Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 6

Συνέχεια από Τετάρτη 6. Μαΐου 202

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 6

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ


Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori

Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016


ΙΙΙ.
ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

4. Τα Τοπικά

Όσον αφορά τις μορφικές όψεις αυτού του κειμένου, έχουμε πολύ λιγότερα προβλήματα σε σχέση με τα άλλα έργα του Οργάνου. Τόσο η δομή των διαφόρων μικρών κεφαλαίων όσο και οι πολυάριθμες εσωτερικές παραπομπές δείχνουν ότι τα Τοπικά αποτελούν ενιαίο έργο· ο ίδιος ο Αριστοτέλης, στην τελευταία φράση του έβδομου βιβλίου, φαίνεται ικανοποιημένος που παρουσίασε τα διαλεκτικά σχήματα βάσει των οποίων μπορεί κανείς να συζητά εύκολα για κάθε θέμα. Και γι’ αυτό μπορεί να φανεί ότι το όγδοο βιβλίο είναι κάπως προσθήκη· όμως —όπως προτείνει η Fermani, σσ. 1098-1099—, υποδεικνύοντας τους γενικούς κανόνες της διαλεκτικής πρακτικής, μπορεί να αποτελεί καλή κατάληξη αυτής της πραγματείας, ιδίως αν, όπως πολλοί υποθέτουν, το ακολουθούσε εκείνο που εμείς γνωρίζουμε ως Σοφιστικοί Έλεγχοι —για τους οποίους θα μιλήσουμε σε λίγο.

Ο τίτλος έπειτα, αν και ασφαλώς όψιμος, είναι σαφής και δείχνει αμέσως ότι βρισκόμαστε σε διαφορετικό έδαφος από εκείνο των Αναλυτικών: σημαίνει «τόποι», με μεταφορική έννοια. Πρόκειται για εκείνα τα πεδία στα οποία ταξινομούνται, συνενώνοντάς τα, επιχειρήματα παρόμοιας φύσης (Ρητορική, 1403a17-18· 1358a12-14). Δεν είναι τυχαίο ότι ο ορισμός του τόπου, που «παραδόξως» εδώ δεν υπάρχει, βρίσκεται έπειτα στη Ρητορική, όπου παραδοσιακά προχωρά κανείς με «σχήματα». Εδώ γίνεται το ίδιο, επειδή γίνεται λόγος για τον διαλεκτικό συλλογισμό.

Είναι επίσης ενδιαφέρον το γεγονός ότι, στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου, όταν πρέπει να εξηγήσει τι είναι ο συλλογισμός, ο Αριστοτέλης προχωρεί σύντομα και αυτόνομα, χωρίς να παραπέμπει στα Αναλυτικά, τα οποία ωστόσο μνημονεύει σε δύο άλλα σημεία. Κατά κάποιον τρόπο, όλα αυτά δείχνουν ότι τα Τοπικά ανήκουν σε μια άλλη γραμμή σκέψης, εκείνη του διαλόγου, η οποία δεν είναι αντίθετη, αλλά ασφαλώς διαφορετική από εκείνη της επιστήμης. Και γι’ αυτό, ιδίως όσο επικρατούσε η «λογική» ανάγνωση του Οργάνου, τα Τοπικά δεν έτυχαν αξιολόγησης ανάλογης με τη σημασία τους. Μόνο τη στιγμή που άρχισε να βλέπεται η αριστοτελική διαλεκτική στη σχέση της με τη ρητορική και την ηθική, αυτό το έργο άρχισε να επανεκτιμάται.

Από μια άλλη άποψη, όμως, η παρουσία του στο Όργανον φαίνεται εντελώς αυτονόητη, σχεδόν αναγκαία. Τα Αναλυτικά, περνώντας από τον συλλογισμό γενικά νοημένο στον επιστημονικό συλλογισμό, δεν πραγματεύθηκαν τον διαλεκτικό συλλογισμό, δηλαδή εκείνον που, ξεκινώντας από προκείμενες βασισμένες στη γνώμη —έστω και κοινώς αποδεκτή, ἔνδοξον, δηλαδή ριζωμένη—, δεν φτάνει ποτέ στην επιστήμη, καθόσον το πολύ επιτυγχάνει συμπεράσματα πιθανά και πιο πειστικά από άλλα. Σε μια συνολική πραγματεία όπως εκείνη που προτείνει ο εκδότης του Οργάνου, δεν μπορεί να παραλειφθεί αυτός ο τύπος επιχειρηματολογίας, που είναι ισχυρός ως προς τη φύση του —είναι συλλογισμός— αλλά ασθενής ως προς τις προκείμενες από τις οποίες ξεκινά ή, αν θέλει κανείς, ως προς τις πραγματικότητες με τις οποίες ασχολείται. Βρισκόμαστε στο εμπειρικό πεδίο, το οποίο καθαυτό δεν είναι πλήρως γνωρίσιμο, και γι’ αυτό πρέπει να αρκεστούμε στα δεδομένα που γίνονται δεκτά από όλους ή από τη μεγάλη πλειονότητα ή από τους σοφούς στον τομέα για τον οποίο γίνεται λόγος (Τοπικά, I 1, 100a18-b23).
Δεν πρόκειται για μικρή διαφορά. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης το διευκρινίζει: πράγματι, αν είναι φανερό ότι, όσον αφορά το σχήμα, η έρευνα είναι η ίδια για τον φιλόσοφο και για τον διαλεκτικό, όσον αφορά όμως τη μορφή της έρευνας είναι πολύ διαφορετική, επειδή στη διαλεκτική είναι αναγκαία η σχέση με ένα άλλο πρόσωπο που πρέπει να πειστεί, ενώ για τον φιλόσοφο, από τη στιγμή που οι προκείμενες του συλλογισμού είναι αληθείς και γνωστές, η αποδοχή ενός ενδεχόμενου συνομιλητή είναι εντελώς αδιάφορη (Τοπικά, VIII 1, 155b7-13).
Αλλά, ως απόδειξη ότι ο λόγος του Αριστοτέλη είναι πλούσιος σε απροσδόκητες παραλλαγές, τα Τοπικά, I 2, 101a25 κ.ε., καθιστούν σαφές ότι ο διαλεκτικός συλλογισμός είναι χρήσιμος όχι μόνο ως άσκηση και σε συνάρτηση με μια συζήτηση, αλλά και για τις φιλοσοφικές επιστήμες. Αυτό εξηγείται, από τη μία πλευρά, με έναν αρκετά προφανή λόγο —η συνήθεια να δείχνει κανείς απορίες και στις δύο πλευρές ενός ζητήματος βοηθά να ανακαλύπτεται ευκολότερα το αληθές και το ψευδές—, από την άλλη με μια αιτιολόγηση που εντυπωσιάζει, επειδή υποστηρίζει ότι αυτός ο συλλογισμός είναι χρήσιμος σε σχέση με τις πρώτες αρχές κάθε επιστήμης. Πράγματι, επειδή, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, είναι αδύνατο να οικοδομηθεί απόδειξη πάνω στις πρώτες αρχές, πρέπει να επιχειρηματολογούμε ξεκινώντας από τις κοινώς αποδεκτές γνώμες.


Επομένως, η επιστήμη χρησιμοποιεί τη διαλεκτική σε όλες τις φάσεις της πορείας της, και γι’ αυτό πρέπει να αναγνωριστεί ότι η τελευταία έχει μια σφαίρα δράσης που εκτείνεται από το πεδίο του πιθανού έως εκείνο της επιστημονικής αλήθειας και της ίδιας της μεταφυσικής. Πράγματι, πολλοί μελετητές έχουν δείξει ότι η μέθοδος που ασκεί ο Αριστοτέλης στην αναζήτηση των αρχών στο φυσικό και μεταφυσικό πεδίο δεν είναι η αποδεικτική μέθοδος των Αναλυτικών, αλλά η διαλεκτική μέθοδος των Τοπικών. Πρέπει λοιπόν να ληφθούν σοβαρά δηλώσεις όπως εκείνη στα Τοπικά, I 11, 104b1-2, όπου ο Αριστοτέλης αποδίδει στη διαλεκτική έναν τύπο έρευνας που έχει ως σκοπό είτε το διαλογικό ζεύγος αποδοχή/απόρριψη είτε την αλήθεια και τη γνώση. Δεν είναι τυχαίο, όπως λέει η Fermani, ότι η λέξη αλήθεια, aletheia, εμφανίζεται στα Τοπικά 57 φορές.
Τέλος, η διαπλοκή ανάμεσα στη λογικο-γλωσσική και την οντολογική διάσταση τεκμηριώνεται εύκολα σε ένα έργο που, ακριβώς επειδή ασχολείται με τη συζήτηση, δηλώνει επανειλημμένη περιφρόνηση για όλους εκείνους που, σε φανερή αντίθεση με όσα δείχνει η πραγματικότητα, προτείνουν παράλογες θέσεις· αυτοί θα μπορούσαν ακόμη και να τιμωρηθούν ή τουλάχιστον να εξαναγκαστούν να ανοίξουν τα μάτια τους, ώστε να τους φύγει κάθε αμφιβολία για το λευκό χρώμα του χιονιού.


5. Οι Σοφιστικοί Έλεγχοι

Οι Σοφιστικοί Έλεγχοι μάς επιβάλλουν ένα πρόβλημα ανάλογο με εκείνο των Αναλυτικών, επειδή ο Αριστοτέλης φαίνεται να θεωρεί αυτό το κείμενο και το προηγούμενο ως ένα ενιαίο σύνολο. Αυτή η πραγματεία, η οποία σύμφωνα με μια πολύ διαδεδομένη vulgata θα μπορούσε να είναι το τελευταίο βιβλίο των Τοπικών, και η οποία πάντως μπορεί να θεωρηθεί μέρος τους, ασχολείται με τις απατηλές επιχειρηματολογίες. Πρόκειται για έναν προφανή σύνδεσμο: αν οι προκείμενες του διαλεκτικού συλλογισμού δεν είναι εξ ορισμού αληθείς, είναι εξαιρετικά εύκολο, στη θέση αρχών αντικειμενικά θεμελιωμένων σε ορθή γνώμη, να τεθούν άλλες που φαίνονται ορθές, ενώ είναι ψευδείς. Έχουμε έτσι τον εριστικό συλλογισμό. Υπάρχουν έπειτα ψευδείς συλλογισμοί, εσφαλμένοι συλλογισμοί, δηλαδή παραλογισμοί. Επειδή είναι πολύ διαδεδομένοι, και λόγω της δράσης σοφιστών και εριστικών, ο Αριστοτέλης αφιερώνει αυτό το κείμενο στον εντοπισμό των πιο κοινών σφαλμάτων και απατών.

Αλλά, ως απόδειξη ότι πρόκειται για έργο που εντάσσεται πλήρως στο Όργανον, έχουμε όχι μόνο μια παραπομπή στα Αναλυτικά —2, 165b9-10—, αλλά και το γεγονός ότι ακριβώς εδώ βρίσκουμε το χωρίο όπου ο Αριστοτέλης διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία του ως προς την ανακάλυψη του συλλογισμού, ενώ αναγνωρίζει ότι για τη ρητορική υπήρχε ήδη πολύ διαθέσιμο θεωρητικό υλικό —34, 184a-b. Με αυτόν τον τρόπο βρίσκουμε στο κείμενο τέσσερα δεδομένα που φαίνεται δύσκολο να αμφισβητηθούν:

1.εδώ ο Αριστοτέλης αξιολογεί το έργο του εξετάζοντας μαζί τη «λογική» και τη ρητορική συμβολή, μια «διασταύρωση» που έχουμε ήδη δει αρκετές φορές·
2.αυτό τον οδηγεί να υπογραμμίσει μια διαφορά: ενώ στο ρητορικό επίπεδο μπορεί να αναγνωρίσει ότι είναι και οφειλέτης της προηγούμενης θεωρητικής επεξεργασίας, ως προς τον συλλογισμό ο Σταγειρίτης υποστηρίζει ότι η ανακάλυψη είναι όλη δική του·
3.από την οπτική της ανακάλυψης του συλλογισμού, το μπλοκ Αναλυτικά-Τοπικά εμφανίζεται ενιαίο, καθόσον αποτελεί μια «πλήρη» πραγμάτευση του ίδιου του συλλογισμού·
4.αυτή η κρίση, η οποία θα είχε λίγο νόημα σε ένα αποκομμένο και «αρνητικό» έργο όπως οι Σοφιστικοί Έλεγχοι, βρίσκει επαρκή εξήγηση αν αυτό το κείμενο αποτελούσε την κατάληξη των Τοπικών.

Ωστόσο, η Fermani, στο Εισαγωγικό της Δοκίμιο, σσ. 1650-1651, υπογραμμίζει σωστά ότι στο κείμενο των Ελέγχων υπάρχουν και λόγοι που ωθούν να το αντιμετωπίσουμε ως αυτόνομο έργο. Όπως κι αν έχει, ο —ενδεχόμενος— χωρισμός εξηγείται εύκολα: αυτό το κείμενο είναι απολύτως ολοκληρωμένο και ομοιογενές, από την προκείμενη για τον σκοπό έως την τελική σύνοψη· αναπτύσσεται με πολύ πιο συνεκτικά βήματα από το συνηθισμένο και παρουσιάζει τη δική του αυτόνομη σημασία, καθόσον προσφέρει τα επιχειρήματα με τα οποία αποκαλύπτονται τα σφάλματα και οι απάτες των σοφιστών.

Αλλά ακόμη κι αν δεχθούμε τη θέση του μορφικού χωρισμού ανάμεσα στα δύο έργα, παραμένει ο πολύ στενός δεσμός που υπάρχει, ιδίως στο αριστοτελικό πλαίσιο, ανάμεσα στον θετικό λόγο και στον αρνητικό, ανάμεσα στη χρήση της διαλεκτικής με σκοπό να πείσει ή να «αποδείξει» και στη χρήση της για έλεγχο. «Τα δύο έργα, επομένως, φαίνεται να είναι στενά συνδεδεμένα, και τα Τοπικά σχετίζονται με τους Σοφιστικούς Ελέγχους όπως η “έντιμη συζήτηση” σχετίζεται με την “απατηλή επικοινωνία” και με τις προσπάθειες αποκάλυψής της. Πρόκειται για μια σύνδεση που εξηγείται πολύ καλά, δεδομένου ότι ένα από τα θεμέλια της αριστοτελικής γνωσιολογίας είναι ότι η γνώση των αντιθέτων είναι μία»²⁴.

Σε κάθε περίπτωση, ο σκοπός του κειμένου είναι σαφής: να δείξει ότι οι σοφισμοί έχουν την εμφάνιση μιας επιχειρηματολογίας που «πετυχαίνει» εξαιτίας της άγνοιας των συνομιλητών. Για να αποφευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, ο Αριστοτέλης θέτει στη διάθεση του αναγνώστη τα σχήματα και τα είδη των σοφισμών, δείχνοντας επίσης με ποιους τρόπους αυτοί καταφέρνουν να παράγουν την εμφάνιση του ελέγχου. Και σε αυτή την επιχείρηση συμβαίνει συχνά να υπογραμμίζει μια σύγκριση με τις ρητορικές επιχειρηματολογίες.

Τέλος, μπορούμε να επαναλάβουμε και για τους Σοφιστικούς Ελέγχους δύο δεδομένα. Πρώτον, ο Αριστοτέλης δηλώνει ρητά ότι αυτή η μελέτη είναι σημαντική όχι μόνο για τις αντιπαραθέσεις, αλλά και για την ίδια τη φιλοσοφική έρευνα, έστω για τρεις λόγους που μπορεί να φαίνονται κάπως εξωτερικοί —16, 175a5-16:

1.βοηθούν να κατανοηθεί καλύτερα με πόσους τρόπους λέγεται ένα πράγμα και επομένως να συλληφθούν οι ομοιότητες και οι διαφορές που αφορούν τόσο τις πραγματικότητες όσο και τα ονόματα·
2.ακόμη και εκείνος που στοχάζεται μόνος του θα μπορούσε να πέσει θύμα εσφαλμένων συλλογισμών·
3.επηρεάζουν την κρίση των άλλων, δίνοντας την εντύπωση ότι είναι ασκημένοι πάνω σε κάθε θέμα.

Το δεύτερο δεδομένο είναι ότι και σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να επιβεβαιώσουμε τον δεσμό ανάμεσα στο λογικο-γλωσσικό και στο οντολογικό πεδίο: «οι Σοφιστικοί Έλεγχοι, καθώς διαμορφώνονται ως ένα “προστατευτικό φάρμακο” ενάντια στο ψεύδος και στην επίφαση γνώσης, βρίσκουν στην αλήθεια αφενός και στην αναφορά στο οντολογικό πεδίο αφετέρου ένα ισχυρό ανάχωμα ενάντια στο ψευδές»²⁵. Δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς εδώ βρίσκουμε την παραδειγματική διατύπωση σχετικά με τη λειτουργία των λέξεων, οι οποίες είναι σύμβολα των πραγμάτων, παρότι έχουν τη δική τους δομική αδυναμία —1, 165a6-17. Και ο δεσμός με την ηθική διάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντικός: η ίδια η αλήθεια δεν έχει μόνο θεμελιώδη λογικο-οντολογική αξία, αλλά συνεπάγεται και σημαντικές επιπτώσεις στο ηθικό πεδίο.

Σημειώσεις:


22.Η ίδια έννοια επαναλαμβάνεται στα Μεταφυσικά, III 2, 997a30-32.
23.Τοπικά I, 11, 105a3-7. Η Fermani, στο Εισαγωγικό της Δοκίμιο, σσ. 1151-1154, δίνει μια ευρεία σειρά κειμενικών παραπομπών προς υποστήριξη αυτής της αριστοτελικής στάσης.
24.Fermani, Εισαγωγικό Δοκίμιο, σσ. 1653-1654.
25.Fermani, Εισαγωγικό Δοκίμιο, σ. 1670.

Συνεχίζεται με: Συμπεράσματα

Δεν υπάρχουν σχόλια: