΑ ΜΕΘΟΔΟ ΚΑΘΟΔΟΥ ΣΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ, ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΑΔΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕ ΤΑ ΛΑΦΥΡΑ ΠΟΥ ΑΠΟΣΠΩΝΤΑΙ ΒΙΑΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ, ΤΟΥΣ ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΥΣ ΧΙΤΩΝΕΣ, ΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ, ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ. ΜΟΝΟ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΘΙΣΤΑ ΣΥΜΒΑΤΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ]

9. Ο Επίκτητος και η παντοδυναμία της βούλησης


Στην Προς Ρωμαίους επιστολή ο Παύλος περιγράφει μια εσωτερική εμπειρία, την εμπειρία του «θέλω και δεν μπορώ». Αυτή η εμπειρία, την οποία ακολουθεί η εμπειρία της θείας χάρης, είναι συντριπτική. Εξηγεί τι του συνέβη, και πώς και γιατί τα δύο γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους. Στο πλαίσιο αυτής της εξήγησης αναπτύσσει την πρώτη περιεκτική θεωρία της ιστορίας, δηλαδή του σε τι αποβλέπει τελικά η ιστορία, και θέτει το θεμέλιο της χριστιανικής διδασκαλίας. Αυτό όμως γίνεται με βάση γεγονότα· δεν επιχειρηματολογεί, και αυτό είναι που τον διακρίνει σαφέστερα από τον Επίκτητο, με τον οποίο κατά τα άλλα τον συνέδεαν πολλά.

Ήταν σχεδόν ακριβώς σύγχρονοι, κατάγονταν περίπου από την ίδια περιοχή της Εγγύς Ανατολής, ζούσαν στο εξελληνισμένο ρωμαϊκό κράτος και μιλούσαν την ίδια γλώσσα —την Κοινή—· όμως ο ένας ήταν Ρωμαίος πολίτης και ο άλλος απελεύθερος δούλος, ο ένας ήταν Ιουδαίος και ο άλλος Στωικός. Κοινή τους ήταν επίσης μια ορισμένη ηθική αυστηρότητα, που τους ξεχώριζε από το περιβάλλον τους. Και οι δύο δήλωναν ότι όποιος κοιτάζει με επιθυμία τη γυναίκα του πλησίον του έχει ήδη διαπράξει μοιχεία. Με σχεδόν τα ίδια λόγια επικρίνουν το πνευματικό κατεστημένο της εποχής τους —ο Παύλος τους Φαρισαίους, ο Επίκτητος τους φιλοσόφους, Στωικούς και Ακαδημικούς— ως υποκριτές που δεν ζουν σύμφωνα με τη διδασκαλία τους.

«Δείξε μου έναν Στωικό, αν μπορείς!» αναφωνεί ο Επίκτητος. «Δείξε μου έναν που είναι άρρωστος και όμως ευτυχισμένος, σε κίνδυνο και όμως ευτυχισμένος, ετοιμοθάνατος και όμως ευτυχισμένος, εξόριστος και όμως ευτυχισμένος, ατιμασμένος και όμως ευτυχισμένος... Μα τους θεούς, θα ήθελα κάποτε να δω έναν Στωικό» [569]. Αυτή η περιφρόνηση είναι στον Επίκτητο ακόμη πιο σαφής και παίζει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο απ’ ό,τι στον Παύλο.

Και τέλος, και οι δύο έχουν μια σχεδόν ενστικτώδη περιφρόνηση για το σώμα —αυτόν τον «σάκο», όπως τον ονομάζει ο Επίκτητος, τον οποίο κάθε μέρα τον γεμίζουμε και τον αδειάζουμε ξανά: «Τι θα μπορούσε να είναι πιο ενοχλητικό;» [570]—, και οι δύο δίνουν έμφαση στη διάκριση ανάμεσα σε έναν «εσωτερικό άνθρωπο» —Παύλος, Ρωμ. 7,22— και στα «εξωτερικά πράγματα» [571].

Και οι δύο περιγράφουν το πραγματικό περιεχόμενο της εσωτερικότητας αποκλειστικά με βάση τις ωθήσεις της βούλησης, την οποία ο Παύλος θεωρούσε ανίσχυρη και ο Επίκτητος παντοδύναμη: «Πού βρίσκεται το αγαθό; Στη βούληση. Πού βρίσκεται το κακό; Στη βούληση. Πού δεν βρίσκεται κανένα από τα δύο; Σε ό,τι δεν βρίσκεται στην εξουσία της βούλησης» [572].

Με την πρώτη ματιά, αυτή είναι η παλαιά στωική διδασκαλία, αλλά χωρίς καμία από τις παλαιές στωικές φιλοσοφικές θεμελιώσεις· στον Επίκτητο δεν ακούμε τίποτε για το ότι η φύση είναι κατ’ ουσίαν αγαθή και ότι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν και να σκέφτονται σύμφωνα με αυτήν —κατὰ φύσιν—, δηλαδή ότι πρέπει να νοούν κάθε φαινομενικό κακό ως αναγκαίο συστατικό ενός καθολικού αγαθού. Στο δικό μας συμφραζόμενο ο Επίκτητος είναι ενδιαφέρων ακριβώς επειδή η διδασκαλία του είναι απαλλαγμένη από τέτοιες μεταφυσικές θεωρίες.

Ήταν πρωτίστως δάσκαλος· και καθώς δίδασκε και δεν έγραφε [573], φαίνεται ότι θεωρούσε τον εαυτό του διάδοχο του Σωκράτη, ενώ, όπως οι περισσότεροι από τους λεγόμενους διαδόχους του, ξεχνούσε ότι ο Σωκράτης δεν είχε τίποτε να διδάξει. Σε κάθε περίπτωση, ο Επίκτητος θεωρούσε τον εαυτό του φιλόσοφο και όριζε το αντικείμενο της φιλοσοφίας ως την «τέχνη να ζει κανείς τη ζωή του» [574].

Αυτή η τέχνη συνίστατο ουσιαστικά στο να έχει κανείς έτοιμο ένα επιχείρημα για κάθε ενδεχόμενο, για κάθε σοβαρή συμφορά. Αφετηρία του ήταν η αρχαία θέση ότι όλοι οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι, και η φιλοσοφία έπρεπε μόνο να διευκρινίσει πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο αυτονόητος σκοπός.

Βέβαια, ο Επίκτητος, σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής του και σε αντίθεση με την προχριστιανική περίοδο, ήταν πεπεισμένος ότι η επίγεια ζωή, η οποία αναπόφευκτα καταλήγει στον θάνατο και επομένως κατατρύχεται από φόβο και τρόμο, δεν μπορεί να οδηγήσει στην πραγματική ευτυχία χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια της ανθρώπινης βούλησης.

Με την ευτυχία εννοούσαν τώρα κάτι διαφορετικό: όχι πια την εὐδαιμονία, την ενέργεια του εὖ ζῆν, της καλής ζωής, αλλά την εὔροια βίου, μια στωική μεταφορά για μια ζωή που ρέει ελεύθερα, χωρίς να εκτίθεται σε καταιγίδες ή άλλα εμπόδια. Τα γνωρίσματά της ήταν η ηρεμία και η γαλήνη, γαλήνη, η σιγή μετά την καταιγίδα, και εὐδία, ο καλός καιρός [575] — μεταφορές άγνωστες στην κλασική αρχαιότητα. Όλες αναφέρονται σε μια κατάσταση της ψυχής που περιγράφεται καλύτερα αρνητικά —όπως η ἀταραξία— και πράγματι συνίσταται σε κάτι εντελώς αρνητικό: το να είναι κανείς ευτυχισμένος σήμαινε τώρα, πρωτίστως, να μην είναι δυστυχισμένος.

Η φιλοσοφία μπορούσε να διδάξει τις «μεθόδους του λόγου», τα επιχειρήματα, «σαν γυαλισμένα όπλα, έτοιμα προς χρήση» [576], εναντίον της δυστυχίας της πραγματικής ζωής.


Ο λόγος αναγνωρίζει ότι δεν είναι ο θάνατος που απειλεί απ’ έξω εκείνος που κάνει τον άνθρωπο δυστυχισμένο, αλλά ο φόβος του θανάτου μέσα στο ίδιο του το εσωτερικό· όχι ο πόνος, αλλά ο φόβος του πόνου — «Δεν πρέπει να φοβάται κανείς τον θάνατο ή τον πόνο, αλλά τον φόβο του πόνου ή του θανάτου» [577]. Το μόνο, λοιπόν, που πρέπει πραγματικά να φοβάται κανείς είναι ο ίδιος ο φόβος· οι άνθρωποι δεν μπορούν βέβαια να αποφύγουν τον θάνατο ή τον πόνο, αλλά μπορούν να αντιπαρατεθούν στον φόβο μέσα τους με επιχειρήματα, τα οποία εξαλείφουν από τον νου τους τις εντυπώσεις των φοβερών αντικειμένων: «Αν δεν κατευθύνει κανείς τον φόβο του προς τον θάνατο ή την εξορία, αλλά τον φυλάσσει για τον ίδιο τον φόβο, τότε θα έπρεπε να κατορθώσει να αποφύγει εκείνο που θεωρεί κακό» [578]. Αν αναλογιστεί κανείς μόνο τις πολλές μαρτυρίες για τον ρόλο που μπορεί να παίξει στην ψυχική οικονομία ένας συντριπτικός φόβος του να φοβάται κανείς, ή πόσο ανελέητο θα ήταν το θάρρος στον άνθρωπο, αν ο βιωμένος πόνος δεν άφηνε πίσω του καμία ανάμνηση —την «εντύπωση» του Επικτήτου—, θα αναγνωρίσει ποια συγκεκριμένη ψυχολογική αξία έχουν αυτές οι φαινομενικά τόσο εξεζητημένες θεωρίες.

Όταν ο λόγος ανακαλύψει μία φορά αυτές τις εσωτερικές περιοχές, μέσα στις οποίες ο άνθρωπος έχει να κάνει μόνο με τις «εντυπώσεις» των εξωτερικών πραγμάτων πάνω στον νου του και όχι με την πραγματική τους ύπαρξη, τότε ο λόγος έχει εκπληρώσει το έργο του. Ο φιλόσοφος δεν είναι πλέον ο στοχαστής που εξετάζει όλα όσα συναντά, αλλά ο άνθρωπος που έχει ασκηθεί να μη «φροντίζει ποτέ για τα εξωτερικά πράγματα», όπου κι αν βρίσκεται.

Ο Επίκτητος δίνει ένα διαφωτιστικό παράδειγμα αυτής της στάσης. Βάζει τον φιλόσοφό του να πηγαίνει στους δημόσιους αγώνες όπως κάθε άλλος άνθρωπος· αλλά, σε αντίθεση με το «κοινό» πλήθος των άλλων θεατών, εκεί «τον ενδιαφέρει» μόνο ο εαυτός του και η δική του «ευτυχία»· αναγκάζει λοιπόν τον εαυτό του «να επιθυμεί μόνο εκείνο που πράγματι συμβαίνει, και να εύχεται τη νίκη μόνο σε εκείνον που πράγματι νικά» [579].

Αυτή η αποστροφή από την πραγματικότητα, ενώ ακόμη στέκεται κανείς στο μέσον της —σε αντίθεση με την απόσυρση του σκεπτόμενου εγώ στη μοναξιά του σιωπηλού διαλόγου του ανθρώπου με τον εαυτό του, όπου κάθε σκέψη είναι εξ ορισμού μεταγενέστερη— έχει τις πιο εκτεταμένες συνέπειες. Σημαίνει, για παράδειγμα: αν πηγαίνει κανείς κάπου, δεν προσέχει τον προορισμό, αλλά μόνο τη δραστηριότητα του βαδίσματος· «ή όταν συλλογίζεται, ενδιαφέρεται [μόνο] για τον συλλογισμό και όχι για την επίτευξη εκείνου στο οποίο αποβλέπει ο συλλογισμός» [580]. Εκφρασμένο με τους όρους της παραβολής των δημόσιων αγώνων, είναι σαν αυτοί οι θεατές να ήταν τυφλοί και απλές φασματικές εμφανίσεις μέσα στον κόσμο των φαινομένων.

Θα ήταν χρήσιμο να συγκριθεί αυτή η στάση με εκείνη του φιλοσόφου στην παλαιά πυθαγόρεια παραβολή των Ολυμπιακών Αγώνων· οι καλύτεροι ήταν εκείνοι που δεν συμμετείχαν στον αγώνα για δόξα ή κέρδος, αλλά μόνο παρακολουθούσαν, ενδιαφέρονταν για τους αγώνες μόνο χάριν αυτών των ίδιων. Εδώ όμως δεν έχει απομείνει κανένα ίχνος τέτοιου ανιδιοτελούς ενδιαφέροντος. Μόνο ο εαυτός ενδιαφέρει, και απόλυτος κυρίαρχός του είναι ο επιχειρηματολογικός λόγος· όχι ο παλαιός νοῦς, το εσωτερικό όργανο της αλήθειας, το αόρατο μάτι του πνεύματος που στρέφεται προς το αόρατο μέσα στον ορατό κόσμο, αλλά μια δύναμις λογική, η οποία διακρίνεται κυρίως από το ότι «λαμβάνει γνώση του εαυτού της και όλων των άλλων» και μπορεί «να αναγνωρίζει ή να απορρίπτει τη δική της δραστηριότητα» [581].

Με την πρώτη ματιά αυτό θα μπορούσε να μοιάζει με το σωκρατικό «δύο-σε-ένα» που πραγματώνεται στη σκέψη· στην πραγματικότητα όμως βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε εκείνο που σήμερα θα ονομάζαμε συνείδηση.

Η ανακάλυψη του Επικτήτου συνίστατο στο ότι ο νους, επειδή μπορεί να διατηρεί εξωτερικές «εντυπώσεις» —φαντασίαι—, μπορεί να μεταχειρίζεται όλα τα «εξωτερικά πράγματα» ως απλά «δεδομένα της συνείδησης», όπως θα λέγαμε σήμερα. Η δύναμις λογική εξετάζει τόσο τον εαυτό της όσο και τις «εντυπώσεις» που έχουν εισέλθει στον νου. Η φιλοσοφία διδάσκει πώς να «χειρίζεται κανείς σωστά τις εντυπώσεις»· τις εξετάζει, «τις διακρίνει και δεν χρησιμοποιεί καμία ανεξέταστη».

Όταν κοιτάζει κανείς ένα τραπέζι, δεν μπορεί να αποφασίσει αν είναι καλό ή κακό· αυτό δεν του το λέει η όραση, όπως δεν του το λέει και καμία άλλη αίσθηση. Μόνο ο νους μπορεί να το κάνει, ο οποίος δεν έχει να κάνει με πραγματικά τραπέζια, αλλά με εντυπώσεις τραπεζιών. «Τι μας λέει ότι ο χρυσός είναι κάτι πολύτιμο; Ο χρυσός δεν μας το λέει. Προφανώς είναι η δύναμη που χειρίζεται τις εντυπώσεις» [582]. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι δεν χρειάζεται να εξέλθει κανείς από τον εαυτό του, όταν τον ενδιαφέρει μόνο αυτός ο εαυτός. Μόνο στον βαθμό που ο νους μπορεί να τραβήξει κάτι μέσα του, αυτό έχει κάποια αξία.

Όταν ο νους αποσυρθεί μία φορά από τα εξωτερικά πράγματα στην εσωτερικότητα των εντυπώσεών του, ανακαλύπτει ότι από μία άποψη είναι εντελώς ανεξάρτητος από όλες τις εξωτερικές επιδράσεις: «Μπορεί κανείς να σε εμποδίσει να αναγνωρίσεις το αληθινό; Κανείς. Μπορεί κανείς να σε αναγκάσει να αναγνωρίσεις το ψευδές; Κανείς. Βλέπεις λοιπόν ότι σε αυτό το πεδίο η δύναμή σου είναι απολύτως ανεξάρτητη από περιορισμό και εξαναγκασμό;» [583].

Το ότι ανήκει στη φύση της αλήθειας να «εξαναγκάζει» τον νου είναι παλαιά γνώση: ὥσπερ ὑπ᾽ αὐτῆς τῆς ἀληθείας ἀναγκασθέντες, «εξαναγκασμένοι σαν από την ίδια την αλήθεια», έλεγε ο Αριστοτέλης σε σχέση με προφανείς θεωρίες, που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη θεμελίωση [584]. Όμως στον Επίκτητο αυτή η αλήθεια και η δύναμις λογική του δεν έχουν το παραμικρό να κάνουν με τη γνώση ή την επιστήμη· γι’ αυτές οι διαδικασίες της λογικής είναι «άκαρπες» [585], κατά λέξη: δεν χρησιμεύουν σε τίποτε —ἄκαρπα. Η γνώση και η επιστήμη αφορούν τα εξωτερικά πράγματα, τα οποία είναι ανεξάρτητα από τον άνθρωπο και δεν βρίσκονται στην εξουσία του· γι’ αυτό είναι γι’ αυτόν αδιάφορα, ή θα έπρεπε να είναι.

Η αρχή της φιλοσοφίας είναι μια επίγνωση —συναίσθησις— της δικής μας αδυναμίας απέναντι στο αναγκαίο. Δεν έχουμε έμφυτη «παράσταση» εκείνου που θα έπρεπε να γνωρίζουμε, λόγου χάρη του «ορθογωνίου τριγώνου», αλλά μπορεί κανείς να διδαχθεί από ανθρώπους που το γνωρίζουν· και όποιος δεν το γνωρίζει ακόμη, ξέρει ότι δεν το γνωρίζει. Εντελώς διαφορετικά έχουν τα πράγματα με εκείνο που πράγματι αφορά τον ίδιο τον άνθρωπο και από το οποίο εξαρτάται τι είδους ζωή ζει. Σε αυτό το πεδίο ο καθένας γεννιέται με ένα «μου φαίνεται» —δοκεῖ μοι—, με μια γνώμη, και εκεί αρχίζει η δυσκολία: «με την ανακάλυψη ότι οι άνθρωποι βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους ως προς τον νου» και με την προσπάθεια να βρεθεί ένα μέτρο, όπως ακριβώς εφευρίσκουμε τη ζυγαριά για να χειριζόμαστε τα βάρη και τον χάρακα για να χειριζόμαστε το ίσιο και το στραβό. «Αυτή είναι η αρχή της φιλοσοφίας» [586].

Η φιλοσοφία, λοιπόν, θέτει μέτρα και κανόνες και διδάσκει τον άνθρωπο να χρησιμοποιεί τις αισθήσεις του, να «χειρίζεται σωστά τις εντυπώσεις» και «να τις εξετάζει και να αξιολογεί την καθεμία». Το κριτήριο κάθε φιλοσοφίας είναι επομένως η χρησιμότητά της για μια ζωή χωρίς πόνο. Ακριβέστερα, διδάσκει ορισμένες συλλογιστικές πορείες που μπορούν να υπερνικήσουν την έμφυτη αδυναμία του ανθρώπου.

Μέσα σε αυτό το γενικό φιλοσοφικό πλαίσιο, ο επιχειρηματολογικός λόγος θα έπρεπε να κατέχει την ανώτατη θέση ανάμεσα σε όλες τις πνευματικές δυνάμεις· όμως δεν συμβαίνει έτσι. Στις σφοδρές επιπλήξεις του εναντίον των ανθρώπων που είναι «φιλόσοφοι μόνο με το στόμα», ο Επίκτητος παραπέμπει στο τρομακτικό χάσμα ανάμεσα στη διδασκαλία και την πραγματική συμπεριφορά, και έμμεσα παραπέμπει έτσι στην παλαιά γνώση ότι ο λόγος από μόνος του δεν κινεί τίποτε και δεν επιτυγχάνει τίποτε. Η μεγάλη δύναμη που επιτυγχάνει κάτι δεν είναι ο λόγος, αλλά η βούληση.

«Σκέψου ποιος είσαι»· αυτό φαίνεται να είναι μια προτροπή προς τον λόγο, αλλά έπειτα ακολουθεί η ανακάλυψη ότι ο άνθρωπος «δεν έχει τίποτε κυριότερο —κυριώτερον— από τη βούληση —προαίρεσις· όλα τα άλλα [είναι] υποταγμένα σε αυτήν, ενώ η ίδια η βούληση είναι ελεύθερη από δουλεία και υποταγή». Βέβαια, ο λόγος —λόγος— διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα, τα οποία γι’ αυτό υπάρχουν «για να υπηρετούν», ενώ ο άνθρωπος «για να κυβερνά» [587]· όμως το όργανο που μπορεί να κυβερνά δεν είναι ο λόγος, αλλά η βούληση.

Αν η φιλοσοφία ασχολείται με την «τέχνη να ζει κανείς τη ζωή του» και το ύψιστο κριτήριό της είναι η χρησιμότητά της ως προς αυτό, τότε η φιλοσοφία δύσκολα σημαίνει κάτι άλλο παρά το να ανακαλύψει κανείς πώς μπορεί να πραγματοποιήσει ανεμπόδιστα «τη βούληση να επιτύχει κάτι και τη βούληση να αποφύγει κάτι» [588].

Το πρώτο πράγμα που μπορεί να διδάξει ο λόγος στη βούληση είναι η διάκριση ανάμεσα σε πράγματα που εξαρτώνται από τον άνθρωπο, που βρίσκονται στην εξουσία του —στον Αριστοτέλη: ἐφ᾽ ἡμῖν—, και σε πράγματα για τα οποία αυτό δεν ισχύει. Η δύναμη της βούλησης στηρίζεται στην κυρίαρχη απόφασή της να ασχολείται μόνο με πράγματα που βρίσκονται στην εξουσία του ανθρώπου, και αυτά ανήκουν αποκλειστικά στην ανθρώπινη εσωτερικότητα [589]. Γι’ αυτό η πρώτη απόφαση της βούλησης είναι να μη θέλει ό,τι δεν μπορεί να επιτύχει και να μη στέκεται πλέον ενάντια σε ό,τι δεν μπορεί να αποφύγει· με λίγα λόγια, να μην εμπλέκεται με τίποτε που δεν βρίσκεται στην εξουσία της.

«Τι σημασία έχει αν ο κόσμος αποτελείται από άτομα ή από φωτιά και γη ή αν είναι άπειρα διαιρετός; Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς τι δεν μπορεί να επιτύχει και τι δεν μπορεί να αποφύγει, ... και να αφήνει στην άκρη όλα όσα δεν είναι προσιτά σε εμάς;» [590]. Και αφού «είναι αδύνατο αυτό που συμβαίνει να είναι διαφορετικό από ό,τι είναι» [591], αφού δηλαδή ο άνθρωπος είναι εντελώς ανίσχυρος μέσα στον πραγματικό κόσμο, του δόθηκαν οι θαυμαστές δυνάμεις του λόγου και της βούλησης, με τη βοήθεια των οποίων μπορεί να αναπαραστήσει μέσα στον νου του το εξωτερικό πλήρως, μόνο χωρίς την πραγματικότητά του, εκεί όπου είναι αδιαμφισβήτητος κύριος και εξουσιαστής.

Εκεί κυριαρχεί πάνω στον εαυτό του και στα αντικείμενα που τον ενδιαφέρουν, διότι η βούληση μπορεί να εμποδιστεί μόνο από τον ίδιο της τον εαυτό. Όλα όσα φαίνονται να είναι πραγματικά, ο κόσμος των φαινομένων, χρειάζονται στην πραγματικότητα τη δική μου συγκατάθεση για να είναι πραγματικά για μένα. Και αυτή η συγκατάθεση δεν μπορεί να μου επιβληθεί· αν την αρνηθώ, η πραγματικότητα του κόσμου εξαφανίζεται, σαν να ήταν απλώς ένα φάντασμα.

Αυτή η δύναμη να αποστρέφεται κανείς το εξωτερικό και να στρέφεται προς ένα ακλόνητο εσωτερικό έχει προφανώς ανάγκη από «άσκηση» —γυμνάζειν— και από συνεχή στήριξη με επιχειρήματα, διότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο την κανονική του ζωή μέσα στον κόσμο όπως αυτός είναι· και το εσωτερικό του, όσο ζει, βρίσκεται το ίδιο μέσα σε ένα εξωτερικό, σε ένα σώμα, πάνω στο οποίο δεν έχει εξουσία, αλλά το οποίο ανήκει στα «εξωτερικά πράγματα».

Το διαρκές ερώτημα είναι αν η βούληση είναι αρκετά ισχυρή όχι μόνο για να αποσπάσει την προσοχή από τα εξωτερικά, απειλητικά πράγματα, αλλά και, σε περίπτωση πραγματικού πόνου και δυστυχίας, να συγκεντρώσει τη φαντασία σε άλλες «εντυπώσεις». Η άρνηση της συγκατάθεσης, η αναστολή της πραγματικότητας, δεν είναι καθόλου μια καθαρή άσκηση σκέψης· πρέπει να αποδειχθεί στην κρίσιμη στιγμή.

«Πρέπει να πεθάνω. Πρέπει να με κλείσουν στη φυλακή. Πρέπει να με στείλουν στην εξορία. Αλλά: πρέπει να πεθάνω στενάζοντας; Πρέπει και να θρηνώ; Μπορεί κανείς να με εμποδίσει να πάω στην εξορία χαμογελώντας;» Ο κύριος απειλεί να με δέσει με αλυσίδες: «Τι λες; Να με δέσεις με αλυσίδες; Τα πόδια μου μπορείς να τα δέσεις —ναι· αλλά τη βούλησή μου— όχι· αυτό δεν το κατορθώνει ούτε ο Δίας» [592].


Σημειώσεις:


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΔΙΠΛΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ»


Pieter van Gunst, Πορτρέτο του Jacob Böhme, 1686/1715, Χαρακτική, Ντουλάπι Χαρακτικής


«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΔΙΠΛΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ»

Μια κινηματογραφική αντάρτικη δράση για τον γερμανό μυστικό φιλόσοφο Jacob Boehme προσελκύει τους ανθρώπους στις κινηματογραφικές αίθουσες. Σε συνομιλία με τον Ronald Steckel, έναν από τους σκηνοθέτες της ταινίας Morgenröte im Aufgang – Hommage à Jacob Boehme, για την πείνα της ψυχής και την τέχνη του να αφήνεται κανείς να βρεθεί.

Με αφορμή την πρώτη μεγάλη έκθεση για τον Jacob Boehme, με τίτλο «Alles in Allem – die Gedankenwelt des mystischen Philosophen», των Κρατικών Καλλιτεχνικών Συλλογών στο Ανάκτορο της Κατοικίας (Residenzschloss) της Δρέσδης, από τις 26 Αυγούστου έως τις 19 Νοεμβρίου 2017.

Άποψη της ειδικής έκθεσης «ΟΛΑ ΣΕ ΟΛΑ. Ο κόσμος της σκέψης του μυστικιστή φιλοσόφου Jacob Böhme»στο παρεκκλήσι του κάστρου του Παλατιού της Δρέσδης

Συνέντευξη: Marcelle De Michiel
Φωτογραφίες: Philip Glaser / nootheater


RONALD STECKEL

Γεννημένος το 1945 στο Sylt, είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης, συνθέτης και καλλιτέχνης πολυμέσων. Έχει δημιουργήσει πλήθος δοκιμίων, ταινιών, ραδιοφωνικών παραγωγών και θεατρικών έργων. Είναι πατέρας δύο παιδιών και ζει στο Βερολίνο από το 1968.

Το 1969 κυκλοφόρησε το πρώτο του έργο, Bewusstseinserweiternde Drogen – Eine Aufforderung zur Diskussion («Ουσίες διεύρυνσης της συνείδησης – Μια πρόσκληση σε συζήτηση»), ένα βιβλίο για την αντικουλτούρα της δεκαετίας του ’60, το οποίο προκάλεσε έντονη αίσθηση. Το 1986 τιμήθηκε με το Βραβείο Ενίσχυσης για Τέχνη των Μέσων της Akademie der Künste Berlin.

Στις δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται τα Die Mauer – Die größte Wandzeitung der Welt με τον Wolfgang Neuss, Schwerkraft und Licht με τη Julia Jentsch, ένα hommage στη γαλλίδα φιλόσοφο Simone Weil, καθώς και το Auschwitz. Stimmen, μια τρίωρη ραδιοφωνική μοντάζ από αυθεντικές ηχογραφήσεις της Πρώτης Δίκης του Auschwitz στη Φρανκφούρτη (1963–1965).

Για την ARD παρήγαγε, μεταξύ άλλων, μια σειρά ραδιοφωνικών έργων με κείμενα της Philosophia Perennis, όπως των Lao Tse, Huang Po, Meister Eckhart, Johannes Tauler, Jacob Boehme, Dschelal ed-Din Rumi, Novalis, Ramana Maharshi, Kazimir Maleviç και Allen Ginsberg, με τον τίτλο Die Avantgarde der Sehnsucht («Η πρωτοπορία της νοσταλγίας»).

Το 2005 ίδρυσε στο Βερολίνο, μαζί με τον ηθοποιό και κινηματογραφιστή Max Hopp, το nootheater. Το 2008 κυκλοφόρησε η ταινία του nootheater Das schöne Licht der Utopie. Από το 2015, η ταινία Morgenröte im Aufgang – Hommage à Jacob Boehme (Filmedition Suhrkamp), που υλοποιήθηκε μαζί με τους Max Hopp, Jan Korthäuer και Klaus Weingarten, προβάλλεται με επιτυχία στους γερμανικούς κινηματογράφους.

Το 2016 το Morgenröte im Aufgang τιμήθηκε με το DEUTSCHER FILMGEIST PREIS 2016.

Κύριε Steckel, η πρόσφατη κινηματογραφική σας ταινία Morgenröte im Aufgang – Hommage à Jacob Boehme (Η Ανατολή της Αυγής– Φόρος τιμής στον Jacob Boehme), μια ταινία για έναν σε μεγάλο βαθμό άγνωστο γερμανό μυστικό φιλόσοφο, συναντά απροσδόκητη απήχηση και παρουσιάστηκε πρόσφατα και στο Διεθνές Συνέδριο Φιλοσοφίας και Κινηματογράφου «Das Reale der Realität» στο Κέντρο Τέχνης και Μέσων (Zentrum für Kunst und Medientechnologie – ZKM) στην Καρλσρούη. Το περιμένατε αυτό;

Ούτε στα όνειρά μας δεν περιμέναμε ότι η ταινία θα άφηνε ένα τέτοιο ίχνος. Όμως υπάρχει κοινό για τη Morgenröte. Σε μια συζήτηση μας ρώτησαν: «Ποια είναι η ομάδα-στόχος σας για αυτή την ταινία;» — πρέπει κανείς πάντοτε να έχει μια «ομάδα-στόχο»… (γέλια). Σκεφτήκαμε και απαντήσαμε: κάθε άνθρωπος ξεχωριστά που βρίσκεται σε ψυχική αναζήτηση.

Γιατί ο Jacob Boehme – τώρα;

Ας πάρουμε μόνο την εικόνα του ανθρώπου που αναδύεται στον Boehme: έχει κοσμική διάσταση και μεγάλη ομορφιά· ανήκει στα βαθύτερα πράγματα που γνωρίζουμε για τον άνθρωπο. Πιστεύουμε ότι αυτό έχει μεγάλη σημασία για εμάς στον σύγχρονο κόσμο. Δεν πρόκειται για κάτι περασμένο· είναι κάτι που έρχεται προς το μέρος μας, είναι μια επαγγελία – και, όπως βλέπουμε, υπάρχει κοινό: πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ψυχική πείνα. Κι εμείς επίσης… (γέλια). «Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί…».

Ποιος ήταν ο Jacob Boehme;

Ίσως… μία από τις μεγαλύτερες πνευματικές μορφές αυτής της χώρας; Ο Schelling τον αποκάλεσε «ένα θαυμαστό φαινόμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας και ιδιαίτερα στην ιστορία του γερμανικού πνεύματος». Για τον Hegel ήταν «ο πρώτος Γερμανός φιλόσοφος». Ο Jacob Boehme είναι μια μεγάλη και δραστική μορφή της πνευματικής μας ιστορίας, αλλά στη δική του χώρα είναι γνωστός μόνο σε πολύ μικρούς κύκλους.

Ήταν ένας τσαγκάρης από το Görlitz, γεννημένος το 1575, ο οποίος, ύστερα από μια σειρά εμπειριών πνευματικής διάρρηξης, κατέγραψε όσα «είδε». Το πρώτο του έργο, Morgenröte im Aufgang, γνωστό και ως Aurora, αποτελεί ένα μεγαλειώδες άνοιγμα μιας φιλοσοφίας της φύσης, μιας ανθρωπολογίας και μιας κοσμολογίας που μέχρι σήμερα δεν έχουν διερευνηθεί στο βάθος τους και που του προκάλεσαν πλήθος δυσκολιών.

Ποια ήταν η προσέγγιση της ταινίας; Ήσασταν τέσσερις – φίλοι και ανεξάρτητοι κινηματογραφιστές.

Γνωριζόμαστε εδώ και πολλά χρόνια και έχουμε ήδη συνεργαστεί: το βερολινέζικο nootheater, δηλαδή ο Max Hopp κι εγώ, και ο οργανισμός για τον μετασχηματισμό του κινηματογράφου που διευθύνουν στο Αννόβερο ο Klaus Weingarten και ο Jan Korthäuer. Αυτό που μας συνδέει είναι καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα και ορισμένα κινηματογραφικά ερωτήματα που υπερβαίνουν τον νευρικό ενθουσιασμό των σύγχρονων blockbuster, την απλή πληροφόρηση ή τις συγκινησιακές προσομοιώσεις. Για παράδειγμα: μπορεί η κινηματογραφική τέχνη να προσφέρει τροφή στις ψυχές μας;

Ο Andrei Tarkovsky, για παράδειγμα, προσπάθησε να σκεφτεί τον κινηματογράφο με αυτόν τον τρόπο, όταν έλεγε: «ο σκηνοθέτης είναι υπεύθυνος για τις ψυχές των θεατών του». Κι εμείς είπαμε: γιατί να μην τολμήσουμε απλώς να προσεγγίσουμε κάτι που όλοι θεωρούμε σημαντικό με αυτή την έννοια; Για παράδειγμα, τον μεγάλο Jacob Boehme. Γνωρίζαμε ότι θα ήταν ένα προσκύνημα – και γνωρίζαμε επίσης ότι θα μπορούσαμε να αποτύχουμε στην προσπάθεια να βρούμε κινηματογραφικές μορφές έκφρασης για την πνευματική δύναμη ενός τέτοιου οραματιστή. Όμως η προσπάθεια, η ένταση της εργασίας, άξιζαν οπωσδήποτε.

Από αυτό δεν προέκυψε μια κλασική ιστορική ταινία. Σταθήκαμε τυχεροί: ήδη το πρώτο κοινό μας ταξίδι έρευνας στο Görlitz, το 2011, μας έφερε μια κοινή οπτική, μια αντίληψη της κινηματογραφικής μορφής που μας ενδιέφερε. Δηλαδή: μια ταινία του Jacob Boehme, όχι ένα ντοκιμαντέρ για αυτόν. Μια ταινία που τον παρουσιάζει ως σύγχρονο, όχι ως ιστορικό πρόσωπο.

Και γνωρίζαμε ότι θα πατούσαμε σε αχαρτογράφητο έδαφος, διότι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας δεν είναι ο Klaus Weingarten — ο οποίος, παρεμπιπτόντως, δεν είναι ηθοποιός αλλά κινηματογραφιστής. Ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι η θαυμάσια, πρωτότυπη, τετρακοσίων ετών γλώσσα του Boehme, την οποία εκφωνεί ο Max Hopp. Και κατά τη διάρκεια της δουλειάς, φυσικά, ο Jacob Boehme μας συνόδευε διαρκώς, πράγμα που σήμαινε ότι τον κατανοούσαμε όλο και βαθύτερα — μια θαυμάσια εμπειρία.

Αυτό οδήγησε και στο ότι, στην πορεία της εργασίας, γινόμασταν όλο και πιο λιτοί στη «χρήση των κινηματογραφικών μέσων», όλο και πιο απλοί, προκειμένου να δημιουργήσουμε έναν χώρο αντίληψης μέσα στον οποίο να γίνεται κατανοητό τι έχει να μας πει σήμερα αυτό το μεγάλο πνεύμα. Έτσι, στην ταινία μας, επί 81 λεπτά, ο λόγος διακόπτεται από τον Θεό (γέλια).

Και, για να μη συγκρουόμαστε καλλιτεχνικά μεταξύ μας κατά τη διάρκεια της δουλειάς, ακολουθήσαμε από την αρχή μια διαπροσωπική (transpersonale) μεθοδολογία: ξεκαθαρίσαμε ότι έπρεπε να υπερβούμε τα καλλιτεχνικά μας εγώ, να περάσουμε σε ένα άλλο επίπεδο, όπου τα προσωπικά αισθητικά ενδιαφέροντα του καθενός δεν παίζουν πλέον ρόλο, αλλά όπου προσπαθούμε από κοινού να βρούμε καθαρές και αδιαμφισβήτητες μορφές παρουσίασης για ένα δύσκολο περιεχόμενο.

Επιστρέφοντας στην πνευματική διάρρηξη για την οποία μιλήσατε, που βίωσε ο Jacob Boehme – πώς μπορεί κανείς να το φανταστεί αυτό;

Από φαινομενολογική σκοπιά, υπάρχουν πολλές μορφές εκείνης της εμπειρίας που ονομάζεται «φώτιση», από μικρές έως μεγάλες. Πρόκειται για μια διαδικασία ωρίμανσης — ή, όπως στον Boehme ή στον Ramana Maharshi, για μια διάρρηξη — προς ορισμένες ικανότητες αντίληψης, αίσθησης και γνώσης, οι οποίες φαίνεται να είναι εγγεγραμμένες στον άνθρωπο.

Ένας άνθρωπος μπορεί να συμπεριφερθεί με τέτοιον τρόπο ώστε να αγγιχθεί εσωτερικά από την πνευματική, αόρατη πλευρά της πραγματικότητας· να «βρεθεί», να του «ανοιχθεί» κάτι. Και με αυτό δεν εννοώ τίποτε αποκρυφιστικό ή μέντιουμ. Ο Boehme ήταν προφανώς εξαιρετικά προικισμένος από αυτή την άποψη — και ήταν, όπως λέγεται, «σταθερός στον χαρακτήρα»: δεν τρελάθηκε ούτε έγινε αλλόκοτος κάτω από τη μεγάλη δύναμη που τον διαπερνούσε.

Συνέχισε να ασκεί το επάγγελμά του, πέρασε από την υποδηματοποιία στο εμπόριο νημάτων, ήταν παντρεμένος και πατέρας τεσσάρων γιων. Οι γνώσεις του, τις οποίες κατέγραψε με τεράστια γλωσσική δύναμη σε ένα συνολικό έργο τεσσάρων χιλιάδων σελίδων, του αποκαλύφθηκαν — όπως προσπαθεί επανειλημμένα να διευκρινίσει — από τον πνευματικό κόσμο, όχι σε μεντιακή έκσταση ή ψυχεδελική διέγερση, αλλά σε κατάσταση εγρήγορσης και ενισχυμένης συνείδησης. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σπάνια θέση· και αυτό ακριβώς καθιστά τα γραπτά του τόσο πολύτιμα.

Πώς ήρθατε σε επαφή με αυτόν;

Τα κείμενα του Jacob Boehme έπεσαν στα χέρια μου στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στο Λονδίνο — όπως και η Bhagavadgita, το Θιβετανικό Βιβλίο των Νεκρών, οι διδασκαλίες του Buddha, σουφικά κείμενα και οι γερμανοί μυστικοί. Εκείνη την εποχή υπήρχε αυτό το θαυμάσιο θερμό ρεύμα που διέτρεχε το underground· ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο της εποχής, ήταν πραγματικά και αληθινά η ανάδυση ενός «άλλου τρόπου συνείδησης» — δεν μπορώ να το πω αλλιώς, το έζησα στο ίδιο μου το σώμα — μέσα στο μηδενιστικό και τραυματισμένο από τους παγκόσμιους πολέμους δυτικοευρωπαϊκό τοπίο.

Για εμάς — ήμασταν νέοι — συνέπαιζαν τότε πάρα πολλά: ολόκληρο το διεγερμένο κλίμα της εποχής, δηλαδή Sex & Drugs & Rock’n Roll· και έπειτα ο Ψυχρός Πόλεμος, η κρίση της Κούβας, ο πόλεμος στο Βιετνάμ, η κινεζική πολιτιστική επανάσταση, η πρώτη προσελήνωση, οι φυλετικές συγκρούσεις, οι διεθνείς φοιτητικές εξεγέρσεις, η τεχνολογική επανάσταση, η κυβερνητική, οι υπολογιστές, η γέννηση της Silicon Valley σε γκαράζ της Καλιφόρνιας. Ήταν ένας σεισμός συνείδησης — και ξαφνικά υπαρξιακά ερωτήματα βρέθηκαν στο τραπέζι.

Σήμερα μου φαίνεται σαν τότε να μεγάλωνα μέσα σε μια ουσιαστικά ουτοπική συνείδηση· τόσο ανοιχτή, τόσο πέρα από εθνικότητα, ταξική ένταξη ή πολιτικές ιδεολογίες ήταν όσα βίωνα και σκεφτόμουν. Έτσι, το 1968 καθόμουν στο Λονδίνο και διάβαζα Jacob Boehme και ήμουν καθηλωμένος: τι πνεύμα ήταν αυτό; Και για τι μιλούσε; «Σε κάθε άνθρωπο βρίσκεται η εικόνα του ουρανού»;

Το 1993, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, δημοσίευσα δύο μεγάλες ραδιοφωνικές παραγωγές για τον Boehme και έγραψα το αρχικό σκεπτικό για μια ταινία για τον Jacob Boehme. Άλλα δεκαεπτά χρόνια αργότερα ξεκινήσαμε τη δουλειά… απλώς δεν με άφηνε ήσυχο, αυτός ο θαυμαστός άνθρωπος.

Όποιος παρακολουθεί το έργο σας, διακρίνει ένα επαναλαμβανόμενο βασικό θέμα: το ερώτημα για την εικόνα του ανθρώπου. Ποιοι είμαστε τελικά; Το μεγάλο ερώτημα για το μυστήριο της ύπαρξης;

Κατά τη γνώμη μου, πέρα από πολλά άλλα που μας κρατούν σε διαρκή ένταση, βρισκόμαστε σε μια πνευματική κρίση που αφορά την εικόνα του ανθρώπου, δηλαδή την αυτοκατανόησή μας. Από τη μία πλευρά έχουμε τα πορίσματα των φυσικών επιστημών, της γενετικής και της εξελικτικής βιολογίας: είμαστε εξελικτικά εξαιρετικά εκλεπτυσμένοι πρωτεύοντες, όντα που σκέφτονται και μιλούν, καθαρά σαρκικές υπάρξεις με χαρακτηριστικά θηλαστικού και με ένα εσωτερικό κόσμο που παραμένει αδιευκρίνιστος, κατ’ αρχήν διαμορφώσιμοι, χειραγωγήσιμοι, ίσως ακόμη και «βελτιώσιμοι».

Πρόκειται, δηλαδή, για μια επιστημονική, αναλυτική ματιά στον άνθρωπο, περιορισμένη σε ό,τι είναι μετρήσιμο επάνω του.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε το βλέμμα των πνευματικών παραδόσεων των παγκόσμιων πολιτισμών, το οποίο βλέπει τον άνθρωπο ως πνευματικό, αυτοσυνείδητο ον θεϊκής καταγωγής, ενσαρκωμένο με ανεξήγητο τρόπο σε ένα θηλαστικό: ένα ον με διπλή φύση, ένας παράξενος, συναρπαστικός και ταυτόχρονα τρομακτικός «φορέας μυστηρίου». Προσωπικά κλίνω περισσότερο προς αυτή τη δεύτερη οπτική· πολλά από τα έργα μου αναφέρονται σε αυτή τη «διπλή φύση» μέσα μας, στη liaison dangereuse, όπως ονομάζω την conditio humana μας: την ανοίκεια σύμμειξη του φωτός της συνείδησης με τα μυστήρια της σάρκας, την αινιγματική εμφάνιση της συνείδησης του εγώ-εαυτού και των μορφών και εντάσεών της.

Η φυσική επιστήμη δεν γνωρίζει ούτε τι είναι αυτό ούτε πώς προκύπτει — και αυτό «ενοχλεί» λίγο, διότι νευρολογικά μπορεί κανείς να εξηγήσει σχεδόν πλήρως τον άνθρωπο, εκτός ακριβώς από τον παράγοντα Χ, τη συνείδηση. Προς το παρόν η επιστήμη τη θεωρεί ένα επιφαινόμενο, κάτι που παράγεται με κάποιον τρόπο από τη νευρική δραστηριότητα. Ένας μεταφυσικός κόσμος εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να αρνείται, και μια συναίνεση φαίνεται να απέχει πολύ.

Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να το διατυπώσει έτσι. Σκεφτείτε το credo του Albert Einstein, το οποίο ηχογράφησε ακόμη στη Γερμανία το 1932: «Το ωραιότερο και βαθύτερο που μπορεί να βιώσει ο άνθρωπος είναι το αίσθημα του μυστηριώδους». Πιστεύω ότι αυτό το μέτωπο έχει στο μεταξύ γίνει σχετικά διαπερατό. Όμως, de facto, για τη μαθηματική φυσική επιστήμη δεν υπάρχει εσωτερικός ουρανός, καμία αιώνια ψυχή ή ακόμη και θεϊκό ον. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε κάποτε — πιθανότατα με εντελώς διαφορετική ορολογία — να καταστεί αντικείμενο γνώσης. Προς το παρόν, από επιστημονική άποψη, βρισκόμαστε στη «σούπα» του κβαντικού σύμπαντος.

Ζούμε σε έναν πολιτισμό που μας επιβαρύνει νευρικά σε τεράστιο βαθμό, και μάλιστα από πολύ νεαρή ηλικία.


Ναι… η πολιτισμένη ζωή έχει γίνει εξαντλητική. Είμαστε εκτεθειμένοι σε μια μόνιμη ροή ερεθισμάτων και σημείων, διαμορφωμένη από ένα ανήσυχο, νευρικό πνεύμα της εποχής που μας τραβά διαρκώς στο έσχατο εξωτερικό γίγνεσθαι — έτσι ώστε, απέναντι στο αόρατο, να έχουμε γίνει σχετικά αναίσθητοι μέσα στην πανίσχυρη και καταστροφική επικράτηση του παρόντος πάνω σε κάθε τι ορατό. Και το αόρατο είναι ακριβώς και ο εσωτερικός μας κόσμος.

Νευρασθένεια, νευρική εξασθένηση το ονόμαζαν αυτό τον 19ο αιώνα· στη Δύση έχει αυξηθεί εκθετικά και σήμερα εμφανίζεται ως κατάθλιψη ή burnout. Τι αισθανόμαστε εμείς οι σημερινοί πραγματικά από τη ζωή της ψυχής μας — εμείς που έχουμε βυθιστεί τόσο βαθιά στην ύλη;

Έχουμε χάσει ουσιώδη γνώση;

Στο παρόν του πολιτισμού μας: ναι. Στο πλαίσιο του Διαφωτισμού και της ολοένα βαθύτερης βύθισης στην ύλη. Από πνευματική και πνευματιστική άποψη είμαστε σαν δόκιμοι: δεν μας είναι αρχικά τόσο κοντινό να αφιερωθούμε με συνέπεια στην εξερεύνηση των ίδιων μας των εσωτερικών κόσμων. Όπως λέει ο φιλόσοφος Jochen Kirchhoff: «Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί με τα ουσιώδη ερωτήματα».

Από την άλλη πλευρά, ο σύγχρονος κόσμος είναι — πιστεύω για κάθε άνθρωπο — και μια τεράστια πρόκληση. Πώς πρέπει να ζήσουμε ώστε να μη — με κάποιον κρυφό ή ανοίκειο τρόπο — τρελαθούμε; Αλλά, όπως λέει ο Hölderlin: «Όπου όμως υπάρχει κίνδυνος, εκεί αυξάνεται και το σωτήριο». Ο καθένας είναι ελεύθερος να αποφασίσει πώς θα ζήσει και πώς θα σχετίζεται με τον εαυτό του και τους άλλους — ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες: «Στο Auschwitz ο καθένας μπορούσε να είναι καλός ή κακός», είπε ένας μάρτυρας κατά τη διάρκεια της Δίκης της Φρανκφούρτης.

Παρότι, ενδιαφέροντως, το σημερινό δυτικό κίνημα της γιόγκα φαίνεται να αντιτίθεται στη λεηλασία του ίδιου του πνεύματος και του σώματος — ή, για να το πούμε με τα λόγια του γερμανού φιλοσόφου Byung-Chul Han: «Το νεοφιλελεύθερο καθεστώς μετέτρεψε την εκμετάλλευση του άλλου σε αυτοεκμετάλλευση».

Ναι, οι άνθρωποι στη Δύση αρχίζουν να διαλογίζονται — και αυτό είναι καλό· είναι ο «νέος κατηγορικός προστακτικός», ο δρόμος προς τα μέσα, όπως λέει ο Novalis. Αλλά πώς βρίσκει ο διαφωτισμένος δυτικός άνθρωπος τον δρόμο προς τον εσωτερικό κόσμο; Τότε, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν άρχισα να σκέφτομαι αν θα είχε νόημα να διαλογίζομαι, ήμουν απλώς αμήχανος. Ποιοι δρόμοι υπήρχαν; Yoga; Tantra; Vipassana; Ή τι άλλο;

Αναρωτιόμουν: υπάρχουν δυτικές μορφές εσωτερικής κατάδυσης, διαλογισμού — ή είμαστε πλήρως εξαρτημένοι από ασιατικές πνευματικές οδούς; Είχα την ξεκάθαρη αίσθηση ότι εμείς, οι άνθρωποι της δυτικής κοινωνίας, δεν μπορούμε απλώς να τα «υιοθετήσουμε» αυτά. Πρόκειται πλέον και για την ανάπτυξη και ανακάλυψη μορφών εσωτερικής συλλογής που αντιστοιχούν στον δυτικό άνθρωπο, στις παραδόσεις μας, και μάλιστα λαμβάνοντας υπόψη τη σημερινή μας άγνοια σε ουσιώδη ζητήματα, την «ακατέργαστη» κατάστασή μας.

Μπορείτε να το κάνετε αυτό πιο συγκεκριμένο με παραδείγματα;


Οδηγίες για διαλογισμό, για εσωτερική κατάδυση, ανήκουν, για παράδειγμα, σε πολλούς πολιτισμικούς κύκλους της Ασίας στη στοιχειώδη παιδαγωγική· διδάσκονται ήδη στα παιδιά και μαθαίνονται ως κάτι απολύτως αυτονόητο, όχι μόνο ως σύνδεση με τον εαυτό και επιστροφή στον εαυτό, αλλά και ως προετοιμασία για το άνοιγμα προς το μεγάλο Μυστήριο, το Θείο. Πρόκειται για την προϋπόθεση ενός βιωματικού γνώσης, η οποία σε αυτή τη μορφή δεν υπάρχει σε εμάς, τουλάχιστον όχι στη νεωτερικότητα.

Όσον αφορά τους δικούς μας, σε εμάς αντιστοιχούντες πνευματικούς δρόμους, βρισκόμαστε μέσα στην πληθώρα των προσφορών σε κατάσταση ανασφάλειας — υπάρχει πλέον ένας «θρησκευτικός mercado». Όμως όποιος αρχίσει να αναζητά σοβαρά, διαπιστώνει σύντομα ότι όχι μόνο η «μητέρα Ασία», αλλά και η Δύση φέρει ένα εξαιρετικά ισχυρό πνευματικό κληροδότημα, το οποίο όμως παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτο και καλλιεργείται συστηματικά μόνο από μεμονωμένους ανθρώπους.

Στον Meister Eckhart και στον Johannes Tauler, στον Jacob Boehme, στη Mechtild von Magdeburg και στη Hildegard von Bingen — και σε πολλούς ακόμη μεγάλους πνευματικούς στοχαστές — βρίσκει κανείς πολλές υποδείξεις για πολύ απλούς και κατανοητούς δρόμους και μορφές πνευματικής κατάδυσης. Δηλαδή, οι οδηγίες υπάρχουν· μπορεί κανείς να κάνει χρήση τους.

Τι είναι η συνείδηση από μεταφυσική σκοπιά; Πλησιάζουν σταδιακά η Δύση και η Ανατολή σε έναν κοινό τόπο;

Αν ρωτήσει κανείς την παράδοση, τόσο στην Ασία όσο και στην Ευρώπη, η συμφωνία υπήρχε ανέκαθεν. Αυτό που ονομάζουμε συνείδηση είναι — πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τους όρους — μια ένδειξη της ύπαρξης μιας υπερκείμενης, επιστημονικά ακόμη ανεξήγητης οντότητας μέσα στον άνθρωπο. Ο Meister Eckhart την ονόμασε Fünklein, ο Jacob Boehme την αποκάλεσε Perle, οι Ινδοί την ονόμασαν Atman: μια αντανάκλαση του Θείου — εκείνη την οντότητα που τη βιώνουμε ως συνείδηση/συνείδηση του καλού και του κακού.[Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ]

Θεωρώ αυτό το παράξενο φως, αυτήν τη αυτοαναστοχαστική συνείδηση του εγώ, αυτό το αίνιγμα για τις φυσικές επιστήμες, ως το κατεξοχήν μυστήριο του ανθρώπου — ως εκείνο που μας καθιστά «ανθρώπους» και μας διακρίνει δραματικά από τα άλλα έμβια όντα. Και αυτό δεν είναι κάτι νέο: αρκεί να διαβάσει κανείς τις Upanishads ή, για παράδειγμα, τον Jacob Boehme· πρόκειται για αρχαιότατη γνώση της ανθρωπότητας.

Πώς βλέπετε την έκρηξη της γιόγκα στη δυτική κοινωνία;

Η γιόγκα στη Δύση γίνεται αντιληπτή και ασκείται κυρίως ως Hatha-Yoga, και αυτός είναι ένας δρόμος σωματικής ενδυνάμωσης. Δεν έχει ακόμη πολλά να κάνει με τους εσωτερικούς κόσμους, αν και εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Πρόκειται για «επιχειρήσεις ευεξίας», που είναι σίγουρα χρήσιμες μέσα στο μόνιμο πολιτισμικό στρες. Μερικές φορές συνοδεύονται από το λεγόμενο «πνευματικό γνώρισμα».

Όμως πρέπει να είμαστε υπομονετικοί: βρισκόμαστε στην αρχή μιας μακράς αναζήτησης — και διαθέτουμε ένα απίστευτα βαθύ και όμορφο πνευματικό απόθεμα, το οποίο είναι διαθέσιμο σε εμάς ως θερμό ρεύμα. Και εδώ επιστρέφουμε ξανά στο ζήτημα της εικόνας του ανθρώπου. Σε ολόκληρη τη γερμανική μυστική παράδοση, ρητά στον Jacob Boehme, στον Tauler, στον Eckhart και σε πολλούς άλλους, ο άνθρωπος νοείται πάντοτε μέσα στη διπλή του φύση: ο «εξωτερικός» και ο «εσωτερικός» άνθρωπος.

«Και ο εσωτερικός άνθρωπος είναι η αιωνιότητα», λέει ο Jacob Boehme· και στα λευκώματα των φίλων του έγραφε: «Όποιος βιώνει τον χρόνο ως αιωνιότητα και την αιωνιότητα ως χρόνο, είναι ελεύθερος από κάθε έριδα». Θεωρώ ότι αυτά είναι λόγια που πρέπει να ειπωθούν ακριβώς τώρα, στη δική μας εποχή — ίσως για να μας θυμίσουν τον ίδιο μας τον εαυτό.

Ποιοι συγκεκριμένοι δρόμοι υπάρχουν για να συμφιλιωθεί κανείς με τον δικό του εσωτερικό κόσμο; Τι είναι το “σωτήριο”;

«Δεν υπάρχει καλύτερος δρόμος από τη φώτιση», έγραψε ο Zhuangzi απαντώντας σε αυτό το ερώτημα (γέλια). Εκείνο που μπορεί να ειπωθεί είναι το εξής: πραγματική γνώση της εσωτερικής μας πραγματικότητας μπορούμε να αποκτήσουμε μόνο μέσω της εμπειρίας, όχι θεωρητικά.

Αυτή η μάθηση πραγματοποιείται, όσο μπορώ να το κρίνω, σήμερα κυρίως μέσω μεμονωμένων ανθρώπων που ασκούν με σοβαρότητα αυτό που οι Σούφι ονομάζουν «εργασία πάνω στον εαυτό». Και ο διαλογισμός — δηλαδή η κατάδυση, η σιωπή, το άνοιγμα με προσοχή, εγρήγορση και ζωντάνια προς την αίσθηση του εσωτερικού κόσμου — αποτελεί ένα στοιχείο αυτής της εργασίας.

Και πρέπει κανείς να δημιουργήσει μόνος του τις προϋποθέσεις. Πρόκειται αρχικά και πρωτίστως για το να γίνει κανείς κύριος — ή κυρία — στο ίδιο του το σπίτι της ψυχής και να τιθασεύσει το χάος που συναντά, όταν στρέφεται προς τον εσωτερικό κόσμο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να έρθει η σιωπή.

Τελικά δεν πρόκειται για το να αναζητούμε, αλλά για το να επιτρέπουμε να μας βρουν. «Πρέπει να είναι κανείς μόνος και ήσυχος: τότε είναι εκεί», είπε ο Krishnamurti. Και ποιον ρόλο παίζουν οι παραστάσεις που σχηματίζουμε για την εσωτερική, αόρατη πραγματικότητα — εκείνον τον κόσμο από τον οποίο διαμορφώνεται η «πραγματικότητά» μας;

Η μεγάλη γαλλίδα φιλόσοφος Simone Weil είπε σχετικά: «Ο αθεϊσμός της εποχής μας είναι ο αναγκαίος καθαρμός από ψευδείς εικόνες του Θεού». Και θα μπορούσε κανείς να προσθέσει: ο σύγχρονος βουδισμός είναι επίσης ένας αναγκαίος καθαρμός, μια προφανώς αναπόφευκτη, διακριτική παράκαμψη ενός τεράστιου προβλήματος: του προβλήματος του Θεού. Διότι πώς ακριβώς φανταζόμαστε το Θείο και τη σχέση μας μαζί του;

Για την «εργασία πάνω στον εαυτό» η Simone Weil είναι ένα καλό παράδειγμα. Ήταν μια ριζικά προσανατολισμένη στην αλήθεια αναζητήτρια, που δεν αναζητούσε την αλήθεια στο υλικό επίπεδο, ούτε στην κατανάλωση ούτε στον θρησκευτικό πιστεύω, και αντιμετώπιζε αυτή τη στάση με μεγάλη συνέπεια. Μία από τις ρήσεις της ήταν: «Όποιος έχει αναγνωρίσει μια φορά την αδικία και τον πόνο, οφείλει να αναλάβει την ευθύνη ώστε ο κόσμος να γίνει ένας καλύτερος τόπος». Τι είναι αυτό που σας γοητεύει σε εκείνη;

Τη Simone Weil τη σέβομαι βαθύτατα· είναι μια πνευματική γίγαντας, δεν μπορώ να το πω αλλιώς. Τα Cahiers της, τα δοκίμιά της και το τελευταίο, ανολοκλήρωτο κείμενό της Die Einwurzelung είναι μνημειώδη έργα, τα οποία δεν έχουν ακόμη πραγματικά εξαντληθεί — παρόμοια με τα γραπτά του Jacob Boehme. Υπήρξε πολιτικά ενεργή, εργάστηκε σε εργοστάσια και δίδαξε σε πανεπιστήμια, και στην αναζήτησή της μελέτησε και ανέλυσε ολόκληρη τη μεταφυσική παγκόσμια γραμματεία, αντλώντας από αυτήν πραγματικά ριζοσπαστικά συμπεράσματα. Για μένα είναι, όπως και ο Jacob Boehme, ένας πολύτιμος θησαυρός που απομένει ακόμη να ανασκαφεί, μια κατ’ ουσίαν μελλοντική μορφή. Εδώ και καιρό σκέφτομαι ένα θεατρικό αφιέρωμα στη Simone Weil.

Ποιες είναι οι προκλήσεις σε αυτή την προσπάθεια του «να επιτρέψει κανείς να βρεθεί»;

Ένα πρόβλημα για εμάς είναι αναμφίβολα το εξής: οι ουσιώδεις αλήθειες είναι πολύ απλές — «υπο-σύνθετες», όπως λέγεται σήμερα — ενώ εμείς, στις νοητικές μας δυνατότητες, έχουμε γίνει εξαιρετικά περίπλοκοι και τόσο δεξιοτεχνικοί, ώστε σχεδόν να περιφρονούμε το «απλό». Το «αν δεν γίνετε σαν τα παιδιά» — θα ευχόμουν να λαμβανόταν σοβαρά υπόψη σε αυτό το πλαίσιο.

Ωστόσο, στη νεωτερικότητα διαθέτουμε στην πραγματικότητα μια καλή αφετηρία, δηλαδή μια σχετική νηφαλιότητα στον τρόπο θέασης. Αυτό, ευτυχώς, στη δική μου βιογραφία ξεκίνησε ήδη από την ανατροφή μου: το πατρικό μου σπίτι ήταν ελεύθερο από θρησκεία, κοσμοθεωρίες και ιδεολογίες. Ως διαφωτισμένα, δηλαδή κατ’ αρχήν «αθεϊστικά» μέλη του δυτικού πολιτισμού, βρισκόμαστε ουσιαστικά σε μια πολύ ελεύθερη και αβάρυντη θέση. Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε θεϊκές τιμωρίες, δεν χρειάζεται να διεξάγουμε πολέμους εναντίον «απίστων». Μπορούμε, όσον αφορά τον εσωτερικό μας κόσμο, απλώς να εξετάζουμε και να ερευνούμε — και ταυτόχρονα να ακολουθούμε τον Χρυσό Κανόνα: «Ό,τι δεν θέλεις να σου κάνουν…» (γέλια)… μακάρι.

Εσείς και ο αδελφός σας, ο σκηνοθέτης Frank-Patrick Steckel, ζήσατε μια προστατευμένη παιδική ηλικία στη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία. Ο πατέρας σας, Walter Steckel, μετέφερε την οικογένειά σας το 1943/44 από το Βερολίνο, μακριά από τους βομβαρδισμούς, στο νησί Sylt, όπου γεννηθήκατε το 1945.

Ο πατέρας μου ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος, με τον οποίο είχα μια πολύ θετική σχέση, παρότι οι γονείς μου είχαν χωρίσει και ο αδελφός μου κι εγώ μεγαλώσαμε με τη μητέρα μας. Ήταν αντιμιλιταριστής, πολιτικά πολύ ευφυής — όχι ναζί — και ένας ιδιοφυής εκδότης-επιχειρηματίας. Σε συνεργασία με τους Axel Springer, Rudolf Augstein και John Jahr συνέβαλε στη διαμόρφωση του τοπίου των δυτικογερμανικών περιοδικών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.


Η μεγαλοαστική κοσμοπολίτικη ανοιχτότητά του και η στοργική σαφήνεια και σταθερότητα της μητέρας μου, που προερχόταν από την εργατική τάξη — όλα αυτά συνέθεσαν, στη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία, μια καλή παιδική ηλικία. Και το Sylt, το νησί των πρώτων μου χρόνων, ήταν εκείνη την εποχή ένας παράδεισος.

Πού βρισκόμαστε σήμερα — από πνευματική άποψη;

Το βλέπω ως εξής: εμείς οι άνθρωποι της Δύσης, στην αρχή της τρίτης χιλιετίας, ενώ σε ορισμένα μέρη του κόσμου αρχίζει να φλέγεται ένας τρομακτικός θρησκευτικός και ιδεολογικός παραλογισμός, βρισκόμαστε ταυτόχρονα στην αρχή μιας προσεκτικής, ήπιας πνευματικής — ή, όπως λέγεται σήμερα, «σπιριτουαλιστικής» — αναζήτησης. Από όσο μπορώ να διακρίνω, αυτή διεξάγεται ουσιαστικά μόνο από μεμονωμένα άτομα, από ανθρώπους που παίρνουν «στα σοβαρά» τα υπαρξιακά τους ερωτήματα.

Δεν υπάρχει γι’ αυτό δημόσια σφαίρα — και ίσως αυτό να είναι και καλό. Πιστεύω όμως ότι στην εποχή μας πολλοί άνθρωποι βρίσκονται «καθ’ οδόν προς τα άνω», όπως περιγράφεται η αναζήτηση στο Zen.

«Όσον αφορά την πνευματική πραγματικότητα, είμαστε αδαείς, αλλά μαθαίνουμε.»

Ο Jacob Boehme θεωρείται «δύσκολος»· δεν είναι εύκολο να τον διαβάσει κανείς. Δεν έγραψε συστηματικά, το έργο του είναι πολύ ιδιότυπο. Ο αναγνώστης του Boehme χρειάζεται υπομονή. Προσπάθησα, για τις ανάγκες της ταινίας, να απομονώσω από τα γραπτά του μόνο κείμενα που είναι κατανοητά και για τον σύγχρονο άνθρωπο — και υπάρχουν πολλά τέτοια.

Υπάρχει και μια παρατήρηση του Hermann Hesse για τη δυσκολία ανάγνωσης του Jacob Boehme:
«Ο Jakob Böhme δεν είναι απλώς δύσκολος στην ανάγνωση, όπως είναι, λόγου χάρη, ο Kant σε πολλά κεφάλαια. Δεν διαβάζεται καθόλου, αν λείπει η κατάλληλη στάση. Το πιο δύσκολο είναι να εισχωρήσει σε αυτόν ο καλλιεργημένος, πολυδιαβασμένος αναγνώστης. Η ανάγνωσή του απαιτεί — θα μπορούσε κανείς να πει — ακριβώς τις ίδιες προϋποθέσεις με το ίδιο το μυστικό βίωμα: απαιτεί ένα προσωρινό “άδειασμα”, μια απολύτως ελεύθερη προσοχή και σιωπή της ψυχής. Τις ώρες που αυτό μας λείπει, ο Boehme δεν μας μιλά, είναι για εμάς νεκρός και άδειος, γιατί στην περιέργεια και στο απλό διανοητικό παιχνίδι δεν προσφέρει τίποτε. Όμως τις ώρες που είμαστε ώριμοι γι’ αυτόν, βλέπουμε στην μυστική του εικόνα του κόσμου τα άστρα να κινούνται και να τάσσονται, και εντασσόμαστε ζωντανά μέσα στον κοσμο του».

Γι’ αυτό πλήρωσε ένα πολύ υψηλό τίμημα· χαρακτηρίστηκε αιρετικός.


Η ριζική του σαφήνεια: δεν διεκδικεί μόνο την ελευθερία της γνώσης και της βούλησης του κάθε ανθρώπου, ελεύθερα και ανεξάρτητα από την «εκκλησία των τειχών», όπως αποκαλεί την κατεστημένη θρησκεία· μιλά επίσης με απόλυτη ανοιχτότητα για τη δυνατότητα κάθε ανθρώπου να συναντήσει μέσα του το Θείο. Υπάρχει γι’ αυτό ένας θαυμάσιος λατινικός τεχνικός όρος: Cognitio Dei Experimentalis — δηλαδή η εσωτερική εμπειρία μιας άμεσης επαφής με το Θείο.

Αυτό τον κατέστησε επικίνδυνο άνθρωπο για τη λουθηρανική εκκλησιαστική εξουσία της πόλης του, του Görlitz. Ναι, πλήρωσε πολύ ακριβά το έργο του: μέχρι τον πρόωρο θάνατό του τον καταδίωκαν ως αιρετικό και του έκαναν τη ζωή εξαιρετικά δύσκολη, ενώ ταυτόχρονα τα γραπτά του και η φήμη του ως Philosophus Teutonicus διαδίδονταν ήδη εν ζωή σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Τον διάβαζαν σε μεταφράσεις στην Ολλανδία, στη Γαλλία, στην Αγγλία, στη Ρωσία, μέχρι και στις βρετανικές αποικίες του Νέου Κόσμου.

Πόσο δύσκολο ήταν να εξασφαλίσετε χρηματοδότηση για την ταινία;

Το προσπαθήσαμε, αλλά στη Γερμανία σήμερα δεν υπάρχει καμία χρηματοδότηση για τα λεγόμενα «απομακρυσμένα θέματα». Αυτό που θα χρειαζόταν εδώ είναι στην πραγματικότητα η ιδιωτική χορηγία. Έτσι, τη Morgenröte την παράξαμε με δικά μας ιδιωτικά μέσα, από δική μας πρωτοβουλία — μια κινηματογραφική αντάρτικη δράση — απλώς επειδή είχαμε την αίσθηση: μια τέτοια ταινία πρέπει να υπάρχει!

Και τώρα αποδεικνύεται ότι υπάρχει κοινό γι’ αυτήν: πάνω από 70 κινηματογραφικές προβολές μέχρι στιγμής. Η ταινία βραβεύεται και ήδη κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοση DVD της Morgenröte στη φημισμένη κινηματογραφική σειρά της Suhrkamp. Τι χαρά…

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας και τα τρέχοντα έργα σας για το 2017;

Το Hommage à Jacob Boehme, που εδώ και ενάμιση χρόνο ταξιδεύει στις κινηματογραφικές αίθουσες, θα αποτελέσει στα τέλη Αυγούστου στοιχείο της πρώτης μεγάλης έκθεσης για τον Jacob Boehme στη Γερμανία, η οποία διοργανώνεται από τις Staatliche Kunstsammlungen Dresden και εγκαινιάζεται στις 25 Αυγούστου 2017 στο παρεκκλήσι του Κάστρου της Δρέσδης (Residenzschloss): Alles in Allem – die Gedankenwelt des mystischen Philosophen Jacob Boehme.

Και δεν θα προβληθεί μόνο η ταινία: όλες οι ηχογραφήσεις των κειμένων του Boehme, που κάναμε ο Max Hopp κι εγώ για την ταινία — πολλές από τις οποίες δεν χρησιμοποιήσαμε — θα είναι διαθέσιμες σε μια «ηχητική νησίδα» της έκθεσης· αυτό απαιτεί ακόμη πολλή προετοιμασία. Επίσης, τον Αύγουστο θα συμμετάσχω ως εισηγητής για τον Boehme στη φετινή συνάντηση Eranos, με τίτλο «Außenseiter – Sinnsucher – Visionäre», στην Ascona, στο ελβετικό Τιτσίνο

ΜΙΑ ΙΝΔΟΥΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΕ ΤΟΝ ΣΟΠΕΝΑΟΥΕΡ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ BRICKS.ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΣΕΙΣΜΩΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΒΥΘΙΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΞΥΠΝΗΣΕ ΠΑΣΟΚ.  ΑΥΤΟ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ. ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΣΑΝ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ.