
Ο οντολογικός ρεαλισμός των μεταθανάτιων ελπίδων μας:
Συμπεράσματα από τις σύντομες αναφορές του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή
Χρήστος Γιανναράς
Εκδόθηκε στον Τόμο:
KNOWING THE PURPOSE
OF CREATION THROUG
THE RESURRECTION
Proceedings of the Symposium on
St Maximus the Confessor
Belgrade, October 18-21, 2012
Edited by
Bishop Maxim (Vasiljevic)
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής δεν έγραψε ιδιαίτερη πραγματεία ή ομιλία ή επιστολή ή κάποια άλλη συστηματική αναφορά με θέμα τη συνέχιση της ανθρώπινης ύπαρξης μετά τον θάνατο. Ωστόσο, στα έργα του υπάρχουν διάσπαρτοι υπαινιγμοί για το θέμα, οι οποίοι θα μπορούσαν ίσως να αποτελέσουν επαρκή βάση για να κατανοήσουμε την προοπτική του. Οι σύντομες αναφορές του μεταφέρουν συνήθως μια οντολογική προσέγγιση, πολύτιμη για τον εμπειρικό χαρακτήρα που απαιτείται για τον ρεαλισμό της εκκλησιαστικής μαρτυρίας.
Δύο διευκρινίσεις θα ήταν χρήσιμες για τη σωστή κατανόηση της προσέγγισης του Μαξίμου σχετικά με τη μετά θάνατον ζωή.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να διευκρινίσουμε ποιος είναι ο ρόλος και η αυθεντία των πατερικών κειμένων και της ίδιας της Γραφής στη ζωή της Εκκλησίας. Και πιο συγκεκριμένα: είναι η Εκκλησία εκείνη που «γεννά» τη Γραφή και την Παράδοση; Καταγράφουν η Γραφή και η Παράδοση τη μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας; Ή μήπως είναι η Παράδοση και η Γραφή που «γεννούν» την Εκκλησία, που λειτουργούν ως οι «πηγές» της εκκλησιαστικής αλήθειας —όπως τα κείμενα του Marx γέννησαν τον μαρξισμό ή τα κείμενα του Freud τον φροϋδισμό;
Στην πρώτη περίπτωση, η αλήθεια της Εκκλησίας είναι γεγονός, τρόπος ύπαρξης ενσαρκωμένος σε ένα συγκεκριμένο «σώμα» ανθρώπινης συνύπαρξης. Αυτός ο τρόπος, αυτός ο τρόπος ύπαρξης εικονίζει —δηλαδή επιδιώκει και δυνητικά πραγματώνει— την ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα και από όλους τους περιορισμούς του χρόνου, του χώρου, της φθοράς και του θανάτου:
τον τρόπο ύπαρξης της άκτιστης τριαδικής Αιτιώδους Αρχής της ύπαρξης.
Η εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος καταγράφεται και μαρτυρείται στα κείμενα της Γραφής, στα λειτουργικά κείμενα, στα κείμενα των Πατέρων. Τα ίδια τα κείμενα είναι καταγραφή αυτής της εμπειρίας· δεν υποκαθιστούν την εμπειρία· η ίδια η εμπειρία —ο τρόπος ύπαρξης— είναι η αλήθεια· τα κείμενα μπορούν μόνο να μας δείξουν τα όριά της —στην καλύτερη περίπτωση. Δεν θα γνωρίσουμε την τριαδικότητα του Θεού διαβάζοντας τη Γραφή ή τις συνοδικές αποφάσεις, αλλά θα τη γνωρίσουμε μετέχοντας —ίσως για μεγάλο χρονικό διάστημα— στον τρόπο ύπαρξης που συγκροτεί την Εκκλησία.
Στη δεύτερη περίπτωση, αν η Γραφή και η Παράδοση «γεννούν» την Εκκλησία και είναι οι «πηγές» της αλήθειάς της, τότε η αλήθεια της Εκκλησίας γίνεται αντιληπτή ως αντικειμενικό δεδομένο —κάθε πρόσωπο μπορεί να την κατέχει ατομικά, με τη βοήθεια του νου του, των συναισθημάτων του ή οποιασδήποτε άλλης ατομικής ιδιότητας. Η αλήθεια μπορεί να γίνει ατομική του κατοχή, προνόμιο και θώρακας του εγώ του. Οι αντικειμενοποιημένες «πηγές» της αλήθειας, τα κείμενα, αναγνωρίζονται και αγιοποιούνται καθαυτά, σαν είδωλα· και η ατομική πιστότητα στο γράμμα των βιβλικών, πατερικών ή λειτουργικών κειμένων αλλοτριώνει την πίστη: από γεγονός και «ἄθλημα» εμπιστοσύνης και αυτοπροσφοράς μετατρέπεται σε ατομικές «πεποιθήσεις». Και η ειδωλοποιημένη «ορθότητα» αυτών των ατομικών πεποιθήσεων μετατρέπεται σε μετρήσιμο κεκτημένο προσόν και σε εγωκεντρική αυτοηδονή.
Ιδού η δεύτερη διευκρίνιση, ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τους υπαινιγμούς του Μαξίμου του Ομολογητή σχετικά με τη συνέχιση της ανθρώπινης ζωής μετά τον θάνατο:
Ακριβώς επειδή η αλήθεια της Εκκλησίας είναι ένα «πώς» και όχι ένα «τι» —είναι ο τρόπος συγκρότησης και λειτουργίας του ευχαριστιακού της σώματος, ένας τρόπος που είναι το «ἄθλημα» της εικονίσεως της τριαδικής πληρότητας του είναι—, δεν προηγείται της Εκκλησίας η παράθεση «θέσεων» που αξιώνουν να απαντήσουν σε κάθε ανθρώπινο ερώτημα περί μετα-φυσικής.
Κατά κανόνα, η Εκκλησία εξέφρασε τη μαρτυρία της εμπειρίας της χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της εποχής της ιστορικής της γέννησης, τη θρησκευτική γλώσσα που τότε ήταν κατανοητή από όλους για κάθε θέμα που αφορούσε τη μετα-φυσική —τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε και από τους Εβραίους για να εκφράσουν την αποκάλυψη του Θεού μέσα στην ιστορία τους. Γι’ αυτό, στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, η διαίρεση της υπερβατικής ύπαρξης σε αριθμημένους «ουρανούς» αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο γεγονός· ή η παρουσία του Θεού δηλώνεται ως φωτιά, σεισμός και ιπτάμενο πουλί· ή επικρατεί η αγγελολογία και δαιμονολογία που είναι κοινή σχεδόν σε όλες τις παγανιστικές θρησκείες της Μέσης Ανατολής κ.λπ.
Η Εκκλησία παρενέβαινε μόνο στις περιπτώσεις όπου η εμπειρική της αλήθεια παραχαρασσόταν ή διατυπωνόταν σε γλώσσα υπερβολικά επιρρεπή σε σημαντικές αποκλίσεις από τον εκκλησιαστικό τρόπο ύπαρξης. Παρενέβαινε σε συνόδους, για να εκφράσει και να διατυπώσει με λόγια, μέσω της μαρτυρίας των επισκόπων της, την εμπειρία ολόκληρης της καθολικής Εκκλησίας. Και σε αυτές τις περιπτώσεις η γλώσσα που χρησιμοποιούσε η Εκκλησία για να εκφραστεί ήταν η καθολική γλώσσα που διαμόρφωσαν οι Έλληνες για να εκφράσουν, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, το οντολογικό πρόβλημα με αξιώσεις συνεπούς —δηλαδή πλήρως μεταδόσιμης— εμπειρικότητας: το πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο πραγματικό και στο φαντασιακό ή νοητό, ανάμεσα στο πράγματι υπάρχον και στο παροδικό και εφήμερο, το πρόβλημα του «νοήματος» —της αιτίας και του σκοπού— της ύπαρξης.
Η Εκκλησία, λοιπόν, όρισε την πίστη της —και την εμπειρία της— στην τριαδικότητα του Θεού και στην Ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου με τη γλώσσα της οντολογικής μέριμνας των Ελλήνων, μαζί με τον ρεαλισμό και την καθολικότητα αυτής της γλώσσας. Η Εκκλησία όρισε επίσης τη διάκριση ανάμεσα στην εικόνα και στο είδωλο, τη διάκριση ανάμεσα στην εικόνα και στη διακοσμητική ζωγραφική που είναι ευχάριστη στις αισθήσεις του ατόμου. Δεν υπήρξε οικουμενική και συνοδική απόφαση σχετικά με τις μεταθανάτιες ελπίδες μας, δηλαδή κάποιος φωτισμός του οντολογικού περιεχομένου της εκκλησιαστικής ελπίδας.
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής εισάγει ορισμένες οντολογικές διευκρινίσεις στους σύντομους υπαινιγμούς για το θέμα, διάσπαρτους στα έργα του. Ωστόσο, αποφεύγει να ολοκληρώσει μια συστηματική οντολογική προσέγγιση, η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ως ερμηνευτική «θέση». Ας μην ξεχνούμε ότι φαίνεται αδύνατο να εκφράσουμε, να σημάνουμε με τη γλώσσα μας μια πραγματικότητα στην οποία δεν έχουμε αισθητηριακή πρόσβαση. Ο απόστολος Παύλος περιγράφει την εμπειρία της ύπαρξης πέρα από τις αισθήσεις ως κάτι κυριολεκτικά απερίγραπτο: «[άκουσε] πράγματα τόσο θαυμαστά, που δεν μπορούν να εκφραστούν με λόγια, πράγματα που δεν επιτρέπεται σε άνθρωπο να εκφέρει» —Β΄ Κορ. 12,4· «μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και νους ανθρώπου δεν συνέλαβε όσα ετοίμασε ο Θεός για εκείνους που τον αγαπούν» —Α΄ Κορ. 2,9.
Ωστόσο, η εκκλησιαστική μαρτυρία κατόρθωσε να εκφράσει την εμπειρία της πραγματικότητας τόσο του κτιστού κόσμου όσο και του ακτίστου με τη βοήθεια της ελληνικής φιλοσοφικής γλώσσας της οντολογίας —με τις κατηγορίες: ουσία-φύση, πρόσωπο-ὑπόσταση, ἐνέργειες τῆς φύσης, ὑποστατικὰ ἰδιώματα, ἑτερότητα, ἐλευθερία, σχέση κ.λπ. Αυτό γίνεται πάντοτε με επίγνωση του αποφατικού χαρακτήρα των γλωσσικών διατυπώσεων, του γεγονότος ότι η κατανόηση των σημαινόντων δεν ταυτίζεται με τη γνώση του σημαινομένου, του γεγονότος ότι η αλήθεια δεν περιορίζεται στις γλωσσικές της διατυπώσεις. Μια τέτοια προσπάθεια έκφρασης και σήμανσης της πραγματικότητας των μεταθανάτιων ελπίδων μας με τη γλώσσα μιας συνεπούς οντολογικής διερώτησης δεν έλαβε χώρα στην ιστορία της Εκκλησίας.
Δεν εμφανίστηκε άραγε το αίτημα για μια τέτοια προσπάθεια; Δεν φανερώθηκε η ανάγκη της; Ή μήπως ήταν αδύνατο, από κάποιο σημείο της ιστορίας και έπειτα, να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος;
Το γεγονός παραμένει ότι η Εκκλησία προσεύχεται και μιλά για τα έσχατα, έως σήμερα, με τη νομική και ψυχολογική γλώσσα των αρχαίων μεσανατολικών θρησκειών, αναμεμειγμένη με αποσπάσματα αποκαλυπτικών οντολογικών εκφράσεων, που παραμένουν ασύνδετα, αν όχι ασύμβατα, με το υπόλοιπο της θρησκευτικής διδασκαλίας.
Ο άγιος Μάξιμος εισάγει οντολογικούς προσδιορισμούς που θα μπορούσαν να γίνουν αφετηρία για μια αναζήτηση πιο συνεπούς εκκλησιαστικής —σε αντίθεση προς τη θρησκευτική— έκφρασης της μεταθανάτιας ελπίδας μας. Η πρώτη πολύτιμη ερμηνευτική διευκρίνιση που του οφείλουμε είναι η θέση του ότι μετά τον θάνατο η ύπαρξη του ανθρώπινου προσώπου πραγματώνεται όχι «κατά φύσιν», αλλά «κατά Χάριν».
Ονομάζουμε «πρόσωπο» τη λογική —δηλαδή τη σχετική με τον Λόγο— υπόσταση κάθε ανθρώπου «κατ’ εικόνα Θεού», κάθε υποστατική πραγμάτωση της ανθρώπινης φύσης. Το ανθρώπινο πρόσωπο υπάρχει υποστασιάζοντας —συγκροτώντας ως υπόσταση— τις κτιστές ενέργειες της κτιστής ανθρώπινης φύσης· τις υποστασιάζει «με ατομικές ιδιότητες», δηλαδή τόσο με μορφική —διακριτική— ετερότητα όσο και με ενεργητική —ελεύθερη από προκαθορισμούς— ετερότητα.
Και γεννιέται το ερώτημα: μετά τον φυσικό θάνατο, μετά την πλήρη παύση των κτιστών ενεργειών της κτιστής ανθρώπινης φύσης, ποιες ενέργειες υποστασιάζει η ανθρώπινη υπόσταση, ώστε να μπορεί να συγκροτεί ένα υπάρχον πρόσωπο, ένα όν που υπάρχει πραγματικά; Ο άγιος Μάξιμος απαντά: μετά τον θάνατό μας, η υπόσταση δεν υποστασιάζει πλέον την κτιστή φύση, αλλά την άκτιστη Χάρη. Ο άνθρωπος υπάρχει όχι «κατά φύσιν» αλλά «κατά Χάριν»· η ύπαρξή του πραγματώνεται όχι μέσω των κτιστών ενεργειών μιας κτιστής φύσης, αλλά με τις ενέργειες μιας ύπαρξης που δίνεται ως δώρο από τον Θεό, με τις άκτιστες ενέργειες της θείας Χάρης.
Ο Μάξιμος δημιουργεί με την οντολογική ερμηνευτική του πρόταση τη δυνατότητα και για μια οντολογική ερμηνεία της κόλασης, η οποία συνήθως κατανοείται με θρησκευτικά κριτήρια, δηλαδή με νομικά και ψυχολογικά. Στην προοπτική του Μαξίμου, ο Θεός ούτε δημιουργεί ούτε επιβάλλει την κόλαση ως τιμωρία. Ο Θεός είναι μόνο αγάπη, και δίνει τον εαυτό Του σε κάθε ανθρώπινο ον, ενωνόμενος μαζί του «προς την αιωνιότητα, προς την αθανασία». Αν η ελευθερία του ανθρώπου έχει αναπτύξει μέσα του μια «ποιότητα διαθέσεως» ικανή να ανταποκριθεί στη Χάρη της ένωσής του με τον Θεό, τότε η ένωση θα είναι για εκείνον που ενώνεται με τον Θεό «ἀνεννόητος ἡδονή». Αν ο άνθρωπος δέχεται αυτή τη ζωοποιό Χάρη αλλά δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτήν, δεν έχει αποκτήσει την ετοιμότητα και την ανταποκριτικότητα γι’ αυτήν, τότε η ένωσή του με τον Θεό θα είναι «ἀνεκλάλητος ὀδύνη», κόλαση.
Η «ὑποκειμένη ἑκάστῳ ποιότης τῆς διαθέσεως», η οποία θα κρίνει την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό μετά τον θάνατο ως «ἀνεννόητη ἡδονή» ή ως «ἀνεκλάλητη ὀδύνη», είναι μια δεύτερη οντολογική προοπτική του αγίου Μαξίμου, κρίσιμη για τις ελπίδες μας. Δεν αναλύει το περιεχόμενο αυτής της «ποιότητας» που θα καθορίσει τη «διάθεση» —και με τη διάθεση εννοεί εδώ την προθυμία μας να αφοσιωθούμε και να προσφέρουμε τον εαυτό μας, την ελευθερία που έχουμε να δώσουμε θετική ή αρνητική απάντηση και αυτοπροσφορά στην ένωση με τον Θεό, την οποία Αυτός προσφέρει.
Ωστόσο, αυτή η «ποιότητα» δεν μπορεί να μεταφραστεί σε λογιστική αρίθμηση και αντιπαράθεση καλών πράξεων και αμαρτιών· αυτή η νομική κατανόηση φωνάζει τις θρησκευτικές —και όχι εκκλησιαστικές— ρίζες της. Μια εκκλησιαστική προσέγγιση θα ήταν ίσως να δει σε αυτή την «ποιότητα διαθέσεως» μια ετοιμότητα που δεν έρχεται «με παρατήρηση» —Λουκ. 17,20— και που πιθανότατα βρίσκει την πιο χαρακτηριστική της εικονογράφηση στο «μνήσθητί μου» του ληστή λίγο πριν από την τελευταία του πνοή. Η «ποιότητα διαθέσεως» του ληστή τον καθιστά κοινωνό του «παραδείσου» την ίδια ημέρα, χωρίς να απαιτείται το παραμικρό αξιομισθίας.
Μια τρίτη οντολογική διευκρίνιση του Μαξίμου αφορά την υπαρξιακή πληρότητα που προσδοκούμε μετά τον θάνατο, «όταν [ο άνθρωπος] ενώνεται με την Πρόνοια με κάθε αμεσότητα, χωρίς μεσολάβηση». Πώς θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε αυτή την άμεση ένωση, αυτή τη συμμετοχή στην πληρότητα του είναι κατά Χάριν, με όρους τρόπου ύπαρξης;
Στη νεκρώσιμη ακολουθία των σημερινών «Ορθόδοξων» Εκκλησιών, η οποία είναι διατυπωμένη σε καθαρά θρησκευτική γλώσσα, επαναλαμβάνονται συνεχώς δεήσεις για την «αιώνια ανάπαυση» του κεκοιμημένου και για τη συγχώρηση —αμαρτιών, σφαλμάτων, εγκλημάτων— που προϋποθέτει αυτή η «ανάπαυση». Ωστόσο, για τον άνθρωπο που έχει γευθεί στην επίγεια ζωή του τη χαρούμενη περιπέτεια της έρευνας, της δημιουργίας, μιας γνώσης που παραμένει πάντοτε απεριόριστη, της απέραντης ποικιλίας της ομορφιάς, της έκπληξης του έρωτα και της τεκνογονίας, των εκφραστικών δυνατοτήτων της Τέχνης, για αυτόν τον άνθρωπο μια «αιώνια ανάπαυση» —δηλαδή μια ίσως ηδονική αλλά σίγουρα στάσιμη αδράνεια, ένα είδος συνταξιοδότησης χωρίς τέλος μέσω του θανάτου— θα ήταν ένας πλήρης εφιάλτης.
Ο άγιος Μάξιμος βλέπει ότι το γίγνεσθαι της ύπαρξης προϋποθέτει την κίνηση ως αναγκαιότητα: η αέναη κίνηση του κτιστού κόσμου μέχρι το τέλος των αιώνων πραγματώνεται στην επιστροφική του κίνηση προς την υπαρξιακή του Αιτία, μια Αιτία που είναι «κατ’ ουσίαν» απρόσιτη³. Επομένως, όταν η ανθρώπινη υπόσταση θα υποστασιάζει την άκτιστη Χάρη και όχι την κτιστή φύση, δεν θα υπάρχει κίνηση και μεταβολή, όπως δεν θα υπάρχει και διάσταση —χώρος και χρόνος. Ο Μάξιμος, στην προσπάθειά του να σημάνει αυτή την πραγματικότητα της συμμετοχής στον άρρητο τρόπο του Ακτίστου με τη γλώσσα του κτιστού, συνδέει αντιφατικές έννοιες: λέει ότι η ανθρώπινη ύπαρξη θα «αποκτήσει μια αεικίνητη στάση και μια στάσιμη κίνηση»⁴. Θέλει να σημάνει την υπαρξιακή ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα κίνησης ή στάσης, την πραγμάτωση της ύπαρξης ως σχέσης, την ελευθερία της αγάπης ως τρόπο της πληρότητας της ύπαρξης.
Μόνο η σχέση μπορεί να περιλάβει την έκσταση της κίνησης —της αναζήτησης, της επιδίωξης— και την πληρότητα της ανάπαυσης ως υπαρξιακό γεγονός. Ίσως αυτό να δηλώνει ο Παύλος με τα λόγια του: «Όλοι εμείς, με ακάλυπτο πρόσωπο, κατοπτρίζοντας τη δόξα του Κυρίου, μεταμορφωνόμαστε στην ίδια εικόνα, από δόξα σε δόξα, όπως από τον Κύριο, το Πνεύμα» —Β΄ Κορ. 3,18· «Τώρα βλέπουμε θαμπά, σαν μέσα από καθρέφτη· τότε όμως πρόσωπο προς πρόσωπο» —Α΄ Κορ. 13,12.
Ακόμη και υπάρχοντας μέσα στα όρια της κτιστότητας, το ανθρώπινο πρόσωπο βιώνει ένα μέρος της συναρπαστικής εμπειρίας της σχέσης και της σχεσιακότητας, της απεριόριστης γνωστικής δυναμικής της σχέσης, της πάντοτε ατελούς πληρότητάς της· το ανθρώπινο πρόσωπο βιώνει στις διαπροσωπικές του σχέσεις μερικές, ίσως λίγες αλλά πάντως αποκαλυπτικές, στιγμές ελευθερίας από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά.
Υπάρχουν και άλλες οντολογικές προσεγγίσεις σχετικά με τις μεταθανάτιες ελπίδες μας στα κείμενα του αγίου Μαξίμου, τόσο άμεσες όσο και έμμεσες. Για παράδειγμα, η δυνατότητα αυτό που στη γλώσσα μας ονομάζουμε «κόλαση» να αναφέρεται στην ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου να μην υπάρχει. Αν το θεμέλιο της ύπαρξης είναι η σχέση με τον Θεό, και η «λογική» σχέση —η οποία, για να είναι λογική-προσωπική, πρέπει να είναι ελεύθερη— συγκροτεί τη λογική-προσωπική ύπαρξη, τότε αυτή η σχέση-ύπαρξη μπορεί είτε να γίνει αποδεκτή είτε ακόμη και να απορριφθεί, οδηγώντας στη μη ύπαρξη.
Η κόλαση, λέει ο Μάξιμος, είναι η άρνηση συμμετοχής στο «κυρίως εἶναι» και στο «εὖ εἶναι» και στο «ἀεὶ εἶναι»⁵: η ελεύθερη αυτοαποκλεισμός από την ύπαρξη, από τη σχέση-μετοχή στο είναι, η άρνηση της σχέσης και, ως τέτοια, η άρνηση του υπάρχειν, της ύπαρξης. Και αυτή η εκούσια μη ύπαρξη, ως στέρηση και απώλεια του δώρου της θεώσεως, μπορεί ίσως να σημάνειται γλωσσικά μόνο συμβολικά, με την εικόνα του ατελεύτητου βασανισμού, της οδύνης και του κλαυθμού.
Έτσι διαλύεται το ανυπόφορο σκάνδαλο ότι ένας Θεός που είναι αγάπη διατηρεί αιώνια στην ύπαρξη τους αρνητές Του μόνο και μόνο για να τους βλέπει να υποφέρουν χωρίς ελπίδα.
Γενικότερα, η οντολογική προοπτική του Μαξίμου σχετικά με την αποκατάσταση —ἀποκατάστασις— «ολόκληρης της φύσης» στην «ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού», η διαφορά ανάμεσα στη δική του προοπτική και σε εκείνη του Ωριγένη ή του Γρηγορίου Νύσσης, αποτελεί μία από τις πιο συναρπαστικές προκλήσεις για μια οντολογική διευκρίνιση της εκκλησιαστικής μαρτυρίας. Μια σύντομη συνεδριακή ανακοίνωση δεν επαρκεί· απλώς μας υπενθυμίζει εκκρεμότητες που ίσως αξίζουν την προσοχή συστηματικής έρευνας. Το παράδειγμα του αγίου Μαξίμου μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας δεν ολοκληρώθηκε οριστικά σε ένα ένδοξο παρελθόν, αλλά πραγματώνεται αενάως με τη δυναμική όλο και πληρέστερων εκφραστικών δυνατοτήτων, ιδίως στο πεδίο της γλώσσας της οντολογικής ερμηνευτικής.
Είναι πολύ πιθανό ότι από το έργο του αγίου Μαξίμου μπορούν να αντληθούν κριτήρια και προϋποθέσεις για τον φωτισμό κρίσιμων ερμηνευτικών εκκρεμοτήτων σχετικά με τις μεταθανάτιες ελπίδες μας. Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση, θα ήθελα να αναφέρω ενδεικτικά μερικές από αυτές τις εκκρεμότητες:
Αν με τον όρο «πρόσωπο» ορίζουμε την ύπαρξη ως —έστω σχετική— ελευθερία αυτοπροσδιορισμού, τότε πώς μπορούμε να δεχθούμε ότι «δεν υπάρχει μετάνοια μετά τον θάνατο»; Μπορεί να υπάρχει προσωπικό ον χωρίς την ικανότητα να συγκροτεί σχέση ή να αρνείται τη σχέση; Παύει ο άνθρωπος να είναι πρόσωπο μετά τον θάνατο; Μετατρέπεται σε απρόσωπο, κτηνώδες ον μονοτροπικού προκαθορισμού;
Μήπως θα έπρεπε να κατανοήσουμε την κατάσταση μετά τον θάνατο ως ελευθερία από τις υπαρξιακές προϋποθέσεις της κτιστότητας, ως ελευθερία από τα υπαρξιακά διλήμματα των αναγκαιοτήτων που κυβερνούν την κτιστή φύση; Δηλαδή ως ελευθερία από τη μετάνοια ή τη μη μετάνοια, ως ελευθερία μετάβασης από δόξα σε δόξα;
Αν απαντήσουμε καταφατικά στο προηγούμενο ερώτημα, πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε οντολογικά την εκκλησιαστική αγγελολογία και δαιμονολογία; Είναι οι άγγελοι και οι δαίμονες προσωπικά όντα; Αν ναι, πώς μπορεί να ερμηνευθεί ο «αμετάβλητος» χαρακτήρας της φύσης τους; Είναι κτιστής ή άκτιστης φύσης; Αν είναι κτιστοί, ποιοι υπαρξιακοί περιορισμοί της κτιστότητας διέπουν τη φύση τους και πώς μπορούν αυτοί οι περιορισμοί να αποσυρθούν στην περίπτωση των αγγέλων, χωρίς η αγγελική φύση να έχει ποτέ προσληφθεί από τον Θεό;
Αν η κίνηση και ο χρόνος αποσύρονται μετά τον θάνατο, γιατί η κρίση ανήκει στο «μέλλον» και γιατί η ανάσταση των νεκρών «προσδοκάται»; Γιατί η σημασιολογία των ελπίδων μας πρέπει να περιορίζεται στη λογική των δεσμεύσεων του κτιστού κόσμου; Ποιες ενδείξεις επιτρέπει η εκκλησιαστική μαρτυρία για μια οντολογική ερμηνεία της «ἐν ἡμῖν ἐλπίδος», κρίνοντας από τη συμπεριφορά του φυσικού σώματος του Χριστού μετά την Ανάστασή Του και κατά το γεγονός της Ανάληψής Του;
Αυτά διατυπώνονται με μια συντομία που δεν αποκλείει τον κίνδυνο.
Χρήστος Γιανναράς
Εκδόθηκε στον Τόμο:
KNOWING THE PURPOSE
OF CREATION THROUG
THE RESURRECTION
Proceedings of the Symposium on
St Maximus the Confessor
Belgrade, October 18-21, 2012
Edited by
Bishop Maxim (Vasiljevic)
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής δεν έγραψε ιδιαίτερη πραγματεία ή ομιλία ή επιστολή ή κάποια άλλη συστηματική αναφορά με θέμα τη συνέχιση της ανθρώπινης ύπαρξης μετά τον θάνατο. Ωστόσο, στα έργα του υπάρχουν διάσπαρτοι υπαινιγμοί για το θέμα, οι οποίοι θα μπορούσαν ίσως να αποτελέσουν επαρκή βάση για να κατανοήσουμε την προοπτική του. Οι σύντομες αναφορές του μεταφέρουν συνήθως μια οντολογική προσέγγιση, πολύτιμη για τον εμπειρικό χαρακτήρα που απαιτείται για τον ρεαλισμό της εκκλησιαστικής μαρτυρίας.
Δύο διευκρινίσεις θα ήταν χρήσιμες για τη σωστή κατανόηση της προσέγγισης του Μαξίμου σχετικά με τη μετά θάνατον ζωή.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να διευκρινίσουμε ποιος είναι ο ρόλος και η αυθεντία των πατερικών κειμένων και της ίδιας της Γραφής στη ζωή της Εκκλησίας. Και πιο συγκεκριμένα: είναι η Εκκλησία εκείνη που «γεννά» τη Γραφή και την Παράδοση; Καταγράφουν η Γραφή και η Παράδοση τη μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας; Ή μήπως είναι η Παράδοση και η Γραφή που «γεννούν» την Εκκλησία, που λειτουργούν ως οι «πηγές» της εκκλησιαστικής αλήθειας —όπως τα κείμενα του Marx γέννησαν τον μαρξισμό ή τα κείμενα του Freud τον φροϋδισμό;
Στην πρώτη περίπτωση, η αλήθεια της Εκκλησίας είναι γεγονός, τρόπος ύπαρξης ενσαρκωμένος σε ένα συγκεκριμένο «σώμα» ανθρώπινης συνύπαρξης. Αυτός ο τρόπος, αυτός ο τρόπος ύπαρξης εικονίζει —δηλαδή επιδιώκει και δυνητικά πραγματώνει— την ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα και από όλους τους περιορισμούς του χρόνου, του χώρου, της φθοράς και του θανάτου:
τον τρόπο ύπαρξης της άκτιστης τριαδικής Αιτιώδους Αρχής της ύπαρξης.
Η εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος καταγράφεται και μαρτυρείται στα κείμενα της Γραφής, στα λειτουργικά κείμενα, στα κείμενα των Πατέρων. Τα ίδια τα κείμενα είναι καταγραφή αυτής της εμπειρίας· δεν υποκαθιστούν την εμπειρία· η ίδια η εμπειρία —ο τρόπος ύπαρξης— είναι η αλήθεια· τα κείμενα μπορούν μόνο να μας δείξουν τα όριά της —στην καλύτερη περίπτωση. Δεν θα γνωρίσουμε την τριαδικότητα του Θεού διαβάζοντας τη Γραφή ή τις συνοδικές αποφάσεις, αλλά θα τη γνωρίσουμε μετέχοντας —ίσως για μεγάλο χρονικό διάστημα— στον τρόπο ύπαρξης που συγκροτεί την Εκκλησία.
Στη δεύτερη περίπτωση, αν η Γραφή και η Παράδοση «γεννούν» την Εκκλησία και είναι οι «πηγές» της αλήθειάς της, τότε η αλήθεια της Εκκλησίας γίνεται αντιληπτή ως αντικειμενικό δεδομένο —κάθε πρόσωπο μπορεί να την κατέχει ατομικά, με τη βοήθεια του νου του, των συναισθημάτων του ή οποιασδήποτε άλλης ατομικής ιδιότητας. Η αλήθεια μπορεί να γίνει ατομική του κατοχή, προνόμιο και θώρακας του εγώ του. Οι αντικειμενοποιημένες «πηγές» της αλήθειας, τα κείμενα, αναγνωρίζονται και αγιοποιούνται καθαυτά, σαν είδωλα· και η ατομική πιστότητα στο γράμμα των βιβλικών, πατερικών ή λειτουργικών κειμένων αλλοτριώνει την πίστη: από γεγονός και «ἄθλημα» εμπιστοσύνης και αυτοπροσφοράς μετατρέπεται σε ατομικές «πεποιθήσεις». Και η ειδωλοποιημένη «ορθότητα» αυτών των ατομικών πεποιθήσεων μετατρέπεται σε μετρήσιμο κεκτημένο προσόν και σε εγωκεντρική αυτοηδονή.
Ιδού η δεύτερη διευκρίνιση, ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τους υπαινιγμούς του Μαξίμου του Ομολογητή σχετικά με τη συνέχιση της ανθρώπινης ζωής μετά τον θάνατο:
Ακριβώς επειδή η αλήθεια της Εκκλησίας είναι ένα «πώς» και όχι ένα «τι» —είναι ο τρόπος συγκρότησης και λειτουργίας του ευχαριστιακού της σώματος, ένας τρόπος που είναι το «ἄθλημα» της εικονίσεως της τριαδικής πληρότητας του είναι—, δεν προηγείται της Εκκλησίας η παράθεση «θέσεων» που αξιώνουν να απαντήσουν σε κάθε ανθρώπινο ερώτημα περί μετα-φυσικής.
Κατά κανόνα, η Εκκλησία εξέφρασε τη μαρτυρία της εμπειρίας της χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της εποχής της ιστορικής της γέννησης, τη θρησκευτική γλώσσα που τότε ήταν κατανοητή από όλους για κάθε θέμα που αφορούσε τη μετα-φυσική —τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε και από τους Εβραίους για να εκφράσουν την αποκάλυψη του Θεού μέσα στην ιστορία τους. Γι’ αυτό, στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, η διαίρεση της υπερβατικής ύπαρξης σε αριθμημένους «ουρανούς» αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο γεγονός· ή η παρουσία του Θεού δηλώνεται ως φωτιά, σεισμός και ιπτάμενο πουλί· ή επικρατεί η αγγελολογία και δαιμονολογία που είναι κοινή σχεδόν σε όλες τις παγανιστικές θρησκείες της Μέσης Ανατολής κ.λπ.
Η Εκκλησία παρενέβαινε μόνο στις περιπτώσεις όπου η εμπειρική της αλήθεια παραχαρασσόταν ή διατυπωνόταν σε γλώσσα υπερβολικά επιρρεπή σε σημαντικές αποκλίσεις από τον εκκλησιαστικό τρόπο ύπαρξης. Παρενέβαινε σε συνόδους, για να εκφράσει και να διατυπώσει με λόγια, μέσω της μαρτυρίας των επισκόπων της, την εμπειρία ολόκληρης της καθολικής Εκκλησίας. Και σε αυτές τις περιπτώσεις η γλώσσα που χρησιμοποιούσε η Εκκλησία για να εκφραστεί ήταν η καθολική γλώσσα που διαμόρφωσαν οι Έλληνες για να εκφράσουν, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, το οντολογικό πρόβλημα με αξιώσεις συνεπούς —δηλαδή πλήρως μεταδόσιμης— εμπειρικότητας: το πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο πραγματικό και στο φαντασιακό ή νοητό, ανάμεσα στο πράγματι υπάρχον και στο παροδικό και εφήμερο, το πρόβλημα του «νοήματος» —της αιτίας και του σκοπού— της ύπαρξης.
Η Εκκλησία, λοιπόν, όρισε την πίστη της —και την εμπειρία της— στην τριαδικότητα του Θεού και στην Ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου με τη γλώσσα της οντολογικής μέριμνας των Ελλήνων, μαζί με τον ρεαλισμό και την καθολικότητα αυτής της γλώσσας. Η Εκκλησία όρισε επίσης τη διάκριση ανάμεσα στην εικόνα και στο είδωλο, τη διάκριση ανάμεσα στην εικόνα και στη διακοσμητική ζωγραφική που είναι ευχάριστη στις αισθήσεις του ατόμου. Δεν υπήρξε οικουμενική και συνοδική απόφαση σχετικά με τις μεταθανάτιες ελπίδες μας, δηλαδή κάποιος φωτισμός του οντολογικού περιεχομένου της εκκλησιαστικής ελπίδας.
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής εισάγει ορισμένες οντολογικές διευκρινίσεις στους σύντομους υπαινιγμούς για το θέμα, διάσπαρτους στα έργα του. Ωστόσο, αποφεύγει να ολοκληρώσει μια συστηματική οντολογική προσέγγιση, η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ως ερμηνευτική «θέση». Ας μην ξεχνούμε ότι φαίνεται αδύνατο να εκφράσουμε, να σημάνουμε με τη γλώσσα μας μια πραγματικότητα στην οποία δεν έχουμε αισθητηριακή πρόσβαση. Ο απόστολος Παύλος περιγράφει την εμπειρία της ύπαρξης πέρα από τις αισθήσεις ως κάτι κυριολεκτικά απερίγραπτο: «[άκουσε] πράγματα τόσο θαυμαστά, που δεν μπορούν να εκφραστούν με λόγια, πράγματα που δεν επιτρέπεται σε άνθρωπο να εκφέρει» —Β΄ Κορ. 12,4· «μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και νους ανθρώπου δεν συνέλαβε όσα ετοίμασε ο Θεός για εκείνους που τον αγαπούν» —Α΄ Κορ. 2,9.
Ωστόσο, η εκκλησιαστική μαρτυρία κατόρθωσε να εκφράσει την εμπειρία της πραγματικότητας τόσο του κτιστού κόσμου όσο και του ακτίστου με τη βοήθεια της ελληνικής φιλοσοφικής γλώσσας της οντολογίας —με τις κατηγορίες: ουσία-φύση, πρόσωπο-ὑπόσταση, ἐνέργειες τῆς φύσης, ὑποστατικὰ ἰδιώματα, ἑτερότητα, ἐλευθερία, σχέση κ.λπ. Αυτό γίνεται πάντοτε με επίγνωση του αποφατικού χαρακτήρα των γλωσσικών διατυπώσεων, του γεγονότος ότι η κατανόηση των σημαινόντων δεν ταυτίζεται με τη γνώση του σημαινομένου, του γεγονότος ότι η αλήθεια δεν περιορίζεται στις γλωσσικές της διατυπώσεις. Μια τέτοια προσπάθεια έκφρασης και σήμανσης της πραγματικότητας των μεταθανάτιων ελπίδων μας με τη γλώσσα μιας συνεπούς οντολογικής διερώτησης δεν έλαβε χώρα στην ιστορία της Εκκλησίας.
Δεν εμφανίστηκε άραγε το αίτημα για μια τέτοια προσπάθεια; Δεν φανερώθηκε η ανάγκη της; Ή μήπως ήταν αδύνατο, από κάποιο σημείο της ιστορίας και έπειτα, να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος;
Το γεγονός παραμένει ότι η Εκκλησία προσεύχεται και μιλά για τα έσχατα, έως σήμερα, με τη νομική και ψυχολογική γλώσσα των αρχαίων μεσανατολικών θρησκειών, αναμεμειγμένη με αποσπάσματα αποκαλυπτικών οντολογικών εκφράσεων, που παραμένουν ασύνδετα, αν όχι ασύμβατα, με το υπόλοιπο της θρησκευτικής διδασκαλίας.
Ο άγιος Μάξιμος εισάγει οντολογικούς προσδιορισμούς που θα μπορούσαν να γίνουν αφετηρία για μια αναζήτηση πιο συνεπούς εκκλησιαστικής —σε αντίθεση προς τη θρησκευτική— έκφρασης της μεταθανάτιας ελπίδας μας. Η πρώτη πολύτιμη ερμηνευτική διευκρίνιση που του οφείλουμε είναι η θέση του ότι μετά τον θάνατο η ύπαρξη του ανθρώπινου προσώπου πραγματώνεται όχι «κατά φύσιν», αλλά «κατά Χάριν».
Ονομάζουμε «πρόσωπο» τη λογική —δηλαδή τη σχετική με τον Λόγο— υπόσταση κάθε ανθρώπου «κατ’ εικόνα Θεού», κάθε υποστατική πραγμάτωση της ανθρώπινης φύσης. Το ανθρώπινο πρόσωπο υπάρχει υποστασιάζοντας —συγκροτώντας ως υπόσταση— τις κτιστές ενέργειες της κτιστής ανθρώπινης φύσης· τις υποστασιάζει «με ατομικές ιδιότητες», δηλαδή τόσο με μορφική —διακριτική— ετερότητα όσο και με ενεργητική —ελεύθερη από προκαθορισμούς— ετερότητα.
Και γεννιέται το ερώτημα: μετά τον φυσικό θάνατο, μετά την πλήρη παύση των κτιστών ενεργειών της κτιστής ανθρώπινης φύσης, ποιες ενέργειες υποστασιάζει η ανθρώπινη υπόσταση, ώστε να μπορεί να συγκροτεί ένα υπάρχον πρόσωπο, ένα όν που υπάρχει πραγματικά; Ο άγιος Μάξιμος απαντά: μετά τον θάνατό μας, η υπόσταση δεν υποστασιάζει πλέον την κτιστή φύση, αλλά την άκτιστη Χάρη. Ο άνθρωπος υπάρχει όχι «κατά φύσιν» αλλά «κατά Χάριν»· η ύπαρξή του πραγματώνεται όχι μέσω των κτιστών ενεργειών μιας κτιστής φύσης, αλλά με τις ενέργειες μιας ύπαρξης που δίνεται ως δώρο από τον Θεό, με τις άκτιστες ενέργειες της θείας Χάρης.
Ο Μάξιμος δημιουργεί με την οντολογική ερμηνευτική του πρόταση τη δυνατότητα και για μια οντολογική ερμηνεία της κόλασης, η οποία συνήθως κατανοείται με θρησκευτικά κριτήρια, δηλαδή με νομικά και ψυχολογικά. Στην προοπτική του Μαξίμου, ο Θεός ούτε δημιουργεί ούτε επιβάλλει την κόλαση ως τιμωρία. Ο Θεός είναι μόνο αγάπη, και δίνει τον εαυτό Του σε κάθε ανθρώπινο ον, ενωνόμενος μαζί του «προς την αιωνιότητα, προς την αθανασία». Αν η ελευθερία του ανθρώπου έχει αναπτύξει μέσα του μια «ποιότητα διαθέσεως» ικανή να ανταποκριθεί στη Χάρη της ένωσής του με τον Θεό, τότε η ένωση θα είναι για εκείνον που ενώνεται με τον Θεό «ἀνεννόητος ἡδονή». Αν ο άνθρωπος δέχεται αυτή τη ζωοποιό Χάρη αλλά δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτήν, δεν έχει αποκτήσει την ετοιμότητα και την ανταποκριτικότητα γι’ αυτήν, τότε η ένωσή του με τον Θεό θα είναι «ἀνεκλάλητος ὀδύνη», κόλαση.
Η «ὑποκειμένη ἑκάστῳ ποιότης τῆς διαθέσεως», η οποία θα κρίνει την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό μετά τον θάνατο ως «ἀνεννόητη ἡδονή» ή ως «ἀνεκλάλητη ὀδύνη», είναι μια δεύτερη οντολογική προοπτική του αγίου Μαξίμου, κρίσιμη για τις ελπίδες μας. Δεν αναλύει το περιεχόμενο αυτής της «ποιότητας» που θα καθορίσει τη «διάθεση» —και με τη διάθεση εννοεί εδώ την προθυμία μας να αφοσιωθούμε και να προσφέρουμε τον εαυτό μας, την ελευθερία που έχουμε να δώσουμε θετική ή αρνητική απάντηση και αυτοπροσφορά στην ένωση με τον Θεό, την οποία Αυτός προσφέρει.
Ωστόσο, αυτή η «ποιότητα» δεν μπορεί να μεταφραστεί σε λογιστική αρίθμηση και αντιπαράθεση καλών πράξεων και αμαρτιών· αυτή η νομική κατανόηση φωνάζει τις θρησκευτικές —και όχι εκκλησιαστικές— ρίζες της. Μια εκκλησιαστική προσέγγιση θα ήταν ίσως να δει σε αυτή την «ποιότητα διαθέσεως» μια ετοιμότητα που δεν έρχεται «με παρατήρηση» —Λουκ. 17,20— και που πιθανότατα βρίσκει την πιο χαρακτηριστική της εικονογράφηση στο «μνήσθητί μου» του ληστή λίγο πριν από την τελευταία του πνοή. Η «ποιότητα διαθέσεως» του ληστή τον καθιστά κοινωνό του «παραδείσου» την ίδια ημέρα, χωρίς να απαιτείται το παραμικρό αξιομισθίας.
Μια τρίτη οντολογική διευκρίνιση του Μαξίμου αφορά την υπαρξιακή πληρότητα που προσδοκούμε μετά τον θάνατο, «όταν [ο άνθρωπος] ενώνεται με την Πρόνοια με κάθε αμεσότητα, χωρίς μεσολάβηση». Πώς θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε αυτή την άμεση ένωση, αυτή τη συμμετοχή στην πληρότητα του είναι κατά Χάριν, με όρους τρόπου ύπαρξης;
Στη νεκρώσιμη ακολουθία των σημερινών «Ορθόδοξων» Εκκλησιών, η οποία είναι διατυπωμένη σε καθαρά θρησκευτική γλώσσα, επαναλαμβάνονται συνεχώς δεήσεις για την «αιώνια ανάπαυση» του κεκοιμημένου και για τη συγχώρηση —αμαρτιών, σφαλμάτων, εγκλημάτων— που προϋποθέτει αυτή η «ανάπαυση». Ωστόσο, για τον άνθρωπο που έχει γευθεί στην επίγεια ζωή του τη χαρούμενη περιπέτεια της έρευνας, της δημιουργίας, μιας γνώσης που παραμένει πάντοτε απεριόριστη, της απέραντης ποικιλίας της ομορφιάς, της έκπληξης του έρωτα και της τεκνογονίας, των εκφραστικών δυνατοτήτων της Τέχνης, για αυτόν τον άνθρωπο μια «αιώνια ανάπαυση» —δηλαδή μια ίσως ηδονική αλλά σίγουρα στάσιμη αδράνεια, ένα είδος συνταξιοδότησης χωρίς τέλος μέσω του θανάτου— θα ήταν ένας πλήρης εφιάλτης.
Ο άγιος Μάξιμος βλέπει ότι το γίγνεσθαι της ύπαρξης προϋποθέτει την κίνηση ως αναγκαιότητα: η αέναη κίνηση του κτιστού κόσμου μέχρι το τέλος των αιώνων πραγματώνεται στην επιστροφική του κίνηση προς την υπαρξιακή του Αιτία, μια Αιτία που είναι «κατ’ ουσίαν» απρόσιτη³. Επομένως, όταν η ανθρώπινη υπόσταση θα υποστασιάζει την άκτιστη Χάρη και όχι την κτιστή φύση, δεν θα υπάρχει κίνηση και μεταβολή, όπως δεν θα υπάρχει και διάσταση —χώρος και χρόνος. Ο Μάξιμος, στην προσπάθειά του να σημάνει αυτή την πραγματικότητα της συμμετοχής στον άρρητο τρόπο του Ακτίστου με τη γλώσσα του κτιστού, συνδέει αντιφατικές έννοιες: λέει ότι η ανθρώπινη ύπαρξη θα «αποκτήσει μια αεικίνητη στάση και μια στάσιμη κίνηση»⁴. Θέλει να σημάνει την υπαρξιακή ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα κίνησης ή στάσης, την πραγμάτωση της ύπαρξης ως σχέσης, την ελευθερία της αγάπης ως τρόπο της πληρότητας της ύπαρξης.
Μόνο η σχέση μπορεί να περιλάβει την έκσταση της κίνησης —της αναζήτησης, της επιδίωξης— και την πληρότητα της ανάπαυσης ως υπαρξιακό γεγονός. Ίσως αυτό να δηλώνει ο Παύλος με τα λόγια του: «Όλοι εμείς, με ακάλυπτο πρόσωπο, κατοπτρίζοντας τη δόξα του Κυρίου, μεταμορφωνόμαστε στην ίδια εικόνα, από δόξα σε δόξα, όπως από τον Κύριο, το Πνεύμα» —Β΄ Κορ. 3,18· «Τώρα βλέπουμε θαμπά, σαν μέσα από καθρέφτη· τότε όμως πρόσωπο προς πρόσωπο» —Α΄ Κορ. 13,12.
Ακόμη και υπάρχοντας μέσα στα όρια της κτιστότητας, το ανθρώπινο πρόσωπο βιώνει ένα μέρος της συναρπαστικής εμπειρίας της σχέσης και της σχεσιακότητας, της απεριόριστης γνωστικής δυναμικής της σχέσης, της πάντοτε ατελούς πληρότητάς της· το ανθρώπινο πρόσωπο βιώνει στις διαπροσωπικές του σχέσεις μερικές, ίσως λίγες αλλά πάντως αποκαλυπτικές, στιγμές ελευθερίας από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά.
Υπάρχουν και άλλες οντολογικές προσεγγίσεις σχετικά με τις μεταθανάτιες ελπίδες μας στα κείμενα του αγίου Μαξίμου, τόσο άμεσες όσο και έμμεσες. Για παράδειγμα, η δυνατότητα αυτό που στη γλώσσα μας ονομάζουμε «κόλαση» να αναφέρεται στην ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου να μην υπάρχει. Αν το θεμέλιο της ύπαρξης είναι η σχέση με τον Θεό, και η «λογική» σχέση —η οποία, για να είναι λογική-προσωπική, πρέπει να είναι ελεύθερη— συγκροτεί τη λογική-προσωπική ύπαρξη, τότε αυτή η σχέση-ύπαρξη μπορεί είτε να γίνει αποδεκτή είτε ακόμη και να απορριφθεί, οδηγώντας στη μη ύπαρξη.
Η κόλαση, λέει ο Μάξιμος, είναι η άρνηση συμμετοχής στο «κυρίως εἶναι» και στο «εὖ εἶναι» και στο «ἀεὶ εἶναι»⁵: η ελεύθερη αυτοαποκλεισμός από την ύπαρξη, από τη σχέση-μετοχή στο είναι, η άρνηση της σχέσης και, ως τέτοια, η άρνηση του υπάρχειν, της ύπαρξης. Και αυτή η εκούσια μη ύπαρξη, ως στέρηση και απώλεια του δώρου της θεώσεως, μπορεί ίσως να σημάνειται γλωσσικά μόνο συμβολικά, με την εικόνα του ατελεύτητου βασανισμού, της οδύνης και του κλαυθμού.
Έτσι διαλύεται το ανυπόφορο σκάνδαλο ότι ένας Θεός που είναι αγάπη διατηρεί αιώνια στην ύπαρξη τους αρνητές Του μόνο και μόνο για να τους βλέπει να υποφέρουν χωρίς ελπίδα.
Γενικότερα, η οντολογική προοπτική του Μαξίμου σχετικά με την αποκατάσταση —ἀποκατάστασις— «ολόκληρης της φύσης» στην «ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού», η διαφορά ανάμεσα στη δική του προοπτική και σε εκείνη του Ωριγένη ή του Γρηγορίου Νύσσης, αποτελεί μία από τις πιο συναρπαστικές προκλήσεις για μια οντολογική διευκρίνιση της εκκλησιαστικής μαρτυρίας. Μια σύντομη συνεδριακή ανακοίνωση δεν επαρκεί· απλώς μας υπενθυμίζει εκκρεμότητες που ίσως αξίζουν την προσοχή συστηματικής έρευνας. Το παράδειγμα του αγίου Μαξίμου μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας δεν ολοκληρώθηκε οριστικά σε ένα ένδοξο παρελθόν, αλλά πραγματώνεται αενάως με τη δυναμική όλο και πληρέστερων εκφραστικών δυνατοτήτων, ιδίως στο πεδίο της γλώσσας της οντολογικής ερμηνευτικής.
Είναι πολύ πιθανό ότι από το έργο του αγίου Μαξίμου μπορούν να αντληθούν κριτήρια και προϋποθέσεις για τον φωτισμό κρίσιμων ερμηνευτικών εκκρεμοτήτων σχετικά με τις μεταθανάτιες ελπίδες μας. Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση, θα ήθελα να αναφέρω ενδεικτικά μερικές από αυτές τις εκκρεμότητες:
Αν με τον όρο «πρόσωπο» ορίζουμε την ύπαρξη ως —έστω σχετική— ελευθερία αυτοπροσδιορισμού, τότε πώς μπορούμε να δεχθούμε ότι «δεν υπάρχει μετάνοια μετά τον θάνατο»; Μπορεί να υπάρχει προσωπικό ον χωρίς την ικανότητα να συγκροτεί σχέση ή να αρνείται τη σχέση; Παύει ο άνθρωπος να είναι πρόσωπο μετά τον θάνατο; Μετατρέπεται σε απρόσωπο, κτηνώδες ον μονοτροπικού προκαθορισμού;
Μήπως θα έπρεπε να κατανοήσουμε την κατάσταση μετά τον θάνατο ως ελευθερία από τις υπαρξιακές προϋποθέσεις της κτιστότητας, ως ελευθερία από τα υπαρξιακά διλήμματα των αναγκαιοτήτων που κυβερνούν την κτιστή φύση; Δηλαδή ως ελευθερία από τη μετάνοια ή τη μη μετάνοια, ως ελευθερία μετάβασης από δόξα σε δόξα;
Αν απαντήσουμε καταφατικά στο προηγούμενο ερώτημα, πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε οντολογικά την εκκλησιαστική αγγελολογία και δαιμονολογία; Είναι οι άγγελοι και οι δαίμονες προσωπικά όντα; Αν ναι, πώς μπορεί να ερμηνευθεί ο «αμετάβλητος» χαρακτήρας της φύσης τους; Είναι κτιστής ή άκτιστης φύσης; Αν είναι κτιστοί, ποιοι υπαρξιακοί περιορισμοί της κτιστότητας διέπουν τη φύση τους και πώς μπορούν αυτοί οι περιορισμοί να αποσυρθούν στην περίπτωση των αγγέλων, χωρίς η αγγελική φύση να έχει ποτέ προσληφθεί από τον Θεό;
Αν η κίνηση και ο χρόνος αποσύρονται μετά τον θάνατο, γιατί η κρίση ανήκει στο «μέλλον» και γιατί η ανάσταση των νεκρών «προσδοκάται»; Γιατί η σημασιολογία των ελπίδων μας πρέπει να περιορίζεται στη λογική των δεσμεύσεων του κτιστού κόσμου; Ποιες ενδείξεις επιτρέπει η εκκλησιαστική μαρτυρία για μια οντολογική ερμηνεία της «ἐν ἡμῖν ἐλπίδος», κρίνοντας από τη συμπεριφορά του φυσικού σώματος του Χριστού μετά την Ανάστασή Του και κατά το γεγονός της Ανάληψής Του;
Αυτά διατυπώνονται με μια συντομία που δεν αποκλείει τον κίνδυνο.
[ΠΡΟΣΔΟΚΟΥΜΕ ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ Ή ΑΝΑΣΤΑΣΗ;]
ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΤΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ! ΜΠΡΑΒΟ ΤΟΥ. ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΑΠΟ ΚΟΙΛΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ. ΕΤΟΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΛΑΚΑΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου