Συνέχεια από Παρασκευή 17. Ιουλίου 2026
Ησυχασμός και Προσευχή 5
ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176
IRÉNÉE HAUSHERR S.I.
ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΗΤΑ
ΜΙΑ ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥ ΤΗΣ ΜΑΒΒΟΥΓ († 523)
Ο Πατρίκιος είχε γράψει ακόμη ότι η ψυχή του αγαπούσε να αγαπά τον Θεό, αλλά δεν είχε ακόμη κατορθώσει να Τον αγαπήσει αληθινά. Γι’ αυτό και η μόνωση τού ήταν αγαπητή, επειδή άρχιζε να παράγει μέσα του την καθαρότητα της καρδιάς και καθιστούσε θερμότερη τη μνήμη του Θεού. «Πολύ καλά», απαντά ο Φιλόξενος, «αν όλα αυτά είναι ακριβή. Θα προτιμούσα, ωστόσο, να μην τα είχες γράψει. Τίποτε από όλα αυτά δεν βρίσκεται στη σωστή τάξη».
Αν τα διηγήθηκες για να ζητήσεις συμβουλή, υπήρχε άλλος τρόπος να θέσεις το ερώτημα. Το να ομολογείς ότι δεν έχεις ακόμη την «παρρησία» κατά τον καιρό της προσευχής, επειδή τα πάθη δεν έχουν υποταχθεί, και έπειτα να λες ότι αγαπάς να αγαπάς τον Θεό, σημαίνει ότι παραλογίζεσαι. Σημαίνει ότι λησμονείς ένα από τα σημαντικότερα αξιώματα της αλεξανδρινής θεολογίας, το οποίο ο Ευάγριος συνόψισε σε σύντομες διατυπώσεις: ότι η αγάπη βρίσκεται μόνο στο τέλος της «οδού των εντολών» (35).
Από εδώ προέρχεται η αυστηρότητα του Φιλοξένου σε αυτό το σημείο: δεν παραχωρεί καν στον αλληλογράφο του το δικαίωμα να λέει ότι «αγαπά να αγαπά τον Θεό». Δύο ενδεχόμενα υπάρχουν: είτε αυτός ο τρόπος ομιλίας σημαίνει κάτι, και τότε ακόμη και αυτό είναι υπερβολικό, όσο κανείς δεν έχει φθάσει στην απάθεια· είτε είναι μια κενή διατύπωση, και τότε δεν αξίζει να ονομάζεται κανείς Πατρίκιος Εδέσσης ούτε να είναι έγκλειστος, για να μιλά χωρίς να λέει τίποτε. Το ίδιο κάνουν και οι κακοί χριστιανοί, και οι αιρετικοί, ακόμη και οι ειδωλολάτρες.
Μέσα από όλες αυτές τις παρατηρήσεις, και μέχρι το τέλος της επιστολής, διαφαίνεται πάντοτε η ίδια μέριμνα: να υπενθυμίσει σε μια ψυχή που θα ήθελε να υπερπηδήσει τα στάδια την αναπόφευκτη ανάγκη της ασκήσεως. Και επανέρχεται πάντοτε η ίδια διάκριση ανάμεσα στις δυνατότητες της χάριτος, στις οποίες δεν πρέπει να στηρίζεται κανείς, και στην κανονική οδό, η οποία περνά «μέσα από τους σκληρούς κόπους της πράξεως».
«Γνωρίζεις καλά, αγαπητέ μου, ότι, αν το παθητικό μέρος της ψυχής δεν θεραπευθεί προηγουμένως, δεν ανακαινισθεί και δεν αγιασθεί —και αυτή η θεραπεία πραγματοποιείται μέσω της πνευματικής πολιτείας—, δεν αποκτά την υγεία ούτε απαλλάσσεται από την οδύνη που της προκαλούν τα κτίσματα τα οποία συναντά.
»Η θεραπεία αυτή πραγματοποιείται άλλοτε μέσω της χάριτος, όπως συνέβη με τους μακαρίους Αποστόλους, οι οποίοι μέσω της πίστεως τελειώθηκαν στην αγάπη του Χριστού· άλλοτε πάλι η ψυχή αποκτά την υγεία μέσω της κανονικής οδού. Διότι εκείνος που, με την υπηρεσία των εντολών και με τους σκληρούς κόπους της αληθινής ασκήσεως, νίκησε τα πάθη, αυτός προφανώς είναι εκείνος που απέκτησε την υγεία της ψυχής κατά την κανονική τάξη» (αρ. 21).
Και από τότε ακολουθούν επίσης κατά φυσική τάξη οι συνέπειες:
«Όταν ο νους ανακαινισθεί και η καρδιά αγιασθεί, όλες οι κινήσεις των επιθυμιών που αναφύονται μέσα του κινούνται σύμφωνα με τη φύση του νέου, πνευματικού κόσμου στον οποίο εισέρχεται. Πρώτα κινείται μέσα του η αγάπη προς τα θεία πράγματα· επιθυμεί την κοινωνία με τους αγίους αγγέλους και τις αποκαλύψεις των μυστηρίων της πνευματικής γνώσεως· ο νους γίνεται δεκτικός της πνευματικής γνώσεως των όντων· και έπειτα η αυγή της θεωρίας των μυστηρίων της Αγίας Τριάδος ανατέλλει μέσα στα μυστήρια της προσκυνητής Οικονομίας του Θεού για χάρη μας. Και τότε ενώνεται με την πληρότητα της γνώσεως των μελλοντικών ελπίδων» (αρ. 21).
Από πού προέρχεται, κατά βάθος, αυτή η αναγκαιότητα της απόλυτης καθαρότητας για τη θεωρία; Από την ίδια τη φύση της θεωρίας. Για να την κατανοήσουμε, πρέπει να διακρίνουμε δύο σημασίες του όρου «νοητικός». Η σύγχρονη γλώσσα μας εννοεί με αυτόν πρωτίστως τον χώρο των αφαιρέσεων, ο οποίος είναι ανοικτός σε κάθε λογικό ζώο ανάλογα με τον βαθμό της «νοημοσύνης» του και όχι ανάλογα με τον βαθμό της ηθικής του τελειώσεως.
Αυτή την επιστήμη —τη βέβηλη, κοσμική, λαϊκή, ανεξάρτητη από την ηθικότητα— οι Ανατολικοί μυστικοί συγγραφείς τη γνωρίζουν καλά· αλλά ήδη από τον Κλήμεντα Αλεξανδρέα (36), ακόμη και από τον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας (37), διακρίνουν με προσοχή αυτή τη γνώσιν ψιλήν (38) από την αληθινή γνώση, η οποία είναι νοερή με μια πολύ ανώτερη έννοια: με την έννοια κατά την οποία το «νοερό» ισοδυναμεί με το «πνευματικό».
Ο νους δεν είναι αληθινά ο εαυτός του όσο παραμένει μέσα στην ομίχλη των παθών. Για να βλέπει καθαρά, πρέπει να επιστρέψει στη φύση, στην υγεία που ονομάζεται με μία λέξη ἀπάθεια (39). Μόνο τότε θα αντιληφθεί τις πραγματικότητες, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή αρκούνταν σε λέξεις και σε αφηρημένες έννοιες. Η αληθινή γνώση είναι άμεση αντίληψη, μυστική εμπειρία, ενέργεια των νοερών ή πνευματικών αισθήσεων (40). Στον ύψιστο βαθμό της ταυτίζεται με την ένωση με τον Θεό και συμβολίζεται από τον άγιο Ιωάννη, ο οποίος αναπαύεται στον κόλπο του Διδασκάλου (41).
Τώρα μπορούμε να κατανοήσουμε τις ακόλουθες φράσεις του Φιλοξένου:
«Αν είχε φθάσει στο να αγαπά αληθινά τον Θεό, θα ήταν απολύτως αρμόζον να ερωτά και να πληροφορείται για τα μυστήρια του πνευματικού κόσμου. Είναι όμως φανερό ότι οι διδασκαλίες και η γνώση που είναι αναμεμιγμένες με τα πάθη δεν ωφελούν ούτε κατορθώνουν να ανοίξουν τη θύρα που παραμένει κλειστή μπροστά στην καθαρότητα.
»Αν όμως απομακρυνθούν τα πάθη από την ψυχή, ο νους φωτίζεται (42)· στέκεται στην καθαρή περιοχή της φύσεως και δεν έχει ανάγκη να θέτει ερωτήματα, επειδή βλέπει καθαρά τα αγαθά που βρίσκονται στη δική του περιοχή.
»Διότι, όπως οι εξωτερικές αισθήσεις δεν αντιλαμβάνονται μέσω διδασκαλίας και ερωτήσεων τη φύση των αντικειμένων που είναι συγγενή προς αυτές (43), αλλά καθεμία από τις αισθήσεις την αντιλαμβάνεται φυσικά και χωρίς ερώτηση, μόλις τη συναντήσει, χωρίς να μεσολαβεί κάποια διδασκαλία ανάμεσα στην αίσθηση που αντιλαμβάνεται και στο αντικείμενο που γίνεται αντιληπτό —όσο κι αν μιλήσεις σε έναν τυφλό για τη λαμπρότητα του ήλιου και της σελήνης, για την πορεία των άστρων και για τη λάμψη των πολύτιμων λίθων, μόνο το αυτί του δέχεται, διακρίνει και κατανοεί την ομορφιά τους, ενώ η γνώση και η διάκρισή του παραμένουν μακριά από την απόλαυση της θέας τους—, με τον ίδιο τρόπο πρέπει να συλλογίζεσαι και σχετικά με τη θέα της πνευματικής θεωρίας και με όσα ακούγονται για την πνευματική θεωρία (44).
»Ο νους βλέπει τις κρυμμένες πραγματικότητες του πνεύματος, εφόσον είναι θεατής της δόξας του Χριστού, και όχι επειδή ερωτά και μαθαίνει. Απολαμβάνει τη γλυκύτητα των μυστηρίων του νέου κόσμου πέρα από όσο μπορεί να φθάσει η ελευθερία της βουλήσεώς του, ανάλογα με τη θέρμη της πίστεως και της ελπίδας του στον Χριστό» (αρ. 22) (46).
Ανάμεσα στους αριθμούς 22 και 23 της εκδόσεως του Mai, η διαίρεση είναι ατυχής: διακόπτει στη μέση τον συλλογισμό και τη φράση του συγγραφέα. Τίποτε δεν είναι λογικότερο από την ανάπτυξη της σκέψεως του Φιλοξένου. Αφού είπε ότι ο νους, για να θεωρήσει, πρέπει μέσω της καθάρσεως να επιστρέψει στη φύση του, πρόκειται τώρα να μας εκθέσει τη σκέψη του σχετικά με αυτή τη φύση του νου.
Το χαρακτηριστικό της γνώρισμα είναι η ενότητα. Κάθαρση σημαίνει ενοποίηση. Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί αν ο Σύρος επίσκοπος είχε διαβάσει τον Διονύσιο. Αρκεί όμως το ότι είχε διαβάσει τον Ευάγριο (47) και την πραγματεία του «Νείλου» περί προσευχής.
Για να ενοποιηθεί, ο νους πρέπει να απομακρυνθεί από τις πολλαπλές εντυπώσεις των εξωτερικών αντικειμένων και να ζήσει αποσυρμένος «κοντά στον έσω άνθρωπο».
«Αν ο νους προσηλώσει το βλέμμα του εσωτερικά στον έσω άνθρωπο, εκεί όπου δεν υπάρχουν ποικίλα αντικείμενα που πρέπει να συλληφθούν μέσω διαφορετικών ομοιωμάτων, αλλά όπου ο Χριστός είναι τα πάντα μέσα στα πάντα» (αρ. 22), είναι φανερό ότι ο νους δέχεται την απλή θεωρία (48)· και τίποτε όσο αυτή δεν χαρίζει στην ψυχή αγαλλίαση (49) και «παρρησία» κατά τον καιρό της προσευχής. Διότι αυτή είναι η τροφή που προσιδιάζει στη φύση του· και όταν ο νους βρίσκεται στην περιοχή της αληθινής γνώσεως, δεν έχει ανάγκη να ερωτά, επειδή, όπως το μάτι του σώματος δεν ερωτά και όμως βλέπει τον ήλιο, έτσι και το μάτι της ψυχής δεν διερευνά και όμως βλέπει τη γνώση του πνεύματος. Κατά τον ίδιο τρόπο και η μυστική θεωρία, την οποία εσύ, ω άγιε άνθρωπε, επιθυμείς, αποκαλύπτεται στον νου μετά την αποκατάσταση της υγείας της ψυχής (50). Το να επιχειρεί όμως κανείς να μάθει, μέσω μελέτης και διερευνήσεως, μυστήρια αυτού του είδους, είναι παραλογισμός της ψυχής (51)».
Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι δεν πρέπει να στηρίζεται κανείς στη νοητική προσπάθεια. Χωρίς την ασκητική κάθαρση, το μάτι της ψυχής είναι εξίσου τυφλό απέναντι στη θεωρία όσο και ένα ατροφικό σωματικό μάτι απέναντι στην αισθητή όραση. Δεν υπάρχει άλλη ελπίδα παρά μόνο στις αρετές που αποκτώνται με τους κόπους της ασκήσεως: στις αρετές του σώματος —τη νηστεία, την αγρυπνία και τις κάθε είδους ασκήσεις— και στις αρετές της ψυχής —τη θεία λατρεία, την υπομονή, την «καταστροφή των λογισμών» (52), την ανάγνωση των ιερών βιβλίων και την αδιάλειπτη προσευχή.
Και ιδού σκέψεις εξ ολοκλήρου ευαγριανές: «Πρόσδεσε τον νου σου μέσω της αναγνώσεως και της μελέτης των Γραφών». Ο Ευάγριος είχε πει σχεδόν με τους ίδιους όρους: «Εκείνα που στερεώνουν τον περιπλανώμενο νου είναι η ανάγνωση, η αγρυπνία και η προσευχή» [Praktikos, I, 6].
Ο Φιλόξενος συνεχίζει: «Με την επιμονή στην προσευχή, στη δέηση και στη μελέτη… απόσπασε από την καρδιά σου κάθε εικόνα και κάθε παράσταση…», ακριβώς όπως ο «Νείλος» στο De oratione [κεφ. 67] ή εκείνος του De malignis cogitationibus [κεφ. 24, PG 79,1228], δύο συγγράμματα τα οποία οι Σύροι γνωρίζουν μόνο υπό το όνομα του Ευαγρίου.
Και σε συμφωνία με τον ίδιο διδάσκαλο, ο συγγραφέας μας βεβαιώνει εκ νέου ότι ολόκληρη η προσπάθειά μας πρέπει να κατευθύνεται προς την επίτευξη του σκοπού της «πράξεως», ο οποίος είναι η αγάπη (αρ. 24).
Και ιδού ο ορισμός της θεωρίας: «Η θεωρία είναι πνευματική ζωή του νου, ο οποίος εξίσταται (53) και κατανοεί όλα όσα υπάρχουν και όσα θα υπάρξουν». Ο Ευάγριος [Cent., III, 42] είχε πει: «Είναι η πνευματική γνώση όλων όσα υπάρχουν και όλων όσα θα υπάρξουν…».
Και ιδού η θεωρία της Πρόνοιας, όπως στον Ευάγριο [Cent., I, 27]. Και ακόμη ο «νέος κόσμος», επειδή «μέσω της αυξήσεως της γνώσεως μεταβάλλονται οι κόσμοι» [Cent., II, 17]. Και τέλος αυτή η σχεδόν κατά λέξη υπενθύμιση του Cent. Suppl., 23: «Μέσω των αποκαλύψεων του Πνεύματος ανυψώνεται από γνώση σε γνώση, από θεωρία σε θεωρία και από νόηση σε νόηση…» (αρ. 25). Και έτσι, μέσα από κάθε είδους μεταπτώσεις, ανόδους και καθόδους, φθάνει τελικά κανείς στη θεωρία της Αγίας Τριάδος (αρ. 26).
Υπάρχουν πράγματι τρία κύρια είδη θεωρίας: δύο που έχουν ως αντικείμενο τα κτίσματα, είτε τα σωματικά είτε τα ασώματα, και μία που φθάνει στην Αγία Τριάδα (54). Υπάρχει επίσης η θεωρία του ίδιου του νου από τον εαυτό του (55) (αρ. 27). Και σε όλα αυτά οδηγεί, ξεκινώντας από την πίστη και μέσω της αγάπης, η τήρηση των εντολών του Χριστού.
Εδώ πράγματι αρμόζει να αναφωνήσει κανείς μαζί με τον Ευάγριο: «Ποιος θα κατανοήσει… την αποτελεσματικότητα των εντολών και τις δυνάμεις της ψυχής, και πώς οι πρώτες θεραπεύουν τις δεύτερες και τις οδηγούν στην αληθινή θεωρία;» [Cent. II, 9· πρβλ. II, 74].
Και όμως, ο Φιλόξενος δεν επικαλείται ούτε μία φορά τον συγγραφέα των Γνωστικών Κεφαλαίων, αλλά μόνο το παράδειγμα του αγίου Βασιλείου και των Γρηγορίων. Μήπως ο Ευάγριος είχε ήδη καταστεί ύποπτος; Σε λίγο θα τον δούμε να κατατάσσεται μεταξύ των αγίων. Αναμφίβολα αυτό συμβαίνει απλώς επειδή ο Πατρίκιος Εδέσσης είχε αναφέρει μόνο τον Βασίλειο και τον Γρηγόριο. Όπως και αν έχει, η ευαγριανή έμπνευση είναι φανερή σε όλες αυτές τις αναπτύξεις.
Αποδεικνύεται, επομένως, ότι η άσκηση, αντί να αποτελεί εμπόδιο στην οδό προς τη θεωρία, είναι η ίδια αυτή η οδός, η μοναδική οδός. Και ο Φιλόξενος ειρωνεύεται ευχάριστα τη «σοφία» του αγίου αλληλογράφου του, ο οποίος είχε πιστέψει το αντίθετο (αρ. 28).
Αλλά, αντικρούοντας την πλάνη αυτού του εχθρού της ασκήσεως, ο θεολόγος μας απέδειξε επίσης πόσο επιθυμητή είναι η θεωρία. Γι’ αυτό, ώστε να μην παραπλανήσει την αγαθή ψυχή του Πατρικίου, θα εξετάσει βαθύτερα το ζήτημα της επιθυμίας της θεωρίας, το οποίο είχε ήδη πραγματευθεί.
Η θέση του συνοψίζεται σε λίγες λέξεις: δεν πρέπει να φιλοδοξεί κανείς να αποκτήσει αυτά τα μυστικά χαρίσματα, αλλά την αγάπη.
Τα επιχειρήματά του είναι τα εξής: πρώτα, το παράδειγμα του αγίου Παύλου, ο οποίος επιθυμούσε από αγάπη να γίνει ανάθεμα· πράγμα πολύ ανώτερο ακόμη και από την απλή παραίτηση από τα χαρίσματα της θεωρίας. Έπειτα, η διδασκαλία του ίδιου Αποστόλου (Α΄ Κορ. 13): τίποτε δεν έχει αξία χωρίς την αγάπη, ενώ η αγάπη αποτελεί τη μοναδική νόμιμη θύρα εισόδου στη μυστική βασιλεία (56). Και αφού εισαγάγει εκεί την ψυχή, πάλι η αγάπη στέκεται φρουρός, ώστε να την εμποδίσει να εκπέσει (αρ. 29).
ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟ, ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΜΕ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ , ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ Ή ΑΚΟΜΗ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΤΟΝ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ, ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΜΑΣ;
(36) Strom. III, V, 44, Stählin, σ. 216.
(37) Βλ. J. LEBRETON, στο Recherches de Science Religieuse, 1925, σ. 413–414.
(38) ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Cent. IV, 6.
(39) ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Cent. V, 66.
(40) Χρειάστηκε όλος ο λαϊκισμός των νεότερων λογίων για να ερμηνευθεί η γνώση του Ωριγένη με καθαρά ορθολογική έννοια. Αντιθέτως, δεν μπορεί κανείς παρά να επιδοκιμάσει και να θαυμάσει τη διορατικότητα του W. VÖLKER, ο οποίος επιτέλους έκανε να ακουστεί μια διαφορετική άποψη, Das Vollkommenheitsideal des Origenes, Tübingen 1931, κεφάλαιο II.
(41) ΩΡΙΓΕΝΗΣ, Comm. in Joannem, XIX, 4 και XXXII, 20.
(42) Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Cent. V, 12· 15.
(43) Ο Mai γράφει, με βαρβαρισμό, συγγενόντων και μεταφράζει: quae sese sibi obiiciuntur (sic!)· ο Θεοτόκης: συγγενομένων. Πρέπει να διαβαστεί συγγενῶν.
(44) Η ελληνική μετάφραση παραλείπει αυτές τις τελευταίες λέξεις.
(45) Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Cent. V, 73.
(46) Η μετάφραση του Mai εδώ παρερμηνεύει το νόημα: …huius novi mundi superni in libertate voluntatis· το ελληνικό κείμενο είναι απολύτως ακριβές, αλλά σημαίνει, όπως και το συριακό: supra libertatem voluntatis. Θα δούμε παρακάτω ότι αυτές οι λέξεις στρέφονται εναντίον των Μεσσαλιανών και βεβαιώνουν την αναγκαιότητα της χάριτος, ακόμη και στην «κανονική» οδό της θεωρίας. Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Cent. V, 79.
(47) Cent. V, 60· 63.
(48) Η γαλλική λέξη simple είναι αμφίσημη, αποδίδοντας εξίσου τόσο το ελληνικό ψιλός = συρ. schekhima όσο και το ἁπλοῦς = peschita· πρόκειται όμως για έννοιες όσο το δυνατόν πιο αντίθετες μεταξύ τους. Η βέβηλη γνώση είναι «απλή» από ένδεια, επειδή παραμένει κατώτερη ακόμη και από την ίδια την ανθρώπινη φύση· η αληθινή θεωρία είναι «απλή» μέσω προσεγγίσεως και ενώσεως με τον απείρως απλό πλούτο του Θεού.
(49) Κατά λέξη παράθεση από τον Ευάγριο, Cent. III, 64.
(50) ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Cent. III, 58· IV, 90· V, 57.
(51) Το ελληνικό ἐκείνη δὲ ἡ μετὰ ἐξετάσεως… στον αρ. 23 οφείλεται στην αμφισημία της συριακής αντωνυμίας, η οποία θα μπορούσε, αυστηρά μιλώντας, να αναφέρεται στη λέξη «θεωρία».
(52) Β΄ Κορ. 10,4.
(53) Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Cent. V, 29.
(54) ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Cent. II, 63.
(55) ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Cent. II, 62. Εδώ ο Έλληνας μεταφραστής απέδωσε ορθά με τη φράση τοῦ θεωρεῖν ἑαυτόν.
(56) Η έκφραση προέρχεται από τον Ευάγριο, Επιστολή προς Ανατόλιον, PG 40.1224 C και PG 32.256 C.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου