Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 5

Συνέχεια από Τρίτη 5 Μαίου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 5

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ

Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori


Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016

ΙΙΙ.
ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

3. Τα Αναλυτικά


Με βάση όσα μόλις είπαμε, καταρρέει κάθε υπόθεση που θεωρεί τα τρία πρώτα κείμενα του Οργάνου ένα είδος τριπτύχου που παρουσιάζει, με τη σειρά, μια «λογική των όρων», μια «λογική των προτάσεων» και μια «λογική των συλλογισμών». Αυτό το στοιχείο υπάρχει, και εξηγεί την επιλογή του εκδότη, αλλά τα κείμενα δεν είναι κατασκευασμένα γι’ αυτό και δεν είναι μόνο αυτό. Ιδιαίτερα αυτό ισχύει για τα Αναλυτικά Πρότερα.

Εδώ η ιστορία του κειμένου μάς φέρνει μπροστά σε μια άλλη πολύ ιδιαίτερη κατάσταση. Εδώ και αιώνες μελετούμε τα Αναλυτικά Πρότερα και τα Αναλυτικά Ύστερα, υπογραμμίζοντας τις διαφορές και τις ομοιότητές τους και θέτοντας διάφορα ερωτήματα για τις σχέσεις τους. Σε αυτό δεν είμαστε πιστοί στη διδασκαλία του Σταγειρίτη, αφού «ο Αριστοτέλης, στα γραπτά του, παραπέμπει πάντοτε στα Αναλυτικά ως ενιαίο σύνολο, χωρίς να διακρίνει Πρότερα και Ύστερα, και οι εσωτερικές παραπομπές των ίδιων των Αναλυτικών καθιστούν σαφές ότι ο Αριστοτέλης θεωρεί το σύγγραμμά του, στην τελική του εκδοχή, ως ενιαίο κείμενο»¹⁶.

Το κείμενο φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτό το δεδομένο με έναν στενό παραλληλισμό ανάμεσα στην αρχή των Προτέρων, όπου δηλώνεται ότι η έρευνα αφορά την απόδειξη, δηλαδή την αποδεικτική επιστήμη, και επομένως τον συλλογισμό (Αναλυτικά Πρότερα, I 1, 24a10 κ.ε.), και στο τέλος των Υστέρων, όπου επιβεβαιώνεται ότι έχει αποσαφηνιστεί τι είναι ο συλλογισμός, η απόδειξη και η αποδεικτική επιστήμη (Αναλυτικά Ύστερα, II 19, 99b15 κ.ε.). Φαίνεται αδύνατο να αρνηθεί κανείς ότι ο Αριστοτέλης αναπτύσσει μια ενιαία πορεία, την οποία μόνο μεταγενέστεροι εκδότες των έργων χώρισαν.

Αυτή η διαίρεση, πλέον τόσο βαθιά ριζωμένη ώστε παραμείναμε πιστοί σε αυτήν και στον παρόντα τόμο, συνιστά ασφαλώς έναν κίνδυνο, επειδή, αν φτάσει στα άκρα, συνεπάγεται τον ισχυρισμό ότι είναι δυνατόν να κατανοήσει κανείς αυτόνομα το πρώτο μισό ή το δεύτερο μισό ενός «κύκλου μαθημάτων», πράγμα προφανώς εντελώς παράλογο και διπλά προβληματικό.

Πράγματι, αφού αναγνωρίσουμε τον «ιδιαίτερο» χαρακτήρα των δύο προηγούμενων κειμένων και την προπαιδευτική αξία που αυτά ασφαλώς είχαν στην πρόθεση του εκδότη του Οργάνου, πρέπει να πούμε ότι εδώ αρχίζει η «λογική», δηλαδή ακριβώς «αναλυτική», σκέψη του Σταγειρίτη. Πράγματι, αντικείμενο της πραγματείας είναι η απόδειξη ως αναντικατάστατο όργανο της ανθρώπινης σκέψης, η οποία πρέπει να εντοπίζει το θεμέλιο των ισχυρισμών της. Αυτό είναι δυνατό μόνο τη στιγμή που οικοδομούμε έναν συλλογισμό περνώντας από τη μία πρόταση στην άλλη. Αλλά αυτό το πέρασμα είναι γεμάτο παγίδες, γι’ αυτό είναι εξαιρετικά εύκολο να σφάλει κανείς.

Είναι λοιπόν αναγκαίο να φωτιστεί η πιο αυστηρή ορθολογική διαδικασία, την οποία ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει ως συλλογισμό: πράγματι, το ίδιο το κείμενο μιλά για μελέτες περὶ τοῦ συλλογισμοῦ, «περί του συλλογισμού» (Αναλυτικά Πρότερα, I 3, 73a14-15· II 1, 77a34).

Για τον Σταγειρίτη, πρόκειται να εντοπιστούν οι περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατόν να ληφθεί αναγκαία ένα αποτέλεσμα με αφετηρία δεδομένα που έχουν γίνει δεκτά· αυτό τον οδηγεί να επιχειρήσει να αναγάγει κάθε συμπέρασμα αυτού του τύπου σε έναν από τους τρόπους των συλλογιστικών σχημάτων. Τα Αναλυτικά, λοιπόν, περιστρέφονται γύρω από τον συλλογισμό στις διάφορες μορφές και εφαρμογές του, ξεκινώντας από τον πρώτο κανόνα, ο οποίος τον θέλει ως σύνδεση ανάμεσα σε δύο όρους μέσω ενός τρίτου που λειτουργεί ως μέσος. Γι’ αυτό η δομή του συλλογισμού είναι τριαδική, βασισμένη σε δύο προκείμενες και ένα συμπέρασμα.

Ο Αριστοτέλης δεν σκοπεύει να αναγάγει κάθε μορφή συλλογισμού στον συλλογισμό, αλλά μόνο να αναδείξει τον «ισχυρό» και τυποποιήσιμο χαρακτήρα του, πράγμα που δεν του φαίνεται δυνατό ή εξίσου ενδιαφέρον σε άλλα πρότυπα συλλογισμού. Ουσιαστικά, περιορίζει το πεδίο σε εκείνες τις συναγωγές στις οποίες το συμπέρασμα εξαρτάται από τη σχέση που εγκαθιδρύεται στις προκείμενες ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς όρους, αποκλείοντας επομένως εκείνες στις οποίες η παραγωγή προκύπτει από μία μόνο προκείμενη. Το ισχυρό σημείο, στο οποίο επιμένει ο Αριστοτέλης (Αναλυτικά Πρότερα, I 1, 24b18-22), είναι ότι το συμπέρασμα πρέπει να είναι αναγκαίο, εφόσον δίνονται οι δύο προκείμενες· δηλαδή, αν τεθούν αυτές οι προκείμενες, αναγκαστικά πρέπει να συναχθεί με τον τρόπο που προβλέπει η τελική απόφανση.

Ακριβώς λόγω της κεντρικότητας της συμπερασματικής στιγμής, η Bontempi αφιέρωσε προσεκτική ανάλυση σε αυτό το θέμα και πραγματοποίησε μια εις βάθος διερεύνηση του κειμένου, έστω μέσα στα όρια που επιβάλλει αυτό το είδος δημοσίευσης. Έτσι αναδύεται ένα δεδομένο: στα Αναλυτικά Πρότερα ο Αριστοτέλης δεν συγκεντρώνει τόσο την προσοχή του στην εγκυρότητα, ίσως καθολική, της διαδικασίας, άρα στην αναγκαιότητα του δεσμού ανάμεσα στις προκείμενες και το συμπέρασμα —όπως θα έκανε ένας σύγχρονος λογικός—, όσο μάλλον στο συμπέρασμα, το οποίο προκύπτει αναγκαία μόλις τεθούν ορισμένες προκείμενες. Εκείνο που ενδιαφέρει τον Σταγειρίτη είναι να δείξει —με μια θεωρητική κίνηση που μοιάζει να προαναγγέλλει εκείνη των μαθηματικών διαδικασιών της νεότερης επιστήμης— την ικανότητα που έχουν ορισμένες προτάσεις να παράγουν περαιτέρω γνώση, δηλαδή να εντοπίσει τις περιπτώσεις στις οποίες, αφού εγκαθιδρυθεί ένας καθορισμένος δεσμός ανάμεσα σε ορισμένους όρους, το συμπέρασμα πρέπει να γίνει αποδεκτό επειδή ακολουθεί αναγκαία.

Ωστόσο, υπάρχει μια διπλότητα και αυτή δικαιολογεί κατά κάποιον τρόπο την παραδοσιακή διαίρεση. Αν ο συλλογισμός αναλύεται στη μορφική του δομή, πρέπει να γίνει αφαίρεση από την αληθειακή του αξία. Συνοπτικά: αν οι προκείμενες είναι αληθείς και η διαδικασία είναι ορθή, τότε και το συμπέρασμα είναι αναγκαστικά αληθές· αν, αντίθετα, οι προκείμενες δεν είναι αληθείς, η διαδικασία μπορεί να είναι ορθή, αλλά τα συμπεράσματα δεν είναι αναγκαστικά αληθή. Επομένως, οι προκείμενες πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται ως υποθέσεις, που θα επαληθευθούν σε άλλη στιγμή και με άλλες διαδικασίες, επειδή η αληθειακή αξία του συμπεράσματος εξαρτάται, σε πρώτη φάση, από τη φύση των προκειμένων.

Αυτό είναι το αντικείμενο των Αναλυτικών Προτέρων: η μορφή του συλλογισμού, ακριβώς λόγω της σχετικά απλής φύσης της, προσφέρεται σε πολλές παραλλαγές, συνδεδεμένες για παράδειγμα με τον ρόλο του μέσου όρου. Ορισμένες από αυτές μπορεί να αποδειχθούν εσφαλμένες, αλλά, ακολουθώντας μια κλασική διαδικασία που ασφαλώς είχε διδαχθεί στην Ακαδημία, ο Αριστοτέλης εδώ αντιμετωπίζει κατά πρώτο λόγο τις ορθές μορφές, των οποίων εντοπίζει και πολλούς τρόπους· διότι ο συλλογισμός καθαυτόν δεν είναι ένας ειδικός τύπος επιχειρηματολογίας, αλλά απλώς ένα επιχείρημα με δύο προκείμενες.

Ωστόσο, αν από διαδικαστική άποψη εκείνο που μετρά είναι η δομή της απόδειξης, όταν λαμβάνεται ως οπτική η κατάκτηση του αληθούς, δηλαδή της επιστήμης, το πράγμα αλλάζει ριζικά, επειδή υπάρχει απόλυτη ανάγκη από αληθείς προκείμενες, «ενώ αυτό δεν είναι αναγκαίο να συμβαίνει στον συλλογισμό ως τέτοιο, αφού στον τελευταίο ενδιαφέρει να καθοριστεί μόνο αν ένα ορισμένο επακόλουθο ακολουθεί ή δεν ακολουθεί από τις τεθείσες προκείμενες, απλώς και μόνο επειδή αυτές έχουν τεθεί, ανεξάρτητα από την αληθειακή αξία που μπορεί να έχουν. Στην απόδειξη, αντίθετα, επειδή αυτή είναι η διαδικασία που οδηγεί στην επιστήμη του επακόλουθου, δηλαδή στο να γνωρίζουμε αν το επακόλουθο είναι πράγματι τέτοιο ή όχι, πρέπει να ληφθεί ως αφετηρία ένα αληθές προηγούμενο, δεδομένου ότι μόνο από το αληθές ακολουθεί αναγκαία το αληθές»²⁰.

Προσθέτουμε αμέσως ότι, αν έχουμε έναν αληθή συλλογισμό, πρέπει προφανώς να υπάρχει και ένας συλλογισμός που δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά: ο διαλεκτικός συλλογισμός, ο οποίος όμως δεν αποτελεί αντικείμενο των Αναλυτικών. Πράγματι, τα Αναλυτικά Ύστερα περιστρέφονται μόνο γύρω από τον αληθή συλλογισμό, ο οποίος, έχοντας αληθείς προκείμενες, καθιστά δυνατή την επιστήμη, με την ισχυρή σημασία του όρου: δηλαδή την επιστήμη που αποτελείται από σταθερές και αληθείς αποφάνσεις και στηρίζεται στη γνώση των αιτίων που εμπλέκονται. Αν συλλογιστούμε σε ενιαία προοπτική, μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι τα Αναλυτικά συγκροτούν έναν άξονα προσανατολισμένο, μέσω δύο περασμάτων —το ένα προκαταρκτικό, το άλλο θεματικό— προς τον ορισμό της επιστημονικής διαδικασίας.

Το ζήτημα των αιτίων συνεπάγεται ισχυρή αξιοποίηση της λειτουργίας του μέσου όρου, ο οποίος συνδέει τις δύο προκείμενες, και επομένως των αρχών που καθιστούν δυνατό το συμπέρασμα. Οι αληθείς προκείμενες από τις οποίες ξεκινά ο επιστημονικός συλλογισμός πρέπει να είναι πρώτες, άμεσες, πιο γνωστές, πρότερες και αίτια των συμπερασμάτων. Πράγματι, για να υπάρχει επιστήμη πρέπει να γνωρίζουμε τα αναγκαία αίτια μιας πραγματικότητας, δηλαδή εκείνα χάρη στα οποία αυτή είναι κατά έναν ορισμένο τρόπο και δεν είναι δυνατόν να είναι αλλιώς (Αναλυτικά Ύστερα, I 2, 71b9-25)²¹. Τώρα, οι προκείμενες που δικαιολογούν τις συνέπειες που απορρέουν από αυτές πρέπει με τη σειρά τους να δικαιολογηθούν, και επομένως παραπέμπουν σε κάτι πρότερο. Επειδή δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επ’ άπειρον διαδικασία, πρέπει να φτάσουμε σε κάτι πρώτο.

Και σε αυτή την περίπτωση ο Αριστοτέλης δεν αποφεύγει τις διακρίσεις και τις φαινομενικά ασυμβίβαστες θέσεις. Οι αρχές μπορούν να είναι είτε αξιώματα είτε θέσεις, οι οποίες υποδιαιρούνται σε υποθέσεις και ορισμούς. Επομένως ούτε το σύστημα των αρχών είναι απλό, αφού κάθε επιστήμη έχει δικές της αρχές, στις οποίες πρέπει να προστεθούν αρχές κοινές με άλλες επιστήμες και οι υπερβατολογικές αρχές που είναι κοινές σε όλες. Ο Αριστοτέλης δίνει έπειτα διάφορα παραδείγματα των αξιωματικών αρχών που καθιστούν δυνατές τις επιστήμες, συχνά αντλώντας τα από τα μαθηματικά, ενώ υποστηρίζει επίσης την ύπαρξη υπερβατολογικών αρχών που ισχύουν για όλες —όπως η αρχή της μη αντίφασης— ή για πολλές επιστήμες.

Τα άλλα δύο στοιχεία είναι πιο προβληματικά: οι υποθέσεις προτείνουν ένα από τα δύο σκέλη της δυνατότητας που εξετάζεται σχετικά με το αν ένα αντικείμενο υπάρχει ή δεν υπάρχει· όσο για τους ορισμούς, αυτοί εκφράζουν τι είναι το αντικείμενο, την ουσία του· σε όλες τις περιπτώσεις δεν απαιτούν απόδειξη. Αυτό δημιουργεί πρόβλημα, επειδή μπορεί να φαίνεται παράξενο ότι δεν δίνεται απόδειξη για εκείνο του οποίου υπάρχει ορισμός, αλλά ο Αριστοτέλης το δηλώνει ρητά (Αναλυτικά Ύστερα, II 3, 90b29-33)²². Αυτό τον υποχρεώνει να αναπτύξει μια αρθρωμένη πραγμάτευση του ορισμού —για την οποία παραπέμπουμε στο Εισαγωγικό Δοκίμιο του Roberto Medda, σσ. 800-805—, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι η σκέψη του Σταγειρίτη βρίσκεται μέσα σε ένα ενιαίο σύστημα: μόνο εδώ βρίσκουμε την πραγμάτευση του ορισμού, εκείνη που επιτρέπει να εκφραστεί η φύση, η ουσία ενός πράγματος, μέσω της αναφοράς στο γένος και στη διαφορά που χαρακτηρίζει το είδος που αποτελεί αντικείμενο ορισμού.

Πράγματι, δεν είναι δυνατόν να οριστούν ούτε οι καθολικοί όροι όπως οι κατηγορίες ούτε το επιμέρους που είναι εμπειρικό: ο ορισμός είναι αποφασιστικός στον ευρύ ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα. Αλλά δεν είναι κάθε ορισμός πρωταρχικός ορισμός, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή εκείνος που περιγράφει τι είναι πραγματικά το αντικείμενο. Πράγματι, ο Αριστοτέλης προτείνει τρεις τύπους ορισμού. Εκείνο όμως που ενδιαφέρει τώρα να υπογραμμιστεί είναι ότι έχουμε εδώ μια πραγμάτευση που ασφαλώς συμπληρώνει και διευκρινίζει όσα είδαμε στις Κατηγορίες, τουλάχιστον επειδή ο επιστημονικός συλλογισμός μάς παραπέμπει στην ουσία, σε εκείνο που εκφράζει την ουσία ενός πράγματος, και σε όλα τα δεδομένα που δικαιολογούν τη φύση του.


Ο Αριστοτέλης θέτει επίσης το πρόβλημα της δικαιολόγησης των προκειμένων, και το κάνει βάσει δύο πολύ διαφορετικών διαδικασιών: από τη μία πλευρά, της επαγωγής, δηλαδή της διαδικασίας που συνάγει το καθόλου ξεκινώντας από το επιμέρους μέσω μιας διαδικασίας την οποία η μεταγενέστερη φιλοσοφική ανάπτυξη θα χαρακτηρίσει ως «αφαιρετική»· από την άλλη, μιλά για νόηση, ενόραση, νοούμενη ως άμεση σύλληψη ενός δεδομένου. Η τόλμη του φιλοσόφου είναι τέτοια ώστε φτάνει να δηλώσει ρητά ότι η ενόραση είναι ακριβέστερη γνώση —πράγματι, οι αρχές είναι πιο γνωστές από όσα παράγονται από αυτές μέσα στην απόδειξη— και ότι δεν υπάρχει επιστημονική, δηλαδή αποδεικτική, γνώση των αρχών, εφόσον αυτές είναι πρώτες.

Ο ίδιος αναδεικνύει πως αυτό είναι σχεδόν αυτονόητο: η αρχή της απόδειξης δεν μπορεί να είναι απόδειξη, και επομένως η αρχή της επιστημονικής γνώσης δεν μπορεί να είναι επιστημονική γνώση. Από αυτή την άποψη πρέπει να πούμε ότι η ενόραση είναι «αρχή της αρχής» (Αναλυτικά Ύστερα, II 19, 100b15-17).

Συμπερασματικά, μπορούμε να υποστηρίξουμε την ενότητα ενός κειμένου, των Αναλυτικών, αρθρωμένου σε δύο διαφορετικά στάδια, του οποίου το αντικείμενο είναι ρητά η οικοδόμηση της επιστήμης. Ως προς αυτό υπάρχουν σαφείς κειμενικές ενδείξεις. Για παράδειγμα, η δυαδική δομή του έργου φαίνεται να δικαιολογείται στα Αναλυτικά Πρότερα I 4, 25b28-31: πρώτα πρέπει να γίνει λόγος για τον συλλογισμό, έπειτα για την απόδειξη, επειδή η απόδειξη είναι ένας ορισμένος συλλογισμός, ενώ δεν είναι κάθε συλλογισμός απόδειξη. Επομένως, πρώτα πρέπει να γίνει λόγος για τον συλλογισμό γενικά, αλλά εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι μόνο ένας από τους δύο δυνατούς συλλογισμούς.

Υπάρχει λοιπόν μια βαθιά διαφορά —πράγμα που δικαιολογεί την επιλογή να διατηρηθεί ο χωρισμός—, τόσο ώστε ο ίδιος ο Αριστοτέλης, όταν στα Αναλυτικά Ύστερα αναφέρεται στις έρευνες που διεξήχθησαν στα Πρότερα, τα ονομάζει ακριβώς οἱ πρῶτοι, «τα πρώτα» (Αναλυτικά Ύστερα, II 12, 96a). Όσο για την ενότητα, ιδιαίτερα ρητή είναι η ήδη μνημονευμένη δήλωση που βρίσκεται στην αρχή του τελευταίου κεφαλαίου των Αναλυτικών Υστέρων, όπου ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι έχει αποσαφηνίσει τι είναι ο συλλογισμός και η απόδειξη και πώς παράγονται, και ότι έχει ταυτόχρονα διευκρινίσει την αποδεικτική επιστημονική γνώση, καθόσον είναι ουσιαστικά το ίδιο πράγμα (II 19, 99b15-17).

Επομένως, ήταν αδύνατο γι’ αυτόν να χωρίσει τα Αναλυτικά, επειδή πραγματεύονται, με διαφοροποιημένο τρόπο, ένα ενιαίο θέμα· κατά συνέπεια, μπορούμε νόμιμα να θεωρήσουμε ότι η Αναλυτική χρησιμοποιήθηκε με τρόπο εντελώς αυτόνομο σε σχέση με τα άλλα κείμενα που βρίσκουμε στο Όργανον.

Ένα τελευταίο δεδομένο: δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την καινοτόμο και ακόμη και επαναστατική αξία αυτής της πραγμάτευσης, στην οποία ο Αριστοτέλης εξέφρασε τη «λογική» στιγμή του συστήματός του. Ωστόσο, η Bontempi έχει ασφαλώς δίκιο όταν υπενθυμίζει ότι, στην επινόηση αυτής της ριζικής καινοτομίας, δεν μπορεί να υποτιμηθεί η συμβολή της ρητορικής, όχι μόνο ως πρακτικής αλλά και —αν όχι κυρίως— λόγω των πολυάριθμων θεωρητικών συγγραμμάτων που είχαν παραχθεί ήδη από τον 5ο αιώνα και τα οποία, δυστυχώς, έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά χαθεί για εμάς.


Σημειώσεις:

16.Natali, Aristotele, σ. 40.
17.Όπως παρατηρεί ο Medda στο Εισαγωγικό του Δοκίμιο, σσ. 813-814, «ο άμεσος σύνδεσμος που είναι δυνατόν να εγκαθιδρυθεί ανάμεσα στην ουσία ενός αντικειμένου και στις καθαυτές ιδιότητές του δεν εγγυάται την άμεση νοητότητα της ίδιας της ιδιότητας για εκείνον που γνωρίζει, όπως ακριβώς η ιδιότητα 2R δεν μπορεί να λεχθεί ότι είναι άμεσα παρούσα σε εκείνον που γνωρίζει τι είναι ένα τρίγωνο, αλλά πρέπει να αποδειχθεί. Η αποδεικτική γνώση είναι λοιπόν συνθετική, προσθέτει πληροφορίες στο περιεχόμενο των προκειμένων, αλλά εξαρτάται αιτιακά από αυτές».
18.Ο Πλάτων έχει ήδη δείξει στον Θεαίτητο, 202C-D, ότι είναι λογικά εσφαλμένο να επιχειρεί κανείς να ορίσει το ψευδές πριν καθορίσει το αληθές, με την επιφύλαξη ότι το αληθές και το ψευδές ανακαλύπτονται μαζί (Έβδομη Επιστολή, 344B1-2).
19.Συνοπτικά έχουμε τρία σχήματα: το πρώτο έχει τέσσερις τρόπους, το δεύτερο τέσσερις, το τρίτο έξι.
20.M. Mignucci, La teoria aristotelica della scienza, Sansoni, Firenze 1965, σσ. 110-111.
21.Όπως δηλώνει ο Medda, Εισαγωγικό Δοκίμιο, σ. 812, «οι απαιτήσεις της αλήθειας, της προτερότητας, της πρωταρχικότητας, της αμεσότητας, της γνωστότητας και της προτερότητας ανήκουν στις προκείμενες ακριβώς καθόσον αυτές είναι αίτια του συμπεράσματος, και αίτια με ισχυρή, ακόμη και οντολογική έννοια· γι’ αυτό μεταφράστηκε το aitia ως “αιτία”, περισσότερο παρά ως “λόγος” ή “εξήγηση”, όπως έχει επικρατήσει στον αγγλοσαξονικό χώρο, αλλά όχι μόνο».

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: