Συνέχεια από Πέμπτη 26. Φεβρουαρίου 2026
Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 10
ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)
§21
Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης
ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)
§21
Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης
Ο νους
Στην καθηγητική φιλοσοφία των καθηγητών της φιλοσοφίας, συναντάει κανείς ακόμα την άποψη ότι η παρατήρηση του εξωτερικού κόσμου είναι υπόθεση των αισθήσεων, κάτι που περιγράφεται σε μακρές πραγματείες. Αντίθετα, δεν γίνεται καθόλου λόγος για τη διανοητικότητα της παρατήρησης, δηλαδή ότι αυτή είναι κατά κύριο λόγο έργο του νου, ο οποίος μέσα από τη μορφή της αιτιότητας που τον χαρακτηρίζει και την υπαγόμενη σε αυτήν αισθησιακότητα, δηλαδή χρόνο και χώρο, από το ακατέργαστο υλικό μερικών αισθημάτων στα όργανα των αισθήσεων, δημιουργεί και φανερώνει αυτόν τον κόσμο. Και όμως το θέμα στα κύρια σημεία του το είχα πραγματευτεί στην πρώτη έκδοση της παρούσας εργασίας από το έτος 1813, και στη συνέχεια, το 1816, το ανέπτυξα με πληρότητα στην πραγματεία. Η όραση των χρωμάτων, την οποία ο καθηγητής Rosas στη Βιέννη επιδοκίμασε μέσα από το γεγονός ότι παρασύρθηκε σε ιδιοποίηση απόψεων από την πραγματεία. Περισσότερες λεπτομέρειες υπάρχουν στο έργο μου Η βούληση στη φύση. Αντίθε τα, οι καθηγητές της φιλοσοφίας δεν έδειξαν να νοιάζονται ούτε στο ελάχιστο για αυτήν όπως και για τις άλλες μεγάλες αλήθειες, η παρουσίαση των οποίων ήταν το έργο ολόκληρης της ζωής μου, θέλοντας να γίνουν αυτές για πάντα ιδιοκτησία του ανθρώπινου γένους. Οι καθηγητές της φιλοσοφίας δεν τα βρήκαν γευστικά, δεν ταιριάζουν στις μικροπρεπείς έγνοιες τους, δεν οδηγούν σε καμιά θεολογία, δεν είναι καν κατάλ-ληλα για την προετοιμασία των φοιτητών για τα ανώ τερα κρατικά αξιώματα. Με λίγα λόγια, δεν θέλουν να πάρουν τίποτε από μένα και δεν βλέπουν πόσο πολλά θα μπορούσαν να διδαχτούν από μένα: όλα αυτά δηλα δή που θα διδαχτούν από μένα τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους και τα δισέγγονά τους. Αντί γι' αυτό, καθένας από αυτούς καταγίνεται μέσα από μια μακρά επινοημένη μεταφυσική να πλουτίσει τον κόσμο με τις πρωτότυπες σκέψεις του. Αν αυτές βγαίνουν από και τάλληλα δάχτυλα, τότε δικαιολογούνται. Όμως πράγ ματι, ο Μακιαβέλλι έχει δίκιο όταν – όπως ήδη και ο Ησίοδος (Έργα και ημέρες 293) – λέει: «Υπάρχουν τριών ειδών μυαλά: πρώτα τέτοια τα οποία λαβαίνουν γνώση και αντίληψη των πραγμάτων μέσα από τα ίδια τους τα μέσα. Μετά τέτοια που καταλαβαίνουν το σωστό αν τους το δείξουν άλλοι. Τέλος τέτοια που δεν είναι ικανά ούτε για το ένα ούτε για το άλλο.» (0 ηγεμόνας, κεφ. 22).
Θα πρέπει να τον έχουν εγκαταλείψει όλοι οι θεοί κάποιον, για να πιστεύει ότι ο κόσμος που παρατηρούμε εκεί έξω, πώς κινείται μέσα στον χώρο, στις τρεις διαστάσεις του, στην αμείλικτα σταθερή πορεία του χρόνου, που ρυθμίζεται σε κάθε βήμα μέσα από τον, μη επιδεχόμενο καμία εξαίρεση, νόμο της αιτιότητας, ακολουθώντας όμως σε όλα τα βήματα μόνο τους πριν από κάθε εμπειρία νόμους ότι ένας τέτοιος κόσμος εκεί έξω υπάρχει εντελώς αντικειμενικά πραγματικός και δίχως τη δική μας συμμετοχή, και ότι μέσα από τους απλούς ερεθισμούς των αισθήσεων φτάνει μετά στο κεφάλι μας, όπου υπάρχει ακόμα μια φορά, όπως εκεί έξω. Γιατί τι φτωχό πλάσμα είναι ο απλός ερεθισμός των αισθήσεων! Ακόμα και στα πιο εκλεπτυσμένα όργανα των αισθήσεων δεν βρίσκεται τίποτε άλλο από ένα τοπικό, ιδιαίτερο, μέσα στο είδος του ικανό για κάποια παραλλαγή, πάντα όμως υποκειμενικό αίσθημα, που δεν απεικονίζει το παρατηρούμενο. Γιατί το αίσθημα κάθε είδους είναι και παραμένει μια διαδικασία του οργανισμού, σαν τέτοια όμως περιορισμένη μέσα από το δέρμα, δεν μπορεί επομένως να περιέχει η ίδια κάτι που θα βρισκόταν έξω από αυτό το δέρμα, δηλαδή έξω από εμάς. Μπορεί να είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο – κάτι που μαρτυράει μια σχέση με τη βούλησή μας –, αλλά κάτι το αντικειμενικό δεν υπάρχει σε κανένα αίσθημα. Το αίσθημα στα όργανα των αισθήσεων προκαλείται μέσα από τις ενώσεις των άκρων των νεύρων που ερεθίζονται εύκολα από έξω, και την ιδιαίτερη επίδραση φωτός, ήχου, αρώματος· αλλά παραμένει απλό αίσθημα, όπως και κάθε άλλο στο εσωτερικό του σώματός μας, επομένως κάτι ουσιαστικά υποκειμενικό, οι μεταβολές του οποίου φτάνουν άμεσα στη συνείδηση απλώς με τη μορφή της εσωτερικής αίσθησης, μέσα στον χρόνο, σιγά-σιγά. Μόνο όταν ο νους – μια λειτουργία όχι μεμονωμένων, τρυφερών άκρων των νεύρων, παρά του τόσο πολύπλοκα και αινιγματικά διαμορφωμένου εγκέφαλου, που ζυγίζει ενάμισι έως, σε εξαιρέσεις, δυόμισι κιλά – τεθεί σε ενέργεια και βάλει σε κίνηση τον νόμο της αιτιότητας, προκύπτει μια μεγάλη μεταλλαγή, με τη δημιουργία της αντικειμενικής παρατήρησης από το υποκειμενικό αίσθημα. Ο νους δηλαδή με τη δική του μορφή, που σημαίνει a priori, πριν από κάθε εμπειρία (γιατί αυτή μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είναι δυνατή), αντιλαμβάνεται το δεδομένο αίσθημα του σώματος σαν μια ενέργεια (μια λέξη που μόνο αυτός καταλαβαίνει), η οποία σαν τέτοια αναγκαστικά πρέπει να έχει ένα αίτιο. Συγχρόνως βοηθιέται από τη μορφή της εξωτερικής αίσθησης, τον χώρο που βρίσκεται επίσης μέσα στον νου, δηλαδή στον εγκέφαλο, για να μετατοπίσει εκείνο το αίτιο έξω από τον οργανισμό γιατί έτσι μόνο δημιουργείται το έξω, η δυνατότητα του οποίου είναι ο χώρος. Έτσι η καθαρή παρατήρηση, a priori, δίνει τη βάση για την εμπειρική. Σε αυτή τη διαδικασία ο νους, όπως θα δείξω πιο κάτω, παίρνει σε βοήθεια και τα πιο μικρά στοιχεία του αισθήματος, για να κατα σκευάσει στον χώρο το αίτιο το οποίο θα αντιστοιχεί σε αυτά. Αυτή η επιχείρηση του νου (την οποία εξάλλου ο Σέλλινγκ στον πρώτο τόμο των Φιλοσοφικών συγγραμμάτων επίμονα αρνείται, όπως επίσης και ο Φρης [Fries] στην Κριτική του λόγου [τόμ. 11), δεν είναι μια συμπερασματική, προερχόμενη από τη σκέψη, αφηρημένη, παρά μια διαισθητική και εντελώς άμεση. Γιατί μόνο μέσα από αυτήν, επομένως στον νου και για τον νου, εμφανίζεται ο αντικειμενικός, πραγματικός κόσμος των σωμάτων που πληροί τον χώρο σε τρεις διαστάσεις και που στη συνέχεια, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο της αιτιότητας, μεταβάλλεται στον χρόνο και κινείται στον χώρο. Επομένως ο νους πρέπει να δημιουργήσει ο ίδιος τον αντικειμενικό κόσμο· δεν μπορεί όμως αυτός ο κόσμος, μέσα από τις αισθήσεις και τις εισόδους των οργάνων τους, να κάνει απλώς έναν περίπατο στο κεφάλι. Οι αισθήσεις δηλαδή δεν προσφέρουν τίποτα περισσότερο από το ακατέργαστο υλικό, το οποίο ο νους επεξεργάζεται και μεταλλάζει σε μια αντικειμενική εκδοχή ενός νομοτελειακά ρυθμισμένου κόσμου των σωμάτων, μέσα από τις απλές μορφές που αναφέραμε, χώρο, χρόνο και αιτιότητα. Επομένως η καθημερινή μας εμπειρική παρατήρηση είναι διανοητική, και σε αυτήν ανήκει αυτός ο χαρακτηρισμός, τον οποίο οι φιλοσοφούντες αερολόγοι στη Γερμανία έχουν αποδώσει σε μια δήθεν παρατήρηση ονειρικών κόσμων, στους οποίους κυριαρχεί το αγαπητό τους απόλυτο. Όμως τώρα θέλω να δω από πιο κοντά το μεγάλο χάσμα μεταξύ αισθήματος και παρατήρησης, δείχνοντας πόσο ακατέργαστο είναι το υλικό από το οποίο προκύπτει το ωραίο έργο.
Την αντικειμενική παρατήρηση υπηρετούν στην ουσία μόνο δυο αισθήσεις: η αφή και η όραση. Μόνο αυτές προσφέρουν τα στοιχεία με βάση τα οποία ο νους, μέσα από τη διαδικασία που αναφέραμε, αφήνει να δημιουργηθεί ο αντικειμενικός κόσμος. Οι άλλες τρεις αισθήσεις παραμένουν κατά κύριο λόγο υποκειμενικές: γιατί τα αισθήματα που προκαλούν υπαινίσσονται μεν ένα εξωτερικό αίτιο, αλλά δεν περιέχουν κανένα στοιχείο συνθηκών χώρου για το αίτιο. Όμως ο χώρος είναι η μορφή κάθε παρατήρησης, μόνο αυτός επιτρέπει την εμφάνιση των αντικειμένων. Επομένως εκείνες οι άλλες τρεις αισθήσεις μπορούν να δώσουν κάποιες πληροφορίες για την παρουσία αντικειμένων που μας είναι ήδη γνωστά από άλλες ευκαιρίες· αλλά με βάση τα στοιχεία τους δεν είναι δυνατή καμία κατασκευή στο χώρο. Από την όσφρηση δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε κανένα τριαντάφυλλο, και ένας τυφλός μπορεί να ακούει σε όλη του τη ζωή μουσική, χωρίς να έχει την παραμικρή αντικειμενική παράσταση των μουσικών ή των οργάνων ή των παλμών του αέρα. Η ακοή, αντίθετα, έχει ιδιαίτερη αξία σαν μέσο της γλώσσας, κάτι που την καθιστά την αίσθηση της νόησης, και μετά σαν μέσο της μουσικής, της μοναδικής οδού αντίληψης πολύπλοκων αριθμητικών καταστάσεων, ό-χι αφηρημένα, αλλά άμεσα, δηλαδή συγκεκριμένα. Αλλά ο ήχος δεν παρέχει καμία ένδειξη για χωρικές συνθήκες, δεν οδηγεί δηλαδή ποτέ στην υφή του αιτίου του, παρά σταματάμε σε αυτόν τον ίδιο· κατά συνέπεια δεν συνιστά ένα στοιχείο για τη δημιουργία του αντικειμενικού κόσμου από τον νου. Τέτοια στοιχεία παρέχουν μόνο οι αισθήσεις της αφής και της όρασης· γι' αυτό ένας τυφλός χωρίς χέρια και πόδια θα μπορούσε μεν να σχεδιάσει τον χώρο σε όλη του τη νομοτέλεια, α priori, αλλά από τον αντικειμενικό κόσμο θα είχε μονάχα μια πολύ ασαφή παράσταση. Όμως αυτά που παρέχουν η αφή και η όραση δεν συνιστούν ακόμα την παρατήρηση, παρά μόνο το ακατέργαστο υλικό για αυτή γιατί στα αισθήματα αυτών των αισθήσεων υπάρχει τόσο λίγο από την παρατήρηση, ώστε ακόμα δεν έχουν καμία ομοιότητα με τις ιδιότητες των πραγμάτων τα οποία μας παρουσιάζονται μέσα από αυτά, όπως θα δείξω αμέσως. Μόνο που εδώ πρέπει κανείς να ξεχωρίσει με σαφήνεια αυτό που ανήκει πράγματι στο αίσθημα, από εκείνο το οποίο έχει προσθέσει στην παρατήρηση ο νους. Αυτό είναι στην αρχή δύσκολο, γιατί είμαστε τόσο πολύ συνηθισμένοι να περνάμε από το αίσθημα αμέσως στο αίτιο, χωρίς να προσέχουμε ιδιαίτερα το αίσθημα και τις προϋποθέσεις που παρέχει στον νου για την επεξεργασία που θα ακολουθήσει.
Η αφή και η όραση λοιπόν έχουν η καθεμία τα δικά της πλεονεκτήματα, γι' αυτό και υποστηρίζει η μια την άλλη. Η όραση δεν χρειάζεται το άγγιγμα, ούτε και τη γειτνίαση: το πεδίο της είναι απέραντο, πάει μέχρι τα αστέρια. Ακόμα αισθάνεται τις πιο λεπτές αποχρώσεις του φωτός, του ίσκιου, των χρωμάτων, της διαφάνειας: παρέχει δηλαδή στον νου ένα σωρό λεπτών στοιχείων, από τα οποία αυτός, μετά από κάποια άσκηση, συνθέτει τη μορφή, το μέγεθος, την απόσταση και την υφή των σωμάτων, τα οποία και παρουσιάζει αμέσως παραστατικά. Αντίθετα, η αφή είναι συνδεδεμένη με την επαφή, δίνει όμως τόσο βέβαια και πολυποίκιλα στοιχεία, που την κάνουν την πιο ριζική αίσθηση. Οι προσλήψεις της όρασης σχετίζονται τελικά με την αφή. Μάλιστα η όραση μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα ατελές ψηλάφισμα που εκτείνεται σε μεγάλες αποστάσεις και χρησιμοποιεί τις αχτίδες του φωτός σαν μακριά ψηλαφητικά δάχτυλα γι' αυτό και είναι εκτεθειμένη σε πολλές πλάνες, γιατί είναι περιορισμένη στις ιδιότητες που παρέχονται μέσα από το φως, είναι δηλαδή μονομερής. Αντιθέτως η αφή παρέχει εντελώς άμεσα τα στοιχεία για την αναγνώριση του μεγέθους, της μορφής, της σκληρότητας, ξηρότητας, υγρασίας, θερμοκρασίας κ.λπ., και σε αυτό υποστηρίζεται εν μέρει μέσα από τη μορφή και κινητικότητα του βραχίονα, των χεριών και των δακτύλων, από τη θέση των οποίων κατά την ψηλάφηση ο νους εξάγει τα στοιχεία για τον χωρικό σχεδιασμό των σωμάτων, και εν μέρει από τη δύναμη των μυών, μέσα από την οποία αναγνωρίζει το βάρος, τη σταθερότητα, την ανθεκτικότητα ή την ευθραυστότητα των σωμάτων: έλα με ελάχιστη δυνατότητα πλάνης.
Με όλα αυτά, τα στοιχεία δεν παρέχουν ακόμα καμία παρατήρηση, γιατί αυτό απομένει έργο του νου. Αν πιέσω με το χέρι το τραπέζι, στο αίσθημα που λαβαίνω δεν υπάρχει η παράσταση της σταθερής συ-νοχής των μερών αυτής της μάζας, τίποτα το παρό-μοιο. Μόνο με το που ο νους μου προχωράει από το αίσθημα στο αίτιο που το προκάλεσε, σχεδιάζει ένα σώμα, το οποίο έχει την ιδιότητα της ανθεκτικότη-τας, του αδιαπέραστου και της σκληρότητας. Αν στα σκοτεινά βάλω το χέρι μου σε μια επιφάνεια ἡ πιάσω μια σφαίρα με διάμετρο μιας ίντσας, και στις δυο περιπτώσεις είναι τα ίδια μέρη του χεριού τα οποία την πίεση. Μόνο από τη διαφορετική θέση που καταλαμβάνει το χέρι μου σχεδιάζει ο νους τη μορφή του σώματος, η επαφή με το οποίο αποτελεί το αίτιο του αισθήματος, και ο νους επιβεβαιώνεται επί-σης μέσα από το γεγονός ότι μπορώ να αλλάξω τα σημεία επαφής με το σώμα. Αν κάποιος που γεννήθη κε τυφλός ψηλαφίσει ένα κυβικό σώμα, τα αισθήματα του χεριού είναι εντελώς όμοια, και προς όλες τις πλευρές και τις κατευθύνσεις τα ίδια: οι γωνίες πιέ-ζουν μεν ένα μικρότερο μέρος του χεριού, αλλά σε αυτά τα αισθήματα δεν υπάρχει τίποτα όμοιο με έναν κύβο. Όμως από το αίσθημα της αντίστασης εξάγει ο νους το άμεσο και διαισθητικό συμπέρασμα για την ύπαρξη ενός αιτίου, το οποίο τώρα παρουσιάζεται σαν ένα στερεό σώμα. Και από τις κινήσεις που κάνουν οι βραχίονές του κατά την ψηλάφηση, ενώ το αίσθημα των χεριών παραμένει το ίδιο, σχεδιάζει ο νους, στον a priori συνειδητό σε αυτόν χώρο, την κυβική μορφή του σώματος. Αν δεν έφερνε ήδη μαζί του την παράσταση ενός αιτίου και ενός χώρου, μαζί με τους νόμους του, δεν θα μπορούσε ποτέ από εκείνη την αλληλουχία των αισθημάτων στο χέρι του να προκύψει η εικόνα ενός κύβου. Αν αφήσει κανείς να περνάει μέσα από το κλεισμένο του χέρι ένα σχοινί, ο νους σαν αίτιο της τριβής και της διάρκειάς της σε αυτή τη στάση του χεριού θα σχεδιάσει ένα μακρύ, κυλινδρικό, σε μια κατεύθυνση κινούμενο σώμα. Δεν θα μπορούσε ποτέ όμως από το απλό αίσθημα του χεριού να δημιουργηθεί η παράσταση της κίνησης, δηλαδή της αλλαγής της θέσης στον χώρο μέσα από τον χρόνο: κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στο αίσθημα ούτε μπορεί να δημιουργηθεί από αυτό, παρά ο νους πρέπει, πριν από κάθε εμπειρία, να φέρει μαζί του την παρατήρηση του χώρου και του χρόνου και έτσι τη δυνατότητα της κίνησης, και όχι λιγότερο την παράσταση της αιτιότητας, για να περάσει από το απλά εμπειρικά δεδομένο αίσθημα στο αίτιό του, το οποίο θα σχεδιάσει στη συνέχεια σαν ένα κινούμενο σώμα με τη συγκεκριμένη μορφή. Γιατί πόσο μεγάλη είναι πράγματι η απόσταση ανάμεσα στο απλό αίσθημα στο χέρι και τις παραστάσεις της αιτιότητας, της ύλης και της κίνησης στον χώρο που καθίσταται δυνατή μέσα από τον χρόνο! Το αίσθημα στο χέρι, ακόμα και με αλλαγή της επαφής και της θέσης, είναι κάτι το πολύ ομοιόμορφο και φτωχό σε στοιχεία, για να είναι δυνατόν από αυτό να σχεδιαστεί η παράσταση του χώρου με τις τρεις διαστάσεις του και την επενέργεια των σωμάτων το ένα στο άλλο. κοντά στις ιδιότητες της επέκτασης, του αδιαπέραστου, της συνοχής, μορφής, σκληρότητας, μαλακότητας, ησυχίας και κίνησης, με λίγα λόγια: η δημιουργία της βάσης του αντικειμενικού κόσμου. Αυτό καθίσταται δυνατό, επειδή στον ίδιο τον νου βρίσκονται ήδη μορφοποιημένα ο χώρος σαν μορφή της παρατήρησης, ο χρόνος σαν μορφή της αλλαγής, και ο νόμος της αιτιότητας σαν ρυθμιστής της εμφάνισης των αλλαγών. Η ήδη έτοιμη και προπορευμένη κάθε εμπειρίας ύπαρξη αυτών των μορφών κάνει τη νόηση. Αυτή φυσιολογικά είναι μια λειτουργία του εγκεφάλου, η οποία τόσο λίγο τα έχει μάθει αυτά από την εμπειρία, όσο το στομάχι τη χώνευση, ή το συκώτι την έκκριση χολής. Μόνο έτσι εξηγείται το γεγονός ότι κάποιοι γεννημένοι τυφλοί αποκτούν μια τόσο πλήρη γνώση των συνθηκών του χώρου, που μέσα από αυτό αντικαθιστούν σε μεγάλο βαθμό την όραση και είναι ικανοί για εκπληκτικές επιδόσεις. Όπως πριν εκατό χρόνια ο τυφλός από παιδί Σώντερσον (Saunderson) δίδαξε στο Κέιμπριτζ μαθηματικά, οπτική και αστρονομία (λεπτομερείς πληροφορίες για τον Σώντερσον δίνει ο Ντιντερό στο Lettres sur les aveugles). Και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η αντίθετη περίπτωση της Ενα Lauk, η οποία γεννημένη χωρίς χέρια και πόδια, μέσα από την όραση απόκτησε το ίδιο γρήγορα όπως άλλα παιδιά μια σωστή παρατήρηση του εξωτερικού κόσμου (τις πληροφορίες για αυτήν τις βρίσκει κανείς στο Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση, τόμος 2, κεφ. 4).
Όλα αυτά λοιπόν αποδεικνύουν ότι χρόνος, χώρος και αιτιότητα δεν έρχονται σε εμάς από έξω, ούτε με την όραση ούτε με την αφή, πιο πολύ έχουν μια εσωτερική, επομένως μη εμπειρική παρά διανοητική πηγή, κάτι από το οποίο πάλι έπεται ότι η παρατήρηση του κόσμου των σωμάτων είναι μια διανοητική διαδικασία, ένα έργο του νου, για το οποίο τα αισθήματα που προκαλούν οι αισθήσεις παρέχουν μόνο την ευκαιρία και τα στοιχεία σε δεδομένη περίπτωση.
Τώρα θέλω να δείξω το ίδιο σε σχέση με την όραση. Το άμεσα δεδομένο εδώ είναι περιορισμένο στο αίσθημα του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, ο οποίος επιτρέπει μεν μια μεγάλη ποικιλία επιμέρους εντυπώσεων, που όμως απορρέουν από τη βασική εντύπωση του φωτεινού, του σκοτεινού και των αποχρώσεών τους, και από εκείνη των χρωμάτων. Αυτό το αίσθημα είναι εντελώς υποκειμενικό, βρίσκεται δηλαδή μέσα στον οργανισμό και μέσα από το δέρμα. Τις εντυπώσεις εκείνες θα μπορούσαμε να τις νιώσουμε σαν διάφορες μεταλλαγές του αισθήματός μας στο μάτι, επίσης και χωρίς τη νόηση, όμως τότε δεν θα είχαν τίποτα παρόμοιο, όπως μορφή, θέση, γειτνίαση ή απόσταση των πραγμάτων έξω από εμάς. Γιατί αυτό που παρέχει στην όραση το αίσθημα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας πολύπλευρος ερεθισμός του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, εντελώς όμοιος με μια παλέτα με διάφορα πολύχρωμα δείγματα χρωμάτων: και τίποτα περισσότερο από αυτό δεν θα έμενε στη συνείδηση κάποιου που έχει μπροστά του και παρατηρεί μια πλούσια απλωμένη θέα, αλλά ξαφνικά, μέσα από παράλυση του εγκεφάλου, η νόηση δεν λειτουργεί, ενώ το αίσθημα παραμένει: γιατί αυτό ήταν το ακατέργαστο υλικό από το οποίο προηγουμένως ο νους είχε δημιουργήσει εκείνη την παρατήρηση της θέας.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου