Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

π. Ἀνανίας Κουστένης: Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας!


Πηγή: “Λόγοι γιὰ τὴ Ἅλωση τῆς Πόλης”, Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, ἐκδ. Ἀκτή, τόμ. Α΄, σελ. 32-34. 

Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας – ἐδῶ κάνουμε ἀργία καὶ ἀπεργία γιὰ τὸ τίποτε – καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας. Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε ὅλες οἱ καμπάνες ἀπὸ τὸν Ἕβρο μέχρι τὴν Κρήτη καὶ μέχρι τὰ Γιάννενα καὶ μέχρι τὴ Ζάκυνθο καὶ δὲν ξέρω ποῦ ἀλλοῦ; Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε πένθιμα;

Ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας ἔπεσε ἡ Βασιλεύουσα. Τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀρχόντων της. Καὶ τοῦ λαοῦ της. Εἶχε συμβεῖ ἡ μέσα ἅλωση πρῶτα. Τῆς ψυχῆς ἡ ἅλωση. Ὅταν ἐγκαθιδρύθηκε στὶς ψυχὲς τῶν Βυζαντινῶν προγόνων μας, στὶς περισσότερες, τουλάχιστον, τὸ κράτος τῆς φιλαυτίας, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἦταν εὔκολο νὰ πέσει ἡ Βασιλεύουσα ἐξωτερικά. Ναί, ἀδελφοί μου. Κλείστηκαν μέσα στὴ Θεοφρούρητη Πόλη, ὅσοι εἶχαν ἀπομείνει. Μερικὲς χιλιάδες. Οἱ ὑπερασπιστές της δὲν ἔφταναν τὶς πέντε χιλιάδες. Δέκα χιλιάδες ἦσαν καλογεροπαίδια στὰ μοναστήρια, παρακαλῶ! Τὰ λέει κι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. Πῆγαν ἐκεῖ γιὰ νὰ γλυτώσουν, νὰ μὴν πολεμήσουν, νὰ μὴν ὑπερασπιστοῦν τὴν πίστη καὶ τὴν πατρίδα. Καὶ στὸ τέλος... κατεσφάγησαν ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, μέσα στὰ ἴδια τους τὰ μοναστήρια. Κι ὁ λαὸς εἶχε φύγει τελείως πιά, ἀφοῦ καὶ οἱ ἄρχοντες, μὲ τὶς ἴντριγκες, τὶς φατρίες, τὶς αἱρέσεις, τὶς διαιρέσεις, τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ τόσα, εἶχε ἀπελπιστεῖ τελείως. Ὅπως καὶ σήμερα. Ποιόν νὰ πιστέψεις; Ποιόν νὰ ἀκούσεις; Ποῦ ν’ ἀκουμπήσεις; Ποῦ νὰ σταθεῖς;

Καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ νέες περισσότερο, ἠσχολοῦντο, λέει ὁ ἱστορικός, περὶ τὸν καλλωπισμὸν κτλ. Καλὸ εἶν’ αὐτό. Ἀλλὰ νὰ ’χουμε κι ἄλλον καλλωπισμό. Νὰ πηγαίνουμε καὶ βαθύτερα. «Ἴσθι φιλόκαλος ἀλλὰ μή καλλωπιστής», ποὺ θὰ ’λεγαν κι οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι. Κι ὅταν τὸ ξημέρωμα τῆς ἀποφράδος ἐκείνης ἡμέρας, τῆς Τρίτης τῆς ἀσβολερῆς, ὅπως τὴ λέει καὶ τὸ λαϊκὸ ἄσμα, ἔμπαιναν οἱ Τοῦρκοι, πολλὲς Βυζαντινὲς φτιαγμένες καὶ στολισμένες πήγαιναν στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας, γιὰ τὸ πανηγύρι. Ἦσαν κι αὐτοὶ γιὰ τὰ πανηγύρια, λίγο. Καὶ τὶς πρόλαβαν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὶς ἐφρόντισαν. Ἀκόμη, εἴχαμε μαύρη ἀγορὰ στὰ τρόφιμα. Ἄλλοι πέθαιναν ἀπ’ τὴν πεῖνα καὶ πολεμοῦσαν νηστικοὶ καὶ διψασμένοι, κι ἄλλοι ἔκρυβαν τὰ τρόφιμα, γιὰ νὰ ’κονομίσουν περισσότερα. Μαύρη ἀγορά!

Εἶχε φύγει, λοιπόν, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στὸ «Χρονικό» τοῦ Ρώσου Νέστορος, τοῦ μοναχοῦ, ἀναφέρεται τὸ ἐξῆς φοβερό, ὅτι λίγο πρὶν τὴν Ἅλωση ἔγινε κρότος φοβερὸς στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ θόρυβος μεγάλος, καὶ μάλιστα στὸ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Κι εἶδαν νὰ βγαίνει ἀπ’ τὸν τροῦλο τῆς ἐκκλησίας μιὰ λάμψη μεγάλη καὶ ν’ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, ἐγκαταλείποντας τὴν ἐκκλησιά, τὴ Μεγάλη ἐκκλησιά, στὸ σκοτάδι. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ! Γιατὶς ἁμαρτίες τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀρχόντων θὰ παρέδιδε ὁ Θεὸς τὴ Βασιλεύουσα στοὺς μωαμεθανούς. Γιατὶ «εἶναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει».

Ἡ μέσα Ἅλωση ἔφερε τὴν ἔξω Ἅλωση, ἡ ὁποία, ὅμως γιὰ τοὺς περισσότερους τῶν Ἑλλήνων, στάθηκε εὐεργετική. Γιατὶ ὅπως λέει ὁ μεγάλος Μακρυγιάννης «στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας πολλοὶ ἁγίασαν». Ὁ λαὸς πιά ἄφησε τὰ μίση, τὶς ἔχθρες, τὶς ματαιότητες, τὶς μικροψυχίες κι ἀγκάλιασε τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό. Καὶ αἰσθάνθηκε τὴ θλιμμένη Παναγιά. Ταπεινώθηκε θεληματικὰ καὶ ἐπήρε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ λέει ἡ Θεία Γραφή «Ὁ Θεὸς ταπεινοῖς δίδωσι χάριν». Καὶ βγῆκαν ἀναρίθμητοι Νεομάρτυρες καὶ Ἅγιοι, ποὺ ἐστόλισαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἁγίασαν μὲ τὰ αἵματά των τὸ σκλαβωμένο καὶ μαρτυρικὸ τοῦτο τόπο. Κι ἐκεῖνα τὰ αἵματα ἔγιναν θεμέλιο κι ἐστήριξαν τὸ Γένος τὸ σκλαβωμένο.

Γιατὶ οἱ πρῶτοι ἀντιστασιακοὶ ἐναντίον τῶν μωαμεθανῶν κατακτητῶν ἦσαν οἱ Νεομάρτυρες. Δυστυχῶς αὐτὸ δὲν τονίζεται ἐπαρκῶς καὶ δεόντως. Οἱ Νεομάρτυρες! Που δὲν ἐσήκωσαν συμβατικὰ ὅπλα κατὰ τοῦ τυράννου, ὅπως οἱ κλεφταρματωλοί, ἀλλὰ ἐσήκωσαν τὰ ὅπλα τὰ πνευματικά. Τὰ ὅπλα τῆς ψυχῆς τους. Τὰ ὅπλα τῆς καρδιᾶς τους. Τὰ ὅπλα τῆς πίστεως. Τῆς ἀγάπης. Τῆς ἐλπίδος. Τοῦ μεγαλείου τῆς θρησκείας μας. Κι αὐτοὺς φοβήθηκαν περισσότερο οἱ Μουσουλμάνοι. Καὶ μάλιστα πιό πολύ ἀπ’ ὅλους, φοβήθηκαν τὸν Ἅγιο τῶν σκλάβων, τὸν μεγάλο διδάχο, τὸν ἰσαπόστολο καὶ ἱερομάρτυρα καὶ ἐθνομάρτυρα Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε, δὲν ξέρω σήμερα ἂν ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑπῆρχε, θὰ ἦτο Ὀρθόδοξος.


Δεν υπάρχουν σχόλια: