Συνέχεια από Τρίτη 13. Οκτωβρίου 2026
ΡΩΜΑΙΟΙ Ἤ ΡΩΜΗΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (3)
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΕΡΓΑ 1
ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ ΤΡΙΑΣ Α΄
ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Επόπτης Ἐκδόσεως: ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
᾿Απ' αὐτὰ ὁ Βαρλαάμ δὲν κατενόησε τίποτε, διότι ήτο γέννημα τῆς μεταφυσικῆς παραδόσεως τῶν Φράγκων, ποὺ ἐξελάμβανε τόν φωτισμόν καὶ τὴν θέωσιν κατά τρόπον πλατωνικόν ἐξ αἰτίας τῆς ἀφοσιώσεώς της εἰς τὸν ἅγιον Αὐγουστίνον. Ἡ θεωρία δι' αὐτοὺς εἶναι ἡ ὅρασις καὶ ἐνόρασις τῶν ἀρχετύπων τοῦ Πλατωνισμοῦ, ποὺ ἐταύτισαν μὲ τὴν θείαν οὐσίαν.[ΜΑΛΛΟΝ ΔΕ ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΑΓΑΘΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΟΝΕΣΕ ΠΟΛΥ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΝΤ, ΣΑΝ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ΚΑΘΑΥΤΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΟΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ. ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ, ΑΠΟ ΑΓΝΟΙΑ ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ]
Μὲ τὴν ἐκδίωξιν τῶν ἡσυχαστῶν ἀπὸ τὴν ἰδεολογίαν τοῦ Νεοελληνισμοῦ καὶ τὴν ἐπικράτησιν τοῦ Κοραϊσμοῦ, ἡ κάθαρσις τῆς καρδίας ἀντικατεστάθη μὲ τὴν ἠθικὴν καὶ ὁ φωτισμὸς μὲ τὴν κατήχησιν. Ἔτσι οἱ ἡσυχασταί πνευματικοί Πατέρες ἀντικατεστά θησαν ἀπὸ ἠθικολογοῦντας ὀργανωτάς κατηχητικών σχολείων, ποὺ ἐφόρτωσαν τὴν νεολαίαν μὲ ἠθικόν σύστημα, ποὺ μόνον ύπο κριτὴς ἡμπορεῖ νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐφαρμόζει. Τοῦτο, διότι ἐνόμισαν ὅτι αἱ ἐντολαὶ τοῦ Χριστοῦ ἐφαρμόζονται μὲ μόνον τὴν θέλησιν, ἀφοῦ εἶχον ἄγνοια πλέον τῶν παραδοσιακών πνευματικών σταδίων τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ, καὶ τῆς θεώσεως ὡς καὶ τῶν ψυχοσωματικών συνεπειών αὐτῶν. Ἔτσι καὶ οἱ βίοι τῶν ἁγίων κατήντησαν ἐν πολλοῖς εἶδος μυθολογίας.!!!! [ΑΣ ΘΥΜΗΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ, ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΣΗΦ ΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΙΛΟΥΑΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΟΥΜΕ ΟΤΙ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΘΑΡΣΗ ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΘΕΩΣΗ]
Η κατάστασις τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοός, δηλαδὴ τῆς ἀδιαλεί πτου ευχῆς τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος εἰς τὴν καρδίαν, ἐκδιώκει τον φόβον, καλλιεργεῖ τὴν ἀνιδιοτελὴ ἀγάπην, καὶ δίδει τὴν δύναμιν να αντέξη ὁ πιστὸς εἰς ὁποιαδήποτε βασανιστήρια. Διά τοῦτο ἡ ἄρνη σις τοῦ Χριστοῦ ἐξ αἰτίας βασανιστηρίων ἐθεωρεῖτο ἀπόδειξις ὅτι ὁ ἀρνητής δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ φωτισμοῦ καὶ ἐπο μένως δὲν ἦτο εἰς τὴν πραγματικότητα ναὸς τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Οἱ Νεομάρτυρες τῆς Τουρκο κρατίας ἀπέδειξαν ἐπανειλημμένως ὅτι ἡ δύναμις αὐτὴ τοῦ προσευ χομένου ᾿Αγίου Πνεύματος μέσα εἰς τὴν καρδίαν τοῦ πιστοῦ ἦτο πολύ μεγαλυτέρα ἀπὸ τὰ χειρότερα βασανιστήρια, ποὺ ἡμποροῦσαν οἱ Τοῦρκοι νὰ ἐπινοήσουν.[ΛΕΓΕΤΑΙ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΝΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΕΦΟΣΟΝ ΕΧΕΙ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ ΕΧΕΙ ΦΤΑΣΕΙ ΕΙΣ ΗΛΙΚΙΑΝ ΧΡΙΣΤΟΥ. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ]
Ὅταν εὑρεθῇ ὁ φωτισμένος εἰς τὴν κατάστασιν τῆς θεώσεως ἡ τῆς ἀρπαγῆς, γίνεται ἀναστολὴ ὠρισμένων φυσικών λειτουργιών τοῦ σώματος, ὅπως τοῦ ὕπνου, τῆς πείνης καὶ τῆς δίψης. Ο θεούμενος οὔτε κοιμᾶται, οὔτε τρώγει, οὔτε πίνει καὶ οὔτε ἔχει τὰ φυσιολο γικά ἐπακόλουθα τῶν τελευταίων. Κατὰ τὰ ἄλλα συμπεριφέρεται κανονικώς. Μόνον ὅταν πάσχει διά πρώτην φοράν τὴν ἁρπαγὴν χάνει τὸν προσανατολισμόν πρὸς τὸ περιβάλλον του, ἐξ αἰτίας τῆς ὑπεροχικῆς φωτοχυσίας, τὸν ὁποῖον ὅμως, ἐπανακτᾷ, ὅταν συνη-θίσῃ τὴν νέαν αὐτὴν ἐμπειρίαν. Ἡ κατάστασις αὐτὴ λέγεται ἔλλαμψις, θέα, καὶ διαρκής θέα, ἀναλόγως τοῦ χρόνου διαρκείας. Ήμπο-ρεῖ νὰ διαρκέσῃ ὅσον καιρόν θελήσῃ ὁ Θεός, χωρίς νὰ πάθῃ τὸ παραμικρὸν ἡ ὑγεία τοῦ θεουμένου. Ἔτσι φαίνεται σαφῶς ὅτι ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως δέν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἔκστασιν τῶν μυστικῶν, ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὸν χρόνον, ὅπως τὴν ἐφαντάζετο ὁ Βαρλαάμ. Τὸ ἀποτέλε-σμα τῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως εἶναι τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων ἐκ τῶν ὁποίων εἰς ὡρισμένα ἔχει ἐπέλθει ἡ ἀναστολὴ τῆς φυσικῆς δια-λύσεως τοῦ κυτταρικού συστήματος καὶ σώζονται ὁλόκληρα.[ΜΑΛΛΟΝ ΕΧΕΙ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΚΑΘΟΤΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΗΔΗ Ο ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΔΕΧΘΗΚΕ ΤΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΕ]
Ἔχοντες τὰ ἀνωτέρω ὑπ᾿ ὄψιν οἱ ἀναγνώσται, θα μελετήσουν εἰς τὴν παρούσαν μετάφρασιν μίαν διαμάχην ποὺ ἐν πολλοῖς καθιέ-ρωσε την ταυτότητα τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ τοῦ ἔθνους μέχρι τὴν ἐμφάνισιν τῆς ἰδεολογίας τοῦ Νεοελληνισμοῦ μὲ τὸν μεταφυσικόν του προσανατολισμόν πρὸς τὴν θεολογίαν καὶ τὴν κοινωνικὴν φιλοσοφίαν. Ο λαὸς ὅμως δὲν καταλαβαίνει τὴν μεταφυσικήν θεολογίαν ἔχει μεγαλυτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ λείψανα τῶν ἁγίων ποὺ βλέπει. Αὐτὰ εἶναι τὰ κλειδιά κατανοήσεως τῆς θεραπευτικής ἀγωγῆς, ποὺ εἶναι ἡ καρδία τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.[ΕΣΤΩ ΟΤΙ Ο ΛΑΟΣ ΕΧΑΣΕ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ. Ο ΛΑΟΣ ΠΙΣΤΕΥΕ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΥΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΚΑΙ ΖΗΤΟΥΣΕ ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΟΥ ΟΧΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΑΚΡΙΒΩΣ. ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΚΟΡΑΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΠΗΡΕΑΣΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΙΧΕ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ]
Η θεραπευτική φύσις τῆς πατερικῆς Παραδόσεως καὶ ἡ συγγένειά της μὲ τὴν ψυχιατρικήν δίδει τὴν δυνατότητα σωστής τοποθε τήσεως τῶν προβλημάτων, ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ Ὀρθοδοξία σήμερον.[ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΣ ΛΑΚΑΝ ΚΑΙ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ; Η ΕΛΛΑΔΑ ΗΤΑΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΩΡΑ ΜΕΧΡΙ ΠΡΟΤΙΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΜΑΜΑ ΕΙΧΕ ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑΓΙΑ]
᾿Απὸ τὰ ἀνωτέρω φαίνεται πώς διὰ τοὺς Πατέρας δὲν διαχωρί ζονται οἱ ἄνθρωποι εἰς ἡθικοὺς καὶ ἀνηθίκους, ἡ εἰς καλοὺς καὶ κακούς βάσει ἠθικών κανόνων. Ὁ διαχωρισμός αὐτὸς εἶναι ἐπιφανειακός. Εἰς τὸ βάθος διακρίνεται ἡ ἀνθρωπότης εἰς ψυχικά ἀρρώ στους, εἰς θεραπευομένους καὶ εἰς θεραπευμένους. Ὅλοι ὅσοι δέν εἶναι εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ φωτισμοῦ εἶναι ψυχικά άρρωστοι, ἀφοῦ ἡ νοερά ἐνέργειά τους είναι συγκεχυμένη μὲ τὴν λογικὴν καὶ τὰ πάθη των εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἀδέσποτα. Δέν εἶναι μόνον ή καλή θέλησις, ἡ καλή ἀπόφασις, ἡ ἠθικὴ πρᾶξις καὶ ἡ ἀφοσίωσις εἰς τὴν Ορθόδοξον Παράδοσιν ποὺ κάμνει τὸν Ὀρθόδοξον, ἀλλὰ ἡ κάθαρ σις, ὁ φωτισμός καὶ ἡ θέωσις. Τὰ στάδια αὐτὰ θεραπείας εἶναι ὁ σκο πὸς τῆς μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως μαρτυροῦν τὰ λει-τουργικά κείμενα.[ΑΛΛΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ.Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΖΩΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ. ΣΑΝ ΝΑ ΑΚΟΥΜΕ ΑΙ ]
Ὑποτίθεται ὅτι οἱ κατ' ἐξοχήν θεραπευταί, ποὺ ὁδηγοῦν τοὺς ἀρρώστους εἰς τὰ θεραπευτικά αὐτὰ στάδια εἶναι οἱ ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πρῶτοι ἐπεκράτησε νὰ προέρχωνται ἀπὸ τὸν μοναχισμόν. "Αλλά σήμερον, μετὰ ἀπὸ ἑνάμισυ αἰῶνα καταστροφικῆς νεοελληνικῆς προπαγάνδας ἐναντίον τοῦ ἡσυχασμοῦ, τέτοιοι κληρικοί σπανίζουν. Οἱ ἡσυχασταί δὲ μοναχοί εἶναι ὀλίγοι. Ὁ κλῆρος, ὅπως τὸν περιγράφει ὁ Διονύσιος ὁ ᾿Αρεοπαγίτης, ἔχει σχεδὸν ἀφανισθή.
Εἰς τὸν ᾿Απόστολον Παῦλον οἱ Προφῆται τῆς ἐνορίας (Α Κορ. 14, 29) εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς ᾿Αποστόλους (Α΄ Κορ. 15, 5-8) ἐκεῖ νοι ποὺ ἔφθασαν εἰς τὴν θέωσιν, δηλαδή εἰς τὴν θέαν τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ δόξῃ τῆς ᾿Αγίας Τριάδος. Αὐτὸ τονίζει σαφῶς ὁ Παῦλος ὅταν διὰ τὸ μυστήριον τοῦ Χριστοῦ γράφει ὅτι «ἑτέραις γενεαῖς οὐκ ἐγνω ρίσθη τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων ὡς νῦν ἀπεκαλύφθη τοῖς ἁγίοις ἀποστόλοις αὐτοῦ καὶ προφήταις ἐν πνεύματι...». (Έφεσ. 3,5). Εντός τοῦ πλαισίου τούτου πρέπει νὰ ἔρμηνευθῇ τὸ εἰσαγωγικὸν εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ρητόν «εἴτε δοξάζεται μέλος, συγχαίρει πάντα τὰ μέλη». (Α΄ Κορ. 12. 26). Δηλαδὴ τὸ δοξασμένον μέλος εἶναι τὸ θεούμενον, ποὺ ἔφθασεν εἰς τὴν θέωσιν καὶ ἔγινεν ἀπὸ τὸν Θεὸν προφήτης. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ὁ Παῦλος ἀρχίζει μὲ τοὺς ἀποστόλους καί προφήτας εἰς τὴν κορυφήν καί καταλήγει εἰς τοὺς ἔχοντας «γένη γλωσσῶν» (Α΄ Κορ. 12, 28), ποὺ ἦσαν τὰ εἴδη νοερᾶς λατρείας (Εφ. 5, 19-20). Ὁ προφητεύων διὰ τὸν Παῦλον εἶ- ναι ὁ ἐρμηνεύων τὴν Παλαιάν Διαθήκην - Καινή Διαθήκη δὲν ὑπῆρχε ἀκόμη - βάσει τῆς ἐμπειρίας τῆς νοερᾶς εὐχῆς ποὺ λέγεται «γένη γλωσσῶν», ἐνῶ ὁ Προφήτης εἶναι ὁ φθάσας εἰς τὴν θέωσιν. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ μέταγενεστέρα πατερική διάκρισις μεταξύ θεολογοῦντος καὶ θεολόγου. Ὅλοι ἀπὸ τὸν ᾿Απόστολον μέχρι τὸν προφη-τεύοντα καὶ τὸν διερμηνεύοντα εἶχαν «τά γένη γλωσσῶν», δηλαδή τὰ διάφορα εἴδη νοερᾶς λατρείας τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος, εἰς τὴν καρδίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι θεόκλητα μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ ναοὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Διαφέρουν ὡς θεόκλητοι ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας (Α΄ Κορ. 14, 16), ποὺ δὲν ἔλαβαν ἀκόμη τὸ χρίσμα τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος προσευχομένου ἀδιαλείπτως εἰς τὴν καρδίαν των καὶ ἑπομένως δὲν εἶχον γίνει ἀκόμη ναοί τοῦ ῾Α-γίου Πνεύματος. Ήσαν φαίνεται βαπτισμένοι δι᾽ ὕδατος εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ ὄχι βαπτισμένοι Πνεύματι, δηλαδή κεχρισμένοι. Πιθανόν τὸ μυστήριον τοῦ χρίσματος ἐγένετο εἰς ἐπιβεβαίωσιν τῆς ἐλεύσεως τοῦ προσευχομένου ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ διά τοῦτο εἰς τὰ λατινικά νὰ λέγεται confirmatio.
Πάντως οἱ θεούμενοι ᾿Απόστολοι καὶ Προφῆται καὶ οἱ φωτισμένοι διδάσκαλοι, δυνάμεις, χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών (Α΄ Κορ. 12, 28) ἀποτελοῦσαν φαίνεται τὸν κεχρισμένον κλήρον καὶ τό βασίλειον ἱεράτευμα, ὅπως φαίνε-ται ἀπὸ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ ᾿Αγίου Μύρου. Οἱ ἰδιῶται, ὅπως μαρτυ-ροῦν οἱ Πατέρες, ἦσαν οἱ λαϊκοί. Το «οῦς ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησία» (Α΄ Κορ. 12, 28) σημαίνει σαφῶς ἐπίσκεψιν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος μὲ θέωσιν άἀποστόλων καὶ προφητῶν καὶ μὲ φωτισμὸν τῶν ὑπολοίπων, καὶ ὄχι μόνον μὲ τελετουργικὴν πρᾶξιν.
Μεταξύ τῶν προφητῶν τῆς ἐνορίας ὁ εἰς προήδρευε. Ἔτσι ἐμφανίζεται ὁ προεστώς πρεσβύτερος μεταξύ πρεσβυτέρων μιᾶς ἐνορίας ἢ ὁ ἐπίσκοπος προεστώς μεταξύ πρεσβυτέρων μιᾶς ἐνορίας. Το θεμέλιον τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ διαδοχῆς δὲν ἦτο αὕτη ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν, ἀλλά ἡ συνοδεύουσα αὐτὴν μετάδοσις ἀπὸ γενεὰν εἰς γενεάν τῆς παραδόσεως τῆς θεραπείας τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως. Ἡ ἐνοριακή Σύνοδος καὶ ἡ ἐπαρχιακή Σύνοδος ὠργανώθησαν διὰ τὴν ἑνότητα τῶν ἀληθινών θεραπευτών, διὰ τὸν ἀποκλεισμόν ἀπὸ τὸν κλήρον τῶν κομπογιαννιτών ψευδοπροφη τῶν, ποὺ ὑπεκρίνοντο κατοχήν χαρισμάτων καὶ διὰ τὴν διαφύλαξιν τοῦ ποιμνίου ἀπὸ τοὺς κομπογιαννίτας αἱρετικούς. Το σπουδαιότερον μέρος τῆς χειροτονίας ἦτο ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ ὑποψηφίου.
Μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, ὅμως, δὲν εὑρίσκοντο πάντοτε καὶ παντοῦ θεούμενοι ἢ καὶ φωτισμένοι δι' ἐκλογὴν καὶ χειροτονίαν εἰς ἐπισκόπους καὶ πρεσβυτέρους. Καὶ ἂν ὑπῆρχον, δὲν τοὺς ἤθελον πάντοτε οἱ ἐκλέκτορες. Πολλάς φορὰς ἐπροτιμῶντο οἱ ἁπλῶς ἡθι-κοὶ καὶ καλοί, ἀλλὰ χωρὶς νὰ εἶναι κάτοχοι τῆς παραδοσιακής θεραπευτικῆς ἀγωγῆς τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως. Εμφανίζονται δηλαδή ἐπίσκοποι, ποὺ εἰς προτέραν ἐποχὴν θὰ ἦσαν ἁπλῶς λαϊκοί, ἀφοῦ δὲν εἶχον τὸ ῞Αγιον πνεῦμα προσευχόμενον μέσα εἰς τὴν καρ δίαν των ἀδιαλείπτως. Ἔτσι ἐξηγεῖ τὰ πράγματα ὁ ῞Αγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος.
Ὁ Αγιος Συμεών προεκάλεσεν ἐπανάστασιν κατά τῆς κατα-στάσεως ποὺ περιέγραψε, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας ή θεραπευτική ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ καταλάβῃ πάλιν τὴν Ἱεραρχίαν ὁ Πατερικός ἡσυχασμός, ὅπως προβλέπει ὁ Διονύσιος ὁ ᾿Αρεοπαγίτης. Ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ πατερικοῦ ἡσυχασμοῦ ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ ἔθνος ἐπέζησαν μετά τὴν διάλυσιν τῆς αὐτοκρατορίας, διότι ἡ πατερική θεραπευτική ἀγωγή, πού περιεγράψαμεν ἔδωσε τὴν δύναμιν νὰ ἀνθέξουν εἰς τοὺς σκληρούς χρόνους τῆς ᾿Αραβοκρατίας, τῆς Φραγκοκρατίας καὶ τῆς Τουρκοκρατίας.
Την διάλυσιν, ὅμως, τῆς πατερικῆς Παραδόσεως, καὶ τῆς Ρωμηοσύνης, ποὺ δὲν ἐπέτυχον οἱ ἀναφερθέντες κατακτηταί, ἐπέτυ χον εἰς μεγάλον βαθμόν τὰ ἀφεντικά κράτη τοῦ Νεοελληνισμοῦ μέσῳ τοῦ Κοραϊσμοῦ. Ἐπὶ αἰῶνας ἡ Φραγκιὰ ἐγνώριζε τὸν ἡσυχα-στικόν σπόνδυλον τῆς Ρωμηοσύνης καὶ αὐτὸν ἐστόχευε νὰ ἐκριζώ ση
Ἔχων τὰ ἀνωτέρω γενικά πλαίσια ὑπ᾿ ὄψιν δύναται κανείς να λάβῃ ὀρθήν θέσιν ἔναντι δύο θεολογικῶν τάσεων, ποὺ ἐνεφανίσθησαν τα τελευταία χρόνια εἰς τὴν Ὀρθόδοξον θεολογίαν. Ἡ μία εἶναι τῆς λεγομένης εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας, τῆς ὁποίας ὁ ὑπο φαινόμενος ἦτο εἰς ἀπὸ τοὺς εἰσηγητὰς εἰς τὴν ἑλληνόφωνον Ὁρ θοδοξίαν, καὶ ἡ ἄλλη ἑνὸς μονομερούς τονισμοῦ τῆς ἐνδοκοσμικῆς χρονικής έσχατολογίας χωρίς ἀναφορὰν εἰς τὴν περιγραφείσαν θεραπευτικὴν ἀγωγήν, παρ' ὅτι αὐτὴ εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς ἐσχατο λογίας τῆς ᾿Αγίας Γραφῆς καὶ τῶν πατέρων.
Ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία εἶναι μία ὀρθή περιγραφή τῆς μεταποστολικῆς ἐποχῆς ὅπου ὁ ἐπίσκοπος ἦτο ὁ φυσιολογικός πρόεδρος τῆς τοπικῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως ἢ ἐνορίας. Αὐτὸς ὅμως ὁ ἐπίσκοπος δὲν εἶναι ὁ ἐπίσκοπος μὲ τὴν σημερινήν ἐπικρα-τοῦσαν σημασίαν τοῦ ὅρου, ὡς τείνουν νὰ νομίζουν οἱ βλέποντες τὴν ἐξέλιξιν ἀπὸ τὸν ἐνοριακόν ἐπίσκοπον εἰς ἐπαρχιακόν ὡς μίαν δογματικὴν ἀνωμαλίαν. Ὁ ἐπίσκοπος τῆς μεταποστολικῆς ἐποχῆς εἶναι ἀκόμη ὁ θεούμενος προφήτης τοῦ Παύλου, ἢ ὁ θεούμενος ἐπί-σκοπος θεολόγος τῶν Πατέρων. Ἡ ἀνωμαλία δέν ἔγκειται εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐπισκόπου προέδρου εἰς κάθε ἐνορίαν, ἀλλ᾽ εἰς τὴν ἔλλειψιν θεουμένων πρὸς χειροτονίαν εἰς τὸν ἐπισκοπικόν βαθμόν. ᾿Απ' αὐτὴν τὴν ἄποψιν ἡ ἐξέλιξις τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ ἐντὸς τῆς Ρωμηοσύνης ἦτο καὶ ρεαλιστική καὶ δογματικῶς ὀρθὴ.
Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ προφῆται εἰς τὴν Κόρινθον ἦσαν πλέον τῶν τριῶν (Α΄ Κορ. 14, 29) καὶ ἀριθμοῦνται δεύτεροι κατὰ τάξιν μετά τοὺς ἀποστόλους (Α΄ Κορ. 12, 28) σημαίνει ὅτι ἦσαν ἴσοι μεταξύ των καὶ μὲ τὸν προεστῶτα προφήτην, δηλαδὴ τὸν ἐπίσκοπον προ-φήτην τῶν συνάξεων. Ἔτσι ἐξηγεῖται διατί ὁ Παῦλος ἀναφέρεται εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἰς τοὺς προφήτας ὡς ὁμάδα καὶ ὄχι εἰς τὸν μεταξύ των προεστώτα προφήτην. Φαίνεται ὅτι ἡ διάκρισις μεταξύ ἐπισκόπου καὶ πρεσβυτέρων προῆλθε ἀπὸ τὴν διάκρισιν αὐτὴν μεταξύ τῶν προφητῶν καὶ τοῦ προεδρεύοντος προφήτου.
Ως θεούμενοι δηλαδή καὶ θεραπευταὶ οἱ προφῆται, ἦσαν ὡς ὁμάδες ἰατρῶν νοσοκομείου, όπου μεταξύ των ὁ εἰς ἐξελέγετο πρόεδρος, χωρίς τοῦτο νὰ σημαίνῃ οἱανδήποτε ἀνισότητα. Τὸ ἴδιον συνέβη μὲ τοὺς ᾿Αποστόλους μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Πέτρος ἦτο πρώτος, ἂν καὶ εἰς τὰς συνάξεις τῶν ᾿Αποστόλων εἰς Ἱεροσόλυμα προήδρευε ὁ Ἰάκωβος, ὡς ἐπίσκοπος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.
Ὅταν ἐμφανίζωνται πλέον ἐνορίαι χωρίς θεουμένους ἢ θεούμε νον, δηλαδή χωρίς τοὺς προφήτας τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, τότε ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε τὸ πρόβλημα ἂν εἶναι σωστὸν νὰ χειροτο νοῦνται ὡς ἐπίσκοποι μὴ θεούμενοι, ἀλλ' εὑρισκόμενοι, πάντως εἰς κατάστασιν φωτισμοῦ. Ἔναντι τῆς ἐλλείψεως ταύτης ἡ Ἐκκλησία προετίμησε να χειροτονῇ πρεσβυτέρους ὡς προεστῶτας τῶν ἐνορια κῶν συνάξεων. Ἔτσι ἀπέκτησαν οἱ ἐπίσκοποι ἐπιθεωρητικὴν εὐθύ νην ἔναντι τῶν ἐνοριακών προεστώτων πρεσβυτέρων, ὡς ἰατροὶ ἐπὶ ὑγειονομικών κέντρων μὲ ἐπικεφαλῆς νοσοκόμους. ᾿Αφού δηλαδή ἡ Σύνοδος δὲν εὕρισκεν ἀρκετούς ἰατροὺς διά ἐπισκοποποίησιν εἰς ὅλα τὰ νοσοκομειακά κέντρα, διώρισε νοσοκόμους πρεσβυτέρους. Τὸ νὰ ὀνομάσῃ ἰατρὸν τὸν νοσοκόμον, δηλαδὴ ἐπίσκοπον τὸν μὴ θεούμενον, θὰ ἦτο ἐκτὸς πραγματικότητος καί θά ώδήγει εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ θεραπευτικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας.
Μὲ τὴν πάροδον ὅμως τοῦ χρόνου, ἐμφανίζονται ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι, που οὔτε φωτισμένοι δέν ἦσαν. Ἔτσι προεκλήθη ἡ ἐπανάστασις τοῦ Συμεώνος τοῦ Νέου θεολόγου καί ἡ κατάληψις τῆς ἱεραρχίας ἀπό τοὺς ἡσυχαστάς, κυρίως ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ ᾿Αγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Ἡ διάσωσις τῆς ἀποστολικῆς θεραπευτικῆς ἀγωγῆς εἰς τὴν μεταποστολικὴν ἐποχὴν μέχρι τὴν ἐμφάνισιν τῆς Φραγκοσύνης καὶ τῆς Τσαρικῆς καὶ Νεοελληνικῆς ᾿Ορθοδοξίας ἐπετελέσθη μέτὴν συγκέντρωσιν τῆς ἀποστολικῆς αὐτῆς παραδόσεως εἰς τὸν μοναχισμόν. Ἡ θεραπευτική δηλαδή ἀγωγὴ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως μετεφέρθη ἀπὸ τὴν κοσμικὴν ἐνορίαν, ὅπου ἐξησθένισεν, εἰς τὴν μοναστικὴν ἐνορίαν. Συγχρόνως αἱ Μητροπόλεις καὶ αἱ ἐπισκοπαὶ ἔγιναν μοναστήρια. Διὰ τοῦτο ἡ ᾿Αγία Σοφία ἐλέγετο καὶ εἰς τὴν λαϊκὴν παράδοσιν τὸ Μέγα Μοναστήρι. Ὁ μοναχισμός ἔγινεν εἶδος ἰατρικῆς σχολῆς, ὅπου ἐσπούδαζον τὴν ἀποστολικήν θερα-πευτικὴν οἱ ὑποψήφιοι ἐπίσκοποι. Παράλληλα τὸ ἔργον κάθε κοσμικῆς ἐνορίας ἦτο νὰ μιμηθῇ τὴν μοναστικήν ἐνορίαν κατά δύναμιν. Τοῦτο, διότι ὁ φωτισμός καὶ ἡ θέωσις εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν θεραπείαν ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἐφ᾽ ὅσον ὅλοι ἔχουν ἐσκοτι-σμένον τὸν νοῦν των. Ἐξ ἐπόψεως δογματικῆς οὐδεμία διαφορά ὑπάρχει μεταξύ κοσμικῆς καὶ μοναχικῆς ἐνορίας ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὰ προσφερόμενα μυστήρια καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην θεραπείας. Ἡ διαφορά ἔγκειται εἰς τὸ ποσοστόν καὶ εἰς τὴν ποιότητα τῆς ἐπιτυχίας τῆς θεραπείας. Ἡ ἀποκοπὴ τῆς παραδόσεως τῆς θεραπευτικῆς ἀγωγῆς ἀπὸ τὴν Παλαιάν καὶ Καινήν Διαθήκην είναι ἡ διαστροφή τῆς ἐσχατολο γίας, ποὺ αὐτομάτως ερμηνεύεται μονομερῶς ἐξ ἐπόψεως ἐθνικῆς, κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ἱστορίας. ᾿Αλλὰ τὸ ἐπίκεντρον τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινής Διαθήκης ὅπως καὶ τῆς Πατερικῆς παραδό σεως, είναι το γεγονός ότι οἱ Προφῆται καὶ οἱ ᾿Απόστολοι έβλεπον τὴν ἄκτιστον δόξαν τῆς ᾿Αγίας Τριάδος ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Κυρίου της Δόξης, τοῦ Μεγάλης Βουλής ᾿Αγγέλου, ἀσάρκου καὶ μετὰ ἐν σάρκου. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, που λέγεται δοξασμος και θέωσις, εἶναι ἡ σπονδυλική στήλη τῆς παραδόσεως τῆς ᾿Αγίας Γραφῆς καὶ τῶν πατέρων καὶ μόνον ἀπὸ τὴν ἄποψιν αὐτὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ σωστὰ ἡ ἐθνική, κοινωνική καὶ πολιτικὴ ἱστορία τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς Ρωμηοσύνης.
Ἡ θέα τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου τῆς Δόξης, ἀπὸ τοὺς Προφήτας, τοὺς ᾿Αποστόλους καὶ ᾿Αγίους κατέστησε γνωστὸν τὸ γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκτίσθη διὰ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία διὰ τοὺς φωτισμένους καὶ θεουμένους εἶναι παράδεισος, διὰ δὲ τοὺς ἄλλους σκότος ἐξώτερον καὶ πῦρ αἰώνιον. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι θὰ ἰδοῦν τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ σημαίνει σαφῶς ὅτι ή διαφορά μεταξύ παραδείσου καὶ κολάσεως ἔγκειται εἰς τὴν κατάστασιν τῆς πνευματικῆς ὑγείας τοῦ βλέποντος τὴν θείαν δόξαν καὶ ὄχι εἰς πραγ ματικήν διαφοράν μεταξὺ αὐτοῦ τούτου τοῦ παραδείσου καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς κολάσεως.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη που στέλλει τοὺς πιστοὺς εἰς τὸν παράδεισον καὶ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν κόλασιν, ἀλλὰ ἐκείνη, ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς πιστοὺς εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως, ὥστε ὅταν ἰδοῦν μονίμως πλέον τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὅλοι ἀνεξαιρέτως θὰ ἰδοῦν, νὰ τὴν ἰδοῦν ὡς φῶς καὶ ὄχι πῦρ, καὶ νὰ εἶναι εἴσω τῆς φωτεινής νεφέλης καὶ ὄχι ἔξω εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον.
᾿Ασχέτως εάν δέχεται κανείς αὐτὰ διὰ τὸν ἑαυτὸν του, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ ἐμφανίσῃ εἰς τὰ σωστά των πλαίσια, όταν περι γράφει καὶ ἀναλύει την παράδοσιν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς Ρωμηοσύν νης. Μόνον τότε τίθενται εἰς τὰ σωστά των πλαίσια ἡ ἐθνική, κοινω νική καὶ πολιτική Ιστορία τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς Ρωμηοσύνης.
Ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν παροῦσαν ἔκδοσιν ἐγράφη το 1973. Όμως δὲν ἐδημοσιεύθη τότε, διότι ὁ ὑποφαινόμενος δὲν ἐθεώρησε ἱκανο ποιητικήν την γενομένην μετάφρασιν. ᾿Αντικατεστάθη ὁ μεταφρα στης Καθυστέρησεν όμως ἡ ἐκτύπωσις τῆς εἰσαγωγῆς μὲ τὴν νέαν μετάφρασιν, διότι άνεστάλη ἡ ἔκδοσις τῆς σειρᾶς, εἰς τὴν ὁποίαν επρόκειτο να συμπεριληφθῇ. Ἐν τῷ μεταξύ εδημοσιεύθη ἡ εἰσαγω τη, ἐπί σειράν μηνῶν εἰς τὴν ἐφημερίδα « Ορθόδοξος Τύπος» (2013) 78-9/2/79, τεύχη Αριθμ. 308-343).
Η μετάφρασις σκοπὸν ἔχει ὄχι τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κειμένου τοῦ ᾿Αγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀλλὰ τὴν ἐνθάρρυνσιν τοῦ ἀναγνώστου να μελετήσῃ τὸ πρωτότυπον κείμενον καὶ να μάθῃ νὰ διαβάζῃ ἐν καιρῷ μόνον αὐτὸ. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἡ ἀρχικὴ ὁρολογία εἶναι ἀντιληπτὴ εἰς τὰ ρωμαίϊκα, γίνεται προσπάθεια νὰ ἀποδοθῇ τὸ κείμενον μὲ τὴν ἀρχικὴν ὁρολογίαν. Είναι περίεργος ή νεοελλη-νική παράδοσις μεταφράσεων ὅπου σώνει καὶ καλά γίνεται προσ-πάθεια νὰ ἀποδοθῇ τὸ ἀρχαῖον κείμενον με διαφορετικά λόγια καὶ ὅταν πρωτότυποι λέξεις εἶναι ἀντιληπταί.
Εὐχαριστοῦμεν τὸν Καθηγητήν Παναγιώτην Χρήστου διὰ τὴν εὐγενῆ καλωσύνην του νὰ ἐπιτρέψῃ διὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτὴν τὴν χρῆσιν τοῦ κειμένου τῆς ἰδικῆς του ἐκδόσεως, «Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Συγγράμματα», Θεσσαλονίκη 1962, κ. έξ. Τόμος Α΄, σελ. 359 κ.ε. Επίσης εὐχαριστοῦμεν τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Νικοπόλεως κ.κ. Μελέτιον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην να δῇ τὴν παροῦσαν μετάφρασιν, καθώς και την δ. Δέσποιναν Κοντοστερ γίου, Θεολόγον - Φιλόλογον, Βοηθόν τῆς τέως έδρας τῆς Δογματι κῆς καὶ Συμβολικῆς Θεολογίας τοῦ ᾿Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία μὲ ἔνθερμον ζῆλον καὶ προθυμίαν ἀνέλαβεν τὴν παροῦσαν μετάφρασιν. Διὰ τὰ ἱστορικά καὶ φιλολογικά πλαί σια τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ ᾿Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ ὀφείλει ὁ ἀναγνώστης νὰ συμβουλευθῇ τὸ ἔργον τοῦ Π. Χρήστου εἰς τὸ ὁποῖον ἡ παροῦσα έκδοσις βασίζεται. Επίσης ὀφείλει ὁ ἀναγνώ στης να συμβουλευθῇ καὶ τὸ ἔργον τοῦ μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου. «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ βίος καὶ ἡ θεολογία του» "Άγιον Όρος- Θεσσαλονίκη 1976.
Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης
2 Μαρτίου 1983
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΕΡΓΑ 1
ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ ΤΡΙΑΣ Α΄
ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Επόπτης Ἐκδόσεως: ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
᾿Απ' αὐτὰ ὁ Βαρλαάμ δὲν κατενόησε τίποτε, διότι ήτο γέννημα τῆς μεταφυσικῆς παραδόσεως τῶν Φράγκων, ποὺ ἐξελάμβανε τόν φωτισμόν καὶ τὴν θέωσιν κατά τρόπον πλατωνικόν ἐξ αἰτίας τῆς ἀφοσιώσεώς της εἰς τὸν ἅγιον Αὐγουστίνον. Ἡ θεωρία δι' αὐτοὺς εἶναι ἡ ὅρασις καὶ ἐνόρασις τῶν ἀρχετύπων τοῦ Πλατωνισμοῦ, ποὺ ἐταύτισαν μὲ τὴν θείαν οὐσίαν.[ΜΑΛΛΟΝ ΔΕ ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΑΓΑΘΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΟΝΕΣΕ ΠΟΛΥ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΝΤ, ΣΑΝ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ΚΑΘΑΥΤΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΟΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ. ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ, ΑΠΟ ΑΓΝΟΙΑ ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ]
Μὲ τὴν ἐκδίωξιν τῶν ἡσυχαστῶν ἀπὸ τὴν ἰδεολογίαν τοῦ Νεοελληνισμοῦ καὶ τὴν ἐπικράτησιν τοῦ Κοραϊσμοῦ, ἡ κάθαρσις τῆς καρδίας ἀντικατεστάθη μὲ τὴν ἠθικὴν καὶ ὁ φωτισμὸς μὲ τὴν κατήχησιν. Ἔτσι οἱ ἡσυχασταί πνευματικοί Πατέρες ἀντικατεστά θησαν ἀπὸ ἠθικολογοῦντας ὀργανωτάς κατηχητικών σχολείων, ποὺ ἐφόρτωσαν τὴν νεολαίαν μὲ ἠθικόν σύστημα, ποὺ μόνον ύπο κριτὴς ἡμπορεῖ νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐφαρμόζει. Τοῦτο, διότι ἐνόμισαν ὅτι αἱ ἐντολαὶ τοῦ Χριστοῦ ἐφαρμόζονται μὲ μόνον τὴν θέλησιν, ἀφοῦ εἶχον ἄγνοια πλέον τῶν παραδοσιακών πνευματικών σταδίων τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ, καὶ τῆς θεώσεως ὡς καὶ τῶν ψυχοσωματικών συνεπειών αὐτῶν. Ἔτσι καὶ οἱ βίοι τῶν ἁγίων κατήντησαν ἐν πολλοῖς εἶδος μυθολογίας.!!!! [ΑΣ ΘΥΜΗΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ, ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΣΗΦ ΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΙΛΟΥΑΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΟΥΜΕ ΟΤΙ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΘΑΡΣΗ ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΘΕΩΣΗ]
Η κατάστασις τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοός, δηλαδὴ τῆς ἀδιαλεί πτου ευχῆς τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος εἰς τὴν καρδίαν, ἐκδιώκει τον φόβον, καλλιεργεῖ τὴν ἀνιδιοτελὴ ἀγάπην, καὶ δίδει τὴν δύναμιν να αντέξη ὁ πιστὸς εἰς ὁποιαδήποτε βασανιστήρια. Διά τοῦτο ἡ ἄρνη σις τοῦ Χριστοῦ ἐξ αἰτίας βασανιστηρίων ἐθεωρεῖτο ἀπόδειξις ὅτι ὁ ἀρνητής δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ φωτισμοῦ καὶ ἐπο μένως δὲν ἦτο εἰς τὴν πραγματικότητα ναὸς τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Οἱ Νεομάρτυρες τῆς Τουρκο κρατίας ἀπέδειξαν ἐπανειλημμένως ὅτι ἡ δύναμις αὐτὴ τοῦ προσευ χομένου ᾿Αγίου Πνεύματος μέσα εἰς τὴν καρδίαν τοῦ πιστοῦ ἦτο πολύ μεγαλυτέρα ἀπὸ τὰ χειρότερα βασανιστήρια, ποὺ ἡμποροῦσαν οἱ Τοῦρκοι νὰ ἐπινοήσουν.[ΛΕΓΕΤΑΙ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΝΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΕΦΟΣΟΝ ΕΧΕΙ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ ΕΧΕΙ ΦΤΑΣΕΙ ΕΙΣ ΗΛΙΚΙΑΝ ΧΡΙΣΤΟΥ. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ]
Ὅταν εὑρεθῇ ὁ φωτισμένος εἰς τὴν κατάστασιν τῆς θεώσεως ἡ τῆς ἀρπαγῆς, γίνεται ἀναστολὴ ὠρισμένων φυσικών λειτουργιών τοῦ σώματος, ὅπως τοῦ ὕπνου, τῆς πείνης καὶ τῆς δίψης. Ο θεούμενος οὔτε κοιμᾶται, οὔτε τρώγει, οὔτε πίνει καὶ οὔτε ἔχει τὰ φυσιολο γικά ἐπακόλουθα τῶν τελευταίων. Κατὰ τὰ ἄλλα συμπεριφέρεται κανονικώς. Μόνον ὅταν πάσχει διά πρώτην φοράν τὴν ἁρπαγὴν χάνει τὸν προσανατολισμόν πρὸς τὸ περιβάλλον του, ἐξ αἰτίας τῆς ὑπεροχικῆς φωτοχυσίας, τὸν ὁποῖον ὅμως, ἐπανακτᾷ, ὅταν συνη-θίσῃ τὴν νέαν αὐτὴν ἐμπειρίαν. Ἡ κατάστασις αὐτὴ λέγεται ἔλλαμψις, θέα, καὶ διαρκής θέα, ἀναλόγως τοῦ χρόνου διαρκείας. Ήμπο-ρεῖ νὰ διαρκέσῃ ὅσον καιρόν θελήσῃ ὁ Θεός, χωρίς νὰ πάθῃ τὸ παραμικρὸν ἡ ὑγεία τοῦ θεουμένου. Ἔτσι φαίνεται σαφῶς ὅτι ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως δέν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἔκστασιν τῶν μυστικῶν, ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὸν χρόνον, ὅπως τὴν ἐφαντάζετο ὁ Βαρλαάμ. Τὸ ἀποτέλε-σμα τῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως εἶναι τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων ἐκ τῶν ὁποίων εἰς ὡρισμένα ἔχει ἐπέλθει ἡ ἀναστολὴ τῆς φυσικῆς δια-λύσεως τοῦ κυτταρικού συστήματος καὶ σώζονται ὁλόκληρα.[ΜΑΛΛΟΝ ΕΧΕΙ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΚΑΘΟΤΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΗΔΗ Ο ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΔΕΧΘΗΚΕ ΤΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΕ]
Ἔχοντες τὰ ἀνωτέρω ὑπ᾿ ὄψιν οἱ ἀναγνώσται, θα μελετήσουν εἰς τὴν παρούσαν μετάφρασιν μίαν διαμάχην ποὺ ἐν πολλοῖς καθιέ-ρωσε την ταυτότητα τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ τοῦ ἔθνους μέχρι τὴν ἐμφάνισιν τῆς ἰδεολογίας τοῦ Νεοελληνισμοῦ μὲ τὸν μεταφυσικόν του προσανατολισμόν πρὸς τὴν θεολογίαν καὶ τὴν κοινωνικὴν φιλοσοφίαν. Ο λαὸς ὅμως δὲν καταλαβαίνει τὴν μεταφυσικήν θεολογίαν ἔχει μεγαλυτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ λείψανα τῶν ἁγίων ποὺ βλέπει. Αὐτὰ εἶναι τὰ κλειδιά κατανοήσεως τῆς θεραπευτικής ἀγωγῆς, ποὺ εἶναι ἡ καρδία τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.[ΕΣΤΩ ΟΤΙ Ο ΛΑΟΣ ΕΧΑΣΕ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ. Ο ΛΑΟΣ ΠΙΣΤΕΥΕ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΥΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΚΑΙ ΖΗΤΟΥΣΕ ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΟΥ ΟΧΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΑΚΡΙΒΩΣ. ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΚΟΡΑΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΠΗΡΕΑΣΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΙΧΕ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ]
Η θεραπευτική φύσις τῆς πατερικῆς Παραδόσεως καὶ ἡ συγγένειά της μὲ τὴν ψυχιατρικήν δίδει τὴν δυνατότητα σωστής τοποθε τήσεως τῶν προβλημάτων, ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ Ὀρθοδοξία σήμερον.[ΠΡΟΤΕΙΝΕΙΣ ΛΑΚΑΝ ΚΑΙ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ; Η ΕΛΛΑΔΑ ΗΤΑΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΩΡΑ ΜΕΧΡΙ ΠΡΟΤΙΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΜΑΜΑ ΕΙΧΕ ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑΓΙΑ]
᾿Απὸ τὰ ἀνωτέρω φαίνεται πώς διὰ τοὺς Πατέρας δὲν διαχωρί ζονται οἱ ἄνθρωποι εἰς ἡθικοὺς καὶ ἀνηθίκους, ἡ εἰς καλοὺς καὶ κακούς βάσει ἠθικών κανόνων. Ὁ διαχωρισμός αὐτὸς εἶναι ἐπιφανειακός. Εἰς τὸ βάθος διακρίνεται ἡ ἀνθρωπότης εἰς ψυχικά ἀρρώ στους, εἰς θεραπευομένους καὶ εἰς θεραπευμένους. Ὅλοι ὅσοι δέν εἶναι εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ φωτισμοῦ εἶναι ψυχικά άρρωστοι, ἀφοῦ ἡ νοερά ἐνέργειά τους είναι συγκεχυμένη μὲ τὴν λογικὴν καὶ τὰ πάθη των εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἀδέσποτα. Δέν εἶναι μόνον ή καλή θέλησις, ἡ καλή ἀπόφασις, ἡ ἠθικὴ πρᾶξις καὶ ἡ ἀφοσίωσις εἰς τὴν Ορθόδοξον Παράδοσιν ποὺ κάμνει τὸν Ὀρθόδοξον, ἀλλὰ ἡ κάθαρ σις, ὁ φωτισμός καὶ ἡ θέωσις. Τὰ στάδια αὐτὰ θεραπείας εἶναι ὁ σκο πὸς τῆς μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως μαρτυροῦν τὰ λει-τουργικά κείμενα.[ΑΛΛΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ.Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΖΩΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ. ΣΑΝ ΝΑ ΑΚΟΥΜΕ ΑΙ ]
Ὑποτίθεται ὅτι οἱ κατ' ἐξοχήν θεραπευταί, ποὺ ὁδηγοῦν τοὺς ἀρρώστους εἰς τὰ θεραπευτικά αὐτὰ στάδια εἶναι οἱ ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πρῶτοι ἐπεκράτησε νὰ προέρχωνται ἀπὸ τὸν μοναχισμόν. "Αλλά σήμερον, μετὰ ἀπὸ ἑνάμισυ αἰῶνα καταστροφικῆς νεοελληνικῆς προπαγάνδας ἐναντίον τοῦ ἡσυχασμοῦ, τέτοιοι κληρικοί σπανίζουν. Οἱ ἡσυχασταί δὲ μοναχοί εἶναι ὀλίγοι. Ὁ κλῆρος, ὅπως τὸν περιγράφει ὁ Διονύσιος ὁ ᾿Αρεοπαγίτης, ἔχει σχεδὸν ἀφανισθή.
Εἰς τὸν ᾿Απόστολον Παῦλον οἱ Προφῆται τῆς ἐνορίας (Α Κορ. 14, 29) εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς ᾿Αποστόλους (Α΄ Κορ. 15, 5-8) ἐκεῖ νοι ποὺ ἔφθασαν εἰς τὴν θέωσιν, δηλαδή εἰς τὴν θέαν τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ δόξῃ τῆς ᾿Αγίας Τριάδος. Αὐτὸ τονίζει σαφῶς ὁ Παῦλος ὅταν διὰ τὸ μυστήριον τοῦ Χριστοῦ γράφει ὅτι «ἑτέραις γενεαῖς οὐκ ἐγνω ρίσθη τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων ὡς νῦν ἀπεκαλύφθη τοῖς ἁγίοις ἀποστόλοις αὐτοῦ καὶ προφήταις ἐν πνεύματι...». (Έφεσ. 3,5). Εντός τοῦ πλαισίου τούτου πρέπει νὰ ἔρμηνευθῇ τὸ εἰσαγωγικὸν εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ρητόν «εἴτε δοξάζεται μέλος, συγχαίρει πάντα τὰ μέλη». (Α΄ Κορ. 12. 26). Δηλαδὴ τὸ δοξασμένον μέλος εἶναι τὸ θεούμενον, ποὺ ἔφθασεν εἰς τὴν θέωσιν καὶ ἔγινεν ἀπὸ τὸν Θεὸν προφήτης. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ὁ Παῦλος ἀρχίζει μὲ τοὺς ἀποστόλους καί προφήτας εἰς τὴν κορυφήν καί καταλήγει εἰς τοὺς ἔχοντας «γένη γλωσσῶν» (Α΄ Κορ. 12, 28), ποὺ ἦσαν τὰ εἴδη νοερᾶς λατρείας (Εφ. 5, 19-20). Ὁ προφητεύων διὰ τὸν Παῦλον εἶ- ναι ὁ ἐρμηνεύων τὴν Παλαιάν Διαθήκην - Καινή Διαθήκη δὲν ὑπῆρχε ἀκόμη - βάσει τῆς ἐμπειρίας τῆς νοερᾶς εὐχῆς ποὺ λέγεται «γένη γλωσσῶν», ἐνῶ ὁ Προφήτης εἶναι ὁ φθάσας εἰς τὴν θέωσιν. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ μέταγενεστέρα πατερική διάκρισις μεταξύ θεολογοῦντος καὶ θεολόγου. Ὅλοι ἀπὸ τὸν ᾿Απόστολον μέχρι τὸν προφη-τεύοντα καὶ τὸν διερμηνεύοντα εἶχαν «τά γένη γλωσσῶν», δηλαδή τὰ διάφορα εἴδη νοερᾶς λατρείας τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος, εἰς τὴν καρδίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι θεόκλητα μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ ναοὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Διαφέρουν ὡς θεόκλητοι ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας (Α΄ Κορ. 14, 16), ποὺ δὲν ἔλαβαν ἀκόμη τὸ χρίσμα τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος προσευχομένου ἀδιαλείπτως εἰς τὴν καρδίαν των καὶ ἑπομένως δὲν εἶχον γίνει ἀκόμη ναοί τοῦ ῾Α-γίου Πνεύματος. Ήσαν φαίνεται βαπτισμένοι δι᾽ ὕδατος εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ ὄχι βαπτισμένοι Πνεύματι, δηλαδή κεχρισμένοι. Πιθανόν τὸ μυστήριον τοῦ χρίσματος ἐγένετο εἰς ἐπιβεβαίωσιν τῆς ἐλεύσεως τοῦ προσευχομένου ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ διά τοῦτο εἰς τὰ λατινικά νὰ λέγεται confirmatio.
Πάντως οἱ θεούμενοι ᾿Απόστολοι καὶ Προφῆται καὶ οἱ φωτισμένοι διδάσκαλοι, δυνάμεις, χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών (Α΄ Κορ. 12, 28) ἀποτελοῦσαν φαίνεται τὸν κεχρισμένον κλήρον καὶ τό βασίλειον ἱεράτευμα, ὅπως φαίνε-ται ἀπὸ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ ᾿Αγίου Μύρου. Οἱ ἰδιῶται, ὅπως μαρτυ-ροῦν οἱ Πατέρες, ἦσαν οἱ λαϊκοί. Το «οῦς ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησία» (Α΄ Κορ. 12, 28) σημαίνει σαφῶς ἐπίσκεψιν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος μὲ θέωσιν άἀποστόλων καὶ προφητῶν καὶ μὲ φωτισμὸν τῶν ὑπολοίπων, καὶ ὄχι μόνον μὲ τελετουργικὴν πρᾶξιν.
Μεταξύ τῶν προφητῶν τῆς ἐνορίας ὁ εἰς προήδρευε. Ἔτσι ἐμφανίζεται ὁ προεστώς πρεσβύτερος μεταξύ πρεσβυτέρων μιᾶς ἐνορίας ἢ ὁ ἐπίσκοπος προεστώς μεταξύ πρεσβυτέρων μιᾶς ἐνορίας. Το θεμέλιον τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ διαδοχῆς δὲν ἦτο αὕτη ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν, ἀλλά ἡ συνοδεύουσα αὐτὴν μετάδοσις ἀπὸ γενεὰν εἰς γενεάν τῆς παραδόσεως τῆς θεραπείας τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως. Ἡ ἐνοριακή Σύνοδος καὶ ἡ ἐπαρχιακή Σύνοδος ὠργανώθησαν διὰ τὴν ἑνότητα τῶν ἀληθινών θεραπευτών, διὰ τὸν ἀποκλεισμόν ἀπὸ τὸν κλήρον τῶν κομπογιαννιτών ψευδοπροφη τῶν, ποὺ ὑπεκρίνοντο κατοχήν χαρισμάτων καὶ διὰ τὴν διαφύλαξιν τοῦ ποιμνίου ἀπὸ τοὺς κομπογιαννίτας αἱρετικούς. Το σπουδαιότερον μέρος τῆς χειροτονίας ἦτο ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ ὑποψηφίου.
Μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, ὅμως, δὲν εὑρίσκοντο πάντοτε καὶ παντοῦ θεούμενοι ἢ καὶ φωτισμένοι δι' ἐκλογὴν καὶ χειροτονίαν εἰς ἐπισκόπους καὶ πρεσβυτέρους. Καὶ ἂν ὑπῆρχον, δὲν τοὺς ἤθελον πάντοτε οἱ ἐκλέκτορες. Πολλάς φορὰς ἐπροτιμῶντο οἱ ἁπλῶς ἡθι-κοὶ καὶ καλοί, ἀλλὰ χωρὶς νὰ εἶναι κάτοχοι τῆς παραδοσιακής θεραπευτικῆς ἀγωγῆς τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως. Εμφανίζονται δηλαδή ἐπίσκοποι, ποὺ εἰς προτέραν ἐποχὴν θὰ ἦσαν ἁπλῶς λαϊκοί, ἀφοῦ δὲν εἶχον τὸ ῞Αγιον πνεῦμα προσευχόμενον μέσα εἰς τὴν καρ δίαν των ἀδιαλείπτως. Ἔτσι ἐξηγεῖ τὰ πράγματα ὁ ῞Αγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος.
Ὁ Αγιος Συμεών προεκάλεσεν ἐπανάστασιν κατά τῆς κατα-στάσεως ποὺ περιέγραψε, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας ή θεραπευτική ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ καταλάβῃ πάλιν τὴν Ἱεραρχίαν ὁ Πατερικός ἡσυχασμός, ὅπως προβλέπει ὁ Διονύσιος ὁ ᾿Αρεοπαγίτης. Ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ πατερικοῦ ἡσυχασμοῦ ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ ἔθνος ἐπέζησαν μετά τὴν διάλυσιν τῆς αὐτοκρατορίας, διότι ἡ πατερική θεραπευτική ἀγωγή, πού περιεγράψαμεν ἔδωσε τὴν δύναμιν νὰ ἀνθέξουν εἰς τοὺς σκληρούς χρόνους τῆς ᾿Αραβοκρατίας, τῆς Φραγκοκρατίας καὶ τῆς Τουρκοκρατίας.
Την διάλυσιν, ὅμως, τῆς πατερικῆς Παραδόσεως, καὶ τῆς Ρωμηοσύνης, ποὺ δὲν ἐπέτυχον οἱ ἀναφερθέντες κατακτηταί, ἐπέτυ χον εἰς μεγάλον βαθμόν τὰ ἀφεντικά κράτη τοῦ Νεοελληνισμοῦ μέσῳ τοῦ Κοραϊσμοῦ. Ἐπὶ αἰῶνας ἡ Φραγκιὰ ἐγνώριζε τὸν ἡσυχα-στικόν σπόνδυλον τῆς Ρωμηοσύνης καὶ αὐτὸν ἐστόχευε νὰ ἐκριζώ ση
Ἔχων τὰ ἀνωτέρω γενικά πλαίσια ὑπ᾿ ὄψιν δύναται κανείς να λάβῃ ὀρθήν θέσιν ἔναντι δύο θεολογικῶν τάσεων, ποὺ ἐνεφανίσθησαν τα τελευταία χρόνια εἰς τὴν Ὀρθόδοξον θεολογίαν. Ἡ μία εἶναι τῆς λεγομένης εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας, τῆς ὁποίας ὁ ὑπο φαινόμενος ἦτο εἰς ἀπὸ τοὺς εἰσηγητὰς εἰς τὴν ἑλληνόφωνον Ὁρ θοδοξίαν, καὶ ἡ ἄλλη ἑνὸς μονομερούς τονισμοῦ τῆς ἐνδοκοσμικῆς χρονικής έσχατολογίας χωρίς ἀναφορὰν εἰς τὴν περιγραφείσαν θεραπευτικὴν ἀγωγήν, παρ' ὅτι αὐτὴ εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς ἐσχατο λογίας τῆς ᾿Αγίας Γραφῆς καὶ τῶν πατέρων.
Ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία εἶναι μία ὀρθή περιγραφή τῆς μεταποστολικῆς ἐποχῆς ὅπου ὁ ἐπίσκοπος ἦτο ὁ φυσιολογικός πρόεδρος τῆς τοπικῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως ἢ ἐνορίας. Αὐτὸς ὅμως ὁ ἐπίσκοπος δὲν εἶναι ὁ ἐπίσκοπος μὲ τὴν σημερινήν ἐπικρα-τοῦσαν σημασίαν τοῦ ὅρου, ὡς τείνουν νὰ νομίζουν οἱ βλέποντες τὴν ἐξέλιξιν ἀπὸ τὸν ἐνοριακόν ἐπίσκοπον εἰς ἐπαρχιακόν ὡς μίαν δογματικὴν ἀνωμαλίαν. Ὁ ἐπίσκοπος τῆς μεταποστολικῆς ἐποχῆς εἶναι ἀκόμη ὁ θεούμενος προφήτης τοῦ Παύλου, ἢ ὁ θεούμενος ἐπί-σκοπος θεολόγος τῶν Πατέρων. Ἡ ἀνωμαλία δέν ἔγκειται εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐπισκόπου προέδρου εἰς κάθε ἐνορίαν, ἀλλ᾽ εἰς τὴν ἔλλειψιν θεουμένων πρὸς χειροτονίαν εἰς τὸν ἐπισκοπικόν βαθμόν. ᾿Απ' αὐτὴν τὴν ἄποψιν ἡ ἐξέλιξις τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ ἐντὸς τῆς Ρωμηοσύνης ἦτο καὶ ρεαλιστική καὶ δογματικῶς ὀρθὴ.
Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ προφῆται εἰς τὴν Κόρινθον ἦσαν πλέον τῶν τριῶν (Α΄ Κορ. 14, 29) καὶ ἀριθμοῦνται δεύτεροι κατὰ τάξιν μετά τοὺς ἀποστόλους (Α΄ Κορ. 12, 28) σημαίνει ὅτι ἦσαν ἴσοι μεταξύ των καὶ μὲ τὸν προεστῶτα προφήτην, δηλαδὴ τὸν ἐπίσκοπον προ-φήτην τῶν συνάξεων. Ἔτσι ἐξηγεῖται διατί ὁ Παῦλος ἀναφέρεται εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἰς τοὺς προφήτας ὡς ὁμάδα καὶ ὄχι εἰς τὸν μεταξύ των προεστώτα προφήτην. Φαίνεται ὅτι ἡ διάκρισις μεταξύ ἐπισκόπου καὶ πρεσβυτέρων προῆλθε ἀπὸ τὴν διάκρισιν αὐτὴν μεταξύ τῶν προφητῶν καὶ τοῦ προεδρεύοντος προφήτου.
Ως θεούμενοι δηλαδή καὶ θεραπευταὶ οἱ προφῆται, ἦσαν ὡς ὁμάδες ἰατρῶν νοσοκομείου, όπου μεταξύ των ὁ εἰς ἐξελέγετο πρόεδρος, χωρίς τοῦτο νὰ σημαίνῃ οἱανδήποτε ἀνισότητα. Τὸ ἴδιον συνέβη μὲ τοὺς ᾿Αποστόλους μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Πέτρος ἦτο πρώτος, ἂν καὶ εἰς τὰς συνάξεις τῶν ᾿Αποστόλων εἰς Ἱεροσόλυμα προήδρευε ὁ Ἰάκωβος, ὡς ἐπίσκοπος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.
Ὅταν ἐμφανίζωνται πλέον ἐνορίαι χωρίς θεουμένους ἢ θεούμε νον, δηλαδή χωρίς τοὺς προφήτας τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, τότε ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε τὸ πρόβλημα ἂν εἶναι σωστὸν νὰ χειροτο νοῦνται ὡς ἐπίσκοποι μὴ θεούμενοι, ἀλλ' εὑρισκόμενοι, πάντως εἰς κατάστασιν φωτισμοῦ. Ἔναντι τῆς ἐλλείψεως ταύτης ἡ Ἐκκλησία προετίμησε να χειροτονῇ πρεσβυτέρους ὡς προεστῶτας τῶν ἐνορια κῶν συνάξεων. Ἔτσι ἀπέκτησαν οἱ ἐπίσκοποι ἐπιθεωρητικὴν εὐθύ νην ἔναντι τῶν ἐνοριακών προεστώτων πρεσβυτέρων, ὡς ἰατροὶ ἐπὶ ὑγειονομικών κέντρων μὲ ἐπικεφαλῆς νοσοκόμους. ᾿Αφού δηλαδή ἡ Σύνοδος δὲν εὕρισκεν ἀρκετούς ἰατροὺς διά ἐπισκοποποίησιν εἰς ὅλα τὰ νοσοκομειακά κέντρα, διώρισε νοσοκόμους πρεσβυτέρους. Τὸ νὰ ὀνομάσῃ ἰατρὸν τὸν νοσοκόμον, δηλαδὴ ἐπίσκοπον τὸν μὴ θεούμενον, θὰ ἦτο ἐκτὸς πραγματικότητος καί θά ώδήγει εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ θεραπευτικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας.
Μὲ τὴν πάροδον ὅμως τοῦ χρόνου, ἐμφανίζονται ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι, που οὔτε φωτισμένοι δέν ἦσαν. Ἔτσι προεκλήθη ἡ ἐπανάστασις τοῦ Συμεώνος τοῦ Νέου θεολόγου καί ἡ κατάληψις τῆς ἱεραρχίας ἀπό τοὺς ἡσυχαστάς, κυρίως ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ ᾿Αγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Ἡ διάσωσις τῆς ἀποστολικῆς θεραπευτικῆς ἀγωγῆς εἰς τὴν μεταποστολικὴν ἐποχὴν μέχρι τὴν ἐμφάνισιν τῆς Φραγκοσύνης καὶ τῆς Τσαρικῆς καὶ Νεοελληνικῆς ᾿Ορθοδοξίας ἐπετελέσθη μέτὴν συγκέντρωσιν τῆς ἀποστολικῆς αὐτῆς παραδόσεως εἰς τὸν μοναχισμόν. Ἡ θεραπευτική δηλαδή ἀγωγὴ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως μετεφέρθη ἀπὸ τὴν κοσμικὴν ἐνορίαν, ὅπου ἐξησθένισεν, εἰς τὴν μοναστικὴν ἐνορίαν. Συγχρόνως αἱ Μητροπόλεις καὶ αἱ ἐπισκοπαὶ ἔγιναν μοναστήρια. Διὰ τοῦτο ἡ ᾿Αγία Σοφία ἐλέγετο καὶ εἰς τὴν λαϊκὴν παράδοσιν τὸ Μέγα Μοναστήρι. Ὁ μοναχισμός ἔγινεν εἶδος ἰατρικῆς σχολῆς, ὅπου ἐσπούδαζον τὴν ἀποστολικήν θερα-πευτικὴν οἱ ὑποψήφιοι ἐπίσκοποι. Παράλληλα τὸ ἔργον κάθε κοσμικῆς ἐνορίας ἦτο νὰ μιμηθῇ τὴν μοναστικήν ἐνορίαν κατά δύναμιν. Τοῦτο, διότι ὁ φωτισμός καὶ ἡ θέωσις εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν θεραπείαν ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἐφ᾽ ὅσον ὅλοι ἔχουν ἐσκοτι-σμένον τὸν νοῦν των. Ἐξ ἐπόψεως δογματικῆς οὐδεμία διαφορά ὑπάρχει μεταξύ κοσμικῆς καὶ μοναχικῆς ἐνορίας ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὰ προσφερόμενα μυστήρια καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην θεραπείας. Ἡ διαφορά ἔγκειται εἰς τὸ ποσοστόν καὶ εἰς τὴν ποιότητα τῆς ἐπιτυχίας τῆς θεραπείας. Ἡ ἀποκοπὴ τῆς παραδόσεως τῆς θεραπευτικῆς ἀγωγῆς ἀπὸ τὴν Παλαιάν καὶ Καινήν Διαθήκην είναι ἡ διαστροφή τῆς ἐσχατολο γίας, ποὺ αὐτομάτως ερμηνεύεται μονομερῶς ἐξ ἐπόψεως ἐθνικῆς, κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ἱστορίας. ᾿Αλλὰ τὸ ἐπίκεντρον τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινής Διαθήκης ὅπως καὶ τῆς Πατερικῆς παραδό σεως, είναι το γεγονός ότι οἱ Προφῆται καὶ οἱ ᾿Απόστολοι έβλεπον τὴν ἄκτιστον δόξαν τῆς ᾿Αγίας Τριάδος ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Κυρίου της Δόξης, τοῦ Μεγάλης Βουλής ᾿Αγγέλου, ἀσάρκου καὶ μετὰ ἐν σάρκου. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, που λέγεται δοξασμος και θέωσις, εἶναι ἡ σπονδυλική στήλη τῆς παραδόσεως τῆς ᾿Αγίας Γραφῆς καὶ τῶν πατέρων καὶ μόνον ἀπὸ τὴν ἄποψιν αὐτὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ σωστὰ ἡ ἐθνική, κοινωνική καὶ πολιτικὴ ἱστορία τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς Ρωμηοσύνης.
Ἡ θέα τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου τῆς Δόξης, ἀπὸ τοὺς Προφήτας, τοὺς ᾿Αποστόλους καὶ ᾿Αγίους κατέστησε γνωστὸν τὸ γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκτίσθη διὰ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία διὰ τοὺς φωτισμένους καὶ θεουμένους εἶναι παράδεισος, διὰ δὲ τοὺς ἄλλους σκότος ἐξώτερον καὶ πῦρ αἰώνιον. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι θὰ ἰδοῦν τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ σημαίνει σαφῶς ὅτι ή διαφορά μεταξύ παραδείσου καὶ κολάσεως ἔγκειται εἰς τὴν κατάστασιν τῆς πνευματικῆς ὑγείας τοῦ βλέποντος τὴν θείαν δόξαν καὶ ὄχι εἰς πραγ ματικήν διαφοράν μεταξὺ αὐτοῦ τούτου τοῦ παραδείσου καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς κολάσεως.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη που στέλλει τοὺς πιστοὺς εἰς τὸν παράδεισον καὶ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν κόλασιν, ἀλλὰ ἐκείνη, ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς πιστοὺς εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως, ὥστε ὅταν ἰδοῦν μονίμως πλέον τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὅλοι ἀνεξαιρέτως θὰ ἰδοῦν, νὰ τὴν ἰδοῦν ὡς φῶς καὶ ὄχι πῦρ, καὶ νὰ εἶναι εἴσω τῆς φωτεινής νεφέλης καὶ ὄχι ἔξω εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον.
᾿Ασχέτως εάν δέχεται κανείς αὐτὰ διὰ τὸν ἑαυτὸν του, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ ἐμφανίσῃ εἰς τὰ σωστά των πλαίσια, όταν περι γράφει καὶ ἀναλύει την παράδοσιν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς Ρωμηοσύν νης. Μόνον τότε τίθενται εἰς τὰ σωστά των πλαίσια ἡ ἐθνική, κοινω νική καὶ πολιτική Ιστορία τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς Ρωμηοσύνης.
Ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν παροῦσαν ἔκδοσιν ἐγράφη το 1973. Όμως δὲν ἐδημοσιεύθη τότε, διότι ὁ ὑποφαινόμενος δὲν ἐθεώρησε ἱκανο ποιητικήν την γενομένην μετάφρασιν. ᾿Αντικατεστάθη ὁ μεταφρα στης Καθυστέρησεν όμως ἡ ἐκτύπωσις τῆς εἰσαγωγῆς μὲ τὴν νέαν μετάφρασιν, διότι άνεστάλη ἡ ἔκδοσις τῆς σειρᾶς, εἰς τὴν ὁποίαν επρόκειτο να συμπεριληφθῇ. Ἐν τῷ μεταξύ εδημοσιεύθη ἡ εἰσαγω τη, ἐπί σειράν μηνῶν εἰς τὴν ἐφημερίδα « Ορθόδοξος Τύπος» (2013) 78-9/2/79, τεύχη Αριθμ. 308-343).
Η μετάφρασις σκοπὸν ἔχει ὄχι τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κειμένου τοῦ ᾿Αγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀλλὰ τὴν ἐνθάρρυνσιν τοῦ ἀναγνώστου να μελετήσῃ τὸ πρωτότυπον κείμενον καὶ να μάθῃ νὰ διαβάζῃ ἐν καιρῷ μόνον αὐτὸ. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἡ ἀρχικὴ ὁρολογία εἶναι ἀντιληπτὴ εἰς τὰ ρωμαίϊκα, γίνεται προσπάθεια νὰ ἀποδοθῇ τὸ κείμενον μὲ τὴν ἀρχικὴν ὁρολογίαν. Είναι περίεργος ή νεοελλη-νική παράδοσις μεταφράσεων ὅπου σώνει καὶ καλά γίνεται προσ-πάθεια νὰ ἀποδοθῇ τὸ ἀρχαῖον κείμενον με διαφορετικά λόγια καὶ ὅταν πρωτότυποι λέξεις εἶναι ἀντιληπταί.
Εὐχαριστοῦμεν τὸν Καθηγητήν Παναγιώτην Χρήστου διὰ τὴν εὐγενῆ καλωσύνην του νὰ ἐπιτρέψῃ διὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτὴν τὴν χρῆσιν τοῦ κειμένου τῆς ἰδικῆς του ἐκδόσεως, «Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Συγγράμματα», Θεσσαλονίκη 1962, κ. έξ. Τόμος Α΄, σελ. 359 κ.ε. Επίσης εὐχαριστοῦμεν τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Νικοπόλεως κ.κ. Μελέτιον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην να δῇ τὴν παροῦσαν μετάφρασιν, καθώς και την δ. Δέσποιναν Κοντοστερ γίου, Θεολόγον - Φιλόλογον, Βοηθόν τῆς τέως έδρας τῆς Δογματι κῆς καὶ Συμβολικῆς Θεολογίας τοῦ ᾿Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία μὲ ἔνθερμον ζῆλον καὶ προθυμίαν ἀνέλαβεν τὴν παροῦσαν μετάφρασιν. Διὰ τὰ ἱστορικά καὶ φιλολογικά πλαί σια τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ ᾿Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ ὀφείλει ὁ ἀναγνώστης νὰ συμβουλευθῇ τὸ ἔργον τοῦ Π. Χρήστου εἰς τὸ ὁποῖον ἡ παροῦσα έκδοσις βασίζεται. Επίσης ὀφείλει ὁ ἀναγνώ στης να συμβουλευθῇ καὶ τὸ ἔργον τοῦ μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου. «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ βίος καὶ ἡ θεολογία του» "Άγιον Όρος- Θεσσαλονίκη 1976.
Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης
2 Μαρτίου 1983
ΜΙΑ ΚΑΚΟΓΡΑΜΜΕΝΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΣΕ ΚΑΙ ΤΙΣ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΠΙΣΤΩΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου