Heidegger και Αριστοτέλης 15
Του Franco Volpi
Του Franco Volpi
Κεφάλαιο 3
Αλήθεια, υποκείμενο, χρονικότητα: η παρουσία του Αριστοτέλη στα μαθήματα του Μάρμπουργκ και στο «Είναι και Χρόνος» ζ
4. Το πρόβλημα της χρονικότητας(συνέχεια)
.......Η απόδοση όμως του χρόνου στην ψυχή ως οντολογικού του τόπου θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο χρόνος είναι κάτι υποκειμενικό. Αυτό όμως θα ερχόταν σε αντίθεση με όσα προέκυψαν από την ερμηνεία του φαινομένου της ενδοχρονικότητας, όπου είδαμε ότι ο χρόνος «περιέχει» και «περιβάλλει» τα φυσικά όντα και τα πράγματα και, ως τέτοιος, είναι αντικειμενικός — μάλιστα το πλέον αντικειμενικό από όλα τα «αντικείμενα». Έτσι, από τη μια πλευρά φαίνεται να είναι παρών αντικειμενικά παντού, στον ουρανό (en ouranoi), στη θάλασσα (en thalassei) και στη γη (en gei), δηλαδή παντού (en panti), ενώ από την άλλη φαίνεται να είναι κάτι σχετικό με την ψυχή (psyche). Παρατηρώντας αυτό (223 a 16-18), ο Αριστοτέλης συλλαμβάνει μια απορία από την οποία γεννιέται εκείνη η διχοτομία μεταξύ υποκειμενικής και αντικειμενικής κατανόησης του χρόνου που έμελλε να διατρέξει ολόκληρη την ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας........
Αλήθεια, υποκείμενο, χρονικότητα: η παρουσία του Αριστοτέλη στα μαθήματα του Μάρμπουργκ και στο «Είναι και Χρόνος» ζ
4. Το πρόβλημα της χρονικότητας(συνέχεια)
.......Η απόδοση όμως του χρόνου στην ψυχή ως οντολογικού του τόπου θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο χρόνος είναι κάτι υποκειμενικό. Αυτό όμως θα ερχόταν σε αντίθεση με όσα προέκυψαν από την ερμηνεία του φαινομένου της ενδοχρονικότητας, όπου είδαμε ότι ο χρόνος «περιέχει» και «περιβάλλει» τα φυσικά όντα και τα πράγματα και, ως τέτοιος, είναι αντικειμενικός — μάλιστα το πλέον αντικειμενικό από όλα τα «αντικείμενα». Έτσι, από τη μια πλευρά φαίνεται να είναι παρών αντικειμενικά παντού, στον ουρανό (en ouranoi), στη θάλασσα (en thalassei) και στη γη (en gei), δηλαδή παντού (en panti), ενώ από την άλλη φαίνεται να είναι κάτι σχετικό με την ψυχή (psyche). Παρατηρώντας αυτό (223 a 16-18), ο Αριστοτέλης συλλαμβάνει μια απορία από την οποία γεννιέται εκείνη η διχοτομία μεταξύ υποκειμενικής και αντικειμενικής κατανόησης του χρόνου που έμελλε να διατρέξει ολόκληρη την ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας........
Τώρα, στηριζόμενος σε αυτή τη θεμελιώδη απορία, ο Heidegger εμβολιάζει στην ερμηνεία της αριστοτελικής πραγματείας περί χρόνου τη δική του ανάλυση της οντολογικής δομής του εδωνά-είναι.
Πράγματι, από την οπτική του Heidegger, το πρόβλημα της υποκειμενικότητας ή της αντικειμενικότητας του χρόνου μπορεί να λυθεί μόνο με τη διασάφηση του θεμελιώδους τρόπου τού είναι εκείνου του όντος που αριθμεί την κίνηση και που, επομένως, αποτελεί την έδρα της εμπειρίας του χρόνου: δηλαδή, για τον Αριστοτέλη, της ψυχής, και για τον Heidegger, του εδωνά-είναι, του Dasein.
Η αριστοτελική πραγματεία περί χρόνου, μολονότι συλλαμβάνει την ουσιώδη σύνδεση χρόνου και ψυχής, δεν φτάνει όμως, κατά τον Heidegger, στο να θέσει ρητά το πρόβλημα του ειδικού θεμελιώδους τρόπου είναι της ανθρώπινης ζωής, του εδωνά-είναι· και, κατά συνέπεια, δεν φτάνει ούτε να συλλάβει την ενιαία χρονική δομή του. Με λίγα λόγια, δεν φτάνει στην πρωταρχική χρονικότητα.[ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ;]
Με αυτή την έννοια, στα μάτια του Heidegger, η αριστοτελική ανάλυση αντιπροσωπεύει την πρώτη και αυστηρότερη φιλοσοφική κατανόηση της κοινής εμπειρίας του χρόνου. Ωστόσο, χάρη στο δικό της βάθος, το οποίο εκδηλώνεται παραδόξως μέσα στην επίφαση μιας ταυτολογίας και μιας λήψης του ζητουμένου, παραπέμπει, με την ίδια της τη δυναμική, στην πιο πρωταρχική διάσταση της χρονικότητας, την οποία ο Heidegger προτίθεται να θεματοποιήσει.
Όπως είναι γνωστό, η σύλληψη της χρονικότητας ως ενιαίας οντολογικής δομής του εδωνά-είναι αποτελεί το σημείο άφιξης της ανάλυσης της ύπαρξης που πραγματοποιείται στο Είναι και χρόνος. Όπως ο Husserl —έστω και μέσα στον ορίζοντα μιας μεταφυσικής της παρουσίας και με προσανατολισμό προς το πρωτείο της theoria— έφτασε, μέσω της ανάλυσης της εσωτερικής συνείδησης του χρόνου, να συλλάβει τη σύνδεση της αποβλεπτικότητας της συνείδησης με τη χρονικότητα, έτσι και ο Heidegger φτάνει, μέσω της ανάλυσης της κοινής εμπειρίας του χρόνου και της φιλοσοφικής της κωδικοποίησης στον Αριστοτέλη, να συλλάβει το θεμελιώδες πρόβλημα της χρονικής δομής του εδωνά-είναι 72.
Μέσα στον ορίζοντα της σύλληψης αυτής της δομής, οι τρεις διαστάσεις του χρόνου, όπως διακρίνονται στην κοινή εμπειρία, ριζώνονται από τον Heidegger σε τρεις θεμελιώδεις στάσεις: δηλαδή στην αναμονή —Gewärtigen—, η οποία καθιστά δυνατή την εμπειρία του μέλλοντος· στην παροντοποίηση —Gegenwärtigen—, η οποία βρίσκεται στη βάση της εμπειρίας του παρόντος· και τέλος στη διατήρηση —Behalten— και, ως οριακή της περίπτωση, στη λήθη —Vergessen—, οι οποίες καθιστούν δυνατή την εμπειρία του παρελθόντος.[ΤΙ ΣΧΕΣΗ ΕΧΕΙ ΜΕ ΤΟ ΤΡΙΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΝΟΤΗΤΑ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΟΣ.ΤΙ Ή ΠΟΙΟΣ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ; ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ; Η ΟΥΣΙΑ; ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΕΣ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΥΤΕ ΧΡΟΝΟΣ ΟΥΤΕ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ. Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΟΡΙΖΕΙ ΠΡΩΤΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ, ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ ΤΙΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ. ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΞΕΚΙΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ ΑΥΞΑΝΕΣΘΕ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΝΕΣΘΕ]
Το θεμέλιο αυτών των στάσεων είναι η πρωταρχική χρονικότητα. Αυτή, με τη σειρά της, στηρίζεται στον θεμελιώδη οντολογικό προσδιορισμό του εδωνά-είναι ως δύνασθαι-είναι· ενός δύνασθαι-είναι το οποίο, όπως δείχθηκε, ανοίγεται και καθορίζεται σε αναφορά προς τον εαυτό του, προς τον κόσμο και προς τους άλλους, με μια θεμελιωδώς πρακτική έννοια.[ΞΕΦΥΓΑΝ ΟΛΑ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟ ΤΘΑΥΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ ΟΛΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ].
Επομένως, ο προσδιορισμός του εδωνά-είναι ως πρωταρχικής χρονικότητας πρέπει να ιδωθεί και να συλληφθεί σε σύνδεση με τον κατεξοχήν πρακτικό χαρακτήρα του εδωνά-είναι. Και, αντιστρόφως, στην πρωταρχική χρονικότητα έχουν το οντολογικό τους θεμέλιο οι πρακτικοί προσδιορισμοί που αναδείχθηκαν προηγουμένως, όπως η Befindlichkeit, το Verstehen ή η Sorge.
Ακριβώς από αυτή τη σύνδεση χρονικότητας και πρακτικής δομής του εδωνά-είναι προκύπτουν δύο συνέπειες καθοριστικές για τη χαϊντεγγεριανή κατανόηση του χρόνου και του εδωνά-είναι.
Πρώτον, όπως είχαμε ήδη την ευκαιρία να επισημάνουμε, εξαιτίας του πρακτικού χαρακτήρα του είναι του εδωνά-είναι, η καθοριστική χρονική διάσταση θα γίνει το μέλλον, αφού στην πρακτική απόφαση πρόκειται για το μελλοντικό είναι. Και αυτό επιτρέπει στον Heidegger να αντιταχθεί στην παραδοσιακή υπεροχή του παρόντος μέσα στη δυτική σκέψη, από τον Αριστοτέλη έως τον Husserl.
Δεύτερον, ανάλογα με το αν το εδωνά-είναι αναλαμβάνει επάνω του το βάρος του δικού του πρακτικού προσδιορισμού ή αν το αποποιείται καταφεύγοντας στις απρόσωπες μορφές του Man —του «κανείς»—, η χρονικότητα θα πραγματώνεται σύμφωνα με αυθεντικούς ή αναυθεντικούς τρόπους.
Όταν πραγματώνει με αυθεντική μορφή το δικό του δύνασθαι-είναι, το εδωνά-είναι είναι πάντοτε μπροστά από τον εαυτό του —vorweg—, είναι εκ-στατικό, εξ-ίσταται, και έτσι ωριμάζει εκείνη την αυθεντική διάσταση του μέλλοντος την οποία ο Heidegger ονομάζει προπορεία ή προτρέξιμο —Vorlaufen.
Σε αυτήν αντιστοιχεί η αυθεντική ωρίμανση του παρόντος ως στιγμής —Augenblick— και η αυθεντική πραγμάτωση του παρελθόντος ως επανάληψης —Wiederholung.
Αυτές οι αυθεντικές πραγματώσεις της χρονικότητας υφίστανται μια αναυθεντική παραμόρφωση εξαιτίας της εγγενούς τάσης του εδωνά-είναι προς την έκπτωση· δηλαδή της τάσης να απαλλαγεί από το βάρος που συνεπάγεται το ότι πρέπει να αποφασίζει γύρω από το ίδιο του το είναι.
Απωθώντας αυτή την υποχρέωση να αντιπαρατεθεί με το δικό του είναι, δηλαδή απωθώντας την κλήση της συνείδησης να αναλάβει το βάρος της απόφασης σχετικά με το δικό του είναι, το εδωνά-είναι απωθεί και το μέλλον ως καθοριστική διάσταση της χρονικότητας του είναι του.
Στην αναυθεντική στάση, η οποία αποφεύγει την υποχρέωση να αποφασίσει γύρω από το δικό της είναι —το οποίο, εφόσον δεν έχει ακόμη αποφασιστεί, είναι μέλλον—, η καθοριστική διάσταση γίνεται εκείνη του παρόντος. Το ον με την κυριολεκτική έννοια γίνεται το ον που είναι παρόν, κοντά στο οποίο το εδωνά-είναι χάνεται, λησμονώντας τον εαυτό του.
Σύμφωνα με αυτό, και το μέλλον και το παρελθόν θα υποστούν, κατά την πραγμάτωσή τους, αναυθεντικές παραμορφώσεις.
Το αποτέλεσμα της αλληλοσύνδεσης ανάμεσα στη χρονική δομή και την πρακτική δομή του εδωνά-είναι μπορεί λοιπόν να συνοψιστεί στο ακόλουθο σχήμα —τα πλαίσια που σημειώνονται με έντονα στοιχεία δηλώνουν την εκάστοτε καθοριστική χρονική διάσταση.
Πράγματι, από την οπτική του Heidegger, το πρόβλημα της υποκειμενικότητας ή της αντικειμενικότητας του χρόνου μπορεί να λυθεί μόνο με τη διασάφηση του θεμελιώδους τρόπου τού είναι εκείνου του όντος που αριθμεί την κίνηση και που, επομένως, αποτελεί την έδρα της εμπειρίας του χρόνου: δηλαδή, για τον Αριστοτέλη, της ψυχής, και για τον Heidegger, του εδωνά-είναι, του Dasein.
Η αριστοτελική πραγματεία περί χρόνου, μολονότι συλλαμβάνει την ουσιώδη σύνδεση χρόνου και ψυχής, δεν φτάνει όμως, κατά τον Heidegger, στο να θέσει ρητά το πρόβλημα του ειδικού θεμελιώδους τρόπου είναι της ανθρώπινης ζωής, του εδωνά-είναι· και, κατά συνέπεια, δεν φτάνει ούτε να συλλάβει την ενιαία χρονική δομή του. Με λίγα λόγια, δεν φτάνει στην πρωταρχική χρονικότητα.[ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ;]
Με αυτή την έννοια, στα μάτια του Heidegger, η αριστοτελική ανάλυση αντιπροσωπεύει την πρώτη και αυστηρότερη φιλοσοφική κατανόηση της κοινής εμπειρίας του χρόνου. Ωστόσο, χάρη στο δικό της βάθος, το οποίο εκδηλώνεται παραδόξως μέσα στην επίφαση μιας ταυτολογίας και μιας λήψης του ζητουμένου, παραπέμπει, με την ίδια της τη δυναμική, στην πιο πρωταρχική διάσταση της χρονικότητας, την οποία ο Heidegger προτίθεται να θεματοποιήσει.
Όπως είναι γνωστό, η σύλληψη της χρονικότητας ως ενιαίας οντολογικής δομής του εδωνά-είναι αποτελεί το σημείο άφιξης της ανάλυσης της ύπαρξης που πραγματοποιείται στο Είναι και χρόνος. Όπως ο Husserl —έστω και μέσα στον ορίζοντα μιας μεταφυσικής της παρουσίας και με προσανατολισμό προς το πρωτείο της theoria— έφτασε, μέσω της ανάλυσης της εσωτερικής συνείδησης του χρόνου, να συλλάβει τη σύνδεση της αποβλεπτικότητας της συνείδησης με τη χρονικότητα, έτσι και ο Heidegger φτάνει, μέσω της ανάλυσης της κοινής εμπειρίας του χρόνου και της φιλοσοφικής της κωδικοποίησης στον Αριστοτέλη, να συλλάβει το θεμελιώδες πρόβλημα της χρονικής δομής του εδωνά-είναι 72.
Μέσα στον ορίζοντα της σύλληψης αυτής της δομής, οι τρεις διαστάσεις του χρόνου, όπως διακρίνονται στην κοινή εμπειρία, ριζώνονται από τον Heidegger σε τρεις θεμελιώδεις στάσεις: δηλαδή στην αναμονή —Gewärtigen—, η οποία καθιστά δυνατή την εμπειρία του μέλλοντος· στην παροντοποίηση —Gegenwärtigen—, η οποία βρίσκεται στη βάση της εμπειρίας του παρόντος· και τέλος στη διατήρηση —Behalten— και, ως οριακή της περίπτωση, στη λήθη —Vergessen—, οι οποίες καθιστούν δυνατή την εμπειρία του παρελθόντος.[ΤΙ ΣΧΕΣΗ ΕΧΕΙ ΜΕ ΤΟ ΤΡΙΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΝΟΤΗΤΑ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΟΣ.ΤΙ Ή ΠΟΙΟΣ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ; ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ; Η ΟΥΣΙΑ; ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΕΣ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΥΤΕ ΧΡΟΝΟΣ ΟΥΤΕ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ. Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΟΡΙΖΕΙ ΠΡΩΤΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ, ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ ΤΙΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ. ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΞΕΚΙΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ ΑΥΞΑΝΕΣΘΕ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΝΕΣΘΕ]
Το θεμέλιο αυτών των στάσεων είναι η πρωταρχική χρονικότητα. Αυτή, με τη σειρά της, στηρίζεται στον θεμελιώδη οντολογικό προσδιορισμό του εδωνά-είναι ως δύνασθαι-είναι· ενός δύνασθαι-είναι το οποίο, όπως δείχθηκε, ανοίγεται και καθορίζεται σε αναφορά προς τον εαυτό του, προς τον κόσμο και προς τους άλλους, με μια θεμελιωδώς πρακτική έννοια.[ΞΕΦΥΓΑΝ ΟΛΑ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟ ΤΘΑΥΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ ΟΛΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ].
Επομένως, ο προσδιορισμός του εδωνά-είναι ως πρωταρχικής χρονικότητας πρέπει να ιδωθεί και να συλληφθεί σε σύνδεση με τον κατεξοχήν πρακτικό χαρακτήρα του εδωνά-είναι. Και, αντιστρόφως, στην πρωταρχική χρονικότητα έχουν το οντολογικό τους θεμέλιο οι πρακτικοί προσδιορισμοί που αναδείχθηκαν προηγουμένως, όπως η Befindlichkeit, το Verstehen ή η Sorge.
Ακριβώς από αυτή τη σύνδεση χρονικότητας και πρακτικής δομής του εδωνά-είναι προκύπτουν δύο συνέπειες καθοριστικές για τη χαϊντεγγεριανή κατανόηση του χρόνου και του εδωνά-είναι.
Πρώτον, όπως είχαμε ήδη την ευκαιρία να επισημάνουμε, εξαιτίας του πρακτικού χαρακτήρα του είναι του εδωνά-είναι, η καθοριστική χρονική διάσταση θα γίνει το μέλλον, αφού στην πρακτική απόφαση πρόκειται για το μελλοντικό είναι. Και αυτό επιτρέπει στον Heidegger να αντιταχθεί στην παραδοσιακή υπεροχή του παρόντος μέσα στη δυτική σκέψη, από τον Αριστοτέλη έως τον Husserl.
Δεύτερον, ανάλογα με το αν το εδωνά-είναι αναλαμβάνει επάνω του το βάρος του δικού του πρακτικού προσδιορισμού ή αν το αποποιείται καταφεύγοντας στις απρόσωπες μορφές του Man —του «κανείς»—, η χρονικότητα θα πραγματώνεται σύμφωνα με αυθεντικούς ή αναυθεντικούς τρόπους.
Όταν πραγματώνει με αυθεντική μορφή το δικό του δύνασθαι-είναι, το εδωνά-είναι είναι πάντοτε μπροστά από τον εαυτό του —vorweg—, είναι εκ-στατικό, εξ-ίσταται, και έτσι ωριμάζει εκείνη την αυθεντική διάσταση του μέλλοντος την οποία ο Heidegger ονομάζει προπορεία ή προτρέξιμο —Vorlaufen.
Σε αυτήν αντιστοιχεί η αυθεντική ωρίμανση του παρόντος ως στιγμής —Augenblick— και η αυθεντική πραγμάτωση του παρελθόντος ως επανάληψης —Wiederholung.
Αυτές οι αυθεντικές πραγματώσεις της χρονικότητας υφίστανται μια αναυθεντική παραμόρφωση εξαιτίας της εγγενούς τάσης του εδωνά-είναι προς την έκπτωση· δηλαδή της τάσης να απαλλαγεί από το βάρος που συνεπάγεται το ότι πρέπει να αποφασίζει γύρω από το ίδιο του το είναι.
Απωθώντας αυτή την υποχρέωση να αντιπαρατεθεί με το δικό του είναι, δηλαδή απωθώντας την κλήση της συνείδησης να αναλάβει το βάρος της απόφασης σχετικά με το δικό του είναι, το εδωνά-είναι απωθεί και το μέλλον ως καθοριστική διάσταση της χρονικότητας του είναι του.
Στην αναυθεντική στάση, η οποία αποφεύγει την υποχρέωση να αποφασίσει γύρω από το δικό της είναι —το οποίο, εφόσον δεν έχει ακόμη αποφασιστεί, είναι μέλλον—, η καθοριστική διάσταση γίνεται εκείνη του παρόντος. Το ον με την κυριολεκτική έννοια γίνεται το ον που είναι παρόν, κοντά στο οποίο το εδωνά-είναι χάνεται, λησμονώντας τον εαυτό του.
Σύμφωνα με αυτό, και το μέλλον και το παρελθόν θα υποστούν, κατά την πραγμάτωσή τους, αναυθεντικές παραμορφώσεις.
Το αποτέλεσμα της αλληλοσύνδεσης ανάμεσα στη χρονική δομή και την πρακτική δομή του εδωνά-είναι μπορεί λοιπόν να συνοψιστεί στο ακόλουθο σχήμα —τα πλαίσια που σημειώνονται με έντονα στοιχεία δηλώνουν την εκάστοτε καθοριστική χρονική διάσταση.
Αυτή η διάρθρωση της χρονικότητας, την οποία ο Heidegger περιγράφει εκτενώς στο Είναι και χρόνος (§§ 65-71), συνδέεται εσωτερικά με τον πρακτικό προσδιορισμό του εδωνά-είναι ως μέριμνας, της οποίας η πρωταρχική χρονικότητα αποτελεί το ενιαίο οντολογικό νόημα.
Έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που έγιναν σχετικά με τον πρακτικό χαρακτήρα του είναι του εδωνά-είναι, μπορεί να ιδωθεί υπό νέο φως και αυτή η σύνδεση, η οποία στο χαϊντεγγεριανό λεξιλόγιο περιγράφεται ως εξής: η μέριμνα είναι ενότητα υπαρκτικότητας, γεγονότητας και έκπτωσης· αλλά η υπαρκτικότητα είναι ένα είναι-μπροστά-από-τον-εαυτό-του —Sich-vorweg-sein—, που αντιστοιχεί στη διάσταση του μέλλοντος· η γεγονότητα είναι ένα είναι-ήδη-μέσα-στον-κόσμο —Schon-sein-in-der-Welt—, που αντιστοιχεί στη διάσταση του παρελθόντος· και η έκπτωση είναι ένα είναι-πλησίον-του-ενδοκοσμικού-όντος —Sein-bei-innerweltlich-begegnendem-Seienden—, που αντιστοιχεί στη διάσταση του παρόντος.
Επομένως, η χρονικότητα, στην τριπλή της διάρθρωση, αντιστοιχεί στη διάρθρωση της μέριμνας και αντιπροσωπεύει το ενιαίο οντολογικό της θεμέλιο. Και αφού η μέριμνα είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας του είναι του εδωνά-είναι, αντιπροσωπεύει συγχρόνως και την ενιαία οντολογική δομή αυτού του είναι.
Έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που έγιναν σχετικά με τον πρακτικό χαρακτήρα του είναι του εδωνά-είναι, μπορεί να ιδωθεί υπό νέο φως και αυτή η σύνδεση, η οποία στο χαϊντεγγεριανό λεξιλόγιο περιγράφεται ως εξής: η μέριμνα είναι ενότητα υπαρκτικότητας, γεγονότητας και έκπτωσης· αλλά η υπαρκτικότητα είναι ένα είναι-μπροστά-από-τον-εαυτό-του —Sich-vorweg-sein—, που αντιστοιχεί στη διάσταση του μέλλοντος· η γεγονότητα είναι ένα είναι-ήδη-μέσα-στον-κόσμο —Schon-sein-in-der-Welt—, που αντιστοιχεί στη διάσταση του παρελθόντος· και η έκπτωση είναι ένα είναι-πλησίον-του-ενδοκοσμικού-όντος —Sein-bei-innerweltlich-begegnendem-Seienden—, που αντιστοιχεί στη διάσταση του παρόντος.
Επομένως, η χρονικότητα, στην τριπλή της διάρθρωση, αντιστοιχεί στη διάρθρωση της μέριμνας και αντιπροσωπεύει το ενιαίο οντολογικό της θεμέλιο. Και αφού η μέριμνα είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας του είναι του εδωνά-είναι, αντιπροσωπεύει συγχρόνως και την ενιαία οντολογική δομή αυτού του είναι.
ΜΕΡΙΜΝΑ
→ υπαρκτικότητα — είναι-μπροστά-από-τον-εαυτό-του — μέλλον
→ γεγονότητα — είναι-ήδη-μέσα-στον-κόσμο — παρελθόν
→ έκπτωση — είναι-πλησίον-του-ενδοκοσμικού όντος — παρόν
ΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
Από αυτές τις διευκρινίσεις σχετικά με τη χαϊντεγγεριανή ερμηνεία της αριστοτελικής αντίληψης του χρόνου, γίνεται φανερό πώς ο Heidegger, ξεκινώντας από τον Αριστοτέλη, φτάνει να συλλάβει το πρόβλημα που αυτή την περίοδο βρίσκεται στο κέντρο των θεωρησιακών του μεριμνών: δηλαδή το πρόβλημα του προσδιορισμού του θεμελιώδους τρόπου είναι του εδωνά-είναι.
Και όπως προηγουμένως, μέσω της ανάλυσης του φαινομένου της αλήθειας, είχε φτάσει να συλλάβει στο αποκαλυπτικό-είναι έναν πρώτο χαρακτήρα του είναι του εδωνά-είναι· όπως έπειτα, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα του «υποκειμένου», είχε εντοπίσει τον κατεξοχήν πρακτικό χαρακτήρα αυτού του είναι· έτσι τώρα, υπό το φως της ερμηνείας της αριστοτελικής κατανόησης του χρόνου, φτάνει να καθορίσει την οντολογική εξίσωση εδωνά-είναι και πρωταρχικής χρονικότητας.
Εξαιτίας αυτής της οντολογικής ριζοσπαστικοποίησης της χρονικότητας, ο Heidegger ωριμάζει κατόπιν τα κίνητρα της απομάκρυνσής του από τις παραδοσιακές αντιλήψεις του χρόνου, οι οποίες —συμπεριλαμβανομένης και της αριστοτελικής— θα παρέμεναν δεμένες με έναν φυσιοκρατικό προσανατολισμό, που θα τις εμπόδιζε να συλλάβουν τη χρονική δομή του εδωνά-είναι.
Όπως ο ίδιος διευκρινίζει σε ένα σημαντικό χωρίο του μαθήματος του θερινού εξαμήνου του 1928 —στο οποίο υπάρχει μια κριτική τοποθέτηση απέναντι στην αντίληψη του χρόνου που εξέθεσε ο Husserl στις Παραδόσεις για τη φαινομενολογία της εσωτερικής συνείδησης του χρόνου, την έκδοση των οποίων επιμελούνταν ακριβώς εκείνη τη χρονιά ο Heidegger 73—, τα διακριτικά γνωρίσματα της παραδοσιακής κατανόησης του χρόνου είναι τα εξής:
«1) Ο χρόνος είναι ο ίδιος, κατ’ αρχάς, κάτι που είναι παρόν με κάποιον τρόπο και σε κάποιον τόπο, κάτι που βρίσκεται σε κίνηση, και μάλιστα κάτι που ρέει ή, όπως λέμε, που παρέρχεται.
Ο χρόνος, ως παροδικός —κατά κάποιον τρόπο το παράδειγμα της παροδικότητας γενικά—, είναι κάτι μέσα στην “ψυχή”, στο υποκείμενο, στη συνείδηση· γι’ αυτό υπάρχει ανάγκη μιας εσωτερικής συνείδησης για να τον συλλάβουμε. Κατά συνέπεια, και οι δυνατότητες κατανόησης και ερμηνείας του χρόνου εξαρτώνται ουσιαστικά από την εκάστοτε κατανόηση της ψυχής, του υποκειμένου, της συνείδησης, του εδωνά-είναι.
Ο χρόνος είναι βέβαια κάτι που παρέρχεται ρέοντας μέσα στην ψυχή, αλλά δεν ανήκει όμως κυριολεκτικά στο κέντρο της ψυχής. Πράγματι, ο χρόνος ιδωμένος πάντοτε σε σύνδεση με τον χώρο· και μέσα στον χώρο, χωρικό, είναι εκείνο που εμείς εμπειρόμαστε με τις αισθήσεις. Αυτό ισχύει και για τον χρόνο: ο χρόνος ανήκει στην αισθητικότητα (...).
Ο χρόνος διακρίνεται, από τον Πλάτωνα και έπειτα, σε σχέση προς την αιωνιότητα, και αυτή νοείται με τρόπο περισσότερο ή λιγότερο θεολογικό. Εκείνο που είναι χρονικό γίνεται τότε γήινο σε σχέση προς εκείνο που είναι ουράνιο» 74.
Μέσα στον ορίζοντα αυτής της φυσιοκρατικής κατανόησης του χρόνου είναι, για τον Heidegger, αδύνατο να φτάσει κανείς στη σύλληψη της οντολογικής σύνδεσης εδωνά-είναι και χρονικότητας. Αλλά ακριβώς επειδή αυτή η κατανόηση —όπως προσπαθεί να δείξει υπό το φως της ερμηνείας του Αριστοτέλη— δεν μπορεί να αποκρύψει πλήρως τη δυναμική του προβλήματος, ανοίγεται σε μια ριζική προβληματοποίηση και «παραπέμπει, σύμφωνα με το φαινομενικό της περιεχόμενο, σε έναν πρωταρχικό χρόνο, τη χρονικότητα» 75.
Για τον Heidegger πρόκειται ακριβώς για τη σύλληψη της χρονικότητας του εδωνά-είναι μέσα στην πρωταρχικότητά της. Και αυτό σημαίνει γι’ αυτόν: χωρίς να τη φιλτράρει πλέον μέσα από τις αντικειμενοποιητικές κατηγορίες της theoria, αλλά συλλαμβάνοντάς την σε σχέση με την ιδιαιτερότητα του κατεξοχήν πρακτικού της χαρακτήρα.
Τα ουσιώδη γνωρίσματα της «υπαρξιακής» κατανόησης του χρόνου που προκύπτουν από αυτό είναι τα εξής:
«1) Στην ουσία του χρόνου ανήκει ο εκ-στατικός του χαρακτήρας.
Μαζί με αυτή την εκστατική σύσταση, ανήκει στον χρόνο ο χαρακτήρας του ορίζοντα.
Ο χρόνος δεν παρέρχεται ούτε στέκει, αλλά ωριμάζει. Η ωρίμανση —Zeitigung— είναι το πρωταρχικό φαινόμενο της “κίνησης”.
Ο χρόνος δεν είναι σχετικός προς την αισθητικότητα, αλλά είναι πρωταρχικότερος από αυτήν, όπως και από το πνεύμα και τον λόγο (...).
Από μεθοδολογική άποψη, πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον ο χρόνος συγκροτεί τη μεταφυσική σύνδεση του εδωνά-είναι, δεν συλλαμβάνεται ακριβώς όταν το εδωνά-είναι τίθεται σε οποιαδήποτε θεωρητική θεματοποίηση: είτε ως ψυχική ολότητα, είτε ως υποκείμενο που γνωρίζει και θέλει, είτε ως αυτοσυνείδηση, είτε ως ενότητα σώματος, ψυχής και πνεύματος. Αντίθετα, η ανάλυση του εδωνά-είναι πρέπει να επιλέξει ως καθοδηγητικό ορίζοντα εκείνο που, πριν από κάθε θεωρία, πέρα από κάθε θεωρία και παρά όλες τις θεωρίες, παραμένει καθοριστικό στην πραγματική ύπαρξη για το είναι-προς-εαυτόν του εδωνά-είναι, μέσα στο συν-είναι του με τους άλλους και μέσα στη σχέση του προς τα όντα που δεν έχουν τον τρόπο είναι του εδωνά-είναι» 76.
Αυτή η απαρίθμηση των κύριων χαρακτηριστικών της χαϊντεγγεριανής κατανόησης του χρόνου, ιδίως το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει, δείχνει επαρκώς πώς ο προσδιορισμός της πρωταρχικής χρονικότητας εμβολιάζεται βαθιά στον πρακτικό προσδιορισμό του τρόπου είναι του εδωνά-είναι που προηγουμένως αναδείχθηκε.
Έτσι, η ερμηνεία της αριστοτελικής πραγματείας περί χρόνου, η οποία καταλήγει στην εξατομίκευση της χρονικότητας ως οντολογικής δομής του εδωνά-είναι, συνδέεται στενά με τη συζήτηση του προβλήματος της αλήθειας και του προβλήματος του «υποκειμένου». Δείχνει έτσι πώς η κριτική αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη, την οποία διεξάγει ο Heidegger στα μαθήματα του Marburg και στο Είναι και χρόνος, αγκαλιάζει, στο εύρος της, ολόκληρο το φάσμα των τριών θεμελιωδών προβλημάτων που απασχολούν τη χαϊντεγγεριανή σκέψη σε αυτή την αποφασιστική φάση της εξέλιξής της.
Πράγματι, η ερμηνεία του Αριστοτέλη σχετικά με τα ζητήματα της αλήθειας, του «υποκειμένου» και της χρονικότητας εμψυχώνει το χαϊντεγγεριανό σχέδιο μιας ριζικής εκ νέου κατανόησης της θεμελιώδους δομής της ανθρώπινης ζωής με όρους εδωνά-είναι. Και μέσω αυτής της εκ νέου κατανόησης θα καταστεί δυνατό για τον Heidegger, παίρνοντας αποστάσεις από την παράδοση, να φτάσει σε εκείνο το ριζικά εξασφαλισμένο θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η μεταφυσική της περατότητας.
5. Τα αποτελέσματα της αντιπαράθεσης
→ υπαρκτικότητα — είναι-μπροστά-από-τον-εαυτό-του — μέλλον
→ γεγονότητα — είναι-ήδη-μέσα-στον-κόσμο — παρελθόν
→ έκπτωση — είναι-πλησίον-του-ενδοκοσμικού όντος — παρόν
ΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
Από αυτές τις διευκρινίσεις σχετικά με τη χαϊντεγγεριανή ερμηνεία της αριστοτελικής αντίληψης του χρόνου, γίνεται φανερό πώς ο Heidegger, ξεκινώντας από τον Αριστοτέλη, φτάνει να συλλάβει το πρόβλημα που αυτή την περίοδο βρίσκεται στο κέντρο των θεωρησιακών του μεριμνών: δηλαδή το πρόβλημα του προσδιορισμού του θεμελιώδους τρόπου είναι του εδωνά-είναι.
Και όπως προηγουμένως, μέσω της ανάλυσης του φαινομένου της αλήθειας, είχε φτάσει να συλλάβει στο αποκαλυπτικό-είναι έναν πρώτο χαρακτήρα του είναι του εδωνά-είναι· όπως έπειτα, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα του «υποκειμένου», είχε εντοπίσει τον κατεξοχήν πρακτικό χαρακτήρα αυτού του είναι· έτσι τώρα, υπό το φως της ερμηνείας της αριστοτελικής κατανόησης του χρόνου, φτάνει να καθορίσει την οντολογική εξίσωση εδωνά-είναι και πρωταρχικής χρονικότητας.
Εξαιτίας αυτής της οντολογικής ριζοσπαστικοποίησης της χρονικότητας, ο Heidegger ωριμάζει κατόπιν τα κίνητρα της απομάκρυνσής του από τις παραδοσιακές αντιλήψεις του χρόνου, οι οποίες —συμπεριλαμβανομένης και της αριστοτελικής— θα παρέμεναν δεμένες με έναν φυσιοκρατικό προσανατολισμό, που θα τις εμπόδιζε να συλλάβουν τη χρονική δομή του εδωνά-είναι.
Όπως ο ίδιος διευκρινίζει σε ένα σημαντικό χωρίο του μαθήματος του θερινού εξαμήνου του 1928 —στο οποίο υπάρχει μια κριτική τοποθέτηση απέναντι στην αντίληψη του χρόνου που εξέθεσε ο Husserl στις Παραδόσεις για τη φαινομενολογία της εσωτερικής συνείδησης του χρόνου, την έκδοση των οποίων επιμελούνταν ακριβώς εκείνη τη χρονιά ο Heidegger 73—, τα διακριτικά γνωρίσματα της παραδοσιακής κατανόησης του χρόνου είναι τα εξής:
«1) Ο χρόνος είναι ο ίδιος, κατ’ αρχάς, κάτι που είναι παρόν με κάποιον τρόπο και σε κάποιον τόπο, κάτι που βρίσκεται σε κίνηση, και μάλιστα κάτι που ρέει ή, όπως λέμε, που παρέρχεται.
Ο χρόνος, ως παροδικός —κατά κάποιον τρόπο το παράδειγμα της παροδικότητας γενικά—, είναι κάτι μέσα στην “ψυχή”, στο υποκείμενο, στη συνείδηση· γι’ αυτό υπάρχει ανάγκη μιας εσωτερικής συνείδησης για να τον συλλάβουμε. Κατά συνέπεια, και οι δυνατότητες κατανόησης και ερμηνείας του χρόνου εξαρτώνται ουσιαστικά από την εκάστοτε κατανόηση της ψυχής, του υποκειμένου, της συνείδησης, του εδωνά-είναι.
Ο χρόνος είναι βέβαια κάτι που παρέρχεται ρέοντας μέσα στην ψυχή, αλλά δεν ανήκει όμως κυριολεκτικά στο κέντρο της ψυχής. Πράγματι, ο χρόνος ιδωμένος πάντοτε σε σύνδεση με τον χώρο· και μέσα στον χώρο, χωρικό, είναι εκείνο που εμείς εμπειρόμαστε με τις αισθήσεις. Αυτό ισχύει και για τον χρόνο: ο χρόνος ανήκει στην αισθητικότητα (...).
Ο χρόνος διακρίνεται, από τον Πλάτωνα και έπειτα, σε σχέση προς την αιωνιότητα, και αυτή νοείται με τρόπο περισσότερο ή λιγότερο θεολογικό. Εκείνο που είναι χρονικό γίνεται τότε γήινο σε σχέση προς εκείνο που είναι ουράνιο» 74.
Μέσα στον ορίζοντα αυτής της φυσιοκρατικής κατανόησης του χρόνου είναι, για τον Heidegger, αδύνατο να φτάσει κανείς στη σύλληψη της οντολογικής σύνδεσης εδωνά-είναι και χρονικότητας. Αλλά ακριβώς επειδή αυτή η κατανόηση —όπως προσπαθεί να δείξει υπό το φως της ερμηνείας του Αριστοτέλη— δεν μπορεί να αποκρύψει πλήρως τη δυναμική του προβλήματος, ανοίγεται σε μια ριζική προβληματοποίηση και «παραπέμπει, σύμφωνα με το φαινομενικό της περιεχόμενο, σε έναν πρωταρχικό χρόνο, τη χρονικότητα» 75.
Για τον Heidegger πρόκειται ακριβώς για τη σύλληψη της χρονικότητας του εδωνά-είναι μέσα στην πρωταρχικότητά της. Και αυτό σημαίνει γι’ αυτόν: χωρίς να τη φιλτράρει πλέον μέσα από τις αντικειμενοποιητικές κατηγορίες της theoria, αλλά συλλαμβάνοντάς την σε σχέση με την ιδιαιτερότητα του κατεξοχήν πρακτικού της χαρακτήρα.
Τα ουσιώδη γνωρίσματα της «υπαρξιακής» κατανόησης του χρόνου που προκύπτουν από αυτό είναι τα εξής:
«1) Στην ουσία του χρόνου ανήκει ο εκ-στατικός του χαρακτήρας.
Μαζί με αυτή την εκστατική σύσταση, ανήκει στον χρόνο ο χαρακτήρας του ορίζοντα.
Ο χρόνος δεν παρέρχεται ούτε στέκει, αλλά ωριμάζει. Η ωρίμανση —Zeitigung— είναι το πρωταρχικό φαινόμενο της “κίνησης”.
Ο χρόνος δεν είναι σχετικός προς την αισθητικότητα, αλλά είναι πρωταρχικότερος από αυτήν, όπως και από το πνεύμα και τον λόγο (...).
Από μεθοδολογική άποψη, πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον ο χρόνος συγκροτεί τη μεταφυσική σύνδεση του εδωνά-είναι, δεν συλλαμβάνεται ακριβώς όταν το εδωνά-είναι τίθεται σε οποιαδήποτε θεωρητική θεματοποίηση: είτε ως ψυχική ολότητα, είτε ως υποκείμενο που γνωρίζει και θέλει, είτε ως αυτοσυνείδηση, είτε ως ενότητα σώματος, ψυχής και πνεύματος. Αντίθετα, η ανάλυση του εδωνά-είναι πρέπει να επιλέξει ως καθοδηγητικό ορίζοντα εκείνο που, πριν από κάθε θεωρία, πέρα από κάθε θεωρία και παρά όλες τις θεωρίες, παραμένει καθοριστικό στην πραγματική ύπαρξη για το είναι-προς-εαυτόν του εδωνά-είναι, μέσα στο συν-είναι του με τους άλλους και μέσα στη σχέση του προς τα όντα που δεν έχουν τον τρόπο είναι του εδωνά-είναι» 76.
Αυτή η απαρίθμηση των κύριων χαρακτηριστικών της χαϊντεγγεριανής κατανόησης του χρόνου, ιδίως το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει, δείχνει επαρκώς πώς ο προσδιορισμός της πρωταρχικής χρονικότητας εμβολιάζεται βαθιά στον πρακτικό προσδιορισμό του τρόπου είναι του εδωνά-είναι που προηγουμένως αναδείχθηκε.
Έτσι, η ερμηνεία της αριστοτελικής πραγματείας περί χρόνου, η οποία καταλήγει στην εξατομίκευση της χρονικότητας ως οντολογικής δομής του εδωνά-είναι, συνδέεται στενά με τη συζήτηση του προβλήματος της αλήθειας και του προβλήματος του «υποκειμένου». Δείχνει έτσι πώς η κριτική αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη, την οποία διεξάγει ο Heidegger στα μαθήματα του Marburg και στο Είναι και χρόνος, αγκαλιάζει, στο εύρος της, ολόκληρο το φάσμα των τριών θεμελιωδών προβλημάτων που απασχολούν τη χαϊντεγγεριανή σκέψη σε αυτή την αποφασιστική φάση της εξέλιξής της.
Πράγματι, η ερμηνεία του Αριστοτέλη σχετικά με τα ζητήματα της αλήθειας, του «υποκειμένου» και της χρονικότητας εμψυχώνει το χαϊντεγγεριανό σχέδιο μιας ριζικής εκ νέου κατανόησης της θεμελιώδους δομής της ανθρώπινης ζωής με όρους εδωνά-είναι. Και μέσω αυτής της εκ νέου κατανόησης θα καταστεί δυνατό για τον Heidegger, παίρνοντας αποστάσεις από την παράδοση, να φτάσει σε εκείνο το ριζικά εξασφαλισμένο θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η μεταφυσική της περατότητας.
5. Τα αποτελέσματα της αντιπαράθεσης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου