Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 15

Συνέχεια από Σάββατο 18. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 15
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

III. ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

2. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ


α) Πνευματική αγάπη

Παράξενη έκφραση. Τουλάχιστον πλεοναστική. Διότι υπάρχει άραγε μη πνευματική αγάπη; Αφού αυτή αποτελεί την τελείωση ολόκληρης της πνευματικής ζωής; Ασφαλώς. Υπάρχουν όμως οι απομιμήσεις της:
«Ιδού τα πέντε κίνητρα για τα οποία οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλον, αξιέπαινα ή αξιοκατάκριτα: 1) για τον Θεό, όπως ο ενάρετος που αγαπά όλους τους ανθρώπους ή όπως ο μη ενάρετος ακόμη άνθρωπος αγαπά τον ενάρετο· 2) από φυσικό ένστικτο, όπως οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους και αντιστρόφως· 3) από κενοδοξία, όπως εκείνος που δέχεται επαίνους αγαπά εκείνον που του τους αποδίδει· 4) από πλεονεξία, όπως αγαπά κανείς τον πλούσιο για τις δωρεές του· 5) από φιληδονία, όπως εκείνοι που περιποιούνται την κοιλιά τους ή ό,τι βρίσκεται κάτω από την κοιλιά. Το πρώτο κίνητρο είναι αξιέπαινο· το δεύτερο αδιάφορο· τα υπόλοιπα είναι διεφθαρμένα από το πάθος» (56).

Υπάρχει επίσης η ατελής αγάπη:

«Αν για ορισμένους αισθάνεσαι μίσος, για άλλους ούτε αγάπη ούτε μίσος, για άλλους πολύ μέτρια αγάπη και για άλλους έντονη αγάπη, αναγνώρισε από αυτή την ανισότητα ότι βρίσκεσαι μακριά από την τέλεια αγάπη, της οποίας αρχή είναι να αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους» (*).
Δεν είναι τώρα η στιγμή να επιμείνουμε στην αυστηρότητα αυτής της διδασκαλίας, η οποία χαρακτηρίζει ιδιαιτέρως τον Μάξιμο. Θα επανέλθουμε σε αυτήν. Εδώ όμως πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί η ανισότητα στην αγάπη φανερώνει ατέλεια. Ο λόγος είναι ότι αυτές οι διαφορές, αυτές οι διακρίσεις, σε εμάς που δεν βλέπουμε το εσωτερικό των ψυχών, δεν μπορούν να οφείλονται παρά σε επιφανειακές και συμπτωματικές θεωρήσεις, δηλαδή, με άλλα λόγια, υλικές. Πρόκειται, επομένως, για αγάπη που δεν είναι εντελώς πνευματική, επειδή εξακολουθεί να είναι μολυσμένη από κάποιο υπόλειμμα φιλαυτίας.

Ο διαχωρισμός του πάθους από τη σκέψη φαίνεται λίγο λιγότερο εύκολος απ’ όσο φαινόταν αρχικά — και όμως είναι αναγκαίος.

Από πού όμως προέρχεται η καθαρτική αποτελεσματικότητα αυτής της πνευματικής αγάπης; Το ερώτημα αυτό τέθηκε στον άγιο Μάξιμο από τον μαθητή προς τον οποίο απευθύνει το Ασκητικόν του. Δεν έχουμε παρά να μεταγράψουμε την απάντησή του:

«Ο αδελφός είπε: Πάτερ, σε παρακαλώ να με διδάξεις πώς η αγάπη καταπραΰνει τον θυμό. Ο γέροντας απάντησε: Επειδή συνεπάγεται την ευσπλαχνία και την ευεργεσία προς τον πλησίον, την μακροθυμία απέναντί του και την υπομονή όσων μας κάνει να υποφέρουμε… Με αυτά η αγάπη καταπραΰνει τον θυμό, όταν την εφαρμόζουμε.

Ο αδελφός είπε: Τα έργα της δεν είναι μικρά. Μακάριος όποιος μπορεί να την αποκτήσει. Εγώ βρίσκομαι μακριά της. Σε ικετεύω όμως, Πάτερ, να μου πεις τι είναι η μακροθυμία.

Ο γέροντας απάντησε: Να παραμένεις σταθερός μέσα στις δυσκολίες, να υπομένεις το κακό, να περιμένεις το τέλος της δοκιμασίας, να μην αφήνεις τον θυμό να εκδηλώνεται όπως θέλει, να μη λες απερίσκεπτα λόγια, να μην έχεις ούτε υποψία ούτε λογισμό ανάξιο ευσεβούς ανθρώπου, όπως λέει η Γραφή: “Ο υπομονετικός άνθρωπος περιμένει έως τον κατάλληλο καιρό, και κατόπιν του αποδίδεται η χαρά. Έως τον κατάλληλο καιρό αποκρύπτει τους λογισμούς του, και τα χείλη των πιστών θα διηγούνται τη σύνεσή του”» (58).

«Ιδού, λοιπόν, τα γνωρίσματα της μακροθυμίας. Αυτό όμως δεν αρκεί. Ένα ακόμη γνώρισμα της μακροθυμίας είναι να θεωρεί κανείς τον ίδιο του τον εαυτό αιτία της δοκιμασίας. Και ίσως πράγματι να είναι έτσι· διότι οι περισσότερες συμφορές συμβαίνουν για τη διόρθωσή μας, για την εξάλειψη των παλαιών αμαρτιών μας, για την επανόρθωση της παρούσας αμέλειάς μας ή για την πρόληψη μελλοντικών σφαλμάτων.

Όταν, λοιπόν, κάποιος συλλογίζεται ότι η δοκιμασία έρχεται για έναν από αυτούς τους λόγους, δεν αγανακτεί επειδή πλήττεται, πολύ περισσότερο επειδή έχει συνείδηση των αμαρτιών του· δεν κατηγορεί εκείνον που γίνεται η αφορμή της δοκιμασίας, διότι είτε μέσω αυτού είτε μέσω κάποιου άλλου πρέπει να πιει το ποτήριο των θείων κριμάτων· αλλά στρέφει το βλέμμα του προς τον Θεό και Τον ευχαριστεί για την επιείκειά Του· κατηγορεί τον εαυτό του και δέχεται πρόθυμα τη διόρθωση, όπως έκανε ο Δαβίδ στην περίπτωση του Σεμεΐ ή ο Ιώβ στην περίπτωση της γυναίκας του.

Ο ανόητος, αντιθέτως, ζητεί πολύ συχνά από τον Θεό να τον ελεήσει· όταν όμως έρχεται το έλεος, δεν το δέχεται, επειδή δεν ήρθε όπως εκείνος θα το ήθελε, αλλά όπως ο ιατρός των ψυχών έκρινε ότι ήταν σωτήριο. Και τότε αποθαρρύνεται και ταράζεται· άλλοτε εξοργίζεται εναντίον των ανθρώπων και άλλοτε βλασφημεί τον Θεό» (59).

Αυτή είναι η θεραπεία του θυμικού μέρους. Για το επιθυμητικό μέρος, η πανάκεια ονομάζεται στα ελληνικά:

β) Ἐγκράτεια

Κανένας σύγχρονος όρος δεν αποδίδει επακριβώς το νόημα αυτής της λέξης. Οι Λατίνοι μεταφραστές χρησιμοποιούν σχεδόν πάντοτε το continentia· όμως η γαλλική λέξη continence περιορίζει το σημασιολογικό εύρος τόσο του λατινικού όσο και του ελληνικού όρου. Η «αυτοκυριαρχία» είναι γενικότερη· μετριάζει όμως τις ηθικές απαιτήσεις, διότι μπορεί κανείς να είναι κύριος του εαυτού του και συγχρόνως να επιδιώκει την ηδονή, ακόμη και την παράλογη.

Όλοι οι αρχαίοι ορισμοί συμφωνούν στο ότι καθιστούν την ἐγκράτεια υπακοή στον λόγο κατά τη χρήση των ηδονών. Είναι, λέει η ψευδοαριστοτελική πραγματεία Περὶ ἀρετῶν καὶ κακιῶν (0), «αρετή του επιθυμητικού μέρους, η οποία αναχαιτίζει διά του λογισμού την επιθυμία που ορμά προς τις ευτελείς ηδονές». Απομένει να συμφωνήσουμε ως προς το τι είναι ο ορθός λόγος και ποιες είναι οι απαιτήσεις του. Έχουμε εξετάσει αρκετά τη διδασκαλία του Μαξίμου για τον λόγο και τον νου, ώστε να μη χρειάζεται να επιμείνουμε: όλο το κακό μας προέρχεται από την αναζήτηση της ηδονής και την άρνηση της οδύνης· θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτά είναι οι δύο βραχίονες της φιλαυτίας.

Δεν θα εκπλαγούμε, λοιπόν, από την αυστηρή απάντηση που δόθηκε στον ίδιο αδελφό για τον οποίο έγινε προηγουμένως λόγος:
«Ο αδελφός είπε: Πάτερ, μίλησες καλά. Σε παρακαλώ όμως να μου πεις και τούτο: Πώς η εγκράτεια αποξηραίνει την επιθυμία;

Ο γέροντας απάντησε: Επειδή κάνει τον άνθρωπο να απέχει από καθετί που δεν ανταποκρίνεται σε κάποια ανάγκη, αλλά προσφέρει μόνο ηδονή. Δεν επιτρέπει τη χρήση παρά μόνο εκείνων που είναι αναγκαία για τη ζωή. Προστάζει να μετρώνται η τροφή και το ποτό σύμφωνα με την ανάγκη· να μην παρέχεται στο σώμα υπερβολική υγρασία· να διατηρείται μόνο η ζωή του σώματος και να φυλάσσεται αυτό ελεύθερο από τη σαρκική ορμή.

Ιδού, λοιπόν, πώς η εγκράτεια αποξηραίνει την επιθυμία· ενώ ο κορεσμός από την τροφή και το ποτό θερμαίνει την κοιλιά και ανάβει τον κνησμό των αισχρών επιθυμιών. Από εδώ προέρχονται τα ακόλαστα μάτια, τα ασυγκράτητα χέρια, η γλώσσα που μιλά για να κολακεύει την ακοή, τα αυτιά που δέχονται τον μάταιο λόγο, ο νους που καταφρονεί τον Θεό, η ψυχή που διαπράττει νοερώς την πορνεία και παρακινεί το σώμα στην εγκληματική πράξη» (1).
Οι ίδιες αυτές ιδέες και σχεδόν οι ίδιες φράσεις επανέρχονται και αλλού, χωρίς περισσότερες διαφοροποιήσεις (2). Θα έπρεπε ακόμη να επισημανθούν οι ιδιαίτερες πρακτικές που αποτελούν την εφαρμογή της εγκράτειας ή τα όπλα για την κατάκτησή της. Ας αρκεστούμε σε ένα μόνο κεφάλαιο από το Περὶ ἀγάπης:
«Θέλεις να γίνεις κύριος των λογισμών σου; Πρόσεχε τα πάθη σου. Θα τα εκδιώξεις εύκολα από τον νου σου με τα ακόλουθα μέσα: εναντίον της πορνείας, νήστευε, αγρύπνα, κοπίαζε σε σκληρές εργασίες, ζήσε απομονωμένος. Εναντίον της οργής και της λύπης, περιφρόνησε τη δόξα και την αδοξία, καθώς και τα υλικά πράγματα· εναντίον της μνησικακίας, προσευχήσου για εκείνον που σε λύπησε, και θα ελευθερωθείς» (4).

Διαβάσαμε σωστά: είναι εύκολο να «διαχωρίσουμε το πάθος από τον λογισμό», με τη βοήθεια των σκληρών κόπων της κλασικής άσκησης. Υπό τον όρο, βέβαια, ότι θα προστεθεί σε αυτούς και

γ) Η προσευχή


Εδώ εξετάζουμε αποκλειστικά την καθαρτική ενέργεια της προσευχής· η έκθεση ολόκληρης της διδασκαλίας του Μαξίμου σχετικά με αυτό το θέμα θα απαιτούσε έναν ολόκληρο τόμο. Η προσευχή μάς καθαρίζει με δύο τρόπους: μέσω της χάριτος που εξασφαλίζει από τον Θεό και μέσω της ψυχολογικής της επενέργειας. Για να εξασφαλιστεί όμως η διάρκεια αυτής της επενέργειας, πρέπει η ίδια η προσευχή να γίνει αδιάλειπτη. Ο Μάξιμος το εξηγεί και πάλι στον μαθητή:

«Ο αδελφός είπε: Πράγματι, Πάτερ, έτσι είναι. Θα ήθελα όμως ακόμη ορισμένες διευκρινίσεις σχετικά με την προσευχή: Πώς χωρίζει τον νου από όλες τις παραστάσεις;

Ο γέροντας απάντησε: Οι παραστάσεις είναι παραστάσεις αντικειμένων. Από τα αντικείμενα, άλλα είναι αισθητά και άλλα νοητά. Όταν, λοιπόν, ο νους παραμένει σε αυτά, φέρει μαζί του και τις παραστάσεις τους. Η χάρη όμως της προσευχής συνδέει τον νου με τον Θεό και, συνδέοντάς τον με τον Θεό, τον χωρίζει από όλες τις παραστάσεις. Τότε ο νους συνομιλεί μαζί Του, εντελώς απογυμνωμένος, και γίνεται θεοειδής. Αφού γίνει τέτοιος, ζητεί από τον Θεό όσα πρέπει, και η δέησή του δεν μένει ποτέ ανεκπλήρωτη. Γι’ αυτό ο Απόστολος προστάζει να προσευχόμαστε αδιαλείπτως, ώστε, ενώνοντας συνεχώς τον νου με τον Θεό, να διαρρηγνύουμε λίγο λίγο τους δεσμούς μας με τα υλικά πράγματα».

«Ο αδελφός είπε: Και πώς μπορεί ο νους να προσεύχεται αδιαλείπτως; Διότι κατά την ψαλμωδία, κατά την ανάγνωση, κατά τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους και κατά τις διακονίες μας, τον διασπούμε σε πολλούς λογισμούς και θεωρήσεις.

Ο γέροντας απάντησε: Η Αγία Γραφή δεν προστάζει τίποτε αδύνατο. Ο ίδιος ο Απόστολος έψαλλε, διάβαζε και διακονούσε, και όμως προσευχόταν αδιαλείπτως. Αδιάλειπτη προσευχή είναι να διατηρεί κανείς τον νου του, με μεγάλο σεβασμό και προσεκτική αγάπη, στραμμένο προς τον Θεό, πάντοτε εξαρτημένο από την ελπίδα σε Αυτόν, και να εμπιστεύεται σε Αυτόν τα πάντα, τόσο στα έργα όσο και στα συμβάντα. Ο Απόστολος έλεγε: “Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Θλίψη ή στενοχώρια;” κ.λπ. Και λίγο παρακάτω: “Είμαι πεπεισμένος ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι” θα το κατορθώσουν. Και πάλι: “Θλιβόμαστε, αλλά δεν συντριβόμαστε· βρισκόμαστε σε στενοχώρια, αλλά δεν απελπιζόμαστε· διωκόμαστε, αλλά δεν εγκαταλειπόμαστε· καταβαλλόμαστε, αλλά δεν χανόμαστε· φέρουμε πάντοτε μέσα στο σώμα μας τη νέκρωση του Κυρίου Ιησού, ώστε και η ζωή του Ιησού να φανερωθεί στη θνητή σάρκα μας”» (4).

«Με τέτοιες διαθέσεις ο Απόστολος προσευχόταν αδιαλείπτως· διότι, όπως είπα, τόσο στα έργα όσο και στα συμβάντα ήταν εξαρτημένος από την ελπίδα στον Θεό. Όλοι οι άγιοι χαίρονταν πάντοτε μέσα στις θλίψεις, επειδή έβλεπαν σε αυτές ένα μέσο για να φθάσουν στη σταθερή κατοχή της αγίας αγάπης. Και για τον ίδιο λόγο ο Απόστολος έλεγε: “Με μεγάλη ευχαρίστηση, λοιπόν, θα καυχηθώ για τις ασθένειές μου, ώστε να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού” (65). Και λίγο παρακάτω: “Όταν είμαι ασθενής, τότε είμαι δυνατός” (**). Αλλοίμονο όμως σε εμάς τους ταλαίπωρους! Εγκαταλείψαμε την οδό των αγίων Πατέρων και τώρα έχουμε απομείνει στερημένοι από κάθε πνευματικό έργο» (*").

Θα βρίσκαμε στον Μάξιμο αρκετό υλικό για να επεκτείνουμε σημαντικά αυτές τις τρεις τελευταίες παραγράφους. Παρά όλη τη μεγαλοφυΐα του, δεν θεώρησε ότι έπρεπε να επιδιώξει να αποδείξει την πρωτοτυπία του σε αυτά τα ζητήματα. Οι στοχασμοί και η εμπειρία του τού απέδειξαν την ορθότητα των παραδοσιακών αντιλήψεων: χωρίς καθαρότητα δεν υπάρχει θεωρία, εκτός αν είναι ψευδής· δεν υπάρχει καθαρότητα χωρίς αποδέσμευση· δεν υπάρχει αποδέσμευση χωρίς νέκρωση των τριών ή των επτά ή οκτώ κεφαλαίων αμαρτημάτων και όλων των συνεπειών τους.

Όταν συγκρίνει την πραγματική κατάσταση της ανθρωπότητας, ακόμη και της μοναχικής, με αυτή τη θεωρία, συμβαίνει να αναφωνεί: «Πού μπορεί να βρεθεί στη σημερινή γενεά ψυχή εντελώς ελεύθερη από κάθε εμπαθή λογισμό και άξια της καθαρής και άυλης προσευχής;» (68). Δεν φροντίζει όμως να αποφύγει αυτόν τον πεσιμισμό —ο οποίος, άλλωστε, είναι και αυτός παραδοσιακός— μετριάζοντας την αυστηρότητα της διδασκαλίας.

Δεν θα αρνιόταν να αναγνωρίσει ένα θεμιτό νόημα σε εκφράσεις όπως «ριζωμένη πνευματικότητα» ή «ενσαρκωμένη πνευματικότητα», θα έλεγε όμως ότι το πνεύμα δεν μπορεί να ενσαρκωθεί παρά μόνο μέσα σε μια απολύτως καθαρή σάρκα:

«Κάθε κοιλάδα, δηλαδή κάθε σάρκα και κάθε ψυχή εκείνων που προετοίμασαν την οδό του Κυρίου και έκαναν ευθείες τις τρίβους Του, θα γεμίσει με την απόρριψη των παθών, τα οποία την καθιστούν άνιση, ανοίγοντας μέσα της, τρόπον τινά, χαράδρες· και με την προσθήκη των αρετών η ψυχή αυτή θα ανακτήσει τη φυσική της όψη, καθώς θα εξομαλυνθεί από το Πνεύμα» (69).

Χρειάζεται άραγε να προστεθεί και αυτό; Κανείς περισσότερο από τον άγιο Μάξιμο δεν καταφάσκει την αναγκαιότητα της χάριτος, μολονότι θεωρεί τις αρετές, ακόμη και τις υψηλότερες, φυσικές. Η φύση είναι ανίκανη να μετακινήσει το βουνό που αποτελεί το ένστικτο της σάρκας, το οποίο είναι «εντελώς ακίνητο και ασάλευτο για τη δύναμη της φύσεως», τόσο βαθιά έχει ριζώσει στην ανθρώπινη φύση, μέσω της αισθήσεως, η δύναμη του αλόγου (70). Ναι, η τελείωση συνίσταται στην επιστροφή, στην τέλεια αποκατάσταση της φύσεως στον ίδιο της τον εαυτό, μέσω της αρετής και της γνώσεως (71)· αυτό όμως δεν εμποδίζει τον λόγο της φύσεως να είναι διαφορετικός από τον λόγο της χάριτος (72). Αρκεί να υπενθυμίσουμε αυτή την άλλη όψη της διδασκαλίας, ώστε να μη φανεί ότι παρουσιάζουμε τον Μάξιμο ως ασκητικιστή ή ανθρωποκεντρικό· είναι απλώς ορθόδοξος, καθώς κηρύττει την αναγκαιότητα της ανθρώπινης προσπάθειας μαζί με την αναγκαιότητα της χάριτος.

δ) Άσκηση και ακεραιότητα της φύσεως

Ο Μάξιμος ο Χρυσοπολίτης έζησε πολλά χρόνια μέσα στον κόσμο και στην αυλή του Βυζαντίου. Εκεί πρέπει να άκουσε απόψεις ελάχιστα σύμφωνες με τη μοναχική άσκηση. Από την άλλη πλευρά, μεταξύ των μοναχών πρέπει να συνάντησε υπερβολές· τουλάχιστον τα αναγνώσματά του τον προειδοποιούσαν εναντίον της «υπερασκήσεως», όπως λέει ο άγιος Νείλος (73). Γνώριζε την ένσταση, ακόμη κι αν αγνοούσε το σύγχρονο λεξιλόγιο αυτής της πολεμικής: ακρωτηριασμός της φύσεως, έλλειψη αναπτύξεως, καταπίεση, εμπόδιο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, ίσως έγκλημα εναντίον του εαυτού και εναντίον της αγάπης προς τον πλησίον κ.λπ.

Η απάντησή του συνοψίζεται σε δύο λέξεις: παρά φύσιν είναι τα πάθη μαζί με τη μητέρα τους, τη φιλαυτία· κατά φύσιν είναι οι αρετές μαζί με τη βασίλισσά τους, την αγάπη. Τα πάθη είναι εκείνα που ακρωτηριάζουν ή θανατώνουν τη φύση· οι αρετές είναι εκείνες που τη σώζουν, δηλαδή της αποκαθιστούν την πλήρη υγεία. Αυτή είναι η έμμεση ανασκευή, μέσω της αποδείξεως της αλήθειας. Θα επιθυμούσε όμως κανείς να συναντήσει και την άμεση επιχειρηματολογία εναντίον όσων δυσφημούν την ασκητική ζωή, καθώς και εναντίον των οπαδών μιας άκριτης ασκήσεως.

Μεταξύ των τελευταίων υπάρχουν ορισμένοι που δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τον πλησίον. Η απάντησή τους δίνεται με μία φράση: «Κάθε άσκηση στερημένη από αγάπη αποδεικνύεται ξένη προς τον Θεό» (74). Ως ανάπτυξη αυτής της λιτής διακηρύξεως ακολουθεί μια μακρά καταγγελία της υποκρισίας, στην οποία ο άγιος Μάξιμος εφαρμόζει στους συγχρόνους του και στον ίδιο του τον εαυτό —λέει πάντοτε «εμείς»— όλα τα γνωρίσματα του φαρισαϊσμού που βρίσκει στο Ευαγγέλιο. Πρόκειται για φανερή απόδειξη ότι αντιλαμβάνεται καθαρά τον κίνδυνο.

Άλλωστε, το έχει εξηγήσει στην απάντησή του προς την 56η ερώτηση του Θαλασσίου: «Ο Ζοροβάβελ είναι ο πρακτικός νους· ο Ιησούς είναι ο θεωρητικός· οι αρχηγοί των οικογενειών είναι οι δυνάμεις της ψυχής, από τις οποίες προέρχονται οι μορφές της αρετής και οι λόγοι της γνώσεως. Σε αυτές ακριβώς επιτίθενται οι ακάθαρτοι δαίμονες της υπερηφάνειας, της κενοδοξίας, της ανθρωπαρέσκειας και της υποκρισίας. Κανένας από αυτούς τους δαίμονες δεν ανακόπτει ποτέ την ορμή του ζηλωτή. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν την πανουργία τους για να εξαλείψουν τις ελλείψεις των αρετών, να ενισχύσουν τον ζήλο των γενναίων ψυχών και να τους υποβάλουν την ιδέα να εντείνουν τις προσπάθειές τους, ώστε να προσελκύσουν προς το μέρος τους ολόκληρη την πρόθεση του ασκητή, κάνοντάς τον να εγκαταλείψει την ισορροπία της δίκαιης μεσότητας, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε διαφορετικό τόπο από εκείνον στον οποίο πίστευε ότι κατευθυνόταν» (75).

Προς αυτούς τους δαίμονες πρέπει να φωνάξουμε, όπως ο Ζοροβάβελ και ο Ιησούς: «Δεν αρμόζει να οικοδομήσουμε μαζί, εσείς και εμείς, τον οίκο του Θεού μας. Εμείς μόνοι θα οικοδομήσουμε για τον Κύριο του Ισραήλ» (76). Μόνοι, διότι τώρα που διαφύγαμε από τους δαίμονες οι οποίοι χρησιμοποιούν ως βάση των επιθέσεών τους την έλλειψη της αρετής, δεν θέλουμε, υψωνόμενοι μέσω υπερβολών, να επιτρέψουμε να μας διατρυπήσετε εκ νέου ούτε να υποστούμε πτώση βαρύτερη από την προηγούμενη· διότι εκεί υπήρχε η ελπίδα εύκολης ανορθώσεως, αφού η αδυναμία μας άξιζε συγχωρήσεως, ενώ εδώ δεν υπάρχει ελπίδα ή υπάρχει με μεγάλη δυσκολία, επειδή θα γινόμασταν μισητοί για την υπερηφάνειά μας και επειδή θελήσαμε να πράξουμε κάτι τελειότερο από την τελειότητα.

Δεν θα είμαστε, άλλωστε, μόνοι, διότι έχουμε τους αγίους αγγέλους ως συνεργούς του αγαθού· και ακόμη περισσότερο τον Θεό, ο οποίος φανερώνει τον ίδιο Του τον εαυτό μέσα μας μέσω των έργων της δικαιοσύνης και μας καθιστά ιερό ναό Του, ελεύθερο από κάθε πάθος» (77).

Και όσοι δυσφημούν την άσκηση λαμβάνουν επίσης μια άμεση απάντηση, με αφορμή την περιτομή. Όχι, «δεν αποτελεί τελειότητα ο ακρωτηριασμός της ακεραιότητας της φύσεως, η οποία είναι έργο του Θεού. Δεν αποτελεί τελειότητα μια φύση τεχνητά ακρωτηριασμένη, από την οποία, με επιτήδευση, αφαιρέθηκε εκείνο που της ανήκει από τον Θεό δυνάμει της δημιουργίας. Το να ισχυριστεί κανείς το αντίθετο θα ισοδυναμούσε με την υπόθεση ότι η ανθρώπινη τέχνη είναι ισχυρότερη από τον Θεό ως προς τη στερέωση της δικαιοσύνης και ότι ένα ελάττωμα, το οποίο εισάγεται μέσω σοφισμάτων, είναι ικανό να αναπληρώσει ένα έλλειμμα δικαιοσύνης εγγενές στη δημιουργία» (78).

Αυτά για την ψευδή άσκηση. Και ιδού τι ισχύει για την αληθινή: συνίσταται στο «να πραγματοποιείται η περιτομή της εμπαθούς διαθέσεως της ψυχής. Η περιτομή αυτή κάνει την ελεύθερη προαίρεση να συνεργεί στην εναρμόνιση της φύσεως, διορθώνοντας τον νόμο των παθών, ο οποίος έχει επίκτητη προέλευση. Η περιτομή, κατά τη μυστική —ή αλληγορική— έννοια, είναι η πλήρης αφαίρεση της εμπαθούς προσκολλήσεως του νου σε ό,τι προέρχεται από αυτή την παρείσακτη προσθήκη. Το Σάββατο είναι η τέλεια αδράνεια των παθών, η καθολική παύση της κινήσεως που κατευθύνει τον νου προς τα δημιουργήματα, η τέλεια μετάβασή του προς τον Θεό» (79).

Ας το πούμε ακόμη μία φορά με τους όρους του αγίου Μαξίμου:
«Είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να επιτύχει τη σωτηρία του· για τον Θεό όμως όλα είναι δυνατά». Πρέπει, επομένως, πρώτα να εμπιστευθεί κανείς τον Θεό και κατόπιν να ασκεί την αδελφική αγάπη, τη μετάνοια και τη ριζική νέκρωση των παθών (80). Με αυτό δηλώνεται αρκετά καθαρά ότι η άσκηση δεν είναι παρά ένας αναγκαίος όρος, conditio sine qua non, διότι «χωρίς την άσκηση και χωρίς αυστηρή εγκράτεια είναι αδύνατον για εκείνον που ομολογεί την ευσέβεια να υποτάξει τα πάθη της σάρκας» (81).

IV. ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ


Σημειώσεις:


(56) II, 9                                           (57) II, 10
(58) Σοφία Σειράχ 1, 24 κ.ε.
(59) Ἀσκητικόν, αρ. 20–22, PG 90, 928 A κ.ε.
(60) Κεφ. II, σ. 1249                        (61) Ἀσκητικόν, αρ. 23
(62) Παραδείγματος χάριν, Περὶ ἀγάπης III, 8 κ.ε.
(63) III, 13                                       (64) Β΄ Κορ. 4, 8–10
(65) Β΄ Κορ. 12, 9                           (66) Στο ίδιο, 10
(67) Ἀσκητικόν, αρ. 24–26              (68) Περὶ ἀγάπης IV, 51
(69) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 47, PG 90, 425 B
(70) Στο ίδιο, ερώτ. 33, PG 91, 373 D
(71) Στο ίδιο, ερώτ. 35, στ. 380 A
(72) Στο ίδιο, ερώτ. 37, στ. 385 A
(73) Ή Εὐάγριος, Πρὸς Εὐλόγιον πραγματεία 33, PG 79, 1137 A
(74) Ἀσκητικόν, αρ. 36, PG 90, 941 D
(75) PG 90, 581 BC                          (76) Α΄ Ἔσδρας 4, 3
(77) Στο ίδιο, στ. 585 A· πρβλ. ερώτ. 64, στ. 708 D κ.ε.
(78) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 65, PG 90, 756 B
(79) Στο ίδιο, 756 BC                       (80) Ἀσκητικόν, αρ. 40–45
(81) Ἐξήγησις εἰς τὸν Ψαλμὸν 59, PG 90, 868 B

"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: