Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 2 ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Συνέχεια από Παρασκευή 14. Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 2

ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου

Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999


Α΄ ΠΑΙΔΙΚΑ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Η ζωή του μακαρίου Γέροντα Σιλουανού, εξωτερικά, παρουσιάζει λίγο ενδιαφέρον. Μέχρι τη στρατιωτική του θητεία, ήταν η ζωή ενός φτωχού Ρώσου χωρικού· κατά τη διάρκειά της υπηρέτησε στους κατώτερους βαθμούς· και ύστερα, για σχεδόν μισό αιώνα, ακολούθησε τη μονότονη μοναστηριακή ζωή ενός απλού μοναχού.

Το αρχείο της Μονής αναφέρει γι’ αυτόν τα εξής:

«Μεγαλόσχημος Πατήρ Σιλουανός, κατά κόσμον Συμεών Ιβάνοβιτς Αντόνωφ, χωρικός από τη διοίκηση Ταμπώφ, επαρχία Λεμπεντίσκ, χωριό Σόβσκ. Γεννήθηκε το 1866. Ήρθε στον Άθω το 1892. Έλαβε τον μανδύα το 1896. Το μεγάλο σχήμα το 1911. Διακόνησε: στον Μύλο, στο μετόχι της Καλαμαριάς (κτήμα της Μονής έξω από τον Άθω), στο Παλαιό Ρωσικό, ως Οικονόμος. Εκοιμήθη στις 11/24 Σεπτεμβρίου 1938».

Από το «γεννήθηκε» μέχρι το «εκοιμήθη», όλα είναι φτωχά σε εξωτερικά γεγονότα και μάλλον μικρού ενδιαφέροντος. Το να πλησιάσουμε όμως την εσωτερική ζωή του ανθρώπου ενώπιον του Θεού είναι αδιακρισία. Το να ανοίξουμε στις πλατείες του κόσμου τη «βαθιά» καρδιά του χριστιανού αποτελεί σχεδόν ιεροσυλία.

Έχοντας όμως την πεποίθηση ότι ο Γέροντας, αφού έφυγε πλέον από αυτόν τον κόσμο ως νικητής του κόσμου, δεν φοβάται τίποτε και τίποτε δεν μπορεί πια να διαταράξει την αιώνια ανάπαυσή του μέσα στον Θεό, επιτρέπουμε στον εαυτό μας να επιχειρήσει να διηγηθεί έστω και λίγα από την εξαιρετικά πλούσια και βασιλικά υψηλή ζωή του, αποβλέποντας στην ωφέλεια εκείνων των λίγων που έλκονται και αυτοί προς αυτή τη θεία ζωή.

Πεδίο του πνευματικού αγώνα για κάθε άνθρωπο είναι πρώτα απ’ όλα η ίδια του η καρδιά. Και όποιος αγαπά να εισέρχεται σε αυτήν, καταλαβαίνει τον λόγο του προφήτη Δαβίδ: «Προσελεύσεται ἄνθρωπος, καὶ καρδία βαθεῖα» (Ψαλμ. ξγ΄ 7).

Η γνήσια εν Χριστώ ζωή ρέει εκεί, στη βαθιά καρδιά, κρυμμένη όχι μόνο από τα βλέμματα των άλλων, αλλά, στην πληρότητά της, ακόμη και από τον ίδιο τον άνθρωπο. Όποιος εισήλθε σε αυτόν τον μυστικό νυμφώνα, αυτός αναμφίβολα καταλήφθηκε από ανέκφραστη έκπληξη μπροστά στο μυστήριο της ύπαρξης.

Όποιος, με καθαρό νου, παραδόθηκε στην προσεκτική παρατήρηση της βαθιάς του καρδιάς, καταλαβαίνει ότι είναι αδύνατο να παρακολουθήσει πλήρως τη ροή της ίδιας του της ζωής, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα. Συνειδητοποιεί ότι είναι αδύνατο να συλλάβει την πορεία της πνευματικής ζωής της καρδιάς, της οποίας το βάθος έρχεται σε επαφή με εκείνο το Είναι, όπου δεν υπάρχουν πλέον πορείες.

Και όμως, ακριβώς αυτός ο σκοπός προβάλλει μπροστά μας στην παρούσα βιογραφία: να σκιαγραφήσουμε την εσωτερική πορεία της ανόδου ενός μεγάλου ασκητή.
Όχι· δεν θα θέσουμε μπροστά μας έναν ακατόρθωτο σκοπό. Μόνο εν μέρει θα αγγίξουμε εκείνα τα στάδια της ζωής του που γνωρίζουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια. Ακόμη πιο άτοπη θεωρούμε κάθε απόπειρα επιστημονικής ψυχανάλυσης, γιατί εκεί όπου ενεργεί ο Θεός, η επιστήμη παύει να έχει ισχύ.

Από τη μακρά ζωή του Γέροντα διατηρήσαμε πιο έντονα στη μνήμη μας ορισμένα γεγονότα, χαρακτηριστικά της εσωτερικής του ζωής και συγχρόνως της «ιστορίας» του. Το πρώτο από αυτά αναφέρεται στην πολύ μικρή ηλικία του, όταν δεν ήταν ακόμη περισσότερο από τεσσάρων ετών.

Ο πατέρας του, όπως και πολλοί άλλοι Ρώσοι χωρικοί, αγαπούσε να φιλοξενεί οδοιπόρους. Κάποια γιορτινή ημέρα, με ιδιαίτερη χαρά, προσκάλεσε στο σπίτι του έναν πλανόδιο πωλητή βιβλίων. Ήλπιζε να μάθει από αυτόν, ως άνθρωπο «γραμματισμένο», κάτι καινούργιο και ενδιαφέρον, γιατί στενοχωριόταν για τη δική του «αμάθεια» και είχε μεγάλη δίψα και ζήλο για μάθηση και γνώση. Πρόσφερε στον ξένο τσάι και φαγητό.
Ο μικρός Συμεών, με παιδική περιέργεια, τον κοιτούσε και άκουγε προσεκτικά τη συνομιλία. Ο βιβλιοπώλης προσπαθούσε να αποδείξει στον πατέρα ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός και ότι γενικά Θεός δεν υπάρχει. Τον μικρό Συμεών εντυπωσίασαν ιδιαίτερα τα λόγια:
«Πού είναι λοιπόν αυτός ο Θεός;»
Σκέφτηκε: «Όταν μεγαλώσω, θα γυρίσω όλη τη γη για να αναζητήσω τον Θεό».
Όταν έφυγε ο ξένος, ο μικρός Συμεών είπε στον πατέρα του:
«Εσύ με διδάσκεις να προσεύχομαι, κι αυτός λέει ότι Θεός δεν υπάρχει».
Ο πατέρας απάντησε:
«Νόμιζα ότι αυτός ήταν σπουδαίος άνθρωπος, αλλά αποδείχθηκε ανόητος. Μην τον ακούς».
Η απάντηση όμως του πατέρα δεν έσβησε από την ψυχή του παιδιού την αμφιβολία.

Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Ο Συμεών έγινε μεγαλόσωμος και δυνατός νέος και εργαζόταν όχι μακριά από το χωριό τους, στο κτήμα του πρίγκιπα Τρουμπετσκόη, όπου ο μεγαλύτερος αδελφός του είχε αναλάβει την ανέγερση κάποιου οικοδομήματος. Εργάζονταν όλοι μαζί· ο Συμεών ως ξυλουργός.
Το συνεργείο είχε ως οικονόμο μια απλή χωρική γυναίκα. Κάποτε εκείνη πήγε σε προσκύνημα και, μαζί με άλλους, επισκέφθηκε τον τάφο ενός σπουδαίου ασκητή, του εγκλείστου Ιωάννη Σεζένωφ (1791-1839). Όταν επέστρεψε, διηγούνταν την αγία ζωή του εγκλείστου και τα θαύματα που γίνονταν στον τάφο του. Μερικοί από τους ηλικιωμένους εργάτες που βρίσκονταν εκεί επιβεβαίωσαν τις διηγήσεις για τα θαύματα και όλοι συμφώνησαν ότι ο Ιωάννης ήταν άγιος άνθρωπος.
Ακούγοντάς τα αυτά ο Συμεών σκέφτηκε:
«Αν αυτός είναι άγιος, τότε ο Θεός είναι μαζί μας και δεν χρειάζεται να γυρίσω όλο τον κόσμο για να Τον αναζητήσω».
Και με αυτή τη σκέψη η νεανική του καρδιά φλογίστηκε από αγάπη προς τον Θεό.


Καταπληκτικό γεγονός! Από την ηλικία των τεσσάρων έως των δεκαεννέα ετών διατηρήθηκε μέσα του ο λογισμός που είχε σπείρει στην ψυχή του παιδιού εκείνος ο πλανόδιος πωλητής βιβλίων. Ο λογισμός αυτός, όπως φαίνεται, τον βασάνιζε, παραμένοντας άλυτος στο βάθος της ψυχής του· και να που τώρα λύθηκε με έναν τόσο παράδοξο και, φαινομενικά, απλό τρόπο.
Η χαρά του Συμεών ήταν μεγάλη, γιατί ξαναβρήκε την πίστη, και ο νους του προσκολλήθηκε στη μνήμη του Θεού και προσευχόταν πολύ με δάκρυα. Τότε παρατήρησε και κάποια εσωτερική μεταβολή και αισθάνθηκε πόθο για τον μοναχισμό. Και, όπως έλεγε ο ίδιος ο Γέροντας, άρχισε να βλέπει τις νεαρές θυγατέρες του πρίγκιπα με αγάπη μεν, αλλά ως αδελφές, χωρίς επιθυμία, ενώ προηγουμένως ταραζόταν από την παρουσία τους.
Εκείνη την εποχή ζήτησε την ευχή του πατέρα του για να αναχωρήσει προς τη Μεγάλη Λαύρα του Κιέβου. Ο πατέρας του όμως απάντησε κατηγορηματικά:

«Υπηρέτησε πρώτα τη στρατιωτική σου θητεία και ύστερα είσαι ελεύθερος να πας».

Ο Συμεών πέρασε τρεις μήνες σε αυτή την ασυνήθιστη κατάσταση. Ύστερα η χάρη αυτή τον εγκατέλειψε και επέστρεψε στις παρέες με τους συνομηλίκους του. Άρχισε πάλι να κάνει περιπάτους με τις νεαρές κοπέλες του χωριού, έπινε βότκα, έπαιζε ακορντεόν και γενικά ζούσε όπως και οι άλλοι νέοι του χωριού.
Νέος, δυνατός, όμορφος και τότε πλέον εύπορος, ο Συμεών απολάμβανε τη ζωή. Στο χωριό τον αγαπούσαν για τον ειρηνικό και ευχάριστο χαρακτήρα του, ενώ οι νεαρές κοπέλες τον έβλεπαν ως περιζήτητο σύζυγο.
Και ο ίδιος γοητεύτηκε από κάποια κοπέλα και, πριν ακόμη τεθεί θέμα γάμου, ένα καλοκαιρινό βράδυ συνέβη μεταξύ τους το «συνηθισμένο».
Αξιοσημείωτο είναι ότι το επόμενο πρωί, ενώ εργαζόταν μαζί με τον πατέρα του, εκείνος του είπε ήρεμα:
«Πού ήσουν χθες, παιδί μου; Η καρδιά μου ήταν θλιμμένη».
Αυτά τα ήπια λόγια του πατέρα χαράχτηκαν βαθιά στην ψυχή του Συμεών και αργότερα, όταν τα θυμόταν, έλεγε:
«Εγώ στο μέτρο του πατέρα μου δεν έφτασα. Εκείνος ήταν εντελώς αγράμματος· ακόμη και το “Πάτερ ἡμῶν” το έλεγε λανθασμένα· το είχε μάθει ακούγοντάς το στον ναό, αλλά ήταν πράος και σοφός άνθρωπος».
Η οικογένειά τους ήταν πολυμελής: ο πατέρας, η μητέρα, πέντε γιοι και δύο θυγατέρες. Ζούσαν αγαπημένοι. Οι μεγαλύτεροι γιοι εργάζονταν μαζί με τον πατέρα.
Μια μέρα, κατά τον θερισμό, ήταν η σειρά του Συμεών να ετοιμάσει το φαγητό. Δεν θυμήθηκε ότι ήταν Παρασκευή και έβρασε χοιρινό κρέας και έφαγαν όλοι.
Πέρασε μισός χρόνος. Τον χειμώνα, σε κάποια γιορτή, ο πατέρας είπε στον Συμεών με γλυκό χαμόγελο:

«Θυμάσαι, παιδί μου, που μου έδωσες να φάω χοιρινό κρέας στο χωράφι; Ήταν Παρασκευή· πίστεψέ με, το έτρωγα σαν να ήταν πτώμα».

«Και γιατί τότε δεν είπες τίποτε;»
– Δεν ήθελα, παιδί μου, να σου προκαλέσω ταραχή.
Διηγούμενος ο Γέροντας παρόμοια περιστατικά από τη ζωή τους στο πατρικό του σπίτι, πρόσθετε:
«Να, τέτοιον γέροντα θα ήθελα να έχω. Ποτέ δεν ερεθιζόταν και ήταν πάντοτε πράος και συνετός. Σκεφτείτε: περίμενε μισό χρόνο και βρήκε την κατάλληλη στιγμή, ώστε και να με διορθώσει και να μη με ταράξει».


Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν άνθρωπος εξαιρετικής φυσικής δύναμης, όπως μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, και τα παρακάτω περιστατικά.
Ήταν ακόμη νέος, πριν από τη στρατιωτική του θητεία, όταν κάποια ημέρα του Πάσχα, μετά από ένα πλούσιο γεύμα, οι αδελφοί του έφυγαν για να επισκεφθούν φίλους, ενώ εκείνος έμεινε στο σπίτι. Η μητέρα του τον ρώτησε αν ήθελε λίγα αυγά. Δεν αρνήθηκε. Εκείνη έβρασε μια γεμάτη κατσαρόλα, περίπου πενήντα αυγά, και εκείνος τα έφαγε όλα.
Εκείνον τον καιρό, όταν εργαζόταν μαζί με τους αδελφούς του στο κτήμα του πρίγκιπα Τρουμπετσκόη, μερικές φορές, κατά τις γιορτές, πήγαινε στην ταβέρνα. Συνέβαινε να πίνει μέσα σε μία νύχτα μέχρι και τρία λίτρα βότκα, χωρίς όμως να μεθά.
Μια άλλη φορά, ενώ βρισκόταν στην αυλή ενός πανδοχείου, έπιασε ξαφνικά δυνατό κρύο, ύστερα από κάποιες θερμότερες ημέρες κατά τις οποίες είχε λιώσει το χιόνι. Ένας από εκείνους που είχαν διανυκτερεύσει εκεί ήθελε να αναχωρήσει. Πήγε να ζέψει το άλογο, αλλά γρήγορα επέστρεψε λέγοντας:
– Συμφορά! Πρέπει να φύγω, αλλά δεν μπορώ. Ο πάγος έχει καλύψει τις οπλές του αλόγου και από τον πόνο δεν με αφήνει να τον σπάσω.
Ο Συμεών του είπε:
– Έλα, θα πάμε μαζί. Θα σε βοηθήσω.
Στον στάβλο έπιασε δυνατά τον λαιμό του αλόγου και είπε στον χωρικό:
«Σπάσε τον πάγο».
Το άλογο έμεινε ακίνητο και ο χωρικός μπόρεσε να σπάσει τον πάγο και να αναχωρήσει.

Ο Συμεών μπορούσε με γυμνά χέρια να μεταφέρει από την εστία στο τραπέζι μια σιδερένια χύτρα γεμάτη βραστό ζωμό, γύρω από την οποία έτρωγε το συνεργείο. Μπορούσε με τη γροθιά του να σπάσει σανίδα αρκετού πάχους και να σηκώσει μεγάλα βάρη. Είχε σπάνια αντοχή τόσο στη ζέστη όσο και στο κρύο. Μπορούσε να τρώει πολύ και να εργάζεται πολύ.
Αυτή όμως η φυσική δύναμη, η οποία αργότερα θα του χρησίμευε για την πραγματοποίηση πολλών εξαιρετικών ασκητικών αγώνων, έγινε εκείνον τον καιρό αιτία της μεγαλύτερης αμαρτίας του, για την οποία πρόσφερε βαθιά μετάνοια.
Κάποια ημέρα, όταν το χωριό γιόρταζε τον πολιούχο του, ο Συμεών περπατούσε στον δρόμο μαζί με έναν φίλο του, παίζοντας ακορντεόν. Δύο αδελφοί, οι υποδηματοποιοί του χωριού, έρχονταν προς το μέρος τους από την αντίθετη κατεύθυνση. Ο μεγαλύτερος από αυτούς, άνθρωπος τεράστιου αναστήματος και μεγάλης δύναμης, και επιπλέον γνωστός για τους καβγάδες του, βρισκόταν σε εύθυμη διάθεση.
Όταν πλησίασαν, προσπάθησε κοροϊδευτικά να αρπάξει το ακορντεόν από τα χέρια του Συμεών. Εκείνος όμως πρόλαβε να το δώσει στον σύντροφό του. Στάθηκε απέναντι στον υποδηματοποιό και προσπάθησε να τον πείσει «να πάρει τον δρόμο του».
Εκείνος όμως, θέλοντας, όπως φαίνεται, να δείξει την ανωτερότητά του μπροστά σε όλους τους νέους του χωριού, και μάλιστα σε μια τέτοια ημέρα, όταν όλες οι κοπέλες βρίσκονταν έξω από τα σπίτια και παρακολουθούσαν γελώντας τη σκηνή, επιτέθηκε στον Συμεών.


Να πώς διηγούνταν το περιστατικό ο ίδιος ο Γέροντας:

«Στην αρχή σκέφτηκα να υποχωρήσω, αλλά αμέσως, επειδή φοβήθηκα τις ειρωνείες των κοριτσιών, τον χτύπησα δυνατά στο στήθος. Το σώμα του εκτινάχθηκε μακριά από εμένα και έπεσε βαριά, ανάσκελα, στη μέση του δρόμου. Από το στόμα του έβγαιναν αφροί και αίμα. Τρομοκρατήθηκαν όλοι. Φοβήθηκα κι εγώ. Σκέφτηκα: “Τον σκότωσα!” και έμεινα ακίνητος.
Στο μεταξύ, ο μικρότερος αδελφός του υποδηματοποιού πήρε μια μεγάλη πέτρα και την πέταξε εναντίον μου. Προσπάθησα να την αποφύγω, αλλά η πέτρα με χτύπησε στην πλάτη. Τότε του είπα: “Τι λοιπόν; Θέλεις να πάθεις κι εσύ το ίδιο;” και όρμησα εναντίον του, αλλά εκείνος έφυγε.
Ο υποδηματοποιός έμεινε πολλή ώρα ξαπλωμένος στον δρόμο. Οι άνθρωποι έτρεξαν να βοηθήσουν και του έριχναν κρύο νερό. Πέρασε μισή ώρα και περισσότερο μέχρι να μπορέσει να σηκωθεί. Με δυσκολία τον οδήγησαν στο σπίτι του.
Για σχεδόν δύο μήνες παρέμεινε σοβαρά άρρωστος, αλλά ευτυχώς επέζησε. Εγώ όμως έπρεπε να προσέχω παντού. Τις νυχτερινές ώρες οι αδελφοί του υποδηματοποιού και οι φίλοι τους παραμόνευαν με ρόπαλα και μαχαίρια στις γωνίες των δρόμων, αλλά ο Θεός με φύλαξε».
Έτσι, μέσα στον θόρυβο της νεανικής ζωής, με τον καιρό είχε ήδη αρχίσει να σβήνει στην ψυχή του Συμεών η πρώτη θεία κλήση προς τον μοναχικό αγώνα. Αλλά ο Θεός, που τον είχε εκλέξει, τον κάλεσε και πάλι μέσω ενός οράματος.
Κάποια ημέρα, ύστερα από χρόνο που είχε σπαταλήσει όχι με σωφροσύνη, αποκοιμήθηκε για λίγο και, σε κατάσταση ελαφρού ύπνου, είδε ότι ένα φίδι μπήκε μέσα του από το στόμα. Ένιωσε φοβερή αηδία και πετάχτηκε επάνω. Τότε άκουσε τα εξής λόγια:
«Κατάπιες στον ύπνο σου φίδι και ένιωσες αποστροφή. Έτσι και σε Μένα δεν είναι ευχάριστο να βλέπω τα έργα σου» (σ. 493).
Ο Συμεών δεν είδε κανέναν, αλλά άκουσε μόνο μια φωνή, η οποία, ως προς τη γλυκύτητα και την ομορφιά της, ήταν εντελώς ασυνήθιστη. Η ενέργεια που προκάλεσε μέσα του αυτή η φωνή, παρά την πραότητα και τη γλυκύτητά της, τον συγκλόνισε. Ο Γέροντας πίστευε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η φωνή αυτή ήταν η φωνή της ίδιας της Θεοτόκου. Μέχρι το τέλος της ζωής του ευχαριστούσε τη Θεομήτορα, επειδή δεν τον αποστράφηκε, αλλά ευδόκησε η ίδια να τον επισκεφθεί και να τον σηκώσει από την πτώση του. Έλεγε:
«Τώρα βλέπω πόσο ο Κύριος και η Μητέρα του Θεού σπλαχνίζονται τον λαό. Σκεφτείτε, η Θεομήτωρ κατέβηκε από τους ουρανούς για να νουθετήσει εμένα, ενώ ήμουν νέος και μέσα στις αμαρτίες».
Το γεγονός ότι δεν αξιώθηκε να δει τη Δέσποινα το απέδιδε στην ακαθαρσία μέσα στην οποία βρισκόταν τότε.


Αυτή η δεύτερη κλήση, που συνέβη λίγο πριν από τη στρατιωτική του θητεία, είχε πλέον αποφασιστική σημασία για την επιλογή της μελλοντικής του πορείας. Πρώτο αποτέλεσμά της ήταν η ριζική αλλαγή της ζωής του, η οποία είχε πάρει κακή κατεύθυνση. Ο Συμεών αισθάνθηκε βαθιά ντροπή για το παρελθόν και άρχισε θερμή μετάνοια ενώπιον του Θεού.
Η απόφαση να εισέλθει σε μοναστήρι μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας επέστρεψε με διπλή δύναμη. Γεννήθηκε μέσα του η πικρή γεύση της αμαρτίας, η οποία άλλαξε τη στάση του απέναντι σε καθετί. Η αλλαγή αυτή εκδηλωνόταν όχι μόνο στις προσωπικές του πράξεις και στη συμπεριφορά του, αλλά και στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνομιλίες του με τους ανθρώπους. Δυστυχώς, μπορούμε να διηγηθούμε μόνο λίγες από αυτές, εκείνες δηλαδή που διατηρήθηκαν πιο καθαρά στη μνήμη μας.

Σε κάποια γιορτή στο χωριό είχαν μουσική και χορούς. Ο Συμεών παρατηρούσε έναν μεσήλικα συγχωριανό του να παίζει ακορντεόν και να χορεύει. Τότε τον κάλεσε και, όταν έμειναν μόνοι, τον ρώτησε:
– Στέφανε, πώς μπορείς να παίζεις και να χορεύεις; Δεν είναι αλήθεια ότι σκότωσες άνθρωπο;
Εκείνος τον είχε σκοτώσει σε κάποια συμπλοκή μεθυσμένων. Τότε ο Στέφανος πήρε τον Συμεών παράμερα και του είπε:
– Είναι αλήθεια. Αλλά όταν ήμουν στη φυλακή, προσευχήθηκα πολύ στον Θεό να μου συγχωρήσει την αμαρτία, και ο Θεός τη συγχώρησε. Γι’ αυτό τώρα παίζω ήσυχα.
Ο Συμεών, ο οποίος λίγο καιρό πριν παραλίγο να διαπράξει και ο ίδιος φόνο, κατάλαβε ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζητήσει από τον Θεό άφεση των αμαρτιών του. Κατάλαβε την ειρήνη του ανθρώπου στον οποίο είχε συγχωρηθεί ο φόνος. Το περιστατικό αυτό φανερώνει καθαρά τόσο τη σαφή συνείδηση της αμαρτίας όσο και την ισχυρή αίσθηση της μετάνοιας, καθώς και τη βαθιά θρησκευτική διαίσθηση των Ρώσων χωρικών.
Ένας άλλος νέος, συγχωριανός του Συμεών, είχε σχέση με κάποια κοπέλα από γειτονικό χωριό και την άφησε έγκυο. Βλέποντας ο Συμεών ότι ο νέος δεν έδινε μεγάλη σημασία σε αυτό που είχε συμβεί, προσπάθησε να τον πείσει να την παντρευτεί, λέγοντάς του ότι «διαφορετικά θα είναι αμαρτία». Εκείνος όμως για πολύ καιρό δεν συμφωνούσε.

Όταν ακούσαμε από το στόμα του Γέροντα αυτή την ιστορία, τον ρωτήσαμε γιατί και ο ίδιος δεν παντρεύτηκε εκείνη την κοπέλα με την οποία είχε σχέση. Τότε ο Γέροντας είπε:

– Όταν θέλησα να γίνω μοναχός, παρακάλεσα πολύ τον Θεό να οικονομήσει έτσι τα πράγματα, ώστε να μπορέσω ήσυχα να πραγματοποιήσω τον σκοπό μου, και ο Θεός τα τακτοποίησε όλα με τον καλύτερο τρόπο. Όταν ήμουν στον στρατό, κάποιος έμπορος σιτηρών ήρθε στο χωριό μας για να αγοράσει σιτάρι. Είδε αυτή την κοπέλα σε κάποιον χορό· ήταν όμορφη και κομψή, με ωραία φωνή και πολύ εύθυμη. Την αγάπησε και την παντρεύτηκε. Έζησαν ευτυχισμένοι και απέκτησαν πολλά παιδιά.
Ο Γέροντας ευχαριστούσε θερμά τον Θεό, ο οποίος άκουσε την προσευχή του, αλλά δεν ξεχνούσε ποτέ το αμάρτημά του.


Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: