Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 7
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]
§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα
2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων
2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων
3. Η δυνατότητα (ύπαρξης) καθαρών πνευμάτων
Η καθαρή πνευματικότητα των αγγέλων σημαίνει ασώματη ύπαρξη: δεν είναι, όπως οι ανθρώπινες ψυχές, μορφές ενός υλικού σώματος που διαμορφώνεται από αυτές. Οι αισθητές μορφές, με τις οποίες κάποτε εμφανίζονται στους ανθρώπους, παράγονται από αυτούς κατά τον τρόπο ενός έργου, ώστε μέσω αυτών να καταστήσουν τον εαυτό τους κατανοητό σε κτίσματα των οποίων η γνώση είναι δεμένη με τις αισθήσεις.
Αυτή την αντίληψη του Αρεοπαγίτη την υιοθέτησε ο άγιος Θωμάς και την ανέπτυξε περαιτέρω στην αντιπαράθεσή του με αντίθετες απόψεις της εποχής του. Και για εκείνον, όμως, δεν πρόκειται μόνο για το καθαρά θεολογικό ερώτημα αν οι άγγελοι είναι πράγματι έτσι ή αλλιώς συγκροτημένοι, αλλά για την ουσιώδη δυνατότητα «καθαρών μορφών».
Αρχικά δεν ακολουθούμε τους συλλογισμούς του, αλλά αναζητούμε μια πρόσβαση ξεκινώντας από την εμπειρία του εαυτού μας. Η δική μας πνευματική ζωή είναι με πολλούς τρόπους δεμένη με το σώμα. Αντλούμε τη γνώση μας για τον εξωτερικό κόσμο από την αισθητή αντίληψη, η οποία εξαρτάται από σωματικά όργανα. Και ολόκληρη η πορεία της πνευματικής μας ζωής βρίσκεται σε άμεσα βιωμένη εξάρτηση από την κατάσταση του σώματος, από την εναλλαγή υγείας και ασθένειας, φρεσκάδας και κόπωσης.
Αλλά αυτή η σχέση εξάρτησης δεν είναι η ίδια σε διαφορετικούς ανθρώπους ούτε και στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικές στιγμές. Βιώνουμε μέσα μας τη δύναμη του πνεύματος να καθιστά τον εαυτό του σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητο από τέτοιες σωματικές επιδράσεις· και μπορούμε να σκεφτούμε αυτή την ελευθερία αυξημένη μέχρι το ιδεατό όριο μιας πλήρους αποδέσμευσης από τη σωματική δέσμευση.
Και αυτό το «να σκεφτόμαστε κάτι ως αυξημένο», η διαδικασία κατά την οποία το πνεύμα, μέσα σε ελεύθερους στοχασμούς περί δυνατοτήτων, υψώνεται πάνω από τη βάση της εμπειρίας, είναι για εμάς ένα παράδειγμα τρόπων γνώσης που υπερβαίνουν τα όρια εκείνου που συλλαμβάνεται και μπορεί να συλληφθεί αισθητά. Από εδώ φωτίζεται και πάλι η δυνατότητα μιας γνώσης που δεν έχει πλέον ανάγκη από αισθητές οδούς πρόσβασης.
4. Η δυνατότητα ανώτερων —δηλαδή υπερανθρώπινων— πνευμάτων
Έτσι, ήδη η ασώματη ύπαρξη μας οδηγεί στη δυνατότητα μιας ανώτερης πνευματικότητας από τη δική μας. Βιώνουμε μέσα μας τη δεσμευτικότητα του σώματος ως έναν δεσμό που εμποδίζει την άνοδο του πνεύματος. Ελεύθερο από μια τέτοια δέσμευση, το πνεύμα θα είναι ικανό για υψηλότερα πράγματα από όσα είναι ικανό το ανθρώπινο πνεύμα.
Πρέπει βέβαια να υπενθυμίσουμε ότι δεν ανήκει ουσιωδώς στο σώμα ως τέτοιο να είναι εμπόδιο του πνεύματος. Αυτό του ανήκει μάλλον μόνο στην «πεπτωκυία» κατάσταση. Είναι νοητός ένας τρόπος σωματικότητας που δεν βαραίνει το πνεύμα, αλλά είναι γι’ αυτό απολύτως υπάκουο όργανο και μέσο έκφρασης. Έτσι φανταζόμαστε την κατάσταση των πρώτων ανθρώπων πριν από την πτώση και των μακαρίων μετά την ανάσταση.
Επομένως, τα καθαρά πνεύματα δεν οφείλουν την υπεροχή της πνευματικής τους ζωής στην ασώματη ύπαρξη ως τέτοια, αλλά στην ελευθερία από μια σωματικότητα όπως είναι πραγματικά η δική μας. Από την άλλη πλευρά, όμως, η καθαρή πνευματική ζωή δεν απαιτεί σωματικότητα ως μέσο της πραγματοποίησής της. Η δυνατότητα σωματικά διαμορφωμένων όντων με ανώτερη πνευματικότητα από τη δική μας ανθρώπινη δεν αποκλείει λοιπόν τη δυνατότητα καθαρών πνευμάτων.
Πώς πρέπει τώρα να σκεφτούμε αυτή την πνευματική ζωή που υπερέχει της δικής μας; Μας αποκαλύπτεται και πάλι μέσω μιας ελεύθερης νοητικής παραλλαγής και ενίσχυσης της δικής μας, κατά τον τρόπο ενός ιδεατού ορίου: παρόμοια με το πώς «βλέπουμε μέσα» από τις μορφές των φυσικών σωμάτων τις καθαρές γεωμετρικές μορφές.
Πρόκειται πράγματι για μια πνευματική θέαση: όχι για μια «κενή» σκέψη, αλλά για μια «πληρωμένη» σκέψη, για μια ενορατική σύλληψη ουσιωδών δυνατοτήτων. Ωστόσο αυτή η πλήρωση δεν είναι η έσχατη: όταν μπορούμε «να σκεφτούμε» μια πνευματική ζωή ανώτερη από τη δική μας, αυτή η σκέψη απαιτεί ως έσχατη πλήρωσή της την πραγματική επιτέλεση μιας τέτοιας πνευματικής ζωής. Και σε αυτό δεν φτάνουμε κατά την επίγεια ζωή μας.
α) Ανώτερη γνώση
Η δική μας γνώση είναι μια γνώση που προχωρεί βήμα προς βήμα: από εκείνο που μας είναι άμεσα προσιτό, προχωρούμε σταδιακά προς κάτι άλλο, το οποίο δεν το συλλαμβάνουμε άμεσα, μέσω της εννοιολογικής σκέψης, της κρίσης και του συλλογισμού.
Έτσι, μέσα σε συνεχή κίνηση, συγκεντρώνουμε έναν ολοένα αυξανόμενο θησαυρό γνώσεων, παρά τις πολλές παρεκκλίσεις και παρακάμψεις που προκαλούνται από απατηλές εντυπώσεις και πλάνες. Αλλά η κίνηση αυτή κατευθύνεται προς έναν σκοπό και προς μια ανάπαυση στον σκοπό. Αυτός ο σκοπός είναι η θέαση του όντος.
Στο πεδίο της αισθητής γνώσης, είναι η αισθητή αντίληψη, όχι όμως ως απλώς αισθητή «εντύπωση», αλλά ως πνευματικά πληρωμένη, κατανοούσα θέαση. Στο πεδίο της συλλογιστικής σκέψης, είναι η ενόραση μιας αντικειμενικής κατάστασης.
Για όλη την πολλαπλότητα των διαφόρων γνωστικών προσπαθειών, οι οποίες αντιστοιχούν στα διαφορετικά γένη του όντος, θα μπορούσε να δειχθεί αναλυτικά σε ποιο είδος πληρούσας θέασης αποβλέπουν.
Όταν έχουμε φτάσει σε έναν τέτοιο σκοπό, υπάρχει για εμάς μια στιγμή ανάπαυσης, η οποία έχει κάτι το μακαριστό. Αλλά δεν διαρκεί ποτέ πολύ, επειδή κάθε φορά φτάνουμε μόνο σε έναν επιμέρους σκοπό, ο οποίος δείχνει πέρα από τον εαυτό του και μας θέτει νέα καθήκοντα.
Παρ’ όλα αυτά, η πληρούσα θέαση, μέσα στην οποία μπορούμε να αναπαυθούμε, είναι η γνώση με την κυρίως έννοια· κάθε νοητική προσπάθεια είναι μόνο μέσο και οδός προς αυτήν.
Και από την εμπειρία της ανάπαυσης στον σκοπό, την οποία έχουμε, φτάνουμε στην ιδέα ενός πνεύματος που έχει απαλλαγεί από τον κόπο της οδού, επειδή ήδη από την αρχή αναπαύεται εκεί όπου για εμάς βρίσκεται ο σκοπός: στη θέαση της πληρότητας του όντος.
Αρχικά και με τρόπο που περιλαμβάνει απολύτως όλο το ον, αυτή η κατοχή μπορεί να υπάρχει μόνο στο Πνεύμα που είναι το ίδιο η πληρότητα του Είναι και δίνει το είναι σε όλα τα όντα: στον Θεό.
Αλλά είναι νοητά περατά πνεύματα τα οποία είναι έτσι συγκροτημένα, ώστε το πλήρες μέτρο της γνώσης, για το οποίο είναι από τη φύση τους ικανά, να τους ανήκει από την αρχή της ύπαρξής τους· ελεύθερα από απατηλές εντυπώσεις και πλάνες, μέσα στην κλειστή ενότητα μιας ζωής πλήρως πληρωμένης, χωρίς εξασθένηση και χαλάρωση.
Αύξηση της γνώσης θα μπορούσε να υπάρξει γι’ αυτά μόνο αν υψώνονταν πέρα από τη δική τους φύση, αν ο Θεός τούς μετέδιδε κάτι από την άπειρη και ανεξάντλητη πληρότητα του Είναι του. Μια τέτοια μετάδοση την ονομάζουμε χάρη. Ο Διονύσιος την ονομάζει φωτισμό.
Προς το παρόν, μένουμε στη φυσική γνώση των αγγέλων. Αυτό λοιπόν είναι το πλεονέκτημά της έναντι της ανθρώπινης γνώσης: είναι ανάπαυση στον σκοπό, πνευματική θέαση του όντος στην πληρότητά του.
Αυτό συνδέεται με ένα άλλο ουσιώδες γνώρισμα των καθαρών πνευμάτων, για το οποίο θα πρέπει ακόμη να μιλήσουμε: ότι αυτά δεν «αναπτύσσονται» καθόλου, αλλά εισέρχονται στην ύπαρξη «ολοκληρωμένα». Πρέπει όμως να μείνουμε ακόμη λίγο στην πνευματική τους ζωή.
β) Ενότητα της ζωής
Η γνώση μας είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο παίρνουμε θέση απέναντι στο ον και ενεργούμε μέσα στον κόσμο. Το να γνωρίζουμε τα πράγματα σημαίνει και το εξής: να τα συλλαμβάνουμε ως προς τη σημασία τους για εμάς και μεταξύ τους.
Αυτή η σημασία γίνεται αισθητή μέσα μας με μια ζωντανή σύλληψη της αξίας, η οποία, ως απάντηση που αναβλύζει από το εσωτερικό, απαιτεί αντικειμενικά ορισμένες στάσεις του συναισθήματος και της βούλησης και ωθεί σε αντίστοιχη ενεργητική προσέγγιση και δράση.
Σε εμάς, η γνώση, το αίσθημα, η βούληση και η πράξη δεν είναι βέβαια εντελώς χωρισμένα και ανεξάρτητα μεταξύ τους· αντιθέτως, καθορίζονται αμοιβαία μέσα σε σχέσεις αλληλεξάρτησης. Αλλά ούτε είναι αδιάσπαστα ένα. Μπορούν να διακριθούν μεταξύ τους ως αυτοτελείς κινήσεις, και οι αντικειμενικά ορθές συνδέσεις δεν πραγματώνονται καθόλου πάντοτε καθαρά.
Υπάρχει μια τυφλότητα απέναντι στην αξία, ενώ συγχρόνως υπάρχει οξεία ματιά για την απλή πραγματική σύσταση των πραγμάτων. Υπάρχει μια «νεκρή» σύλληψη της αξίας, η οποία αποδίδει με τον νου δικαιοσύνη στη σημασία των πραγμάτων, χωρίς όμως να κινείται εσωτερικά τίποτε. Υπάρχει, ενώ η σύλληψη της αξίας είναι ζωντανή, αποτυχία στη βούληση και στην πράξη, εξαιτίας αδυναμίας, νωθρότητας, αναποφασιστικότητας ή απιστίας.
Όλα αυτά είναι πολύ διαφορετικά στους διάφορους ανθρώπους και στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικούς χρόνους. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ολόκληρη η πνευματική μας δύναμη αφυπνίζεται σε πλήρη ζωή και αυτή η ζωή φαίνεται συγκεντρωμένη σε τέλεια ενότητα: γνώση, αγάπη και πράξη αδιάσπαστα ένα.
Και αυτές οι κορυφώσεις μάς ανοίγουν και πάλι τη θέα προς μια πνευματική ζωή που διατηρείται αμετάβλητα, χωρίς καμία διακύμανση, σε ένα τέτοιο ύψος. Έτσι πρέπει να σκεφτούμε τη ζωή των αγγέλων.
γ) Ενότητα της δύναμης
Στον Διονύσιο συναντήσαμε την παρατήρηση ότι στους αγγέλους πρέπει να διακρίνουμε την ουσία, τη δύναμη και την ενέργεια. Στα κτίσματα που γνωρίζουμε από τη φυσική εμπειρία, η ενέργεια είναι ενεργοποίηση μιας δύναμης, η οποία προηγουμένως ήταν απλή δυνατότητα —δύναμις, potentia— και τώρα, μέσα στην ενέργεια, γίνεται «πραγματική».
Στην πολλαπλότητα των ενεργειών ενός αυτοτελούς πραγματικού όντος —μιας οὐσίας—, οι οποίες διαφέρουν ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενό τους, αντιστοιχούν πολλαπλές δυνάμεις ή δυνατότητες, στις οποίες διασπάται η μία φυσική δύναμη· δηλαδή η δύναμη που ανήκει στη φύση ή στην ουσία ενός πραγματικού όντος.
Τον όρο «ουσία» τον χρησιμοποιήσαμε με διπλή σημασία: για τον γενικά συλληπτό ειδολογικό προσδιορισμό και για εκείνο που κάνει το άτομο να είναι αυτό που είναι. Σύμφωνα με την αντίληψη του αγίου Θωμά, στους αγγέλους αυτή η διάκριση δεν τίθεται, διότι στα καθαρά πνεύματα κάθε επιμέρους ον ενσαρκώνει ένα ιδιαίτερο είδος.
Δεν χρειάζεται προς το παρόν να εισέλθουμε σε αυτό το ερώτημα, διότι ακόμη και εκεί όπου ο ειδολογικός προσδιορισμός συμπληρώνεται ως προς το περιεχόμενο από τον ατομικό προσδιορισμό, η «πραγματική ουσία» περιέχει εντός της και τα δύο, ενωμένα σε ένα ατομικό όλο.
Εκείνο που μας ενδιαφέρει τώρα είναι πώς σχετίζονται μεταξύ τους η ουσία, η δύναμη και οι δυνάμεις. Στην ουσία του ανθρώπου ανήκει το να έχει ορισμένες δυνάμεις —π.χ. νου και θέληση. Στην ουσία αυτού του ανθρώπου ανήκει το ότι ο νους του είναι καθαρός, η θέλησή του αποφασιστική. Κάθε ενέργεια του νου και της θέλησης είναι μια «επίδοση δύναμης»· σε καθεμία από αυτές η ζωντανή πνευματική δύναμη μορφοποιείται με έναν ορισμένο τρόπο.
Έχουμε ήδη καταστήσει σαφές ότι «πνεύμα», με την πλήρη σημασία της λέξης, είναι νόημα και ζωή, και ότι αυτά τα δύο σχετίζονται μεταξύ τους όπως η μορφή και η ύλη, εφόσον το νόημα δίνει περιεχομενικό προσδιορισμό στην απροσδιόριστη πληρότητα της ζωής. Όμως, χρησιμοποιώντας τον όρο «ύλη», επισημάναμε ότι σε αυτό το πλαίσιο δεν πρόκειται για ύλη που καταλαμβάνει χώρο.
Πρέπει επίσης να σκεφτούμε ότι εκείνο που στο πεδίο των υλικών χωρικών μορφωμάτων ονομάζουμε «μορφή» είναι συγχρόνως νόημα και δύναμη· και ότι η δύναμη είναι εκείνο που στην πραγματικότητα «επιτελεί» τη μορφοποίηση, ενώ το νόημα καθορίζει το είδος της μορφοποίησης.
Η διάκριση ανάμεσα στο νόημα και τη δύναμη ή πληρότητα της ζωής πρέπει να γίνεται τόσο στην επιμέρους πνευματική «επίδοση» όσο και στη «δυνατότητα» που βρίσκεται στη βάση της. Η πολλαπλότητα του νοηματικού προσδιορισμού διαμορφώνει τη μία πνευματική δύναμη, που ανήκει στον άνθρωπο, σε μια πολλαπλότητα δυνάμεων.
Η ενότητα, παρά αυτή την πολλαπλή διαμόρφωση, φαίνεται στο ότι σε έναν άνθρωπο μεγάλης πνευματικής δύναμης όλες οι επιδόσεις είναι ισχυρές. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται και στο ότι μια έντονη απασχόληση αυτής της δύναμης προς μια ορισμένη κατεύθυνση εμποδίζει την εκδήλωσή της προς άλλη κατεύθυνση.
Στην ουσία αυτού του ανθρώπου ανήκει ένα ορισμένο μέτρο δύναμης, που είναι χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας του, και επίσης η προνομιακή κατεύθυνση της δραστηριοποίησης που του ανήκει από τη φύση. Το μέτρο της δύναμης όμως δεν πρέπει να το φανταζόμαστε ως ένα αμετάβλητα καθορισμένο μέγεθος.
Η πνευματική δύναμη, όπως και ολόκληρη η ουσία του ανθρώπου, υπόκειται στον νόμο της ανάπτυξης· φτάνει μόνο σταδιακά και υπό τις κατάλληλες συνθήκες στο ύψος και στη διαμόρφωση που μπορεί να επιτύχει. Όμως οι δυνατές γραμμές ανάπτυξης είναι προχαραγμένες στην ουσιώδη μορφή και διαφέρουν από άτομο σε άτομο.
Τι πρέπει να κρατήσουμε από αυτές τις σχέσεις για τα καθαρά πνεύματα και τι πρέπει να σκεφτούμε μετασχηματισμένο; Αν στην πνευματική πραγματικότητα ως τέτοια ανήκουν το νόημα και η πληρότητα της ζωής, τότε και τα δύο πρέπει να βρίσκονται και στους αγγέλους. Σε σύγκριση με την ανθρώπινη πνευματικότητα, στην ανώτερη πνευματικότητά τους ανήκει μια πολύ μεγαλύτερη πνευματική πληρότητα. Σε αυτό παραπέμπει το όνομα Δυνάμεις.
Είναι αυτή η πληρότητα και σε αυτούς κάτι απροσδιόριστο και προσδιορίσιμο, που δέχεται διαφορετική διαμόρφωση μέσω μιας πολλαπλότητας του είναι, άρα ένα είδος πνευματικής «ύλης» —η οποία δεν θα έθιγε την ασώματη ύπαρξή τους; Σε κάθε περίπτωση, αυτή η διαμόρφωση δεν πρέπει να νοείται σε αυτούς ως χρονική διαδικασία ανάπτυξης. Είναι αυτό που πρέπει να είναι σύμφωνα με τη φύση τους από την αρχή της ύπαρξής τους, και βρίσκονται επίσης αμέσως στο ύψος της δύναμής τους.
Αυτή η δύναμη, και σε αυτούς, δεν υπόκειται, όπως στους ανθρώπους, σε ποικίλες διακυμάνσεις εξαιτίας μεταβαλλόμενων εξωτερικών συνθηκών. Δεν καταναλώνεται στις επιδόσεις της, δεν υφίσταται μεταβολή. Μπορεί όμως να αυξηθεί υπερφυσικά μέσω χαρισματικών επιδράσεων.
Πρέπει να τη σκεφτούμε ως διαμορφωμένη σε πολλαπλότητα διαφορετικών δυνάμεων; Τα ονόματα των αγγέλων φαίνεται να υπαινίσσονται κάτι τέτοιο: όταν οι Σεραφείμ ονομάζονται από τη φλόγα της αγάπης τους, οι Χερουβείμ από τη φωτισμένη γνώση τους, αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι στους μεν κυριαρχεί και τους χαρακτηρίζει μια άλλη δύναμη απ’ ό,τι στους δε.
Όμως στους αγγέλους αυτό έχει διαφορετικό νόημα απ’ ό,τι στους ανθρώπους. Η «δύναμη» σε αυτούς δεν σημαίνει «απλή δυνατότητα», η οποία άλλοτε βρίσκεται σε ενέργεια και άλλοτε επιστρέφει στην κατάσταση της απλής δυνατότητας· η οποία μπορεί να αναπτυχθεί, αλλά υπό δυσμενείς συνθήκες μπορεί και να παραμείνει πάντοτε ανενεργή. Η δύναμή τους είναι πάντοτε ζωντανή και ενεργός· και μάλιστα πάντοτε προς κάθε κατεύθυνση που τους είναι δυνατή και στο ανώτατο μέτρο που μπορούν να φτάσουν.
Γι’ αυτό είναι καταλληλότερο, στην περίπτωσή τους, να μη μιλούμε για «δυνάμεις», αλλά για μία δύναμη πολλαπλά μορφοποιημένη και ενεργό. Διακρίνονται μεταξύ τους από το μέτρο της δύναμης που ανήκει στον καθένα από τη φύση του και από την υποδηλωμένη διαφορά στη μορφοποίηση της δύναμής τους.
Στην ενότητα της δύναμης αντιστοιχεί η κλειστή και συγκεντρωμένη ενότητα της ζωής τους, για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως: η αδιάσπαστη ενότητα γνώσης, αγάπης και διακονίας.
Συνεχίζεται με:
5. Πραγματικότητα και δυνατότητα. Potentia oboedientialis. Φύση, ελευθερία και χάρη. Το κακό
Η καθαρή πνευματικότητα των αγγέλων σημαίνει ασώματη ύπαρξη: δεν είναι, όπως οι ανθρώπινες ψυχές, μορφές ενός υλικού σώματος που διαμορφώνεται από αυτές. Οι αισθητές μορφές, με τις οποίες κάποτε εμφανίζονται στους ανθρώπους, παράγονται από αυτούς κατά τον τρόπο ενός έργου, ώστε μέσω αυτών να καταστήσουν τον εαυτό τους κατανοητό σε κτίσματα των οποίων η γνώση είναι δεμένη με τις αισθήσεις.
Αυτή την αντίληψη του Αρεοπαγίτη την υιοθέτησε ο άγιος Θωμάς και την ανέπτυξε περαιτέρω στην αντιπαράθεσή του με αντίθετες απόψεις της εποχής του. Και για εκείνον, όμως, δεν πρόκειται μόνο για το καθαρά θεολογικό ερώτημα αν οι άγγελοι είναι πράγματι έτσι ή αλλιώς συγκροτημένοι, αλλά για την ουσιώδη δυνατότητα «καθαρών μορφών».
Αρχικά δεν ακολουθούμε τους συλλογισμούς του, αλλά αναζητούμε μια πρόσβαση ξεκινώντας από την εμπειρία του εαυτού μας. Η δική μας πνευματική ζωή είναι με πολλούς τρόπους δεμένη με το σώμα. Αντλούμε τη γνώση μας για τον εξωτερικό κόσμο από την αισθητή αντίληψη, η οποία εξαρτάται από σωματικά όργανα. Και ολόκληρη η πορεία της πνευματικής μας ζωής βρίσκεται σε άμεσα βιωμένη εξάρτηση από την κατάσταση του σώματος, από την εναλλαγή υγείας και ασθένειας, φρεσκάδας και κόπωσης.
Αλλά αυτή η σχέση εξάρτησης δεν είναι η ίδια σε διαφορετικούς ανθρώπους ούτε και στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικές στιγμές. Βιώνουμε μέσα μας τη δύναμη του πνεύματος να καθιστά τον εαυτό του σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητο από τέτοιες σωματικές επιδράσεις· και μπορούμε να σκεφτούμε αυτή την ελευθερία αυξημένη μέχρι το ιδεατό όριο μιας πλήρους αποδέσμευσης από τη σωματική δέσμευση.
Και αυτό το «να σκεφτόμαστε κάτι ως αυξημένο», η διαδικασία κατά την οποία το πνεύμα, μέσα σε ελεύθερους στοχασμούς περί δυνατοτήτων, υψώνεται πάνω από τη βάση της εμπειρίας, είναι για εμάς ένα παράδειγμα τρόπων γνώσης που υπερβαίνουν τα όρια εκείνου που συλλαμβάνεται και μπορεί να συλληφθεί αισθητά. Από εδώ φωτίζεται και πάλι η δυνατότητα μιας γνώσης που δεν έχει πλέον ανάγκη από αισθητές οδούς πρόσβασης.
4. Η δυνατότητα ανώτερων —δηλαδή υπερανθρώπινων— πνευμάτων
Έτσι, ήδη η ασώματη ύπαρξη μας οδηγεί στη δυνατότητα μιας ανώτερης πνευματικότητας από τη δική μας. Βιώνουμε μέσα μας τη δεσμευτικότητα του σώματος ως έναν δεσμό που εμποδίζει την άνοδο του πνεύματος. Ελεύθερο από μια τέτοια δέσμευση, το πνεύμα θα είναι ικανό για υψηλότερα πράγματα από όσα είναι ικανό το ανθρώπινο πνεύμα.
Πρέπει βέβαια να υπενθυμίσουμε ότι δεν ανήκει ουσιωδώς στο σώμα ως τέτοιο να είναι εμπόδιο του πνεύματος. Αυτό του ανήκει μάλλον μόνο στην «πεπτωκυία» κατάσταση. Είναι νοητός ένας τρόπος σωματικότητας που δεν βαραίνει το πνεύμα, αλλά είναι γι’ αυτό απολύτως υπάκουο όργανο και μέσο έκφρασης. Έτσι φανταζόμαστε την κατάσταση των πρώτων ανθρώπων πριν από την πτώση και των μακαρίων μετά την ανάσταση.
Επομένως, τα καθαρά πνεύματα δεν οφείλουν την υπεροχή της πνευματικής τους ζωής στην ασώματη ύπαρξη ως τέτοια, αλλά στην ελευθερία από μια σωματικότητα όπως είναι πραγματικά η δική μας. Από την άλλη πλευρά, όμως, η καθαρή πνευματική ζωή δεν απαιτεί σωματικότητα ως μέσο της πραγματοποίησής της. Η δυνατότητα σωματικά διαμορφωμένων όντων με ανώτερη πνευματικότητα από τη δική μας ανθρώπινη δεν αποκλείει λοιπόν τη δυνατότητα καθαρών πνευμάτων.
Πώς πρέπει τώρα να σκεφτούμε αυτή την πνευματική ζωή που υπερέχει της δικής μας; Μας αποκαλύπτεται και πάλι μέσω μιας ελεύθερης νοητικής παραλλαγής και ενίσχυσης της δικής μας, κατά τον τρόπο ενός ιδεατού ορίου: παρόμοια με το πώς «βλέπουμε μέσα» από τις μορφές των φυσικών σωμάτων τις καθαρές γεωμετρικές μορφές.
Πρόκειται πράγματι για μια πνευματική θέαση: όχι για μια «κενή» σκέψη, αλλά για μια «πληρωμένη» σκέψη, για μια ενορατική σύλληψη ουσιωδών δυνατοτήτων. Ωστόσο αυτή η πλήρωση δεν είναι η έσχατη: όταν μπορούμε «να σκεφτούμε» μια πνευματική ζωή ανώτερη από τη δική μας, αυτή η σκέψη απαιτεί ως έσχατη πλήρωσή της την πραγματική επιτέλεση μιας τέτοιας πνευματικής ζωής. Και σε αυτό δεν φτάνουμε κατά την επίγεια ζωή μας.
α) Ανώτερη γνώση
Η δική μας γνώση είναι μια γνώση που προχωρεί βήμα προς βήμα: από εκείνο που μας είναι άμεσα προσιτό, προχωρούμε σταδιακά προς κάτι άλλο, το οποίο δεν το συλλαμβάνουμε άμεσα, μέσω της εννοιολογικής σκέψης, της κρίσης και του συλλογισμού.
Έτσι, μέσα σε συνεχή κίνηση, συγκεντρώνουμε έναν ολοένα αυξανόμενο θησαυρό γνώσεων, παρά τις πολλές παρεκκλίσεις και παρακάμψεις που προκαλούνται από απατηλές εντυπώσεις και πλάνες. Αλλά η κίνηση αυτή κατευθύνεται προς έναν σκοπό και προς μια ανάπαυση στον σκοπό. Αυτός ο σκοπός είναι η θέαση του όντος.
Στο πεδίο της αισθητής γνώσης, είναι η αισθητή αντίληψη, όχι όμως ως απλώς αισθητή «εντύπωση», αλλά ως πνευματικά πληρωμένη, κατανοούσα θέαση. Στο πεδίο της συλλογιστικής σκέψης, είναι η ενόραση μιας αντικειμενικής κατάστασης.
Για όλη την πολλαπλότητα των διαφόρων γνωστικών προσπαθειών, οι οποίες αντιστοιχούν στα διαφορετικά γένη του όντος, θα μπορούσε να δειχθεί αναλυτικά σε ποιο είδος πληρούσας θέασης αποβλέπουν.
Όταν έχουμε φτάσει σε έναν τέτοιο σκοπό, υπάρχει για εμάς μια στιγμή ανάπαυσης, η οποία έχει κάτι το μακαριστό. Αλλά δεν διαρκεί ποτέ πολύ, επειδή κάθε φορά φτάνουμε μόνο σε έναν επιμέρους σκοπό, ο οποίος δείχνει πέρα από τον εαυτό του και μας θέτει νέα καθήκοντα.
Παρ’ όλα αυτά, η πληρούσα θέαση, μέσα στην οποία μπορούμε να αναπαυθούμε, είναι η γνώση με την κυρίως έννοια· κάθε νοητική προσπάθεια είναι μόνο μέσο και οδός προς αυτήν.
Και από την εμπειρία της ανάπαυσης στον σκοπό, την οποία έχουμε, φτάνουμε στην ιδέα ενός πνεύματος που έχει απαλλαγεί από τον κόπο της οδού, επειδή ήδη από την αρχή αναπαύεται εκεί όπου για εμάς βρίσκεται ο σκοπός: στη θέαση της πληρότητας του όντος.
Αρχικά και με τρόπο που περιλαμβάνει απολύτως όλο το ον, αυτή η κατοχή μπορεί να υπάρχει μόνο στο Πνεύμα που είναι το ίδιο η πληρότητα του Είναι και δίνει το είναι σε όλα τα όντα: στον Θεό.
Αλλά είναι νοητά περατά πνεύματα τα οποία είναι έτσι συγκροτημένα, ώστε το πλήρες μέτρο της γνώσης, για το οποίο είναι από τη φύση τους ικανά, να τους ανήκει από την αρχή της ύπαρξής τους· ελεύθερα από απατηλές εντυπώσεις και πλάνες, μέσα στην κλειστή ενότητα μιας ζωής πλήρως πληρωμένης, χωρίς εξασθένηση και χαλάρωση.
Αύξηση της γνώσης θα μπορούσε να υπάρξει γι’ αυτά μόνο αν υψώνονταν πέρα από τη δική τους φύση, αν ο Θεός τούς μετέδιδε κάτι από την άπειρη και ανεξάντλητη πληρότητα του Είναι του. Μια τέτοια μετάδοση την ονομάζουμε χάρη. Ο Διονύσιος την ονομάζει φωτισμό.
Προς το παρόν, μένουμε στη φυσική γνώση των αγγέλων. Αυτό λοιπόν είναι το πλεονέκτημά της έναντι της ανθρώπινης γνώσης: είναι ανάπαυση στον σκοπό, πνευματική θέαση του όντος στην πληρότητά του.
Αυτό συνδέεται με ένα άλλο ουσιώδες γνώρισμα των καθαρών πνευμάτων, για το οποίο θα πρέπει ακόμη να μιλήσουμε: ότι αυτά δεν «αναπτύσσονται» καθόλου, αλλά εισέρχονται στην ύπαρξη «ολοκληρωμένα». Πρέπει όμως να μείνουμε ακόμη λίγο στην πνευματική τους ζωή.
β) Ενότητα της ζωής
Η γνώση μας είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο παίρνουμε θέση απέναντι στο ον και ενεργούμε μέσα στον κόσμο. Το να γνωρίζουμε τα πράγματα σημαίνει και το εξής: να τα συλλαμβάνουμε ως προς τη σημασία τους για εμάς και μεταξύ τους.
Αυτή η σημασία γίνεται αισθητή μέσα μας με μια ζωντανή σύλληψη της αξίας, η οποία, ως απάντηση που αναβλύζει από το εσωτερικό, απαιτεί αντικειμενικά ορισμένες στάσεις του συναισθήματος και της βούλησης και ωθεί σε αντίστοιχη ενεργητική προσέγγιση και δράση.
Σε εμάς, η γνώση, το αίσθημα, η βούληση και η πράξη δεν είναι βέβαια εντελώς χωρισμένα και ανεξάρτητα μεταξύ τους· αντιθέτως, καθορίζονται αμοιβαία μέσα σε σχέσεις αλληλεξάρτησης. Αλλά ούτε είναι αδιάσπαστα ένα. Μπορούν να διακριθούν μεταξύ τους ως αυτοτελείς κινήσεις, και οι αντικειμενικά ορθές συνδέσεις δεν πραγματώνονται καθόλου πάντοτε καθαρά.
Υπάρχει μια τυφλότητα απέναντι στην αξία, ενώ συγχρόνως υπάρχει οξεία ματιά για την απλή πραγματική σύσταση των πραγμάτων. Υπάρχει μια «νεκρή» σύλληψη της αξίας, η οποία αποδίδει με τον νου δικαιοσύνη στη σημασία των πραγμάτων, χωρίς όμως να κινείται εσωτερικά τίποτε. Υπάρχει, ενώ η σύλληψη της αξίας είναι ζωντανή, αποτυχία στη βούληση και στην πράξη, εξαιτίας αδυναμίας, νωθρότητας, αναποφασιστικότητας ή απιστίας.
Όλα αυτά είναι πολύ διαφορετικά στους διάφορους ανθρώπους και στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικούς χρόνους. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ολόκληρη η πνευματική μας δύναμη αφυπνίζεται σε πλήρη ζωή και αυτή η ζωή φαίνεται συγκεντρωμένη σε τέλεια ενότητα: γνώση, αγάπη και πράξη αδιάσπαστα ένα.
Και αυτές οι κορυφώσεις μάς ανοίγουν και πάλι τη θέα προς μια πνευματική ζωή που διατηρείται αμετάβλητα, χωρίς καμία διακύμανση, σε ένα τέτοιο ύψος. Έτσι πρέπει να σκεφτούμε τη ζωή των αγγέλων.
γ) Ενότητα της δύναμης
Στον Διονύσιο συναντήσαμε την παρατήρηση ότι στους αγγέλους πρέπει να διακρίνουμε την ουσία, τη δύναμη και την ενέργεια. Στα κτίσματα που γνωρίζουμε από τη φυσική εμπειρία, η ενέργεια είναι ενεργοποίηση μιας δύναμης, η οποία προηγουμένως ήταν απλή δυνατότητα —δύναμις, potentia— και τώρα, μέσα στην ενέργεια, γίνεται «πραγματική».
Στην πολλαπλότητα των ενεργειών ενός αυτοτελούς πραγματικού όντος —μιας οὐσίας—, οι οποίες διαφέρουν ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενό τους, αντιστοιχούν πολλαπλές δυνάμεις ή δυνατότητες, στις οποίες διασπάται η μία φυσική δύναμη· δηλαδή η δύναμη που ανήκει στη φύση ή στην ουσία ενός πραγματικού όντος.
Τον όρο «ουσία» τον χρησιμοποιήσαμε με διπλή σημασία: για τον γενικά συλληπτό ειδολογικό προσδιορισμό και για εκείνο που κάνει το άτομο να είναι αυτό που είναι. Σύμφωνα με την αντίληψη του αγίου Θωμά, στους αγγέλους αυτή η διάκριση δεν τίθεται, διότι στα καθαρά πνεύματα κάθε επιμέρους ον ενσαρκώνει ένα ιδιαίτερο είδος.
Δεν χρειάζεται προς το παρόν να εισέλθουμε σε αυτό το ερώτημα, διότι ακόμη και εκεί όπου ο ειδολογικός προσδιορισμός συμπληρώνεται ως προς το περιεχόμενο από τον ατομικό προσδιορισμό, η «πραγματική ουσία» περιέχει εντός της και τα δύο, ενωμένα σε ένα ατομικό όλο.
Εκείνο που μας ενδιαφέρει τώρα είναι πώς σχετίζονται μεταξύ τους η ουσία, η δύναμη και οι δυνάμεις. Στην ουσία του ανθρώπου ανήκει το να έχει ορισμένες δυνάμεις —π.χ. νου και θέληση. Στην ουσία αυτού του ανθρώπου ανήκει το ότι ο νους του είναι καθαρός, η θέλησή του αποφασιστική. Κάθε ενέργεια του νου και της θέλησης είναι μια «επίδοση δύναμης»· σε καθεμία από αυτές η ζωντανή πνευματική δύναμη μορφοποιείται με έναν ορισμένο τρόπο.
Έχουμε ήδη καταστήσει σαφές ότι «πνεύμα», με την πλήρη σημασία της λέξης, είναι νόημα και ζωή, και ότι αυτά τα δύο σχετίζονται μεταξύ τους όπως η μορφή και η ύλη, εφόσον το νόημα δίνει περιεχομενικό προσδιορισμό στην απροσδιόριστη πληρότητα της ζωής. Όμως, χρησιμοποιώντας τον όρο «ύλη», επισημάναμε ότι σε αυτό το πλαίσιο δεν πρόκειται για ύλη που καταλαμβάνει χώρο.
Πρέπει επίσης να σκεφτούμε ότι εκείνο που στο πεδίο των υλικών χωρικών μορφωμάτων ονομάζουμε «μορφή» είναι συγχρόνως νόημα και δύναμη· και ότι η δύναμη είναι εκείνο που στην πραγματικότητα «επιτελεί» τη μορφοποίηση, ενώ το νόημα καθορίζει το είδος της μορφοποίησης.
Η διάκριση ανάμεσα στο νόημα και τη δύναμη ή πληρότητα της ζωής πρέπει να γίνεται τόσο στην επιμέρους πνευματική «επίδοση» όσο και στη «δυνατότητα» που βρίσκεται στη βάση της. Η πολλαπλότητα του νοηματικού προσδιορισμού διαμορφώνει τη μία πνευματική δύναμη, που ανήκει στον άνθρωπο, σε μια πολλαπλότητα δυνάμεων.
Η ενότητα, παρά αυτή την πολλαπλή διαμόρφωση, φαίνεται στο ότι σε έναν άνθρωπο μεγάλης πνευματικής δύναμης όλες οι επιδόσεις είναι ισχυρές. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται και στο ότι μια έντονη απασχόληση αυτής της δύναμης προς μια ορισμένη κατεύθυνση εμποδίζει την εκδήλωσή της προς άλλη κατεύθυνση.
Στην ουσία αυτού του ανθρώπου ανήκει ένα ορισμένο μέτρο δύναμης, που είναι χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας του, και επίσης η προνομιακή κατεύθυνση της δραστηριοποίησης που του ανήκει από τη φύση. Το μέτρο της δύναμης όμως δεν πρέπει να το φανταζόμαστε ως ένα αμετάβλητα καθορισμένο μέγεθος.
Η πνευματική δύναμη, όπως και ολόκληρη η ουσία του ανθρώπου, υπόκειται στον νόμο της ανάπτυξης· φτάνει μόνο σταδιακά και υπό τις κατάλληλες συνθήκες στο ύψος και στη διαμόρφωση που μπορεί να επιτύχει. Όμως οι δυνατές γραμμές ανάπτυξης είναι προχαραγμένες στην ουσιώδη μορφή και διαφέρουν από άτομο σε άτομο.
Τι πρέπει να κρατήσουμε από αυτές τις σχέσεις για τα καθαρά πνεύματα και τι πρέπει να σκεφτούμε μετασχηματισμένο; Αν στην πνευματική πραγματικότητα ως τέτοια ανήκουν το νόημα και η πληρότητα της ζωής, τότε και τα δύο πρέπει να βρίσκονται και στους αγγέλους. Σε σύγκριση με την ανθρώπινη πνευματικότητα, στην ανώτερη πνευματικότητά τους ανήκει μια πολύ μεγαλύτερη πνευματική πληρότητα. Σε αυτό παραπέμπει το όνομα Δυνάμεις.
Είναι αυτή η πληρότητα και σε αυτούς κάτι απροσδιόριστο και προσδιορίσιμο, που δέχεται διαφορετική διαμόρφωση μέσω μιας πολλαπλότητας του είναι, άρα ένα είδος πνευματικής «ύλης» —η οποία δεν θα έθιγε την ασώματη ύπαρξή τους; Σε κάθε περίπτωση, αυτή η διαμόρφωση δεν πρέπει να νοείται σε αυτούς ως χρονική διαδικασία ανάπτυξης. Είναι αυτό που πρέπει να είναι σύμφωνα με τη φύση τους από την αρχή της ύπαρξής τους, και βρίσκονται επίσης αμέσως στο ύψος της δύναμής τους.
Αυτή η δύναμη, και σε αυτούς, δεν υπόκειται, όπως στους ανθρώπους, σε ποικίλες διακυμάνσεις εξαιτίας μεταβαλλόμενων εξωτερικών συνθηκών. Δεν καταναλώνεται στις επιδόσεις της, δεν υφίσταται μεταβολή. Μπορεί όμως να αυξηθεί υπερφυσικά μέσω χαρισματικών επιδράσεων.
Πρέπει να τη σκεφτούμε ως διαμορφωμένη σε πολλαπλότητα διαφορετικών δυνάμεων; Τα ονόματα των αγγέλων φαίνεται να υπαινίσσονται κάτι τέτοιο: όταν οι Σεραφείμ ονομάζονται από τη φλόγα της αγάπης τους, οι Χερουβείμ από τη φωτισμένη γνώση τους, αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι στους μεν κυριαρχεί και τους χαρακτηρίζει μια άλλη δύναμη απ’ ό,τι στους δε.
Όμως στους αγγέλους αυτό έχει διαφορετικό νόημα απ’ ό,τι στους ανθρώπους. Η «δύναμη» σε αυτούς δεν σημαίνει «απλή δυνατότητα», η οποία άλλοτε βρίσκεται σε ενέργεια και άλλοτε επιστρέφει στην κατάσταση της απλής δυνατότητας· η οποία μπορεί να αναπτυχθεί, αλλά υπό δυσμενείς συνθήκες μπορεί και να παραμείνει πάντοτε ανενεργή. Η δύναμή τους είναι πάντοτε ζωντανή και ενεργός· και μάλιστα πάντοτε προς κάθε κατεύθυνση που τους είναι δυνατή και στο ανώτατο μέτρο που μπορούν να φτάσουν.
Γι’ αυτό είναι καταλληλότερο, στην περίπτωσή τους, να μη μιλούμε για «δυνάμεις», αλλά για μία δύναμη πολλαπλά μορφοποιημένη και ενεργό. Διακρίνονται μεταξύ τους από το μέτρο της δύναμης που ανήκει στον καθένα από τη φύση του και από την υποδηλωμένη διαφορά στη μορφοποίηση της δύναμής τους.
Στην ενότητα της δύναμης αντιστοιχεί η κλειστή και συγκεντρωμένη ενότητα της ζωής τους, για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως: η αδιάσπαστη ενότητα γνώσης, αγάπης και διακονίας.
Συνεχίζεται με:
5. Πραγματικότητα και δυνατότητα. Potentia oboedientialis. Φύση, ελευθερία και χάρη. Το κακό
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου