Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Διονύσιος Αρεοπαγίτης-Άπαντα τα έργα Εισαγωγή 4

Συνέχεια από Τρίτη 4. Αυγούστου 2026

Διονύσιος Αρεοπαγίτης-Άπαντα τα έργα-Εισαγωγή 4

Εκδόσεις Bompiani
Με το ελληνικό κείμενο αντικριστά

Εισαγωγή του Giovanni Reale

Εισαγωγική μελέτη
ΤΟΥ ENZO BELLINI


1. Το μυστήριο του συγγραφέα

Τα έργα που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο παρουσιάζονται ως κείμενα γραμμένα κατά την εποχή των Αποστόλων. Ο συγγραφέας δηλώνει ότι είναι μαθητής κάποιου Ιεροθέου και, μαζί με αυτόν, μαθητής του αγίου Παύλου¹· γράφει επιστολή στον απόστολο Ιωάννη, εξόριστο στην Πάτμο²· αναφέρει ότι βρισκόταν στην Ηλιούπολη όταν συνέβη η έκλειψη του ηλίου κατά τον θάνατο του Ιησού³· και ότι ήταν παρών, μαζί με τον απόστολο Πέτρο και τον Ιάκωβο, τον «ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου», κατά την κοίμηση της Παρθένου Μαρίας⁴.

Την τοποθέτηση αυτή στο αποστολικό περιβάλλον επιβεβαιώνουν και ορισμένοι από τους παραλήπτες των επιστολών. Ένας από αυτούς είναι ο Πολύκαρπος, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Ιωάννη, όπως γνωρίζουμε από τον δικό του μαθητή Ειρηναίο⁵· ένας άλλος είναι ο «επίσκοπος» Τίτος⁶, ο οποίος δεν μπορεί παρά να ταυτιστεί με τον φίλο του Παύλου, προς τον οποίο απευθύνεται μία από τις επιστολές του παύλειου corpus.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ο συνάδελφος στην ιερωσύνη στον οποίο αφιερώνονται οι πραγματείες και ο οποίος μνημονεύεται στην επιστολή προς τον «επίσκοπο» Τίτο, δεν μπορεί παρά να ταυτιστεί με έναν άλλο φίλο και σύντροφο του Παύλου, παραλήπτη δύο επιστολών του παύλειου corpus⁷. Τέλος, είναι πολύ πιθανόν ο μοναχός Γάιος, παραλήπτης των τεσσάρων πρώτων επιστολών του συγγραφέα μας, να πρέπει να ταυτιστεί με τον Γάιο προς τον οποίο απευθύνεται η τρίτη επιστολή του Ιωάννη⁸.

Με αυτές τις προϋποθέσεις δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο συγγραφέας, ο οποίος δηλώνει πως ονομάζεται Διονύσιος⁹, ταυτίστηκε με τον Διονύσιο, δικαστή του Αρείου Πάγου, ο οποίος μεταστράφηκε από τον άγιο Παύλο, όπως διαβάζουμε στις Πράξεις των Αποστόλων¹⁰.
Σε εκείνον τον Διονύσιο αποδόθηκαν αυτά τα συγγράμματα την πρώτη φορά που, απ’ όσο γνωρίζουμε, παρατέθηκαν, κατά την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (532–533)¹¹.


Είναι γνωστό ότι η Σύνοδος της Χαλκηδόνος (451) δεν έγινε αποδεκτή από έναν ορισμένο αριθμό ανατολικών επισκόπων, οι οποίοι οργανώθηκαν γύρω από τον επίσκοπο Σεβήρο, πατριάρχη Αντιοχείας (†538). Κατά την κρίση τους, ο συνοδικός ορισμός δεν διασφάλιζε επαρκώς την ενότητα του Χριστού.
Έτσι δημιουργήθηκε στην Ανατολή μια διαίρεση ανάμεσα σε εκείνους που αποδέχονταν ανεπιφύλακτα τη διατύπωση της Χαλκηδόνος, οι οποίοι ονομάστηκαν Χαλκηδόνιοι, και σε εκείνους που την απέρριπταν θεωρώντας ότι έθετε σε κίνδυνο την ενότητα του Χριστού, οι οποίοι ονομάστηκαν Σεβηριανοί¹².

Η διαφωνία, παρά τις επανειλημμένες παρεμβάσεις των αυτοκρατόρων, διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα και εξακολουθούσε να είναι ζωντανή κατά την εποχή του Ιουστινιανού, ο οποίος συγκάλεσε ακριβώς μια διάσκεψη δέκα επισκόπων —πέντε από κάθε πλευρά— προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία.

Στη συζήτηση απέκτησε μεγάλη σημασία, όπως συμβαίνει συνήθως στις θεολογικές διασκέψεις, η εξέταση πατερικών κειμένων, μέσω των οποίων κάθε πλευρά επιχειρούσε να αποδείξει ότι η δική της θέση ήταν σύμφωνη με τη χριστιανική παράδοση. Οι Σεβηριανοί, προς υποστήριξη της θέσεώς τους, επικαλέστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα συγγράμματα του «Διονυσίου Αρεοπαγίτου»¹³.

Οι Χαλκηδόνιοι, πράγματι, δεν αναγνώρισαν την αξία αυτής της μαρτυρίας και εξέφρασαν την απορία τους, διερωτώμενοι πώς ήταν δυνατόν τα συγγράμματα ενός τόσο ένδοξου και αρχαίου συγγραφέα να μην είχαν γίνει γνωστά ούτε να είχαν παρατεθεί από ορθόδοξους επισκόπους, όπως ο Αθανάσιος και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, οι οποίοι πριν από αυτόν είχαν εκθέσει τη χριστιανική πίστη¹⁴. Έτσι, ήδη από την πρώτη φορά που γίνεται λόγος για τον Διονύσιο, αφενός παρουσιάζεται ως αυθεντικός μάρτυρας της πίστεως και αφετέρου αμφισβητείται η γνησιότητά του¹⁵.

Στη συνέχεια, οι αμφισβητήσεις της γνησιότητας, μολονότι ποτέ δεν εξαφανίστηκαν εντελώς¹⁶, στην πράξη δεν είχαν καμία απήχηση. Ο συγγραφέας αυτών των έργων θεωρήθηκε από όλους ως ο μαθητής του Παύλου, ο οποίος, σύμφωνα με όσα γράφει ο Ευσέβιος Καισαρείας¹⁷, έγινε ο πρώτος επίσκοπος Αθηνών. Ως τέτοιος, «ο θείος Διονύσιος» παρατίθεται με ύψιστο σεβασμό από τον πάπα Γρηγόριο τον Μέγα, το 593¹⁸, και διαβάστηκε και σχολιάστηκε από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή (†662)¹⁹.

Στη Σύνοδο του Λατερανού το 649, ορισμένα χωρία από τα έργα του διαβάζονται και σχολιάζονται με ρητή εντολή του πάπα Μαρτίνου²⁰· αργότερα τον παραθέτει ο πάπας Αγάθων σε επιστολή του προς τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 680²¹, ενώ η Σύνοδος της Νικαίας του 787, που συγκλήθηκε από τον πάπα Αδριανό, επικαλείται ένα χωρίο του συγγραφέα μας για να εκθέσει τι πρέπει να ζητείται από εκείνον που πρόκειται να χειροτονηθεί επίσκοπος²². Άλλοι πάπες, όπως ο Παύλος Α΄ και ο ίδιος ο Αδριανός, τον συνιστούν στις σχολές και στην αυλή ως τον πρώτο Πατέρα της Εκκλησίας²³.

Με τέτοιες εγγυήσεις, η φήμη του Διονυσίου εδραιωνόταν ολοένα και περισσότερο, ιδίως στη Δύση, ακόμη και αν εκεί ήταν γνωστός κατά τρόπο έμμεσο, μέσω του εγκωμίου που του είχαν αποδώσει οι πάπες και των λίγων χωρίων που είχαν παρατεθεί από τις συνόδους²⁴. Μόνο με τον Ιωάννη Σκώτο Εριγένη (†870) φθάνουμε σε άμεση γνώση του έργου²⁵.

Η πρώτη λατινική μετάφραση, που έγινε από τον Ιλδουίνο, ηγούμενο της μονής του Αγίου Διονυσίου στο Παρίσι, δεν οδήγησε σε ευρύτερη και αμεσότερη γνώση του έργου²⁶. Μετά τον Εριγένη, χάρη και σε νέες και καλύτερες λατινικές μεταφράσεις, τα έργα άρχισαν να μελετώνται και να σχολιάζονται από τους διδασκάλους της σχολής του Αγίου Βίκτωρος και, στη συνέχεια, από τους μεγάλους σχολαστικούς του 13ου αιώνα, όπως ο Αλβέρτος ο Μέγας, ο Θωμάς Ακινάτης και ο Βοναβεντούρας, ο οποίος τον χαρακτήρισε διδάσκαλο της μυστικής θεολογίας²⁷.
Η επίδραση όμως του Διονυσίου διαπερνά όλους τους τομείς της θεολογικής επιστήμης²⁸.

Συνεχίζεται


Σημειώσεις:


1 DN III 2, 681A· III 3, 684D.

2 Ep. X, 1117A–1120A.

3 Ep. VII 2–3, 1081B–C.

4 DN III 2, 681C–D.

5 Ep. VII, 1077B. Πρβλ. Ειρηναίος, Κατὰ αἱρέσεων III 3,4, SCh 211, σ. 38–40, και A. Fiorino, στο Ευσέβιος Καισαρείας, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία V 20,5–8.

6 Ep. IX, 1104A.

7 Πρόκειται για τον Τιμόθεο, στον οποίο είναι αφιερωμένες οι πραγματείες και ο οποίος μνημονεύεται στην Ep. IX 1, 1104B.

8 Epp. I–V, 1065–1076. Με αυτόν τον τρόπο ο συγγραφέας αποδίδει στον απόστολο Ιωάννη τη θέσπιση του μοναχικού βίου (πρβλ. Ep. X, 1117B).

9 Ep. VII 3, 1081C.

10 Πράξ. 17,34.

11 Βλ. τη λεπτομερή αφήγηση στο ACO IV 2, σ. 169–174.

12 Για τα ιστορικά γεγονότα, πρβλ. K. Baus – H.G. Beck – J.H. Vogt, La Chiesa tra Oriente e Occidente, ιταλ. μτφρ., Milano 1978 (Storia della Chiesa, διευθ. H. Jedin, III), σ. 3–16· για τη θεολογική διαμάχη παραμένει μέχρι σήμερα αξεπέραστη η μελέτη του J. Lebon, La christologie du monophysisme syrien, στο Das Konzil von Chalkedon, I, Würzburg 1951, σ. 425–580.

13 Κατά τη συζήτηση της δεύτερης ημέρας, οι Σεβηριανοί επίσκοποι καταδικάζουν τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος για τη νέα διδασκαλία περί των δύο φύσεων (duarum naturarum nouitate· ACO IV 2, σ. 171,40–41), ενώ, κατά την άποψή τους, ο Κύριλλος και οι προκάτοχοί του είχαν διδάξει ότι μετά την ένωση η σαρκωμένη φύση του Λόγου του Θεού είναι μία, προερχόμενη από τις δύο φύσεις (ex duabus naturis unam naturam Dei Verbi incarnatam post unitionem: ό.π., σ. 171,41–42). Ως υποστηρικτές αυτής της διδασκαλίας παραθέτουν τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, τον Αθανάσιο, τους πάπες Φήλικα και Ιούλιο, τον Γρηγόριο τον Θαυματουργό και τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη (ό.π., σ. 172,3–5).

14 Ο Υπάτιος, επίσκοπος Εφέσου, εξ ονόματος των Χαλκηδονίων δηλώνει ότι τα συγγράμματα των Πατέρων που έζησαν πριν από τον Κύριλλο δεν είναι γνήσια. Ειδικότερα, σχετικά με τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, παρατηρεί:

«Αυτό όμως που έπρεπε να ειπωθεί προηγουμένως, το λέμε τώρα στο τέλος: εκείνες οι μαρτυρίες που εσείς αποδίδετε στον μακάριο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, από πού μπορείτε να αποδείξετε ότι είναι αληθινές, όπως υποθέτετε; Διότι, εάν ήταν δικές του, δεν θα μπορούσαν να έχουν διαφύγει από τον μακάριο Κύριλλο. Και γιατί μιλώ για τον μακάριο Κύριλλο; Ακόμη και ο μακάριος Αθανάσιος, εάν γνώριζε με βεβαιότητα ότι ήταν δικές του, θα είχε πρωτίστως παραθέσει στη Σύνοδο της Νικαίας τις ίδιες αυτές μαρτυρίες περί της ομοουσίου Τριάδος εναντίον των βλασφημιών του Αρείου περί διαφορετικής ουσίας. Εάν όμως κανείς από τους αρχαίους δεν τις μνημόνευσε, από πού μπορείτε τώρα να αποδείξετε ότι είναι δικές του, δεν γνωρίζω» (ACO IV 2, σ. 173,12–17).

15 Ορισμένοι θεώρησαν ότι μπορούσαν να εντοπίσουν ίχνη αυτών των συγγραμμάτων ήδη στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα: σε έναν λόγο που εκφώνησε ο Ιουβενάλιος, επίσκοπος Ιεροσολύμων, λίγο μετά το 451, και σε ένα σύγγραμμα του Κυρίλλου Αλεξανδρείας κατά του Διοδώρου Ταρσού και του Θεοδώρου Μοψουεστίας· καμία όμως από τις δύο πληροφορίες δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

Πράγματι, στην πρώτη περίπτωση τα πάντα ανάγονται σε μια μεταγενέστερη μαρτυρία του Νικηφόρου Καλλίστου (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία XV 14, PG 145, 809C–817A) και του Ιωάννη Δαμασκηνού (Περὶ τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ομιλία 2,7, PG 96, 748A–752A = SCh 80, σ. 142), η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί, επειδή δεν διαθέτουμε το κείμενο του λόγου του Ιουβεναλίου.

Στη δεύτερη περίπτωση η πληροφορία οφείλεται στον Λιβεράτο Καρχηδόνος (Breuiarium causae Nestorianorum et Eutichianorum 10, PL 68, 991A–B [έκδ. E. Schwartz, Konzilstudien, Strasbourg 1914, σ. 40–41]), ο οποίος όμως την αντλεί από την αφήγηση της προαναφερθείσας διασκέψεως που είχε συγκαλέσει ο Ιουστινιανός, όπου ο Υπάτιος δηλώνει ότι, εάν ο Διονύσιος, μαθητής του Παύλου, είχε γράψει κάτι, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας θα έπρεπε να το είχε γνωρίσει.

Το ζήτημα εξετάστηκε διεξοδικά από τον H.Ch. Puech, Libératus de Carthage et la date de l’apparition des écrits dionysiens («Annuaire de l’École Pratique des Hautes Études», Section des sciences religieuses, 1930–1931, Melun 1930, σ. 3–39). Ο μόνος που δέχθηκε ως έγκυρη τη μαρτυρία του Λιβεράτου Καρχηδόνος ήταν ο R. Devreesse, Dénys l’Aréopagite et Sevère d’Antioche (AHDLMA 4 [1929–1930], 159–167).

Ορισμένες ακριβέστερες παρατηρήσεις σχετικά με τη χρονολόγηση διατυπώθηκαν από τον Honigmann. Αυτός ανακάλυψε ότι ο Σεβήρος Αντιοχείας παραθέτει DN II 9, 648A (στις πραγματείες Aduersus Apologiam Iuliani και Contra additiones, που γράφτηκαν μεταξύ 518 και 528) και Ep. IV, 1072C (στην τρίτη επιστολή προς τον Ιωάννη τον Ηγούμενο· σχετικά πρβλ. Doctrina Patrum de incarnatione Verbi, έκδ. F. Diekamp, Münster 1907, σ. 309,15–310,12), η οποία μπορεί να χρονολογηθεί μεταξύ 510 και 532. Πρβλ. E. Honigmann, Pierre l’Ibérien et les écrits du Pseudo-Denys l’Aréopagite, Bruxelles 1952, σ. 5–6.

16 I. Hausherr, Doutes au sujet du «divin Denys» (OCP 2 [1936], 484–490).

17 Ευσέβιος Καισαρείας, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία III 4,10· IV 23,3.

18 Μνημονεύει τον Διονύσιο ως «αρχαίο πράγματι και σεβάσμιο Πατέρα» (antiquus uidelicet et uenerabilis Pater), μιλώντας για τους αγγέλους (πρβλ. Sui Vangeli, ομιλία 34,12: PL 76, 1254). Μπορούμε να υποθέσουμε ότι είχε γνωρίσει τα διονυσιακά έργα κατά την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη ως αποκρισάριος του πάπα.

19 Η επίδραση του Διονυσίου στον Μάξιμο τον Ομολογητή έχει επαναξιολογηθεί και περιοριστεί αφότου διευκρινίστηκε οριστικά ότι το μεγαλύτερο μέρος των σχολίων που δημοσιεύθηκαν υπό το όνομά του (PG 4, 29–432 και 527–576) ανήκουν στον Ιωάννη Σκυθοπολίτη (πρβλ. H.U. von Balthasar, Das Scholienwerk des Johannes von Scytopolis, Schol 15 [1940], 16–38). Για τα χαρακτηριστικά και την έκταση αυτής της επιδράσεως πρβλ. P. Sherwood, DS 3, 295–300.

20 Πρβλ. J.D. Mansi, Sacrorum conciliorum nova et amplissima collectio, X, 967 και 975–976, στο Dionysiaca, I, σ. LXVI–LXX.

21 Mansi, XI, 263 και 266–267, στο Dionysiaca, I, σ. LXX.

22 Mansi, XIII, 419B–D, στο Dionysiaca, I, σ. LXXII.

23 Dionysiaca, I, σ. LXX–LXXIII, passim.

24 Έτσι, ο Βέδας ο Σεβάσμιος (†735) εντάσσει στην Ερμηνεία του κατά Μάρκον Ευαγγελίου (PL 92, 197B, στο Dionysiaca, I, σ. LXVI, σημ. 1) ένα χωρίο των DN που είχε παρατεθεί από τη Σύνοδο του Λατερανού του 649.

25 Πρβλ. R. Roques, Jean Scot Eriugène (DS 8, 735–761).

26 Η μετάφραση αυτή άφησε τόσο λίγα ίχνη κατά τον Μεσαίωνα, ώστε ορισμένοι, όπως οι De Ghellinck και Grabmann, αμφισβήτησαν ότι ο Ιλδουίνος είχε πραγματοποιήσει πλήρη μετάφραση. Πρβλ. P.G. Théry, Études Dionysiennes, I, Paris 1932 («Études de Philosophie Médiévale» XVI), σ. 13. Όπως παρατηρεί ο M.-D. Chenu, La théologie au douzième siècle (Paris 1976², σ. 129–136), η μελέτη του Διονυσίου άρχισε να αναπτύσσεται ενεργά κατά το δεύτερο τρίτο του 12ου αιώνα. Για τα ίχνη της επιδράσεως του Διονυσίου μέχρι εκείνη την εποχή, βλ. J. De Ghellinck, Le mouvement théologique au XIIe siècle, Paris 1969 (αναστατική ανατύπωση της 2ης έκδ., Paris 1947), passim, ακολουθώντας τις παραπομπές του αναλυτικού ευρετηρίου.

27 Για μια συνολική εικόνα, έστω και κάπως αποσπασματική λόγω του πλήθους των συγγραφέων, πρβλ. DS 3, 324–357. Από τον Βοναβεντούρα παρατίθεται συνήθως το De reductione artium ad sacram theologiam, όπου, αφού υποδείξει τις τρεις σημασίες της Αγίας Γραφής —την αλληγορική, την ηθική και την αναγωγική— και εκθέσει σύντομα το περιεχόμενό τους, παρατηρεί:

«Η πρώτη αφορά την πίστη, η δεύτερη τα ήθη, η τρίτη τον τελικό σκοπό και των δύο. Γύρω από την πρώτη πρέπει να κοπιάζει η μελέτη των διδασκάλων, γύρω από τη δεύτερη η μελέτη των κηρύκων και γύρω από την τρίτη η μελέτη των θεωρητικών. Την πρώτη διδάσκει κατεξοχήν ο Αυγουστίνος, τη δεύτερη κατεξοχήν ο Γρηγόριος, ενώ την τρίτη διδάσκει ο Διονύσιος. Ο Άνσελμος ακολουθεί τον Αυγουστίνο, ο Βερνάρδος ακολουθεί τον Γρηγόριο, ο Ριχάρδος ακολουθεί τον Διονύσιο, διότι ο Άνσελμος διακρίνεται στον συλλογισμό, ο Βερνάρδος στο κήρυγμα και ο Ριχάρδος στη θεωρία…».

28 Στον Θωμά Ακινάτη η επίδραση του διονυσιακού corpus γίνεται αισθητή στην ίδια τη δομή της Summa Theologiae και κατά τόπους στην πραγμάτευση των διαφόρων quaestiones —ιδίως όμως στο Μέρος I, quaest. 1–63, στην πραγματεία περί Θεού και αγγέλων—, αν και δεν είναι πάντοτε εύκολο να προσδιοριστεί πού ακριβώς επιδρά ο Διονύσιος και πού αποτελεί απλώς αφορμή για μια πρωτότυπη ανάπτυξη, η οποία μερικές φορές ανατρέπει τη διονυσιακή διδασκαλία. Πρβλ. G. Turbessi, DS 3, 349–356· και M.-D. Chenu, Introduction à l’étude de Saint Thomas d’Aquin, Paris 1974, σ. 195.

Δεν υπάρχουν σχόλια: