Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 10 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Παρασκευή 17. Απριλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 10

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 15. Το πρόβλημα των κατηγοριών και ο ρόλος της υπερβατολογικής λογικής

Το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης δίνει πρώτα το έδαφος για τον προσδιορισμό της ουσίας της κατηγορίας. Αν αυτή δεν πρέπει να είναι μόνο και όχι πρωτίστως, όπως δηλώνει το όνομα, ένας τρόπος του «αποφαίνεσθαι», σχῆμα τοῦ λόγου, αλλά να μπορεί να ανταποκριθεί στην πιο ιδιάζουσα ουσία της ως σχῆμα τοῦ ὄντος, τότε δεν επιτρέπεται να λειτουργεί ως «στοιχείο» —Notion— της καθαρής γνώσης, αλλά μέσα της πρέπει να βρίσκεται ακριβώς το γνωριζόμενο Είναι του όντος.

Η γνώση όμως του Είναι είναι ενότητα καθαρής εποπτείας και καθαρής σκέψης. Για την ουσία της κατηγορίας, επομένως, γίνεται αποφασιστική ακριβώς η καθαρή εποπτικότητα των νοήσεων —των Notionen.

Τώρα, η «μεταφυσική έκθεση» της καθαρής εποπτείας ήταν το έργο της υπερβατολογικής αισθητικής. Η διαφώτιση του άλλου στοιχείου της καθαρής γνώσης, της καθαρής σκέψης, ανατέθηκε στην υπερβατολογική «λογική», και μάλιστα στην Αναλυτική των εννοιών.

Το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης οδήγησε την έρευνα πέρα από την απομόνωση των στοιχείων. Η καθαρή σύνθεση, επομένως, δεν ανήκει ούτε στην καθαρή εποπτεία ούτε στην καθαρή σκέψη. Γι’ αυτό και η διαφώτιση της καταγωγής της καθαρής σύνθεσης, που αρχίζει τώρα, δεν μπορεί να είναι ούτε υπερβατολογικο-αισθητική ούτε υπερβατολογικο-λογική. Αντίστοιχα, η κατηγορία δεν είναι πρόβλημα ούτε της υπερβατολογικής αισθητικής ούτε της υπερβατολογικής λογικής.

Σε ποια υπερβατολογική επιστήμη εμπίπτει τότε η πραγμάτευση του κεντρικού προβλήματος της δυνατότητας της οντολογίας; Αυτό το ερώτημα παραμένει ξένο στον Kant. Εκείνος αναθέτει στην «Αναλυτική των εννοιών» όχι μόνο τη διαφώτιση της καθαρής έννοιας ως στοιχείου της καθαρής γνώσης, αλλά και τον προσδιορισμό και τη θεμελίωση της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης.

Με αυτόν τον τρόπο η λογική αποκτά ένα ασύγκριτο προβάδισμα έναντι της αισθητικής, παρόλο που, από την άλλη πλευρά, ακριβώς η εποπτεία αποτελεί το πρωτεύον μέσα στο σύνολο της γνώσης.

Αυτή η ιδιομορφία χρειάζεται διασάφηση, αν η προβληματική των επόμενων σταδίων της θεμελίωσης της μεταφυσικής πρόκειται να παραμείνει διαφανής. Η διασάφηση αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, επειδή στην ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού λόγου επικρατεί συνεχώς η τάση να τη συλλαμβάνουν ως μια «λογική της καθαρής γνώσης», ακόμη και εκεί όπου αναγνωρίζεται σχετικό δικαίωμα στην εποπτεία και, συνεπώς, στην υπερβατολογική αισθητική.

Τελικά, το προβάδισμα της υπερβατολογικής λογικής μέσα στο σύνολο της θεμελίωσης της metaphysica generalis είναι, κατά κάποιον τρόπο, δικαιολογημένο. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό η ερμηνεία πρέπει να ελευθερωθεί από την καντιανή αρχιτεκτονική και να καταστήσει προβληματική την ίδια την ιδέα της υπερβατολογικής λογικής.

Πρώτα χρειάζεται να κατανοήσουμε από κοινού ως προς τι ο Kant δικαίως πραγματεύεται στην Αναλυτική των εννοιών όχι μόνο τη διερεύνηση του δεύτερου στοιχείου της καθαρής γνώσης, αλλά και το πρόβλημα της ενότητας των δύο στοιχείων.

Αν η ουσία της σκέψης συνίσταται στην υπηρετική της αναφορά προς την εποπτεία, τότε μια σωστά κατανοημένη Αναλυτική της καθαρής σκέψης πρέπει να εντάξει στο πεδίο της προβληματικής της ακριβώς αυτή την αναφορά ως τέτοια. Το ότι αυτό συμβαίνει στον Kant γίνεται έτσι απόδειξη ότι στο θέμα βρίσκεται η περατότητα της σκέψης. Αν δοθεί στην κυριαρχία της υπερβατολογικής λογικής αυτό το νόημα, τότε από αυτήν δεν προκύπτει καθόλου μια υποβάθμιση της λειτουργίας της υπερβατολογικής αισθητικής ή, ακόμη περισσότερο, ο πλήρης αποκλεισμός της.

Αντίθετα, με την επίγνωση του θεμελίου του προβαδίσματος της υπερβατολογικής λογικής, αυτό το ίδιο προβάδισμα αίρεται· όχι βέβαια υπέρ της υπερβατολογικής αισθητικής, αλλά υπέρ μιας προβληματικής που επαναφέρει το κεντρικό πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης και της θεμελίωσής της σε μια πιο αρχέγονη βάση.

Με το ότι ο Kant αναθέτει στην Αναλυτική των εννοιών και την πραγμάτευση των όρων και των αρχών της «χρήσης» τους, τίθεται αναγκαστικά στο θέμα, υπό τον τίτλο της χρήσης των καθαρών εννοιών, η αναφορά της καθαρής σκέψης προς την εποπτεία. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο το ερώτημα της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης τίθεται πάντοτε ξεκινώντας από το στοιχείο της σκέψης.


Η τάση αυτή υποστηρίζεται διαρκώς από το γεγονός ότι η κατηγορία, η οποία κατά βάθος περιέχει το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας, παρουσιάζεται συγχρόνως πάντοτε ως Notion, υπό τον τίτλο της καθαρής έννοιας του νου.

Σε αυτό προστίθεται όμως κυρίως το ότι ο Kant, με αυτόν τον πρωταρχικό προσανατολισμό προς το στοιχείο της σκέψης, πρέπει να προσφύγει στις γενικές γνώσεις περί σκέψης γενικά, με την έννοια της παραδοσιακής τυπικής λογικής. Έτσι, εκείνο που, μεταστρεφόμενο στο υπερβατολογικό, οδηγεί στο πρόβλημα της καθαρής έννοιας ως κατηγορίας, αποκτά τον χαρακτήρα μιας λογικής, έστω υπερβατολογικο-λογικής, διερεύνησης.

Τέλος, ο προσανατολισμός προς τον Λόγο και προς τη Ratio, σύμφωνα με τη σημασία τους στη δυτική μεταφυσική, έχει εκ των προτέρων προβάδισμα κατά τη θεμελίωση αυτής της μεταφυσικής· πράγμα που εκφράζεται στον προσδιορισμό αυτής της θεμελίωσης ως κριτικής του καθαρού λόγου.

Επιπλέον: ο Kant χρειαζόταν, για την αρχιτεκτονική κυριαρχία και παρουσίαση του «πολύ αναμεμειγμένου υφάσματος της ανθρώπινης γνώσης» 88, το οποίο μόλις μέσω της Αναλυτικής του έγινε φανερό, ένα ορισμένο σχολαστικό πλαίσιο, το οποίο μια νέα λογική της καθαρής γνώσης, που έπρεπε να δημιουργηθεί, μπορούσε ευκολότερα να το αντλήσει από την τυπική λογική.

Όσο αυτονόητη κι αν είναι αυτή η πολλαπλή κυριαρχία της «λογικής» μέσα στην Κριτική του καθαρού λόγου, η ακόλουθη ερμηνεία των περαιτέρω και αποφασιστικών σταδίων της θεμελίωσης της οντολογίας πρέπει να διαπεράσει την αρχιτεκτονική της εξωτερικής ακολουθίας και μορφοποίησης των προβλημάτων και να φέρει μπροστά στα μάτια μας την εσωτερική κίνηση της προβληματικής, η οποία πρώτη οδήγησε τον Kant σε μια τέτοια παρουσίαση.


Το τρίτο στάδιο της θεμελίωσης
Η εσωτερική δυνατότητα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής σύνθεσης


Η φαινομενικά σταθερή απάντηση στο ερώτημα περί της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης, με τον εγγύτερο προσδιορισμό αυτής της ενότητας, διαλύεται προοδευτικά στο πρόβλημα της δυνατότητας μιας τέτοιας ενοποίησης. Στην καθαρή σύνθεση πρέπει να μπορούν να συναντηθούν a priori η καθαρή εποπτεία και η καθαρή σκέψη.

Τι και πώς πρέπει να είναι η ίδια η καθαρή σύνθεση, ώστε να ανταποκρίνεται στο έργο μιας τέτοιας ενοποίησης; Τώρα πρέπει να παρουσιαστεί η καθαρή σύνθεση, τρόπον τινά, από την άποψη ότι δείχνει πώς μπορεί να ενοποιεί τον χρόνο και τη Notion.

Η παρουσίαση του αρχέγονου σχηματισμού της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης είναι το νόημα και το έργο εκείνου που ο Kant ονομάζει «υπερβατολογική παραγωγή των κατηγοριών».

Αν, λοιπόν, η βασική πρόθεση της «παραγωγής» βρίσκεται στην αναλυτική διάνοιξη της θεμελιώδους δομής της καθαρής σύνθεσης, τότε το γνήσιο περιεχόμενό της δεν μπορεί να εκφραστεί μέσα από μια παρουσίασή της ως quaestio juris. Η quaestio juris δεν επιτρέπεται, επομένως, εξαρχής να ληφθεί ως οδηγός της ερμηνείας αυτού του κεντρικού καντιανού διδάγματος. Αντίθετα, το κίνητρο και η εμβέλεια της νομικής διατύπωσης της υπερβατολογικής παραγωγής πρέπει να εξηγηθούν από την ίδια την ουσιαστική προβληματική τάση της.

Για λόγους που θα αναφερθούν αργότερα, η παρούσα ερμηνεία περιορίζεται αποκλειστικά στην επεξεργασία της υπερβατολογικής παραγωγής στην πρώτη έκδοση. Ο Kant τονίζει επανειλημμένα τη «δυσκολία» της υπερβατολογικής παραγωγής και προσπαθεί να «θεραπεύσει» τη «σκοτεινότητά» της.

Η πολλαπλότητα και η περιπλοκή των σχέσεων, που φανερώνονται όλο και πιο έντονα μέσα στο ίδιο το περιεχόμενο του προβλήματος, εμποδίζουν εξαρχής τον Kant να αρκεστεί σε μία και μοναδική αφετηρία της παραγωγής και να καθησυχάσει σε έναν και μοναδικό δρόμο εκτέλεσής της. Αλλά ακόμη και η πολλαπλή εκτέλεση δείχνει τον Kant πάντοτε μέσα σε αγωνιώδη εργασία. Συχνά, μόνο ξαφνικά, στην πορεία, βλέπει καθαρά και λέει προς ποιο σκοπό τείνει η υπερβατολογική παραγωγή. Και εκείνο που θα έπρεπε να παρουσιαστεί μόνο μέσω της αναλυτικής αποκάλυψης προτάσσεται μέσα σε μια απλή «προκαταρκτική υπενθύμιση».

Η εσωτερική πολλαπλότητα του προβλήματος προκαλεί επίσης το ότι, όχι σπάνια, εκείνες οι σχέσεις των οποίων η διασάφηση παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία υφίστανται υπερτονισμένη πραγμάτευση και έτσι παρασύρουν στο να υπερτιμηθεί αντίστοιχα η ουσιαστική τους σημασία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την πραγμάτευση της καθαρής σκέψης μέσα στο σύνολο της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης.

Η ακόλουθη ερμηνεία δεν θα βαδίσει αναλυτικά, ένα προς ένα, τα περίπλοκα μονοπάτια της υπερβατολογικής παραγωγής, αλλά θα αποκαλύψει την αρχέγονη κίνηση της προβληματικής. Πρώτη απαίτηση γι’ αυτό είναι να γίνει επαρκώς σαφής ο ίδιος ο σκοπός της υπερβατολογικής παραγωγής σε σχέση με το καθοδηγητικό πρόβλημα της θεμελίωσης της μεταφυσικής.


Σημειώσεις:

c επειδή ολόκληρη η αφετηρία του ερωτήματος του Είναι, ήδη από την αρχαιότητα, ξεκινά από τον λόγον —κατηγορία!—· το ερώτημα του Είναι = ως οντο-λογία· όπου το «-λογία» δεν δηλώνει μόνο τον χαρακτήρα μιας επιστήμης ή επιστημονικής πειθαρχίας, αλλά οντο-λογολογία!
d και ο τρόπος.

§ 16. Η διαφώτιση της υπέρβασης του περατού λόγου ως βασική πρόθεση της υπερβατολογικής παραγωγής

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΙ ΨΑΧΝΕΙ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΑΙ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΝ ΔΕΝ ΕΡΩΤΑΤΑΙ. ΟΧΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΜΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: