Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Ο ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ 9

Συνέχεια από Παρασκευή 18. Σεπτεμβρίου 2026


Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας
Τόμος VII
Ο ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ 9

Giovanni Reale
Εκδόσεις Bompiani

ΕΝΟΤΗΤΑ III

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΚΑΙ ΟΙ «ΤΡΕΙΣ ΑΡΧΕΣ» ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ


Η επαναπρόσληψη από τους Μεσοπλατωνικούς θεμελιωδών εννοιών της κοσμολογίας του πλατωνικού «Τιμαίου»

4. Κυριολεκτική ερμηνεία της γένεσης του κόσμου


Ο Πλούταρχος επέστρεψε, αντιθέτως, στην κυριολεκτική ερμηνεία της προέλευσης του κόσμου, υποστηρίζοντας ότι αιώνια είναι η ύλη, δηλαδή η άμορφη αισθητή ουσία από την οποία προέρχεται ο κόσμος, αλλά ότι ο ίδιος ο κόσμος δεν είναι αιώνιος.
Πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά τον Πλούταρχο, η ύλη, καθόσον βρίσκεται σε αδιάκοπη και χαοτική κίνηση, πρέπει να διαθέτει μια ψυχή που την κινεί: μια «κακή ψυχή», στερημένη από νόηση, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να διευκρινίσουμε καλύτερα παρακάτω.
Επομένως, υπήρχε ανέκαθεν μια «άμορφη» σωματική πραγματικότητα, προικισμένη με εμψύχωση και άλογη ζωή. Κατά συνέπεια, ο Θεός δεν δημιούργησε ούτε την ύλη ούτε την εμψύχωση και τη στερημένη από λόγο ζωή, αλλά δημιούργησε τον κόσμο, προσδίδοντας «τάξη» στην «άτακτη» ύλη και «νόηση» στη «στερημένη από λόγο» ψυχή.

Ας διαβάσουμε δύο ιδιαίτερα σημαντικά χωρία:

Η άνευ νοήσεως ψυχή και το άμορφο σώμα συνυπήρχαν ανέκαθεν, και κανένα από τα δύο δεν είχε γένεση και αρχή. Όταν όμως η ψυχή μετέσχε στον Νου και στην αρμονία και, μέσω της συμφωνίας, έγινε έλλογη, κατέστη αιτία μεταβολής για την ύλη. Αφού κυριάρχησε, μέσω των δικών της κινήσεων, στις κινήσεις της ύλης, τις οικειοποιήθηκε και τις μετέστρεψε· και με αυτόν τον τρόπο το σώμα του σύμπαντος γεννήθηκε από την ψυχή, καθώς αναπλάστηκε και έγινε όμοιο προς αυτήν.⁹

Εκείνο που προϋπήρχε της γένεσης του σύμπαντος ήταν αταξία· και επρόκειτο για μια αταξία που δεν ήταν ούτε ασώματη ούτε στερημένη από κίνηση ή ψυχή, αλλά αποτελούσε μια άμορφη και συγκεχυμένη σωματικότητα, προικισμένη με χαοτική και άλογη κίνηση. Και αυτό οφειλόταν στην ασυμφωνία της στερημένης από λόγο ψυχής. Ο Θεός δεν μετέβαλε ούτε το ασώματο σε σώμα ούτε το άψυχο σε ψυχή. Αλλά, όπως από έναν άνθρωπο επιδέξιο στη μουσική αρμονία και στον ρυθμό περιμένουμε όχι να δημιουργήσει ήχους και κινήσεις, αλλά να καταστήσει τον ήχο εύηχο και την κίνηση ρυθμική, έτσι συμβαίνει και με τον Θεό: δεν δημιούργησε ο ίδιος την απτότητα και την αντίσταση του σώματος ούτε τη φανταστική και την κινητική ικανότητα της ψυχής· αλλά, αφού οικειοποιήθηκε και τις δύο αρχές —την πρώτη ακαθόριστη και σκοτεινή και τη δεύτερη συγκεχυμένη και άλογη, και τις δύο απροσδιόριστες και στερημένες από την προσήκουσα λειτουργία τους—, τις έθεσε σε τάξη, τις διευθέτησε καλώς και τις εναρμόνισε, παράγοντας από αυτές ένα έμβιο ον υπέρτατα ωραίο και τέλειο.¹⁰

Και ο Άττικος υπερασπίστηκε την κυριολεκτική ερμηνεία και πρόσθεσε ότι ο Πλάτων υποστήριξε τη θέση πως ο κόσμος έλαβε αρχή μέσα στον χρόνο, προκειμένου να μπορέσει να αποδώσει τον προσήκοντα χώρο στην εκδήλωση της Πρόνοιας. Πράγματι, κατά τον Άττικο, η θέση περί αιωνιότητας του κόσμου αποκλείει την Πρόνοια, καθόσον η ουσιώδης λειτουργία της τελευταίας θα συνίστατο στο να εξασφαλίζει στον κόσμο, ο οποίος είναι αφ’ εαυτού φθαρτός, την αφθαρσία.¹¹

Ανάλογη θέση υποστήριξε και ο Αρποκρατίων μαζί με τον Άττικο. Σε ένα σχόλιο στον Τίμαιο αναφέρεται:

Ο Αρποκρατίων και ο Άττικος, οι οποίοι θεωρούν ότι στον Τίμαιο ο κόσμος χαρακτηρίζεται από τον Πλάτωνα «γενητός» κατά χρόνο, δεδομένου ότι ο Αριστοτέλης στο Περὶ οὐρανοῦ επικρίνει τον θείο Πλάτωνα επειδή, ενώ λέει ότι ο κόσμος είναι «γενητός» κατά χρόνο —όπως θεωρεί ο Αριστοτέλης—, υποστηρίζει συγχρόνως ότι είναι άφθαρτος, πιστεύουν ότι μπορούν να υπερασπιστούν τον Πλάτωνα απέναντι στον Αριστοτέλη λέγοντας ότι ο κόσμος είναι φθαρτός κατά τη δική του φύση, παραμένει όμως άφθαρτος χάρη στη βούληση του Θεού.¹²

5. Η πολλαπλότητα των γενητών κόσμων κατά τον Πλούταρχο

Αξίζει να μνημονευθεί η άποψη του Πλουτάρχου σχετικά με την πολλαπλότητα των κόσμων, την οποία θεωρούσε ότι υποστήριζε και ο ίδιος ο Πλάτων. Γράφει:

Πρώτα απ’ όλα, οι συλλογισμοί που μας εμποδίζουν να δεχθούμε άπειρους κόσμους δεν μας εμποδίζουν, ωστόσο, να δεχθούμε περισσότερους από έναν. Πράγματι, είναι πάντοτε δυνατόν ο Θεός, η μαντική και η Πρόνοια να εκτείνονται σε πολλούς κόσμους και, καθώς με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται στο ελάχιστο η επέμβαση της τύχης, τα περισσότερα και τα σημαντικότερα πράγματα να γεννώνται και να μεταβάλλονται με τάξη· εάν όμως δεχθούμε το άπειρο πλήθος των κόσμων, καμία από αυτές τις αξίες δεν θα μπορούσε πλέον να διατηρηθεί.

Επιπλέον, είναι περισσότερο σύμφωνο με τον λόγο να μη βρίσκεται ο Θεός απέναντι σε έναν και μοναδικό κόσμο. Πράγματι, επειδή είναι απολύτως αγαθός, δεν υπάρχει αρετή από την οποία να στερείται· ακόμη λιγότερο στερείται τη δικαιοσύνη και την αγάπη, αρετές κάλλιστες και αρμόζουσες στους θεούς. Και δεν ανήκει στη φύση ενός θεού να κατέχει κάτι χωρίς να το χρησιμοποιεί. Υπάρχουν, λοιπόν, πέρα από αυτόν τον κόσμο και άλλοι θεοί, άλλοι κόσμοι, προς τους οποίους ο Θεός ασκεί την κοινωνική αρετή του· διότι ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να ασκεί τη δικαιοσύνη ή τη χάρη προς τον εαυτό του ή προς ένα μέρος του, αλλά μόνο προς άλλους. Συμπερασματικά, δεν είναι εύλογο αυτός ο κόσμος να περιφέρεται εδώ κι εκεί, χωρίς φιλία, χωρίς γειτονία και χωρίς ένωση, μέσα σε ένα άπειρο κενό!¹³

Οι κόσμοι, κατά τον Πλούταρχο, θα ήταν πέντε στον αριθμό και θα αντιστοιχούσαν στα πέντε μέγιστα γένη, στα πέντε κανονικά γεωμετρικά στερεά και στα πέντε στοιχεία.

Στο Περὶ τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων διευκρινίζει:

Γι’ αυτό ο Πλάτων, αντιτασσόμενος σε εκείνους που υποστηρίζουν τη μοναδικότητα του σύμπαντος, βεβαιώνει την ύπαρξη πέντε κατηγοριών: του Όντος, της Ταυτότητας, της Ετερότητας και, ως επιστέγασμα των πάντων, της Κίνησης και της Στάσης. Δεδομένου, λοιπόν, ότι υπάρχουν αυτές οι πέντε κατηγορίες, δεν προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι καθένα από τα πέντε στοιχεία δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση καθεμιάς από εκείνες τις κατηγορίες. Η εικόνα, φυσικά, δεν είναι καθαρή και γνήσια· αυτό όμως οφείλεται στο γεγονός ότι κάθε στοιχείο μετέχει στον ύψιστο βαθμό στην κατηγορική αρχή μόνο εντός των ορίων της ιδιαίτερης δυνατότητάς του.

Σε κάθε περίπτωση, ο κύβος είναι προφανώς ένα σώμα προορισμένο για τη Στάση, εξαιτίας της σταθερότητας και της στερεότητας των επίπεδων εδρών του. Όσο για την πυραμίδα, δεν υπάρχει κανείς που να μην αναγνωρίζει την πύρινη μορφή και την Κίνηση στη λεπτότητα των πλευρικών εδρών και στην οξύτητα των γωνιών της. Η φύση του δωδεκαέδρου —καθώς περιλαμβάνει τις άλλες στερεές μορφές— μπορεί δικαίως να θεωρηθεί εικόνα του Όντος, περιορισμένη, φυσικά, στο σωματικό σύμπαν. Από τα δύο στερεά που απομένουν, το εικοσάεδρο μετέχει κυρίως στην ιδέα της Ετερότητας και το οκτάεδρο στην ιδέα της Ταυτότητας. Γι’ αυτό η δεύτερη αυτή κατηγορία παρέχει τον αέρα, ο οποίος περικλείει κάθε ουσία σε μία και την ίδια μορφή· η άλλη, αντιθέτως, παρέχει το νερό, το οποίο, μέσω της ανάμειξης, προσλαμβάνει τη μεγαλύτερη ποικιλία ποιοτήτων. Εάν, λοιπόν, είναι αλήθεια ότι η φύση απαιτεί σε κάθε πράγμα ίση κατανομή, είναι εύλογο οι κόσμοι να μην είναι ούτε περισσότεροι ούτε λιγότεροι από τις παραδειγματικές κατηγορίες, ώστε καθεμία από αυτές να διαθέτει με κάθε τρόπο την κυρίαρχη λειτουργία και τη δύναμή της, ακριβώς όπως την απέκτησε κατά τη συγκρότηση των πρωταρχικών στερεών σωμάτων.¹⁴

Και ακόμη:

Στην πραγματικότητα, δεν ήταν ο Θεός εκείνος που διαίρεσε την ουσία και της παραχώρησε διαφορετικούς τόπους. Αφού όμως αυτή διαιρέθηκε από τη δική της ενέργεια και διασκορπίστηκε σε διαφορετικά σημεία μέσα στη μέγιστη αταξία, ο Θεός την έθεσε υπό την εξουσία του, για να την τακτοποιήσει και να την οργανώσει μέσω των νόμων της αναλογίας και της ισορροπίας. Σε δεύτερο χρόνο εγκατέστησε επάνω σε καθεμία επιμέρους ουσία, ως κυβερνήτη και φύλακα, τη λογική αρχή και δημιούργησε τόσους κόσμους όσα ήταν και τα υπάρχοντα πρωταρχικά σώματα.¹⁵

6. Τρίτη ερμηνεία της γένεσης του κόσμου

Μια τρίτη θέση είναι εκείνη που υιοθέτησε ο Σεβήρος, ο οποίος, αναφερόμενος σε έναν πλατωνικό μύθο που περιέχεται στον Πολιτικό, υποστήριξε ότι ο κόσμος ως τέτοιος είναι αγένητος, αλλά ότι γενητός είναι ο παρών κόσμος μέσα στον οποίο βρισκόμαστε.

Ο Πρόκλος μάς αναφέρει:

Έπειτα από αυτή την άποψη, ας εξετάσουμε εκείνη του Σεβήρου, ο οποίος λέει ότι ο κόσμος γενικά είναι αιώνιος, αλλά ότι αυτός που υπάρχει και κινείται τώρα είναι γενητός. Υποστηρίζει, πράγματι, ότι οι περιφορές είναι δύο ειδών, όπως έδειξε ο Ελεάτης Ξένος [δηλαδή στον Πολιτικό]: η μία είναι εκείνη γύρω από την οποία περιστρέφεται τώρα το σύμπαν και η άλλη είναι αντίθετη προς αυτήν. Είναι, επομένως, γενητός και είχε μια αρχή ο κόσμος που διαγράφει αυτή την κυκλική περιφορά, αλλά γενικά είναι αγένητος.¹⁶

Τέλος, ο Ιούνκος υποστήριξε τη θέση σύμφωνα με την οποία ο κόσμος, όπως ακριβώς δημιουργήθηκε από τον Δημιουργό, έτσι και θα αφανιστεί σύμφωνα με το σχέδιό του.¹⁷

7. Ο κόσμος και η «κακή ψυχή»

Σημειώσεις


⁹ Πλούταρχος, Plat. Quaest., IV, 1003a.
¹⁰ Πλούταρχος, De anim. procr., 1014b–c.
¹¹ Πρβλ. Άττικος, απόσπ. 4, σσ. 50–54 des Places.
¹² Αρποκρατίων, 21 T Gioè, μτφρ. Vimercati.
¹³ Πλούταρχος, De def. orac., 423c–d.
¹⁴ Στο ίδιο, 428c–e.
¹⁵ Στο ίδιο, 430e.
¹⁶ Πρόκλος, In Plat. Tim., I, σ. 289, 6–13 Diehl = 6 T Gioè.
¹⁷ Στοβαίος, Anthol., IV, 1108, 7 κ.ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: