Συνέχεια από Δευτέρα 20. Ιουλίου 2026
ΦΙΛΑΥΤΙΑ 16
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή
IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή
IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών
ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
IV. ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ
........Αυτά για την ψευδή άσκηση. Και ιδού τι ισχύει για την αληθινή: συνίσταται στο «να πραγματοποιείται η περιτομή της εμπαθούς διαθέσεως της ψυχής. Η περιτομή αυτή κάνει την ελεύθερη προαίρεση να συνεργεί στην εναρμόνιση της φύσεως, διορθώνοντας τον νόμο των παθών, ο οποίος έχει επίκτητη προέλευση. Η περιτομή, κατά τη μυστική —ή αλληγορική— έννοια, είναι η πλήρης αφαίρεση της εμπαθούς προσκολλήσεως του νου σε ό,τι προέρχεται από αυτή την παρείσακτη προσθήκη. Το Σάββατο είναι η τέλεια αδράνεια των παθών, η καθολική παύση της κινήσεως που κατευθύνει τον νου προς τα δημιουργήματα, η τέλεια μετάβασή του προς τον Θεό» (79).
Ας το πούμε ακόμη μία φορά με τους όρους του αγίου Μαξίμου:
«Είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να επιτύχει τη σωτηρία του· για τον Θεό όμως όλα είναι δυνατά». Πρέπει, επομένως, πρώτα να εμπιστευθεί κανείς τον Θεό και κατόπιν να ασκεί την αδελφική αγάπη, τη μετάνοια και τη ριζική νέκρωση των παθών (80). Με αυτό δηλώνεται αρκετά καθαρά ότι η άσκηση δεν είναι παρά ένας αναγκαίος όρος, conditio sine qua non, διότι «χωρίς την άσκηση και χωρίς αυστηρή εγκράτεια είναι αδύνατον για εκείνον που ομολογεί την ευσέβεια να υποτάξει τα πάθη της σάρκας» (81)..................
IV. ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ
........Αυτά για την ψευδή άσκηση. Και ιδού τι ισχύει για την αληθινή: συνίσταται στο «να πραγματοποιείται η περιτομή της εμπαθούς διαθέσεως της ψυχής. Η περιτομή αυτή κάνει την ελεύθερη προαίρεση να συνεργεί στην εναρμόνιση της φύσεως, διορθώνοντας τον νόμο των παθών, ο οποίος έχει επίκτητη προέλευση. Η περιτομή, κατά τη μυστική —ή αλληγορική— έννοια, είναι η πλήρης αφαίρεση της εμπαθούς προσκολλήσεως του νου σε ό,τι προέρχεται από αυτή την παρείσακτη προσθήκη. Το Σάββατο είναι η τέλεια αδράνεια των παθών, η καθολική παύση της κινήσεως που κατευθύνει τον νου προς τα δημιουργήματα, η τέλεια μετάβασή του προς τον Θεό» (79).
Ας το πούμε ακόμη μία φορά με τους όρους του αγίου Μαξίμου:
«Είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να επιτύχει τη σωτηρία του· για τον Θεό όμως όλα είναι δυνατά». Πρέπει, επομένως, πρώτα να εμπιστευθεί κανείς τον Θεό και κατόπιν να ασκεί την αδελφική αγάπη, τη μετάνοια και τη ριζική νέκρωση των παθών (80). Με αυτό δηλώνεται αρκετά καθαρά ότι η άσκηση δεν είναι παρά ένας αναγκαίος όρος, conditio sine qua non, διότι «χωρίς την άσκηση και χωρίς αυστηρή εγκράτεια είναι αδύνατον για εκείνον που ομολογεί την ευσέβεια να υποτάξει τα πάθη της σάρκας» (81)..................
Σοβαρό ερώτημα. Πρέπει να ανέλθουμε στη φυσική θεωρία, διότι αυτή αποτελεί αναγκαίο στάδιο της πορείας προς τον Θεό: «Δεν είναι δυνατόν ο νους να περάσει στα νοητά, παρά τη συγγένειά του με αυτά, χωρίς τη θεωρία των ενδιαμέσων, που είναι τα αισθητά» (¹). Η μετάβαση αυτή όμως είναι γεμάτη κινδύνους. Διατρέχουμε τον κίνδυνο να υποστούμε τη μοίρα του Άβελ, ο οποίος δεν θα είχε φονευθεί από τον Κάιν, «αν δεν είχε εξέλθει μαζί του στους αγρούς, δηλαδή στον ωκεανό της φυσικής θεωρίας, προτού αποκτήσει την απάθεια» (2)· ή την περιπέτεια της Δείνας, της θυγατέρας του Ιακώβ, η οποία δεν θα είχε ατιμαστεί, «αν δεν είχε εξέλθει μαζί με τις θυγατέρες της χώρας, δηλαδή μαζί με τα φαντάσματα των αισθήσεων» (3).
«Είναι, επομένως, συνετό να μην καταπιάνεται κανείς με τη φυσική θεωρία προτού αποκτήσει την τέλεια κατάσταση, από φόβο μήπως, αναζητώντας τους πνευματικούς λόγους, συλλέξει εν αγνοία του πάθη. Διότι στους ατελείς οι φαινόμενες μορφές των αισθητών πραγμάτων ασκούν μεγαλύτερη δύναμη πάνω στην αίσθηση απ’ όση ασκούν στην ψυχή οι λόγοι που κρύβονται κάτω από αυτές τις μορφές» (4).
Έχουμε ήδη δει ότι είναι εύκολο να πλανηθεί κανείς ως προς αυτό· πρέπει όμως να επιμείνουμε. Η απελευθέρωση από τα πάθη δεν πραγματοποιείται μονομιάς. Περιλαμβάνει βαθμίδες, τις οποίες δεν πρέπει να συγχέουμε, αν δεν θέλουμε να πέσουμε σε πλάνη. Ο Μάξιμος τις διακρίνει με σαφήνεια:
«Οι τέσσερις μυριάδες —στο Νεεμίας 7, 66— σημαίνουν τις τέσσερις γενικές μορφές απάθειας. Η πρώτη απάθεια είναι η πλήρης αποχή από το κακό κατά την πράξη· αυτή προϋποτίθεται στους αρχαρίους. Η δεύτερη είναι η πλήρης απόρριψη από τον νου κάθε συγκατάθεσης στους κακούς λογισμούς· αυτή πραγματοποιείται σε όσους ασκούνται στην αρετή με σύνεση. Η τρίτη είναι η πλήρης ακινησία της ψυχής, την οποία καμία επιθυμία δεν ωθεί πλέον προς τα πάθη· αυτή απαντά σε όσους, μέσω των μορφών, θεωρούν νοερώς τους λόγους των ορατών πραγμάτων. Η τέταρτη απάθεια είναι η πλήρης κάθαρση ακόμη και από την απλή φαντασία των παθών· αυτή πραγματοποιείται σε όσους, μέσω της γνώσεως και της θεωρίας, κατέστησαν το ηγεμονικό τους καθαρό και διαυγή καθρέφτη του Θεού» (5).
Η τέταρτη δεν μας ενδιαφέρει προς το παρόν· βρίσκεται πέρα από τη φυσική θεωρία.
1 ΑΠΛΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ
Οι τρεις πρώτες απαιτούν σοβαρή εξέταση της συνειδήσεως, όχι μέσα σε μια απομόνωση που λησμονεί τη ζωή, αλλά ενώπιον των πραγμάτων και των ανθρώπων. Ο Θαλάσσιος συνοψίζει με τη συνηθισμένη του σαφήνεια τη διδασκαλία του φίλου του πάνω σε αυτό το σημείο: «Ο νους παραμένει κατά διαστήματα ατάραχος, και αυτό είναι μερική απάθεια· δεν αποδεικνύει όμως τίποτε, εξαιτίας της απουσίας των αντικειμένων» (6). Όχι επειδή ο χονδροειδής πειρασμός είναι δυσκολότερο να νικηθεί. Αντιθέτως, ο αόρατος πόλεμος, που διεξάγεται εναντίον των παραστάσεων και μόνο, είναι πολύ σκληρότερος (7)· αλλά επειδή αυτός ο εντελώς εσωτερικός πόλεμος έχει στιγμές απατηλής αναπαύσεως. Κατά την απουσία των αντικειμένων, δύο αιτίες προκαλούν τους εμπαθείς λογισμούς: πρώτον, η σωματική κράση (krâsis), όταν, εξαιτίας άτακτης διατροφής ή της ενέργειας των δαιμόνων ή ακόμη κάποιας ασθένειας, προκαλείται μια σωματική αλλοίωση, η οποία διεγείρει μέσα στον νου εμπαθείς επιθυμίες ή λογισμούς εναντίον της Πρόνοιας (8). Δεύτερον, η μνήμη, όταν επαναφέρει την ανάμνηση αντικειμένων που μας είχαν επηρεάσει και αναζωπυρώνει τους εμπαθείς λογισμούς, όπως ακριβώς κάνουν και τα ίδια τα αντικείμενα (9).
Επομένως, σε έναν άνθρωπο υγιή, ο οποίος δεν διαπράττει υπερβολές, απομένουν μόνον οι δαίμονες και η μνήμη για να προκαλέσουν τον πόλεμο κατά την απουσία των πραγμάτων. Η μνήμη όμως δεν βρίσκεται πάντοτε σε ενέργεια, και οι δαίμονες ενίοτε αποσύρονται με δόλο. Τότε ανακύπτει ο κίνδυνος της πλάνης. Δεν έχουμε άραγε απλούς λογισμούς, καθαρούς από κάθε εμπαθές στοιχείο; Αναμφίβολα, αλλά μόνο προσωρινά. Σύντομα όμως οι δαίμονες επανέρχονται στην επίθεση, κυρίως με τον πειρασμό της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας. Η μνήμη ενεργοποιείται εκ νέου· παρουσιάζει αρχικά έναν απλό λογισμό· αυτός, όταν παρατείνεται, θέτει και πάλι σε κίνηση το πάθος και ωθεί προς τη συγκατάθεση (10).
Ένα από τα εκτενέστερα κεφάλαια του Περὶ ἀγάπης (11) διδάσκει ορθώς πώς πρέπει να αναλύονται οι σύνθετοι λογισμοί, ώστε να διακρίνεται μέσα τους το απλό από το εμπαθές στοιχείο. Πρώτα όμως πρέπει κανείς να υποβληθεί στον κόπο αυτής της εξετάσεως· και πόσο εύκολα πιστεύουμε ότι βλέπουμε καθαρά μέσα μας, όταν η φιλαυτία βρίσκει εκεί το συμφέρον της! Έπειτα, αυτοί οι κανόνες διακρίσεως ισχύουν περισσότερο στο αφηρημένο επίπεδο των εννοιών παρά στη συγκεκριμένη ψυχολογική πραγματικότητα. Υπάρχουν πάθη κρυμμένα μέσα στην ψυχή (12). «Πολλές πράξεις, καλές καθαυτές, μπορούν να παύσουν να είναι καλές εξαιτίας του κινήτρου τους» (13). Διότι «σε όλες τις πράξεις μας, όπως έχω πει πολλές φορές, εκείνο που εξετάζει ο Θεός είναι η πρόθεση» (14).
«Υπάρχουν στον κόσμο πολλοί πτωχοί τῷ πνεύματι, όχι όμως όπως θα έπρεπε· πολλοί πενθούντες… πολλοί πραείς… πολλοί πεινώντες και διψώντες… πολλοί ελεήμονες, ειρηνοποιοί και διωκόμενοι… Μακάριοι όμως είναι μόνον εκείνοι που πράττουν ή υποφέρουν όλα αυτά για τον Χριστό και σύμφωνα με τον Χριστό» (20).
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να βλέπουμε καθαρά μέσα μας;
2 ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΗΜΕΙΟ: Η ΦΙΛΑΔΕΛΦΙΑ
Η ενδοσκόπηση κινδυνεύει να μας εξαπατήσει, αν αφορά αποκλειστικά τη στάση μας απέναντι στα αντικείμενα και στις εικόνες τους μέσα μας. Η εξέταση της συνειδήσεως ως προς καθένα από τα κεφαλαιώδη αμαρτήματα δεν θα μας δώσει ποτέ τη βεβαιότητα της απελευθερώσεώς μας, διότι τα πάθη διαφεύγουν από το βλέμμα μας και επειδή η ίδια η νίκη μας εναντίον ορισμένων από αυτά μάς κάνει πολύ συχνά να υποκύπτουμε σε άλλα.
Είναι η στιγμή να θυμηθούμε την κοινή τους μητέρα, τη φιλαυτία: «Όποιος απαλλαγεί από αυτήν θα αποβάλει εύκολα, με τη βοήθεια του Θεού, και τις άλλες κακίες» (16). Αν, λοιπόν, αντί για πολλαπλές και απατηλές ψυχολογικές αναλύσεις, προχωρούσαμε με συνθετικό τρόπο; Το αντίθετο της φιλαυτίας είναι η αγάπη. Ένα πράγμα, λοιπόν, είναι βέβαιο: «Με κανέναν από τους τρόπους που αναφέρθηκαν δεν θα κατορθώσουν οι δαίμονες να διεγείρουν οποιοδήποτε πάθος, όσο είναι παρούσες μέσα στην ψυχή η αγάπη και η εγκράτεια, ούτε κατά την εγρήγορση ούτε κατά τον ύπνο» (17).
Για να γνωρίσουμε αν η φιλαυτία έχει εξαλειφθεί από την καρδιά μας, ας εξετάσουμε αν έχουμε την αγάπη προς τον Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον, τη φιλοθεΐα και τη φιλαδελφία. Και πρώτα τη δεύτερη, η οποία αποδεικνύει την πρώτη. Αν όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τους μαθητές του Χριστού από το ότι έχουν αγάπη μεταξύ τους (18), δεν θα μπορέσουμε άραγε και εμείς να κρίνουμε τον εαυτό μας με βάση αυτό το ουσιώδες και επαρκές σημείο; Ο «νόμος της φιλαυτίας» καταργείται με την τήρηση της μεγάλης εντολής του Χριστού: «να ενώνουμε τόσο στενά τον πλησίον με τον εαυτό μας, ώστε να μην τον θεωρούμε πλέον ως άλλον» (19).[AYΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΩΣ ΣΕΑΥΤΟΝ. ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ; ΨΕΜΑ;]
Βεβαίως, υπάρχουν απομιμήσεις της αγάπης και, επομένως, ακόμη και εδώ παραμένει δυνατή η πλάνη (20). Αυτό όμως συμβαίνει μόνο σε εκείνον που δεν προσέχει τα μεγάλα χαρακτηριστικά —την καθολικότητα, την ισότητα και τη διάρκεια— τα οποία διακρίνουν την αγάπη από όλες τις άλλες μορφές αγάπης.
α) Καθολικότητα
Η μεγάλη αποκάλυψη είναι ότι ο Θεός είναι αγάπη. Ο Μάξιμος παραθέτει το χωρίο του αγίου Ιωάννη (21) σχεδόν στην αρχή των Κεφαλαίων περὶ ἀγάπης (22) και στην τελευταία γραμμή του τελευταίου κεφαλαίου (23), καθώς και αλλού (24). Η τελείωσή μας, λοιπόν, δεν μπορεί να συνίσταται παρά στην ομοίωση ή στη μετοχή στον Θεό· στη μίμηση του Θεανθρώπου. «Μέσω του Νόμου και των Προφητών, ο Θεός, μέσα στην αγαθότητά Του, θέσπισε παλαιότερα με πολλούς τρόπους για τους ανθρώπους τον νόμο της αμοιβαίας αγάπης· και στα έσχατα των χρόνων τον ολοκλήρωσε, από φιλανθρωπία, με το να γίνει ο ίδιος άνθρωπος» (26).
Ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους· ο Χριστός πέθανε για όλους. Η αγάπη μας, ως μετοχή στην αγάπη του Θεού, θα είναι επομένως καθολική ή δεν θα είναι αγάπη. Διότι, όπως η φιλαυτία είναι διαιρετική, έτσι η αγάπη είναι ουσιωδώς ενοποιητική. Ο Μάξιμος επαναλαμβάνει τόσο συχνά αυτή την ιδέα, ώστε πρέπει να παραιτηθούμε από την παράθεση κειμένων. Άλλωστε, κανένας χριστιανός συγγραφέας δεν την αντέκρουσε ποτέ.
Αυτή η υποχρέωση της καθολικότητας θεμελιώνει το καθήκον να περιλαμβάνουμε στην εύνοιά μας ακόμη και εκείνους τους οποίους θα είχαμε τη μεγαλύτερη τάση να αποκλείσουμε: τους εχθρούς ή απλώς τα πρόσωπα που δεν μας είναι συμπαθή. «Όποιος αγαπά τον Θεό δεν μπορεί παρά να αγαπά κάθε άνθρωπο όπως τον εαυτό του, όσο κι αν σκανδαλίζεται από τα πάθη εκείνων που δεν έχουν ακόμη καθαρθεί» (20). Και όποιος διακρίνει μέσα στην καρδιά του ίχνος έχθρας εναντίον οποιουδήποτε ανθρώπου, για οποιοδήποτε σφάλμα, είναι εντελώς ξένος προς την αγάπη του Θεού. Διότι η αγάπη προς τον Θεό δεν συμβιβάζεται απολύτως με καμία έχθρα προς άνθρωπο (27).
Ακολουθεί μια σειρά σύντομων κηρυγμάτων επάνω σε ιερές ρήσεις:
«Η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον» (28). Επομένως, το να φθονεί κανείς τον αδελφό του, να λυπάται για την καλή του φήμη, να πλήττει με πνευματώδη σχόλια την ευνοϊκή γνώμη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν ή να του στήνει παγίδα από κακία, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι αποκλείει τον εαυτό του από την αγάπη και περιπίπτει στην αιώνια κρίση;
«Πλήρωμα του Νόμου είναι η αγάπη» (29). Επομένως, το να μνησικακεί κανείς εναντίον του αδελφού του, να επιζητεί να τον συλλάβει σε κάποιο σφάλμα, να του εύχεται κακό και να χαίρεται για την πτώση του, δεν σημαίνει προφανώς ότι διαπράττει ανομία και καθίσταται άξιος αιώνιας τιμωρίας;
«Εκείνος που κακολογεί τον αδελφό του και τον κρίνει, κακολογεί και κρίνει τον Νόμο» (30). Ο Νόμος όμως του Χριστού είναι η αγάπη. Δεν είναι, επομένως, αναπόφευκτο ο κακολόγος να αποκλείει τον εαυτό του από την αγάπη του Χριστού και να προετοιμάζει για τον εαυτό του την αιώνια τιμωρία;» (31).
Και υπάρχουν πολλά άλλα θέματα εξετάσεως σχετικά με τις διαθέσεις μας απέναντι στον πλησίον.
Ιδού σημεία που διαπιστώνονται εύκολα. Η οξυδέρκεια του Μαξίμου, ωστόσο, διαβλέπει μια διέξοδο και μια δυνατότητα πλάνης. Λέμε πρόθυμα, για να καθησυχάσουμε τον εαυτό μας: «Δεν του κρατώ κακία». Η αγάπη όμως δεν μπορεί να αρκεστεί σε αυτή τη στάση ουδετερότητας:
«Το να μη διατηρεί κανείς ούτε φθόνο ούτε οργή ούτε μνησικακία εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε δεν σημαίνει ακόμη ότι έχει αγάπη προς αυτόν. Μπορεί κανείς, χωρίς να έχει καθόλου αγάπη, να αποφεύγει να ανταποδίδει κακό αντί κακού, επειδή αυτό επιβάλλει ο νόμος· και όμως να μην κατορθώνει καθόλου να ανταποδίδει καλό αντί κακού, παρά μόνο με μεγάλη προσπάθεια. Διότι την τάση να ευεργετεί εκείνους που τον μισούν την κατέχει μόνο η τέλεια πνευματική αγάπη».
«Το να μην αγαπάς κάποιον δεν σημαίνει ότι τον μισείς· όπως και το να μην τον μισείς δεν σημαίνει ότι τον αγαπάς. Μπορείς να βρίσκεσαι απέναντί του σε μια ενδιάμεση κατάσταση: ούτε να τον αγαπάς ούτε να τον μισείς» (32).
«Μη λες: “Δεν μισώ τον αδελφό μου”, αν η μνήμη σου απωθεί την ανάμνησή του» (33).
Επομένως, «εξέτασε τη συνείδησή σου με τη μεγαλύτερη προσοχή: μήπως ήταν δικό σου το σφάλμα, εξαιτίας του οποίου ο αδελφός σου αρνήθηκε να συμφιλιωθεί; Μην προσπαθήσεις να την καθησυχάσεις με σοφίσματα· γνωρίζει το κρυφό σου βάθος, θα σε κατηγορήσει κατά την ώρα του θανάτου και, κατά την ώρα της προσευχής, θα γίνει για εσένα λίθος προσκόμματος» (34).
Ο Χριστός δεν είπε μόνο: «Μη μισείτε ο ένας τον άλλον»· ούτε μόνο: «Αγαπάτε ο ένας τον άλλον»· αλλά: «Αγαπάτε ο ένας τον άλλον όπως εγώ σας αγάπησα». Διότι «όποιος αγαπά τον Χριστό δεν θα παραλείψει να Τον μιμηθεί σύμφωνα με τις δυνάμεις του. Έτσι, ο Χριστός δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους· απέναντι στην αχαριστία και στη βλασφημία έδειξε μακροθυμία· όταν μαστιγώθηκε και θανατώθηκε, παρέμεινε υπομονετικός, χωρίς ποτέ να επιρρίψει το κακό σε κανέναν. Αυτές είναι οι τρεις πράξεις της αγάπης προς τον πλησίον, χωρίς τις οποίες εκείνος που ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Χριστό ή ότι κατέχει τη Βασιλεία Του πλανάται» (38).
Για να αποφύγουμε κάθε πλάνη και για να γνωρίζουμε αν τα πάθη έχουν νικηθεί και η φιλαυτία έχει αντικατασταθεί από την αγάπη, πρέπει, επομένως, να εξετάζουμε αν δεν αποκλείουμε κανέναν από την εύνοιά μας και όχι απλώς αν δεν τρέφουμε κακία εναντίον κανενός.
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής όμως προχωρεί ακόμη περισσότερο και απαιτεί:
β) Ισότητα
Σημειώσεις:
(1) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 58, PG 90, 596 D κ.ε.
(2) Στο ίδιο, ερώτ. 49, στ. 457 C
(3) Στο ίδιο (4) Στο ίδιο, στ. 460 A
(5) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 55, PG 90, 544 C. Πρβλ. Θεολογικὰ κεφάλαια I, 36–43
(6) Κεφάλαια III, 31, PG 91, 1452 A. Πρβλ. Περὶ ἀγάπης III, 78· IV, 52–54
(7) Περὶ ἀγάπης I, 91· II, 72
(8) Αυτή μου φαίνεται ότι είναι η σημασία: κατά λέξη, «εμπαθείς λογισμοί ή λογισμοί εναντίον της Πρόνοιας»· δηλαδή αφυπνίζεται η ροπή προς την ηδονή ή η ανυπομονησία απέναντι στην οδύνη. Η Φιλοκαλία, για να καταστήσει το κείμενο ευκολότερα κατανοητό, αντικατέστησε το κατὰ προνοίας με το «κατὰ πορνείας», «εναντίον της πορνείας»· είναι σαφέστερο, αλλά με τίμημα μια παρανόηση
(9) Περὶ ἀγάπης II, 74 (10) I, 84
(11) II, 84 (12) II, 31
(13) II, 35 (14) III, 48
(15) III, 47
(16) II, 8 (17) II, 85
(18) Ιω. 13, 35
(19) Ἐπιστολή 27, PG 91, 620 B
(20) Βλ. ανωτέρω, σ. 113
(21) Α΄ Ιω. 4, 8 και 16
(22) I, 38 (23) IV, 100
(24) Παραδείγματος χάριν, Ἐπιστολή 27, PG 91, 617 C
(25) Ἐπιστολή 44, PG 90, 641 D κ.ε.
(26) Περὶ ἀγάπης I, 13
(27) I, 15 (28) Ρωμ. 13, 10
(29) Στο ίδιο (30) Ιακ. 4, 11
(31) Περὶ ἀγάπης I, 55–57
(32) II, 49 και 50
(33) IV, 29 (34) IV, 33
(35) IV, 55
«Είναι, επομένως, συνετό να μην καταπιάνεται κανείς με τη φυσική θεωρία προτού αποκτήσει την τέλεια κατάσταση, από φόβο μήπως, αναζητώντας τους πνευματικούς λόγους, συλλέξει εν αγνοία του πάθη. Διότι στους ατελείς οι φαινόμενες μορφές των αισθητών πραγμάτων ασκούν μεγαλύτερη δύναμη πάνω στην αίσθηση απ’ όση ασκούν στην ψυχή οι λόγοι που κρύβονται κάτω από αυτές τις μορφές» (4).
Έχουμε ήδη δει ότι είναι εύκολο να πλανηθεί κανείς ως προς αυτό· πρέπει όμως να επιμείνουμε. Η απελευθέρωση από τα πάθη δεν πραγματοποιείται μονομιάς. Περιλαμβάνει βαθμίδες, τις οποίες δεν πρέπει να συγχέουμε, αν δεν θέλουμε να πέσουμε σε πλάνη. Ο Μάξιμος τις διακρίνει με σαφήνεια:
«Οι τέσσερις μυριάδες —στο Νεεμίας 7, 66— σημαίνουν τις τέσσερις γενικές μορφές απάθειας. Η πρώτη απάθεια είναι η πλήρης αποχή από το κακό κατά την πράξη· αυτή προϋποτίθεται στους αρχαρίους. Η δεύτερη είναι η πλήρης απόρριψη από τον νου κάθε συγκατάθεσης στους κακούς λογισμούς· αυτή πραγματοποιείται σε όσους ασκούνται στην αρετή με σύνεση. Η τρίτη είναι η πλήρης ακινησία της ψυχής, την οποία καμία επιθυμία δεν ωθεί πλέον προς τα πάθη· αυτή απαντά σε όσους, μέσω των μορφών, θεωρούν νοερώς τους λόγους των ορατών πραγμάτων. Η τέταρτη απάθεια είναι η πλήρης κάθαρση ακόμη και από την απλή φαντασία των παθών· αυτή πραγματοποιείται σε όσους, μέσω της γνώσεως και της θεωρίας, κατέστησαν το ηγεμονικό τους καθαρό και διαυγή καθρέφτη του Θεού» (5).
Η τέταρτη δεν μας ενδιαφέρει προς το παρόν· βρίσκεται πέρα από τη φυσική θεωρία.
1 ΑΠΛΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ
Οι τρεις πρώτες απαιτούν σοβαρή εξέταση της συνειδήσεως, όχι μέσα σε μια απομόνωση που λησμονεί τη ζωή, αλλά ενώπιον των πραγμάτων και των ανθρώπων. Ο Θαλάσσιος συνοψίζει με τη συνηθισμένη του σαφήνεια τη διδασκαλία του φίλου του πάνω σε αυτό το σημείο: «Ο νους παραμένει κατά διαστήματα ατάραχος, και αυτό είναι μερική απάθεια· δεν αποδεικνύει όμως τίποτε, εξαιτίας της απουσίας των αντικειμένων» (6). Όχι επειδή ο χονδροειδής πειρασμός είναι δυσκολότερο να νικηθεί. Αντιθέτως, ο αόρατος πόλεμος, που διεξάγεται εναντίον των παραστάσεων και μόνο, είναι πολύ σκληρότερος (7)· αλλά επειδή αυτός ο εντελώς εσωτερικός πόλεμος έχει στιγμές απατηλής αναπαύσεως. Κατά την απουσία των αντικειμένων, δύο αιτίες προκαλούν τους εμπαθείς λογισμούς: πρώτον, η σωματική κράση (krâsis), όταν, εξαιτίας άτακτης διατροφής ή της ενέργειας των δαιμόνων ή ακόμη κάποιας ασθένειας, προκαλείται μια σωματική αλλοίωση, η οποία διεγείρει μέσα στον νου εμπαθείς επιθυμίες ή λογισμούς εναντίον της Πρόνοιας (8). Δεύτερον, η μνήμη, όταν επαναφέρει την ανάμνηση αντικειμένων που μας είχαν επηρεάσει και αναζωπυρώνει τους εμπαθείς λογισμούς, όπως ακριβώς κάνουν και τα ίδια τα αντικείμενα (9).
Επομένως, σε έναν άνθρωπο υγιή, ο οποίος δεν διαπράττει υπερβολές, απομένουν μόνον οι δαίμονες και η μνήμη για να προκαλέσουν τον πόλεμο κατά την απουσία των πραγμάτων. Η μνήμη όμως δεν βρίσκεται πάντοτε σε ενέργεια, και οι δαίμονες ενίοτε αποσύρονται με δόλο. Τότε ανακύπτει ο κίνδυνος της πλάνης. Δεν έχουμε άραγε απλούς λογισμούς, καθαρούς από κάθε εμπαθές στοιχείο; Αναμφίβολα, αλλά μόνο προσωρινά. Σύντομα όμως οι δαίμονες επανέρχονται στην επίθεση, κυρίως με τον πειρασμό της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας. Η μνήμη ενεργοποιείται εκ νέου· παρουσιάζει αρχικά έναν απλό λογισμό· αυτός, όταν παρατείνεται, θέτει και πάλι σε κίνηση το πάθος και ωθεί προς τη συγκατάθεση (10).
Ένα από τα εκτενέστερα κεφάλαια του Περὶ ἀγάπης (11) διδάσκει ορθώς πώς πρέπει να αναλύονται οι σύνθετοι λογισμοί, ώστε να διακρίνεται μέσα τους το απλό από το εμπαθές στοιχείο. Πρώτα όμως πρέπει κανείς να υποβληθεί στον κόπο αυτής της εξετάσεως· και πόσο εύκολα πιστεύουμε ότι βλέπουμε καθαρά μέσα μας, όταν η φιλαυτία βρίσκει εκεί το συμφέρον της! Έπειτα, αυτοί οι κανόνες διακρίσεως ισχύουν περισσότερο στο αφηρημένο επίπεδο των εννοιών παρά στη συγκεκριμένη ψυχολογική πραγματικότητα. Υπάρχουν πάθη κρυμμένα μέσα στην ψυχή (12). «Πολλές πράξεις, καλές καθαυτές, μπορούν να παύσουν να είναι καλές εξαιτίας του κινήτρου τους» (13). Διότι «σε όλες τις πράξεις μας, όπως έχω πει πολλές φορές, εκείνο που εξετάζει ο Θεός είναι η πρόθεση» (14).
«Υπάρχουν στον κόσμο πολλοί πτωχοί τῷ πνεύματι, όχι όμως όπως θα έπρεπε· πολλοί πενθούντες… πολλοί πραείς… πολλοί πεινώντες και διψώντες… πολλοί ελεήμονες, ειρηνοποιοί και διωκόμενοι… Μακάριοι όμως είναι μόνον εκείνοι που πράττουν ή υποφέρουν όλα αυτά για τον Χριστό και σύμφωνα με τον Χριστό» (20).
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να βλέπουμε καθαρά μέσα μας;
2 ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΗΜΕΙΟ: Η ΦΙΛΑΔΕΛΦΙΑ
Η ενδοσκόπηση κινδυνεύει να μας εξαπατήσει, αν αφορά αποκλειστικά τη στάση μας απέναντι στα αντικείμενα και στις εικόνες τους μέσα μας. Η εξέταση της συνειδήσεως ως προς καθένα από τα κεφαλαιώδη αμαρτήματα δεν θα μας δώσει ποτέ τη βεβαιότητα της απελευθερώσεώς μας, διότι τα πάθη διαφεύγουν από το βλέμμα μας και επειδή η ίδια η νίκη μας εναντίον ορισμένων από αυτά μάς κάνει πολύ συχνά να υποκύπτουμε σε άλλα.
Είναι η στιγμή να θυμηθούμε την κοινή τους μητέρα, τη φιλαυτία: «Όποιος απαλλαγεί από αυτήν θα αποβάλει εύκολα, με τη βοήθεια του Θεού, και τις άλλες κακίες» (16). Αν, λοιπόν, αντί για πολλαπλές και απατηλές ψυχολογικές αναλύσεις, προχωρούσαμε με συνθετικό τρόπο; Το αντίθετο της φιλαυτίας είναι η αγάπη. Ένα πράγμα, λοιπόν, είναι βέβαιο: «Με κανέναν από τους τρόπους που αναφέρθηκαν δεν θα κατορθώσουν οι δαίμονες να διεγείρουν οποιοδήποτε πάθος, όσο είναι παρούσες μέσα στην ψυχή η αγάπη και η εγκράτεια, ούτε κατά την εγρήγορση ούτε κατά τον ύπνο» (17).
Για να γνωρίσουμε αν η φιλαυτία έχει εξαλειφθεί από την καρδιά μας, ας εξετάσουμε αν έχουμε την αγάπη προς τον Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον, τη φιλοθεΐα και τη φιλαδελφία. Και πρώτα τη δεύτερη, η οποία αποδεικνύει την πρώτη. Αν όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τους μαθητές του Χριστού από το ότι έχουν αγάπη μεταξύ τους (18), δεν θα μπορέσουμε άραγε και εμείς να κρίνουμε τον εαυτό μας με βάση αυτό το ουσιώδες και επαρκές σημείο; Ο «νόμος της φιλαυτίας» καταργείται με την τήρηση της μεγάλης εντολής του Χριστού: «να ενώνουμε τόσο στενά τον πλησίον με τον εαυτό μας, ώστε να μην τον θεωρούμε πλέον ως άλλον» (19).[AYΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΩΣ ΣΕΑΥΤΟΝ. ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ; ΨΕΜΑ;]
Βεβαίως, υπάρχουν απομιμήσεις της αγάπης και, επομένως, ακόμη και εδώ παραμένει δυνατή η πλάνη (20). Αυτό όμως συμβαίνει μόνο σε εκείνον που δεν προσέχει τα μεγάλα χαρακτηριστικά —την καθολικότητα, την ισότητα και τη διάρκεια— τα οποία διακρίνουν την αγάπη από όλες τις άλλες μορφές αγάπης.
α) Καθολικότητα
Η μεγάλη αποκάλυψη είναι ότι ο Θεός είναι αγάπη. Ο Μάξιμος παραθέτει το χωρίο του αγίου Ιωάννη (21) σχεδόν στην αρχή των Κεφαλαίων περὶ ἀγάπης (22) και στην τελευταία γραμμή του τελευταίου κεφαλαίου (23), καθώς και αλλού (24). Η τελείωσή μας, λοιπόν, δεν μπορεί να συνίσταται παρά στην ομοίωση ή στη μετοχή στον Θεό· στη μίμηση του Θεανθρώπου. «Μέσω του Νόμου και των Προφητών, ο Θεός, μέσα στην αγαθότητά Του, θέσπισε παλαιότερα με πολλούς τρόπους για τους ανθρώπους τον νόμο της αμοιβαίας αγάπης· και στα έσχατα των χρόνων τον ολοκλήρωσε, από φιλανθρωπία, με το να γίνει ο ίδιος άνθρωπος» (26).
Ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους· ο Χριστός πέθανε για όλους. Η αγάπη μας, ως μετοχή στην αγάπη του Θεού, θα είναι επομένως καθολική ή δεν θα είναι αγάπη. Διότι, όπως η φιλαυτία είναι διαιρετική, έτσι η αγάπη είναι ουσιωδώς ενοποιητική. Ο Μάξιμος επαναλαμβάνει τόσο συχνά αυτή την ιδέα, ώστε πρέπει να παραιτηθούμε από την παράθεση κειμένων. Άλλωστε, κανένας χριστιανός συγγραφέας δεν την αντέκρουσε ποτέ.
Αυτή η υποχρέωση της καθολικότητας θεμελιώνει το καθήκον να περιλαμβάνουμε στην εύνοιά μας ακόμη και εκείνους τους οποίους θα είχαμε τη μεγαλύτερη τάση να αποκλείσουμε: τους εχθρούς ή απλώς τα πρόσωπα που δεν μας είναι συμπαθή. «Όποιος αγαπά τον Θεό δεν μπορεί παρά να αγαπά κάθε άνθρωπο όπως τον εαυτό του, όσο κι αν σκανδαλίζεται από τα πάθη εκείνων που δεν έχουν ακόμη καθαρθεί» (20). Και όποιος διακρίνει μέσα στην καρδιά του ίχνος έχθρας εναντίον οποιουδήποτε ανθρώπου, για οποιοδήποτε σφάλμα, είναι εντελώς ξένος προς την αγάπη του Θεού. Διότι η αγάπη προς τον Θεό δεν συμβιβάζεται απολύτως με καμία έχθρα προς άνθρωπο (27).
Ακολουθεί μια σειρά σύντομων κηρυγμάτων επάνω σε ιερές ρήσεις:
«Η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον» (28). Επομένως, το να φθονεί κανείς τον αδελφό του, να λυπάται για την καλή του φήμη, να πλήττει με πνευματώδη σχόλια την ευνοϊκή γνώμη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν ή να του στήνει παγίδα από κακία, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι αποκλείει τον εαυτό του από την αγάπη και περιπίπτει στην αιώνια κρίση;
«Πλήρωμα του Νόμου είναι η αγάπη» (29). Επομένως, το να μνησικακεί κανείς εναντίον του αδελφού του, να επιζητεί να τον συλλάβει σε κάποιο σφάλμα, να του εύχεται κακό και να χαίρεται για την πτώση του, δεν σημαίνει προφανώς ότι διαπράττει ανομία και καθίσταται άξιος αιώνιας τιμωρίας;
«Εκείνος που κακολογεί τον αδελφό του και τον κρίνει, κακολογεί και κρίνει τον Νόμο» (30). Ο Νόμος όμως του Χριστού είναι η αγάπη. Δεν είναι, επομένως, αναπόφευκτο ο κακολόγος να αποκλείει τον εαυτό του από την αγάπη του Χριστού και να προετοιμάζει για τον εαυτό του την αιώνια τιμωρία;» (31).
Και υπάρχουν πολλά άλλα θέματα εξετάσεως σχετικά με τις διαθέσεις μας απέναντι στον πλησίον.
Ιδού σημεία που διαπιστώνονται εύκολα. Η οξυδέρκεια του Μαξίμου, ωστόσο, διαβλέπει μια διέξοδο και μια δυνατότητα πλάνης. Λέμε πρόθυμα, για να καθησυχάσουμε τον εαυτό μας: «Δεν του κρατώ κακία». Η αγάπη όμως δεν μπορεί να αρκεστεί σε αυτή τη στάση ουδετερότητας:
«Το να μη διατηρεί κανείς ούτε φθόνο ούτε οργή ούτε μνησικακία εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε δεν σημαίνει ακόμη ότι έχει αγάπη προς αυτόν. Μπορεί κανείς, χωρίς να έχει καθόλου αγάπη, να αποφεύγει να ανταποδίδει κακό αντί κακού, επειδή αυτό επιβάλλει ο νόμος· και όμως να μην κατορθώνει καθόλου να ανταποδίδει καλό αντί κακού, παρά μόνο με μεγάλη προσπάθεια. Διότι την τάση να ευεργετεί εκείνους που τον μισούν την κατέχει μόνο η τέλεια πνευματική αγάπη».
«Το να μην αγαπάς κάποιον δεν σημαίνει ότι τον μισείς· όπως και το να μην τον μισείς δεν σημαίνει ότι τον αγαπάς. Μπορείς να βρίσκεσαι απέναντί του σε μια ενδιάμεση κατάσταση: ούτε να τον αγαπάς ούτε να τον μισείς» (32).
«Μη λες: “Δεν μισώ τον αδελφό μου”, αν η μνήμη σου απωθεί την ανάμνησή του» (33).
Επομένως, «εξέτασε τη συνείδησή σου με τη μεγαλύτερη προσοχή: μήπως ήταν δικό σου το σφάλμα, εξαιτίας του οποίου ο αδελφός σου αρνήθηκε να συμφιλιωθεί; Μην προσπαθήσεις να την καθησυχάσεις με σοφίσματα· γνωρίζει το κρυφό σου βάθος, θα σε κατηγορήσει κατά την ώρα του θανάτου και, κατά την ώρα της προσευχής, θα γίνει για εσένα λίθος προσκόμματος» (34).
Ο Χριστός δεν είπε μόνο: «Μη μισείτε ο ένας τον άλλον»· ούτε μόνο: «Αγαπάτε ο ένας τον άλλον»· αλλά: «Αγαπάτε ο ένας τον άλλον όπως εγώ σας αγάπησα». Διότι «όποιος αγαπά τον Χριστό δεν θα παραλείψει να Τον μιμηθεί σύμφωνα με τις δυνάμεις του. Έτσι, ο Χριστός δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους· απέναντι στην αχαριστία και στη βλασφημία έδειξε μακροθυμία· όταν μαστιγώθηκε και θανατώθηκε, παρέμεινε υπομονετικός, χωρίς ποτέ να επιρρίψει το κακό σε κανέναν. Αυτές είναι οι τρεις πράξεις της αγάπης προς τον πλησίον, χωρίς τις οποίες εκείνος που ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Χριστό ή ότι κατέχει τη Βασιλεία Του πλανάται» (38).
Για να αποφύγουμε κάθε πλάνη και για να γνωρίζουμε αν τα πάθη έχουν νικηθεί και η φιλαυτία έχει αντικατασταθεί από την αγάπη, πρέπει, επομένως, να εξετάζουμε αν δεν αποκλείουμε κανέναν από την εύνοιά μας και όχι απλώς αν δεν τρέφουμε κακία εναντίον κανενός.
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής όμως προχωρεί ακόμη περισσότερο και απαιτεί:
β) Ισότητα
Σημειώσεις:
(1) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 58, PG 90, 596 D κ.ε.
(2) Στο ίδιο, ερώτ. 49, στ. 457 C
(3) Στο ίδιο (4) Στο ίδιο, στ. 460 A
(5) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 55, PG 90, 544 C. Πρβλ. Θεολογικὰ κεφάλαια I, 36–43
(6) Κεφάλαια III, 31, PG 91, 1452 A. Πρβλ. Περὶ ἀγάπης III, 78· IV, 52–54
(7) Περὶ ἀγάπης I, 91· II, 72
(8) Αυτή μου φαίνεται ότι είναι η σημασία: κατά λέξη, «εμπαθείς λογισμοί ή λογισμοί εναντίον της Πρόνοιας»· δηλαδή αφυπνίζεται η ροπή προς την ηδονή ή η ανυπομονησία απέναντι στην οδύνη. Η Φιλοκαλία, για να καταστήσει το κείμενο ευκολότερα κατανοητό, αντικατέστησε το κατὰ προνοίας με το «κατὰ πορνείας», «εναντίον της πορνείας»· είναι σαφέστερο, αλλά με τίμημα μια παρανόηση
(9) Περὶ ἀγάπης II, 74 (10) I, 84
(11) II, 84 (12) II, 31
(13) II, 35 (14) III, 48
(15) III, 47
(16) II, 8 (17) II, 85
(18) Ιω. 13, 35
(19) Ἐπιστολή 27, PG 91, 620 B
(20) Βλ. ανωτέρω, σ. 113
(21) Α΄ Ιω. 4, 8 και 16
(22) I, 38 (23) IV, 100
(24) Παραδείγματος χάριν, Ἐπιστολή 27, PG 91, 617 C
(25) Ἐπιστολή 44, PG 90, 641 D κ.ε.
(26) Περὶ ἀγάπης I, 13
(27) I, 15 (28) Ρωμ. 13, 10
(29) Στο ίδιο (30) Ιακ. 4, 11
(31) Περὶ ἀγάπης I, 55–57
(32) II, 49 και 50
(33) IV, 29 (34) IV, 33
(35) IV, 55
"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.
Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου