Σάββατο 30 Μαΐου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 9 Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

Συνέχεια από Παρασκευή 29. Μαΐου 2026


ΔΙΑΛΥΣΗ 9

Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

MARTINO MORA


Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025

Η κρίση στην Εκκλησία


Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού υπήρξε η τελευταία μεγάλη οικουμενική σύνοδος της Καθολικής Εκκλησίας και διεξήχθη στη Ρώμη, στο Βατικανό, μεταξύ 1962 και 1965, υπό την ποντιφικία πρώτα του Ιωάννη ΚΓ΄, ο οποίος απεβίωσε το 1963, και έπειτα του Παύλου ΣΤ΄. Ο πρώτος τη θέλησε, ο δεύτερος τη συνέχισε και την ολοκλήρωσε. Μολονότι υπήρξε η μόνη ποιμαντική και όχι δογματική Σύνοδος στην ιστορία της Εκκλησίας, απέκτησε εξαιρετική ιστορική σημασία: κατά μία έννοια υπάρχει μια δισχιλιετής Εκκλησία που προηγήθηκε αυτής, και έπειτα μια «νέα» Εκκλησία που τη θέλησε, την παρήγαγε και την ακολούθησε πιστά.

Σύμφωνα με τη γνωστή ερμηνεία που προώθησαν οι επόμενοι ποντίφικες —Ιωάννης Παύλος Β΄ και κυρίως Βενέδικτος ΙΣΤ΄— υπήρξαν σοβαρές βλάβες μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, αλλά αυτές θα οφείλονταν σε μια όχι καλά προσδιορισμένη μετα-Σύνοδο, όπως είχε ήδη καταγγελθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από τον τότε καρδινάλιο Joseph Ratzinger στον δημοσιογράφο Vittorio Messori, σε ένα διάσημο βιβλίο-συνέντευξη, Rapporto sulla fede (1983). Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο Ratzinger έγραψε σε άλλη περίσταση ότι η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού είχε γράψει το αντι-Sillabo —με τα τρία κείμενα για την εκκλησιολογία, τη θρησκευτική ελευθερία και τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου—, άρα ότι στην πραγματικότητα υπάρχει αντίθεση ανάμεσα σε ορισμένα σημαντικά συνοδικά κείμενα και την Παράδοση, τουλάχιστον με τις πιο κοντινές εκβάσεις της —Quanta Cura και Sillabo του Πίου Θ΄. Πράγματι, παρατηρείται μια καθαρή αντίφαση ανάμεσα σε ορισμένα σημεία των συνοδικών κειμένων και την προηγούμενη διδασκαλία.

Σε ποια σημεία;

Πρώτα απ’ όλα, στην αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία τώρα διακηρύσσεται ως καλή και αναγκαία στη θέση της νόμιμης θρησκευτικής ανοχής. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι πρόκειται για μια απόχρωση, αλλά δεν είναι: η θρησκευτική ελευθερία, που προτείνεται από το κείμενο Dignitatis Humanae, υποστηρίζει ότι κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να επιλέγει τη θρησκεία που θεωρεί καλύτερη, ακόμη και αποκηρύσσοντας τον Καθολικισμό —δεν λέγεται ρητά, αλλά αναπόφευκτα υπονοείται. Εκείνο που μετρά είναι η πλήρης ελευθερία του ατόμου να επιλέγει και να ομολογεί τη θρησκεία που προτιμά: μια αρχή, επομένως, φιλελεύθερη, υποκειμενιστική, ατομικιστική. Ο θρησκευτικός πλουραλισμός δεν είναι πλέον, σε σχέση με την αρχή της ενότητας στην καθολική πίστη, ένα μικρότερο κακό που μπορεί να γίνει ανεκτό· η ύπαρξη εσφαλμένων θρησκειών, οι οποίες εμποδίζουν τη σωτηρία της ψυχής, δεν είναι πλέον ένα κακό που πρέπει να ανεχθεί κανείς για να αποφύγει μεγαλύτερα κακά, όπως οι εμφύλιοι πόλεμοι ή οι «αναγκαστικές μεταστροφές» που μπορεί να είναι αντιπαραγωγικές. Για τη Dignitatis Humanae, η ελευθερία του ατομικού υποκειμένου έρχεται πριν από την ίδια την Αλήθεια: ο άνθρωπος-άτομο έρχεται πριν από τον Θεό.

Η θρησκευτική ελευθερία, με τη σειρά της, προϋποθέτει ότι το Κράτος είναι ουδέτερο, λαϊκό καθόσον αξιολογικά ουδέτερο στο πνευματικό επίπεδο, χωρισμένο και όχι πλέον απλώς διακεκριμένο, στο αυτόνομο πεδίο του, από την Εκκλησία. Το Κράτος δεν υποχρεούται πλέον, επομένως, να αναγνωρίζει την υπερβατική αλήθεια της καθολικής θρησκείας. Όλα αυτά είχαν αξιοσημείωτες συνέπειες, διότι τόσο με τον Παύλο ΣΤ΄ όσο και έπειτα με τον Ιωάννη Παύλο Β΄ συνήφθησαν ή τροποποιήθηκαν, κατόπιν αιτήματος του ίδιου του Βατικανού, τα προηγούμενα κονκορδάτα μεταξύ των Κρατών και της Εκκλησίας. Εκεί όπου η Καθολική Εκκλησία αναγνωριζόταν ως θρησκεία του Κράτους, έχασε αυτό το προνόμιο: στην Ιταλία, το Κονκορδάτο μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, που ανάγεται στις Λατερανές Συνθήκες του 1929, επαναβεβαιωμένο στη μεταπολεμική περίοδο από τη Συντακτική Συνέλευση, τροποποιήθηκε το 1984 με την καθοριστική συναίνεση του Ιωάννη Παύλου Β΄ και του γραμματέα του Κράτους του Βατικανού, Agostino Casaroli, οι οποίοι, στο όνομα της νέας προσχώρησης στον φιλελευθερισμό, αναγνώρισαν τη λαϊκότητα του ιταλικού Κράτους, δηλαδή τη θρησκευτική του ουδετερότητα, σε συμφωνία με την κυβέρνηση υπό τον σοσιαλιστή Bettino Craxi αλλά με χριστιανοδημοκρατική πλειοψηφία. Οι κορυφές της ιεραρχίας υιοθέτησαν καθαρά μια λαϊκιστική σύλληψη του Κράτους, οι προϋποθέσεις της οποίας βρίσκονται στη Dignitatis Humanae. Ποτέ δεν είχε συμβεί η Εκκλησία να απογυμνωθεί εκουσίως από τα προνόμιά της, που θεωρούνταν αναγκαία για τη σωτηρία των ψυχών: αλλά αν η ελευθερία του ατόμου θεωρείται πρωτεύουσα σε σχέση με την προσχώρηση στην αλήθεια, τότε και το λαϊκιστικό, αδιάφορο, εκκοσμικευμένο Κράτος ευλογείται από τη συνοδική Εκκλησία.

Άλλο καυτό ζήτημα είναι αναμφίβολα εκείνο του οικουμενισμού, που γεννήθηκε στον αγγλοσαξονικό προτεσταντικό κόσμο, και που στην αρχή πρέπει να εννοηθεί ως χριστιανικός οικουμενισμός, επομένως ως αναζήτηση της ένωσης ανάμεσα στις διαφορετικές χριστιανικές Εκκλησίες, με την πραγματική παραίτηση της Καθολικής Εκκλησίας από το να είναι η μόνη που κατέχει ακέραια την αλήθεια. Αυτή η νέα διδασκαλία, που καταδικάστηκε πολλές φορές —αρκεί να θυμηθεί κανείς τη Mortalium animos του Πίου ΙΑ΄, 1928— έγινε αποδεκτή, με μια θεαματική δογματική ανατροπή, στο διάταγμα Unitatis Redintegratio της Β΄ Συνόδου του Βατικανού. Όχι μόνο αυτό: σε ένα άλλο συνοδικό κείμενο, το Nostra Aetate, ο οικουμενισμός διευρύνεται και στις άλλες θρησκείες, αρχίζοντας από τον μεταχριστιανικό Ιουδαϊσμό, ο οποίος δεν αναγνώρισε τον Ιησού ως Μεσσία και Σωτήρα. Στα αμφίσημα σημεία του, φαίνεται να παραιτείται από το αναπόφευκτο της μεταστροφής των Εβραίων στον Χριστό, δηλώνοντας ότι αυτοί «παραμένουν ακόμη πολύ αγαπητοί στον Θεό». Αλλά, για να μην αδικήσει κανέναν, επαινεί ανοιχτά όλες τις «μεγάλες θρησκείες» της γης, από το Ισλάμ —«η Εκκλησία βλέπει με εκτίμηση και τους μουσουλμάνους που λατρεύουν τον ένα Θεό»— έως τον ινδουισμό και τον βουδισμό. Με τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, όλες οι θρησκείες γίνονται καλές· αλλά αν είναι όλες καλές, καμία στην πραγματικότητα δεν είναι πλέον απαραίτητη, ούτε καν η καθολική.

Στη Lumen Gentium, η οποία αντίθετα είναι κείμενο περί εκκλησιολογίας, δηλαδή περί της σύλληψης και οργάνωσης της Εκκλησίας, βρίσκεται η αρχή της επισκοπικής συλλογικότητας, η οποία φαίνεται να θέτει υπό αμφισβήτηση την παραδοσιακή διδασκαλία του πρωτείου του Πέτρου, δηλαδή του Παπισμού, σε σχέση με την επισκοπή.

Πίσω από όλες αυτές τις εμφανείς δογματικές αλλαγές υπήρξε, προφανώς, μια τεράστια αλλαγή νοοτροπίας, η οποία είχε εργαστεί σε βάθος μέσα στον κλήρο. Αυτή έβρισκε τις ρίζες της στα νέα θεολογικά ρεύματα, τη nouvelle théologie, και στα φιλοσοφικά έργα λαϊκών διανοουμένων —όπως το Ολοκληρωτικός Ανθρωπισμός του Jacques Maritain. Στον καταληκτικό λόγο της Συνόδου —ο οποίος πηγαίνει μαζί με εκείνον της έναρξης, του Ιωάννη ΚΓ΄, εναντίον των προφητών της συμφοράς— ο Παύλος ΣΤ΄ αναγνωρίζει τη βούληση της Συνόδου να έχει αναζητήσει τη συμφιλίωση με τον νεότερο κόσμο και τις αξίες του. Έναν νεότερο κόσμο που, κατά μία έννοια, θεοποίησε τον άνθρωπο: «Αναγνωρίστε τον νέο μας ανθρωπισμό. Και εμείς, περισσότερο από όλους, είμαστε οι λάτρεις του ανθρώπου». Ο ανθρωποκεντρισμός υποκαθιστά τον θεοκεντρισμό, διαβρώνοντάς τον από μέσα: είναι η παράδοση στη νεωτερική ιδεολογία.

Ήδη ο Ιωάννης ΚΓ΄ είχε υποστηρίξει, όπως υπαινιχθήκαμε, ότι όσοι μιλούσαν άσχημα για τον νεότερο κόσμο ήταν, κατά βάθος, προφήτες της συμφοράς, κακόσημα πουλιά που δεν έπρεπε να ακουστούν. Το αποτέλεσμα δεν μπορούσε παρά να είναι η αραίωση του οίνου της Εκκλησίας ως φόρος τιμής στους νικητές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και κυρίως σε εκείνους που εμφανίζονταν πιο καθησυχαστικοί, τους φιλελεύθερους-καπιταλιστές από την άλλη πλευρά του Ωκεανού, οι οποίοι παρουσιάζονταν ως φίλοι και προστάτες.

Λίγα χρόνια αργότερα —1969— ο Παύλος ΣΤ΄ επιβάλλει τη Νέα Λειτουργία, στη θέση της παραδοσιακής Λειτουργίας. Πολλοί στέκονται στη γλωσσική διαφορά: οι εθνικές γλώσσες, στο νέο τυπικό, παίρνουν τη θέση των λατινικών. Αλλά η αλλαγή είναι πολύ βαθύτερη· αλλάζει η λειτουργία, και η λειτουργική αλλαγή ανταποκρίνεται σε μια δογματική αλλαγή: μολονότι ακόμη διασώζεται η Μετουσίωση, η φιλελεύθερη και οικουμενιστική στροφή προβλέπει μια Λειτουργία που να περιέχει μαζί προτεσταντικά και ανθρωποκεντρικά στοιχεία.

Όσον αφορά, αντίθετα, τον λόγο περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και φιλελευθερισμού, ασφαλώς όλοι οι συνοδικοί και μετασυνοδικοί Πάπες, από τον Παύλο ΣΤ΄ έως τον Ιωάννη Παύλο Β΄ —δύο φορές—, από τον Βενέδικτο ΙΣΤ΄ έως τον Bergoglio, πήγαν στον ΟΗΕ για να αυτοανακηρυχθούν δάσκαλοι της ανθρωπότητας και να εξυμνήσουν την ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τα οποία απίστευτα αντικατέστησαν τον κλασικό και θωμιστικό φυσικό νόμο, που είναι πολύ διαφορετικός. Ενώ για το κλασικό και μεσαιωνικό φυσικό δίκαιο —του οποίου η κορύφωση επιτυγχάνεται στη σκέψη του Αγίου Θωμά του Ακινάτη— ο φυσικός νόμος παραπέμπει σε μια φυσική τάξη ιεραρχική και τελολογική, τα ανθρώπινα δικαιώματα του νεότερου φυσικού δικαίου επικεντρώνονται στην ιεροποίηση ενός αφηρημένου υποκειμένου, του ατόμου, το οποίο δεν οφείλει πλέον τίποτε σε μια τάξη που προηγείται αυτού και το υπερβαίνει.

Έπειτα, φυσικά, μπορεί κανείς να αναφέρει τα mea culpa, τις δημόσιες αυτομαστιγώσεις, από την πλευρά όλων των συνοδικών Παπών —αλλά σε αυτή την άσκηση μαζοχισμού ο αδιαμφισβήτητος δάσκαλος υπήρξε αναμφίβολα ο Ιωάννης Παύλος Β΄— για όλες τις ενοχές, πραγματικές ή υποτιθέμενες, «που διαπράχθηκαν από την Εκκλησία» στο παρελθόν. Προφανώς, υιοθετώντας μεγάλο μέρος των αντικαθολικών συκοφαντιών, αναμεμειγμένων με κάποια δόση αλήθειας, της λεγόμενης μαύρης θρύλου. Πολλές από τις κατηγορίες που οι προτεστάντες, οι διαφωτιστές, οι φιλελεύθεροι, η μασονία, οι μαρξιστές είχαν προσάψει στην Καθολική Εκκλησία έγιναν δεκτές άκριτα. Αυτό ασφαλώς δεν μπορούσε να είναι καλή στρατηγική για τη διατήρηση του κύρους του μοναδικού θεσμού που αποβλέπει στη σωτηρία των ψυχών, πέρα από τη σωτηρία του ίδιου του πολιτισμού.

Τέλος, φυσικά, ο διαθρησκειακός οικουμενισμός, του οποίου απόλυτος μέγας δάσκαλος υπήρξε, και σε αυτή την περίπτωση, ο Ιωάννης Παύλος Β΄. Η συνάντηση της Ασίζης το 1986 άρεσε πολύ ακόμη και στη μασονία· αλλά γενικά, είκοσι επτά μακρά χρόνια υπερβολικών εγκωμίων προς άλλες θρησκείες, αμφίβολων ή καθαρά εσφαλμένων θεολογικών διατυπώσεων, ακόμη και τραγικωμικών κολακειών προς τους μάγους βουντού —Μπενίν, 1993— αντιπροσώπευσαν μια σχετικιστική και αυτοκαταστροφική γραμμή, την οποία ακολούθησε κατόπιν ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄ —μία εικόνα πάνω απ’ όλες: η προσευχή του στραμμένος προς τη Μέκκα, το 2006, στο τζαμί της Κωνσταντινούπολης. Ο Φραγκίσκος έφθασε τέλος στην κορύφωση της τρέλας με τη λατρεία στο ανδινό είδωλο της Pachamama —Οκτώβριος 2019—, της οποίας είχε προηγηθεί η δήλωση του Abu Dhabi —Φεβρουάριος 2019— στην οποία δηλώνεται ότι «ο Θεός θέλησε όλες τις θρησκείες», ή η συμμετοχή στον Καναδά σε σαμανικό τελετουργικό με έναν νεκρομάντη που επικαλούνταν «τον ιερό κύκλο των πνευμάτων» —Ιούλιος 2022. Από την άποψη του εξευτελισμού της πρώτης εντολής, έχουμε φθάσει σε καταβαραθρώσεις που πλέον δύσκολα μπορούν να ξεπεραστούν.

Ας ανακεφαλαιώσουμε: ο λεγόμενος διαθρησκειακός οικουμενισμός βρίσκει τις ρίζες του στη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού και ιδιαίτερα στο κείμενο Nostra Aetate, το οποίο ανέλαβαν οι μετασυνοδικοί Πάπες και ιδιαίτερα ο Ιωάννης Παύλος Β΄, όχι μόνο ανάμεσα σε χριστιανικές ομολογίες που τέθηκαν σε επίπεδο ισότητας —είναι γνωστά τα εγκώμιά του προς τον Martin Luther— αλλά ακόμη και θέτοντας τον χριστιανισμό στο ίδιο συμβολικό επίπεδο με τις άλλες θρησκείες, άλλοτε μόνο τις μονοθεϊστικές, άλλες φορές διευρυνόμενος έως τις σαμανικές λατρείες και τον παγανισμό. Με την ποντιφικία του Jorge Mario Bergoglio —2013-2025— φθάσαμε στην πιο ρητή ειδωλολατρία, και ο στρατηγός των Ιησουιτών, ο Βενεζουελάνος Arturo Sosa Abascal, δήλωσε το 2019 ότι ο διάβολος δεν υπάρχει, «παρά μόνο ως συμβολική πραγματικότητα». Είχε προηγουμένως δηλώσει, το 2017, ότι δεν γνωρίζουμε ακριβώς τι είπε ο Ιησούς Χριστός, επειδή τότε... δεν υπήρχε μαγνητόφωνο. Έτσι εκφράστηκε σε μια συνέντευξη: «Θα έπρεπε να αρχίσουμε έναν ωραίο στοχασμό πάνω στο τι είπε πραγματικά ο Ιησούς. Εκείνη την εποχή κανείς δεν είχε μαγνητόφωνο για να καταγράψει τα λόγια του». Χαιρετίσματα λοιπόν στην Αγία Γραφή! Αν ο στρατηγός των Ιησουιτών φθάνει να υποστηρίζει τέτοια πράγματα, μπορούμε να καταλάβουμε σε ποια άβυσσο απιστίας έχει κατακρημνισθεί η Εκκλησία.

Γενικά, στην Εκκλησία των τελευταίων εξήντα ετών, όλοι οι λόγοι περί κακού, περί αμαρτίας, περί κόλασης, περί θείας κρίσης παρήκμασαν προοδευτικά, μέχρι σχεδόν να εξαφανιστούν εντελώς, όπως και τα ίδια τα έσχατα —ο θάνατος και το πεπρωμένο της ψυχής μετά από αυτόν— λείπουν ακόμη και από τα κηρύγματα των κηδειών, όπου κανονικά οι νεκροί, όπως κι αν έζησαν και σε οτιδήποτε κι αν πίστεψαν, καταλήγουν να αποστέλλονται απευθείας στον παράδεισο. Σχεδόν πάντοτε ο ιερέας δηλώνει ότι ο νεκρός είναι ήδη στον ουρανό, ήδη προσεύχεται για τους συγγενείς του, ακόμη κι αν ο νεκρός, όπως σε μια περίπτωση στην οποία είχα παρευρεθεί, αυτοκτόνησε πέφτοντας από μια στέγη. Υπάρχει προφανώς και εδώ ένας εξευτελισμός της καθολικής διδασκαλίας, κυρίως όσον αφορά το υπερφυσικό πεπρωμένο, το οποίο θυσιάζεται στο όνομα της ανάγκης —ανθρώπινα κατανοητής— να παρηγορηθούν οι συγγενείς του αποθανόντος, αλλά πάντοτε υποταγμένης σε ανθρώπινες απαιτήσεις.

Μια Εκκλησία που έθεσε τον άνθρωπο και, ιδιαιτέρως, το άτομο στο κέντρο, αναπόφευκτα θυσιάζει όλα όσα αφορούν το υπερφυσικό, ακόμη περισσότερο στις όψεις του που είναι πιο δύσκολες να γίνουν αποδεκτές από τον νεότερο άνθρωπο, όπως η ενέργεια του δαίμονα, το κακό, η αμαρτία, η κόλαση. Αναπόφευκτα, η συνοδική Εκκλησία οδηγείται στο να θυσιάσει το αληθινό καθολικό μήνυμα σε εκείνο που ονομάζεται νέος ανθρωπισμός: πρέπει να μιλήσουμε στον νεότερο άνθρωπο, αλλά αν ο νεότερος άνθρωπος δεν καταλαβαίνει και δεν κάθεται να μας ακούσει, τότε δεν μιλάμε πλέον. Πιθανότατα, η πλειονότητα των ιερέων και κυρίως η πλειονότητα των επισκόπων και των καρδιναλίων δεν πιστεύει πλέον σε όσα θα έπρεπε να πιστεύει: είναι μια τραγωδία, είναι υπο-πιστοί· μέσα τους η πίστη έχει πλήρως ξεραθεί μέχρι να σβήσει. Ένα μέρος του κλήρου, περισσότερο ή λιγότερο μικρό αλλά σημαντικό, δεν είναι μόνο υπο-πιστό αλλά χειρότερο: νομίζω ότι πιστεύει σε κάτι άλλο, πολύ πιο ανησυχητικό.

Ο αυθεντικός Καθολικισμός, αντίθετα, διαθέτει μια διδασκαλία η οποία —μολονότι έχει και ανθρώπινες, πολιτικές, κοινωνικές αντανακλάσεις— είναι πρώτα απ’ όλα θεοκεντρική διδασκαλία. Αν ακούμε τα κηρύγματα όχι μόνο του Bergoglio αλλά και πολλών επισκόπων, φαίνεται ότι το μεγάλο κακό είναι το να μη δέχεται κανείς τη μαζική μετανάστευση, την άφιξη πλήθους ξένων ανθρώπων εκτός νόμου· ότι αυτή η υποτιθέμενη μη αποδοχή είναι η κατεξοχήν αμαρτία, και όχι άλλες, είναι μια προφανής παραποίηση του αγαθού: ακριβώς όπως η κυρίαρχη ιδεολογία παραποιεί διαρκώς και συχνά ανατρέπει το αγαθό, έτσι κάνει και ο μοντερνιστικός συνοδικός κλήρος.

Ο Bergoglio και οι επίσκοποί του θεοποίησαν τη Μητέρα Γη, η οποία, σε αντίθεση με τον Θεό —ο οποίος δεν θα τιμωρούσε κανέναν, υποστηρίζουν, επειδή είναι υπερβολικά καλός για να τιμωρεί— τιμωρεί τους ανθρώπους για τις αδικίες που της γίνονται. Βρισκόμαστε στην ειδωλολατρία, πρώτα νοημένη και έπειτα πραγματοποιημένη στη δημόσια λατρεία της Pachamama, που τελέστηκε στον Άγιο Πέτρο και στους κήπους του Βατικανού κατά τη Σύνοδο του Αμαζονίου. Ο πνευματικός σκοταδισμός εμποδίζει να δει κανείς την πραγματικότητα: ο σημερινός κλήρος αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα δεν λειτουργούν, διότι εδώ και δεκαετίες οι εκκλησίες και τα σεμινάρια είναι όλο και πιο άδεια· το πολύ πολύ ο κλήρος καταφέρνει να γεμίσει κάποια πλατεία με την προσωπολατρική λατρεία του εκάστοτε Πάπα· ωστόσο δεν θέλει απολύτως να γυρίσει πίσω, να επιστρέψει στη διδασκαλία όλων των εποχών. Ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να επιστρέψουμε στην Εκκλησία της δεκαετίας του 1950, η οποία πάντως, ως προς την πίστη και την ευλάβεια, ήταν πολύ καλύτερη από τη σημερινή· αλλά εκείνο στο οποίο ο σημερινός κλήρος δεν θέλει να επιστρέψει είναι το Αιώνιο, η Παράδοση, η οποία δεν είναι το παρελθόν, όπως λανθασμένα πιστεύεται, αλλά το Αιώνιο μέσα στο παρελθόν. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να επιστρέψουμε στη δεκαετία του 1950 του εικοστού αιώνα, αλλά είναι δυνατόν να επιστρέψουμε σε εκείνη τη διδασκαλία που η Εκκλησία τότε ακόμη ομολογούσε σχεδόν ολόκληρη. Ο σημερινός κλήρος είναι όμως όμοιος με εκείνον τον ασθενή που γνωρίζει ένα φάρμακο που μπορεί να τον σώσει από τον θάνατο, αλλά τα δοκιμάζει όλα εκτός από αυτό, επειδή κατ’ αρχήν δεν θέλει να το λάβει. Ο ευρωπαϊκός, βορειοαμερικανικός και νοτιοαμερικανικός «καθολικισμός» βρίσκεται πλέον όλος, εκτός από αξιέπαινες εξαιρέσεις —όπως ο μονσινιόρ Carlo Maria Viganò, οι επίσκοποι της Αδελφότητας του Αγίου Πίου Ι΄ και ελάχιστοι άλλοι—, σε διάλυση.

Ένα από τα αιτήματα των Γερμανών επισκόπων και το οποίο έπειτα, με τη δήλωση Fiducia Supplicans (2023), ο Jorge Mario Bergoglio στην πράξη παραχώρησε, είναι εκείνο της ευλόγησης των ομοφυλοφιλικών ζευγαριών. Στην πραγματικότητα, αυτό το είδος βλάσφημης ευλογίας τελούνταν ήδη τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, αν όχι και νωρίτερα, στην Ολλανδία και σε ορισμένες περιοχές της Γερμανίας, ασφαλώς και στο Βέλγιο, διότι είχα άμεση μαρτυρία γι’ αυτό· ακόμη βασίλευε ο Ιωάννης Παύλος Β΄. Το γνώριζαν οι επίσκοποι, το γνώριζε το Βατικανό, που έκανε πως δεν έβλεπε: στην αρχή αυτό το πράγμα, που κρατούνταν σχετικά κρυφό, προσπαθούσαν να το ελαχιστοποιήσουν. Έπειτα, με την αύξηση της ομοφυλοφιλικής ανατροπής, έγινε όλο και περισσότερο ένα ηχηρό, φανερό αίτημα: όχι μόνο οι Γερμανοί, Βέλγοι, Ολλανδοί ιερείς ευλογούσαν τα ομοφυλοφιλικά ζευγάρια, αλλά, υποκινούμενοι από τα μέσα ενημέρωσης και από τον ομοερωτικό κόσμο, άρχισαν να διεκδικούν και τη ρητή άδεια να μπορούν να το κάνουν επίσημα και να το δηλώνουν ατιμώρητα.

Από τον Μάρτιο του 2013 εγκαθίσταται στη Ρώμη ένας Πάπας που δεν προσπαθεί να «σώσει ό,τι σώζεται» ούτε καν στη σεξουαλική ηθική, πράγμα που οι μετασυνοδικοί προκάτοχοί του, παρ’ όλες τις καταστροφές που προκάλεσαν στα άλλα μέτωπα, είχαν προσπαθήσει να κάνουν. Πρώτα ο Παύλος ΣΤ΄ με την Humanae Vitae, έπειτα ο Ιωάννης Παύλος Β΄ και τέλος ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄ προσπάθησαν τουλάχιστον να μετριάσουν την καταστροφή, διασώζοντας κάτι. Ο Bergoglio έχει επίσης δηλωθεί ευνοϊκός, ρητά, απέναντι στις ομοερωτικές ενώσεις που αναγνωρίζονται από τον νόμο, προκαλώντας σκάνδαλο μέσα στο ίδιο του το ποίμνιο· με αυτόν, στην πράξη, όλα έγιναν επιτρεπτά, εκτός ίσως από την άμβλωση. Εναντίον της άμβλωσης σιώπησε επιδεικτικά όταν το αργεντινό Κοινοβούλιο (2020), ή οι μετακαθολικές μάζες στην Ιρλανδία μέσω δημοψηφίσματος (2018), αποφάσισαν να τη νομιμοποιήσουν. Κατά τη διάρκεια των μακρών συζητήσεων που προηγήθηκαν αυτών των αποφάσεων δεν πήρε ποτέ δημόσια θέση, εκτός από το να συγκρίνει ρητά την άμβλωση με φόνο όταν η νομιμοποίησή της είχε ήδη περάσει στους κώδικες αυτών των χωρών.

Με την αποστολική επιστολή Misericordia et misera (2016), ο Bergoglio παραχώρησε σε κάθε ιερέα να δίνει άφεση σε γυναίκες, συγγενείς, γιατρούς, πολιτικούς για το θανάσιμο αμάρτημα της άμβλωσης —που συνεπάγεται αφορισμό— χωρίς να περνούν από τον επισκοπικό επίσκοπο. Με τον ίδιο τρόπο κατέστησε ευκολότερη την απόκτηση της ακυρότητας του καθολικού γάμου με την επιστολή Mitis Iudex Dominus Iesus (2015), μειώνοντας από δύο σε μία τις ευνοϊκές αποφάσεις που απαιτούνται για την έκβαση.

Στην Ιταλία, ο καρδινάλιος Matteo Zuppi, γνήσιος Ρωμαίος αλλά αρχιεπίσκοπος της Bologna, πρόεδρος της Ιταλικής Επισκοπικής Διάσκεψης, δήλωσε δημοσίως ότι ο νόμος 194 περί άμβλωσης είναι ένας «καλός νόμος». Τώρα, η Εκκλησία πάντοτε καταδίκαζε την άμβλωση, αλλά για τον καρδινάλιο Zuppi ή για τον μονσινιόρ Vincenzo Paglia, και οι δύο συνδεδεμένοι με την πανίσχυρη Sant’Egidio, ο νόμος που επιτρέπει την άμβλωση στην Ιταλία είναι αντιθέτως ένας καλός νόμος: και όποιος εκτιμά έναν νόμο που νομιμοποιεί την άμβλωση είναι υπέρμαχος της άμβλωσης, δηλαδή υποστηρικτής της άμβλωσης.

Ανθρωπίνως μιλώντας, η Εκκλησία, ως σώμα, μπορεί να πεθάνει, αλλά από ένα σημείο φθάσαμε στο σημείο να έχουμε καρδιναλίους και επισκόπους που εξυμνούν τον νόμο περί άμβλωσης· είναι πραγματικά το τέλος. Για εμάς τους πιστούς, ως μυστικό σώμα του Χριστού, δεν πεθαίνει και δεν μπορεί να πεθάνει· όμως από μια περιορισμένα ανθρώπινη οπτική, έχει τελειώσει. Τώρα το κακό φαίνεται να επικρατεί στην Εκκλησία με καθαρό, ηχηρό, φανερό τρόπο, αλλά είναι σαφές ότι αυτή η νίκη του κακού δεν θα μπορέσει να είναι οριστική, δεν θα μπορέσει να είναι για πάντα: θα φθάσουμε σε ένα σημείο στο οποίο ο Θεός θα επέμβει άμεσα και θα επικρατήσει. Γνωρίζουμε διά της πίστεως ότι αυτό, αργά ή γρήγορα, θα συμβεί· γι’ αυτό πρέπει να μαρτυρούμε, να μην παραδινόμαστε, να πολεμούμε τον καλό αγώνα, να διατηρούμε τον σπόρο και να κρατούμε αναμμένη τη φλόγα. Δεν γνωρίζουμε πότε, αλλά αργά ή γρήγορα ο Θεός και η Εκκλησία Του, η αυθεντική, θα θριαμβεύσουν.

Ένας Bergoglio με ανθρώπινο πρόσωπο

ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: