Συνέχεια από Τρίτη, 12 Μαΐου 2026
PAUL FRIEDLȀNDERΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
29. Τίμαιος
Η κυκλική κίνηση ολόκληρου του κενού χώρου –
Τα 4 στοιχεία ή αλλιώς οι 4 στερεομετρικές ατομικές μορφές περιβάλλονται από την κυκλική κίνηση του Σύμπαντος (58 Α). Πρέπει να υφίσταται η κίνηση˙ γιατί τα στοιχειώδη μόρια διαφέρουν μεταξύ τους˙ η δε διαφορά και η κίνηση συνυπάρχουν τόσο απόλυτα, όπως η ομοιότητα και η ησυχία. Και επιστρέφει έτσι ο Τίμαιος σ’ αυτό πού είχε πη προηγουμένως για την τέλεια σφαιρική μορφή τού Σύμπαντος (33 Β). Η πλήρης και τέλεια κυκλική κίνηση τα συμπεριλαμβάνει, λέγεται τώρα, όλα, χωρίς να αφήνη κανέναν κενόν χώρο. Αυτή δε η «άρνηση» του κενού αναφέρεται ξαφνικά και πολύ σύντομα. Για να επαναληφθή άλλη μια φορά και να διασαφηνισθή αργότερα (79 Β): δεν υπάρχει κανένας κενός χώρος, στον οποίον και θα μπορούσε να εισέλθη ένα οποιοδήποτε κινούμενο (μόριο). Σ’ αυτήν την άρνηση του κενού είδαν (κάποιοι μελετητές...), όπως και σε άλλα πολλά χωρία τού «Τίμαιου», μια πολεμική ενάντια στον Δημόκριτο, ή για να το πούμε καλύτερα, ενάντια στον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο. Αλλά παραβλέφθηκε άλλη μια φορά ο πραγματικός σκοπός τού Πλάτωνα. Το ότι υπάρχει κενός χώρος, αυτό αποτελεί μια «κοινή» («χυδαία», διαδεδομένη) προφανώς γνώμη, πολύ κοντά σ’ αυτό που βλέπουν τα μάτια μας. Αλλά ο αγώνας απέναντι σ’ αυτό το «φαινόμενο», η άρνηση του κενού ως μη-υπάρχοντος συνιστά οντολογική απαίτηση για τους Ελεάτες, συμπέρασμα της θεώρησής του περί συνεχείας κάθε υπάρχοντος (κάθε Είναι) για τον Αναξαγόρα, ενώ οι πραγματικοί ατομιστές χρειάζονται το κενό, για να μπορούν να «κινήσουν» εντός του τα άτομά τους. Ο Πλάτων λοιπόν, αμφισβητώντας την ύπαρξη κενού (χώρου), ακολουθεί τον Παρμενίδη, τον Ζήνωνα, τον Μέλισσο, τον Αναξαγόρα και τον Εμπεδοκλή. Αν προσέξουμε μάλιστα καλύτερα, δεν αρνείται παντελώς το κενό. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην έχη παρατηρήσει, αυτό που αναφέρει ήδη ο Αριστοτέλης απέναντί του, ότι δηλ. η διδασκαλία για τα κανονικά πολύεδρα απαιτεί την παραδοχή μικρότερων ενδιάμεσων χώρων; Τα οποία και πρέπει να είναι απλώς μικρότερα απ’ το πιο μικρό πολύεδρο έτσι, ώστε να μην υφίσταται πρακτικά κενός χώρος, χώρος δηλ. που θα μπορούσε να καταλάβη οποιοδήποτε πολύεδρο... Κι αν πρέπη να αποδεχθή κανείς τέτοιους ελάχιστους ενδιάμεσους χώρους, δεν μπορεί και να πη, πως είναι πράγματι «κενοί» με την αυστηρή έννοια ή «γεμάτοι» («πεπληρωμένοι») με εκείνο το αδιαμόρφωτο, άγνωστο Χ, για το οποίο οι σύγχρονοι «παρουσιαστές» τής πλατωνικής φυσικής προκρίνουν τον όρο «χώρος», ενώ ο Πλάτων το ονομάζει με πολλά ονόματα, ένα από τα οποία είναι και η ονομασία «χώρος». Γιατί ένα αυθύπαρκτο «κενό» με την έννοια των ατομιστών θα σήμαινε για τον Πλάτωνα, ότι το πνεύμα θα είχε αποτύχει εδώ στο έργο του να «επικρατήση» (να «καταπείση») της ανάγκης. Το ελάχιστο μέτρο αδιαμόρφωτου χώρου ανάμεσα στα πολύεδρα διατηρεί συνεχή, ούτως ειπείν, την προέλευση του «διαμορφωμένου» (των μορφών) απ’ το Χάος, συνεχώς παρόν το γίγνεσθαι απ’ το μη υπάρχον και την ανυπαρξία, και περικλείεται, καθώς η διάλυση και η εκ νέου διαμόρφωση των πολυέδρων πραγματοποιείται συνεχώς, ως «εσωτερικό σώμα» απ’ τα τρίγωνα, κάτι το οποίο και θα αποτελούσε έτσι έναν ενδιάμεσο εισέτι χώρο.
Αισθητηριακές αντιλήψεις. – Η πλατωνική θεωρία τών αισθήσεων συνάδει ποικιλοτρόπως με παλαιότερες διδασκαλίες, τις οποίες ωστόσο και υπερβαίνει κατά την πρόθεσή της, να εξερευνήση τα φαινόμενα «μέχρι ψυχής» (μέχρι τής ψυχής – 45 D 2. 64 B 5. 65 A 5.67 B 3), να περάση άρα μέσα απ’ τη μηχανική στον τόπο τού πνεύματος. Ιδού πώς βλέπει την όραση π.χ. ο Πλάτων (45 Β κ.ε.): το καθαρό, γνήσιο πυρ απ’ το εσωτερικό τού ματιού συνδέεται με το παρόμοιο εξωτερικό στοιχείο˙ αυτή η οπτική ακτίνα εφάπτεται ή αγγίζει ένα οποιοδήποτε αντικείμενο και μεταφέρει τις κινήσεις που προκύπτουν σ’ ολόκληρο το σώμα, μέχρι την ψυχή. Η δημοκρίτεια εξήγηση δεν είναι διαφορετική ως προς την ουσία της, αλλά πιο υλική: μια εκροή απ’ το αντικείμενο και μια άλλη απ’ το μάτι συναντώνται στο μέσον, ο συμπιεσμένος αέρας διαμορφώνεται σε κείνο το σημείο, και η εικόνα αυτής τής διαμόρφωσης εμφανίζεται κατόπιν στο υγρό στοιχείο τού ματιού, σαν ένα είδος αντικαθρεφτίσματος. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτή, πως ο Πλάτων «εκπνευματώνει» τη δημοκρίτεια θέση. Δεν πρέπει ωστόσο να παραβλέψουμε, ότι ο Εμπεδοκλής προηγείται χρονικά κι απ’ τους δύο, ευρισκόμενος ως προς το αντικείμενο ανάμεσά τους. Με τον Πλάτωνα συμφωνεί στο ότι θεωρεί κι αυτός το μάτι ως ένα φίλτρο, που συγκρατεί την πυκνότερη ύλη και επιτρέπει μόνο στη λεπτότερη, το πυρ ή τη φωτιά, να εξέλθη. Ενώ προηγείται με τη θεωρία τών «εκροών» απ’ τον Δημόκριτο. Δεν είναι ούτε κι εδώ πιθανό το ότι ο Πλάτων αντιπαρατίθεται «πολεμικά» προς μια συγκεκριμένη θεωρία, αν μάλιστα συνυπολογίσουμε ότι ο Αλκμαίων συνάγει (κι αυτός) τη λειτουργία τής όρασης απ’ το πυρ και το ύδωρ, τη φωτιά και το νερό τού ματιού, από εκείνο δηλ. που φωτίζει κι απ’ αυτό που είναι διαφανές, και ότι μια θεωρία τών οπτικών ακτίνων αποδίδεται, έστω και με κάποιαν ασάφεια, στον Πυθαγόρα επίσης και τον Παρμενίδη. Ο Πλάτων είχε υπ’ όψιν του διάφορες εξηγήσεις, στις οποίες και αντιπαραθέτει τη δική του, «εκπνευματωμένη» εξήγηση.
Το πρώτιστο είναι ωστόσο το εξής: ότι ο Πλάτων θεωρεί την αίσθηση της οράσεως ως την αρχή τής «κοσμοθεωρίας» (47 ΑΒ). Ο Θεός μάς έδωσε τη δυνατότητα να βλέπουμε, ώστε να μπορούμε να «θεωρήσουμε» τις ουράνιες κινήσεις, χωρίς τις οποίες δεν θα διαθέταμε την έννοια του χρόνου. Η δε φυσική έρευνα, ακριβώς δηλ. αυτό που εδώ διδάσκει ο Τίμαιος, προέρχεται από εκεί. Ενώ από εδώ και πέρα βλέπει ο Τίμαιος να αναπτύσσεται και η φιλοσοφία: «Δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξη κανένα μεγαλύτερο αγαθό απ’ αυτήν (την αίσθηση της οράσως), χαρισμένο απ’ τους θεούς στο θνητό γένος». Κι αυτό ακούγεται, αν δεν λησμονήσουμε την παρουσία τού Σωκράτη – και δεν επιτρέπεται να τη λησμονήσουμε, – ως μια έκφραση τιμής και σεβασμού στον φιλόσοφο, που (εδώ απλώς) ακροάται, και στο έργο του. Κι όταν τελικά θεωρή ο Τίμαιος ως ηθική εργασία και αποστολή που θέτει η αστρονομία σε μας τους ανθρώπους, το να παρομοιώσουμε κατά δύναμιν στις «αδιατάρακτες» (αταράκτοις) κινήσεις τών άστρων τις «διαταραγμένες» (τεταραγμένοις) κινήσεις τού εσωτερικού μας κόσμου, τότε επιτρέπεται ή και οφείλουμε να θυμηθούμε πάλι εδώ τον «Φαίδωνα» (79 D): Η ύψιστη εργασία τής ψυχής είναι, όπως δείχνει εκεί ο Σωκράτης, το να δη μέσα απ’ τη σκέψη (τον νου) το καθαρό Είναι, και να απελευθερωθή έτσι απ’ την ίδια της την «πλάνη» (τού πλάνου). Δεν «ξεθωριάζουν» δηλ. καθόλου στον όψιμο Πλάτωνα οι αίώνιες μορφές, ούτε παραμερίζονται απ’ την αστρονομία. Κι εμείς σκεπτόμαστε με τη δική του έννοια τη μεγαλειώδη αστρονομία, όπως τη διδάσκει ο Τίμαιος, ανυψωμένη απ’ την έρευνα των Ιδεών, την οποία και υποστηρίζει και εγγυάται με την ίδια του την ζωή και τον θάνατό του ο Σωκράτης.
Ας προσεγγίσουμε εν συντομία και το κεφάλαιο του Πλάτωνα για τα χρώματα. Είναι δύσκολο να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, είναι ωστόσο ένα σημαντικό κεφάλαιο, επειδή οι απόψεις τού Πλάτωνα κατέχουν μια σημαντική, μεταξύ τών άλλων, θέση και στον αγώνα που διεξάγει ο Γκαίτε, με τη «Διδασκαλία» του «των χρωμάτων» απέναντι στην «Οπτική» τού Νεύτωνα. Ο Γκαίτε μιλάει με ιδιαίτερο σεβασμό γι’ αυτές τις απόψεις στην «Ιστορία» του «της διδασκαλίας τών χρωμάτων», εντοπίζοντας ανάμεσα στα άλλα και τη δυσκολία που υπάρχει, να μεταφραστή κατάλληλα το ελληνικό εννοιολογικό ζεύγος συγκρίνειν και διακρίνειν σε μια σύγχρονη γλώσσα, παρέχοντας κατόπιν και μια γερμανική μετάφραση της αριστοτελικής πραγματείας «Περί τών χρωμάτων».
Το ότι ο Πλάτων παραμένει με οξύτητα και ενεργητικά από δεκαετίες στην περιοχή τών χρωμάτων, αυτό φαίνεται κυρίως στον «Μένωνα» και τον «Φαίδωνα». Στον «Μένωνα» (76 CD) αναφέρεται ο Σωκράτης, για να αποσαφηνίση τί είναι ένας ορισμός, στη διδασκαλία τών χρωμάτων τού Εμπεδοκλή, όπου υπάρχουν «απορροές» (απορροαί) και «πόροι» (πόροι), στους οποίους και «πορεύονται» (πορεύονται) οι απορροές, αν ταιριάζουν, ή δεν πορεύονται, αν είναι «πολύ μεγάλες ή πολύ μικρές». Είναι λοιπόν «μια απορροή σωμάτων το χρώμα, που συνταιριάζει με την όραση (όψει σύμμετρος), και γίνεται έτσι αντιληπτή». Απηχώντας κατά λέξιν αυτό το σημείο, αρχίζει και το κεφάλαιο περί χρωμάτων τού «Τίμαιου» με το «απορρέον» απ’ τα σώματα φως, το οποίο και «συνταιριάζει» με την όραση, ενώ άλλα μόρια δεν συνταιριάζουν, γιατί είναι «άλλοτε πολύ μεγάλα, κι άλλοτε πολύ μικρά».
Αισθητηριακές αντιλήψεις. – Η πλατωνική θεωρία τών αισθήσεων συνάδει ποικιλοτρόπως με παλαιότερες διδασκαλίες, τις οποίες ωστόσο και υπερβαίνει κατά την πρόθεσή της, να εξερευνήση τα φαινόμενα «μέχρι ψυχής» (μέχρι τής ψυχής – 45 D 2. 64 B 5. 65 A 5.67 B 3), να περάση άρα μέσα απ’ τη μηχανική στον τόπο τού πνεύματος. Ιδού πώς βλέπει την όραση π.χ. ο Πλάτων (45 Β κ.ε.): το καθαρό, γνήσιο πυρ απ’ το εσωτερικό τού ματιού συνδέεται με το παρόμοιο εξωτερικό στοιχείο˙ αυτή η οπτική ακτίνα εφάπτεται ή αγγίζει ένα οποιοδήποτε αντικείμενο και μεταφέρει τις κινήσεις που προκύπτουν σ’ ολόκληρο το σώμα, μέχρι την ψυχή. Η δημοκρίτεια εξήγηση δεν είναι διαφορετική ως προς την ουσία της, αλλά πιο υλική: μια εκροή απ’ το αντικείμενο και μια άλλη απ’ το μάτι συναντώνται στο μέσον, ο συμπιεσμένος αέρας διαμορφώνεται σε κείνο το σημείο, και η εικόνα αυτής τής διαμόρφωσης εμφανίζεται κατόπιν στο υγρό στοιχείο τού ματιού, σαν ένα είδος αντικαθρεφτίσματος. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτή, πως ο Πλάτων «εκπνευματώνει» τη δημοκρίτεια θέση. Δεν πρέπει ωστόσο να παραβλέψουμε, ότι ο Εμπεδοκλής προηγείται χρονικά κι απ’ τους δύο, ευρισκόμενος ως προς το αντικείμενο ανάμεσά τους. Με τον Πλάτωνα συμφωνεί στο ότι θεωρεί κι αυτός το μάτι ως ένα φίλτρο, που συγκρατεί την πυκνότερη ύλη και επιτρέπει μόνο στη λεπτότερη, το πυρ ή τη φωτιά, να εξέλθη. Ενώ προηγείται με τη θεωρία τών «εκροών» απ’ τον Δημόκριτο. Δεν είναι ούτε κι εδώ πιθανό το ότι ο Πλάτων αντιπαρατίθεται «πολεμικά» προς μια συγκεκριμένη θεωρία, αν μάλιστα συνυπολογίσουμε ότι ο Αλκμαίων συνάγει (κι αυτός) τη λειτουργία τής όρασης απ’ το πυρ και το ύδωρ, τη φωτιά και το νερό τού ματιού, από εκείνο δηλ. που φωτίζει κι απ’ αυτό που είναι διαφανές, και ότι μια θεωρία τών οπτικών ακτίνων αποδίδεται, έστω και με κάποιαν ασάφεια, στον Πυθαγόρα επίσης και τον Παρμενίδη. Ο Πλάτων είχε υπ’ όψιν του διάφορες εξηγήσεις, στις οποίες και αντιπαραθέτει τη δική του, «εκπνευματωμένη» εξήγηση.
Το πρώτιστο είναι ωστόσο το εξής: ότι ο Πλάτων θεωρεί την αίσθηση της οράσεως ως την αρχή τής «κοσμοθεωρίας» (47 ΑΒ). Ο Θεός μάς έδωσε τη δυνατότητα να βλέπουμε, ώστε να μπορούμε να «θεωρήσουμε» τις ουράνιες κινήσεις, χωρίς τις οποίες δεν θα διαθέταμε την έννοια του χρόνου. Η δε φυσική έρευνα, ακριβώς δηλ. αυτό που εδώ διδάσκει ο Τίμαιος, προέρχεται από εκεί. Ενώ από εδώ και πέρα βλέπει ο Τίμαιος να αναπτύσσεται και η φιλοσοφία: «Δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξη κανένα μεγαλύτερο αγαθό απ’ αυτήν (την αίσθηση της οράσως), χαρισμένο απ’ τους θεούς στο θνητό γένος». Κι αυτό ακούγεται, αν δεν λησμονήσουμε την παρουσία τού Σωκράτη – και δεν επιτρέπεται να τη λησμονήσουμε, – ως μια έκφραση τιμής και σεβασμού στον φιλόσοφο, που (εδώ απλώς) ακροάται, και στο έργο του. Κι όταν τελικά θεωρή ο Τίμαιος ως ηθική εργασία και αποστολή που θέτει η αστρονομία σε μας τους ανθρώπους, το να παρομοιώσουμε κατά δύναμιν στις «αδιατάρακτες» (αταράκτοις) κινήσεις τών άστρων τις «διαταραγμένες» (τεταραγμένοις) κινήσεις τού εσωτερικού μας κόσμου, τότε επιτρέπεται ή και οφείλουμε να θυμηθούμε πάλι εδώ τον «Φαίδωνα» (79 D): Η ύψιστη εργασία τής ψυχής είναι, όπως δείχνει εκεί ο Σωκράτης, το να δη μέσα απ’ τη σκέψη (τον νου) το καθαρό Είναι, και να απελευθερωθή έτσι απ’ την ίδια της την «πλάνη» (τού πλάνου). Δεν «ξεθωριάζουν» δηλ. καθόλου στον όψιμο Πλάτωνα οι αίώνιες μορφές, ούτε παραμερίζονται απ’ την αστρονομία. Κι εμείς σκεπτόμαστε με τη δική του έννοια τη μεγαλειώδη αστρονομία, όπως τη διδάσκει ο Τίμαιος, ανυψωμένη απ’ την έρευνα των Ιδεών, την οποία και υποστηρίζει και εγγυάται με την ίδια του την ζωή και τον θάνατό του ο Σωκράτης.
Ας προσεγγίσουμε εν συντομία και το κεφάλαιο του Πλάτωνα για τα χρώματα. Είναι δύσκολο να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, είναι ωστόσο ένα σημαντικό κεφάλαιο, επειδή οι απόψεις τού Πλάτωνα κατέχουν μια σημαντική, μεταξύ τών άλλων, θέση και στον αγώνα που διεξάγει ο Γκαίτε, με τη «Διδασκαλία» του «των χρωμάτων» απέναντι στην «Οπτική» τού Νεύτωνα. Ο Γκαίτε μιλάει με ιδιαίτερο σεβασμό γι’ αυτές τις απόψεις στην «Ιστορία» του «της διδασκαλίας τών χρωμάτων», εντοπίζοντας ανάμεσα στα άλλα και τη δυσκολία που υπάρχει, να μεταφραστή κατάλληλα το ελληνικό εννοιολογικό ζεύγος συγκρίνειν και διακρίνειν σε μια σύγχρονη γλώσσα, παρέχοντας κατόπιν και μια γερμανική μετάφραση της αριστοτελικής πραγματείας «Περί τών χρωμάτων».
Το ότι ο Πλάτων παραμένει με οξύτητα και ενεργητικά από δεκαετίες στην περιοχή τών χρωμάτων, αυτό φαίνεται κυρίως στον «Μένωνα» και τον «Φαίδωνα». Στον «Μένωνα» (76 CD) αναφέρεται ο Σωκράτης, για να αποσαφηνίση τί είναι ένας ορισμός, στη διδασκαλία τών χρωμάτων τού Εμπεδοκλή, όπου υπάρχουν «απορροές» (απορροαί) και «πόροι» (πόροι), στους οποίους και «πορεύονται» (πορεύονται) οι απορροές, αν ταιριάζουν, ή δεν πορεύονται, αν είναι «πολύ μεγάλες ή πολύ μικρές». Είναι λοιπόν «μια απορροή σωμάτων το χρώμα, που συνταιριάζει με την όραση (όψει σύμμετρος), και γίνεται έτσι αντιληπτή». Απηχώντας κατά λέξιν αυτό το σημείο, αρχίζει και το κεφάλαιο περί χρωμάτων τού «Τίμαιου» με το «απορρέον» απ’ τα σώματα φως, το οποίο και «συνταιριάζει» με την όραση, ενώ άλλα μόρια δεν συνταιριάζουν, γιατί είναι «άλλοτε πολύ μεγάλα, κι άλλοτε πολύ μικρά».
Σε μιαν εντελώς διαφορετική σφαίρα κινείται ο Σωκράτης, όταν παρουσιάζη στον τελικό μύθο τού «Φαίδωνα» μιαν εικόνα τής αληθινής γης, της «ίδιας της γης», που ανυψώνεται στον καθαρό αιθέρα, και περιγράφει σε αντίθεση προς αυτό, εκείνο που ονομάζουμε «κατοικημένη γη», το βυθισμένο σε μια κοιλότητα του γήινου σώματος στρώμα. Εκείνη η αληθινή λοιπόν γη αναγνωρίζεται, απ’ τη δική μας κατοικία στο βάθος τής κοιλότητας, κυρίως απ’ τα χρώματα, που είναι πολύ πιο λαμπερά και καθαρά απ’ τα χρώματα σε εμάς. Ένα πορφυρό κόκκινο κι ένα χρυσαφί χρώμα κι ένα λευκό, που είναι πολύ πιο λευκό απ’ το αλάβαστρο και το χιόνι, υπάρχουν εκεί επάνω και άλλα ακόμη χρώματα, ωραιότερα απ’ ό,τι τα έχουμε ποτέ δη. Ακόμα κι αν αποτελή μιαν ανταύγεια απλώς από εκείνα τα χρώματα, είναι ωστόσο και η δική μας κατοικημένη γη ένα απολύτως χρωματιστό σύνολο. Η επιφάνεια της αληθινής γης αποτελεί όμως «έναν τόπο μακάριων παρατηρητών». Κι αυτό είναι ένα σημείο που το ξαναθυμόμαστε, όταν το κεφάλαιο περί χρωμάτων τού «Τίμαιου» κλείνει με την αντίθεση μεταξύ ανθρώπινης και θεϊκής φύσης: ο Θεός μπορεί να αναμείξη την πολλαπλότητα στην απλότητα, και να αναλύση πάλι την απλότητα σε πολλαπλότητα˙ κανένας όμως απ’ τους ανθρώπους δεν είναι, ούτε θα είναι ποτέ ικανός γι’ αυτό.
Ανάμεσα στην απήχηση του «Μένωνα», με την οποία και ξεκινά το κεφάλαιο περί χρωμάτων τού «Τίμαιου», και την απήχηση του «Φαίδωνα», με την οποία και κλείνει, εκτείνεται η ιδιαίτερη ανάλυση των χρωμάτων: τα βασικά χρώματα, οι αντιθέσεις, οι αναμείξεις, η επίδραση στο ανθρώπινο μάτι.
( συνεχίζεται )
Ανάμεσα στην απήχηση του «Μένωνα», με την οποία και ξεκινά το κεφάλαιο περί χρωμάτων τού «Τίμαιου», και την απήχηση του «Φαίδωνα», με την οποία και κλείνει, εκτείνεται η ιδιαίτερη ανάλυση των χρωμάτων: τα βασικά χρώματα, οι αντιθέσεις, οι αναμείξεις, η επίδραση στο ανθρώπινο μάτι.
( συνεχίζεται )
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου