Συνέχεια από Πέμπτη 1η. Οκτωβρίου 2026
ΡΩΜΑΙΟΙ Ἤ ΡΩΜΗΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 2ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΕΡΓΑ 1
ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ ΤΡΙΑΣ Α΄
ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Επόπτης Ἐκδόσεως: ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
Πρέπει να τονισθῇ ὅτι ἡ παράδοσις τοῦ φωτισμοῦ μὲ νοεράν προσευχὴν καὶ τῆς θεώσεως ὑπῆρχεν ἰσχυρῶς ριζωμένη εἰς τὴν Δυτικήν Ρωμηοσύνην, όταν αἱ Γερμανικαὶ φυλαὶ τὴν κατέκτησαν. Παρά ταῦτα, ἡ παράδοσις ἐξηφανίσθη ἀπὸ τὴν λεγομένην σχολα-στικὴν θεολογίαν τῶν φυλῶν αὐτῶν. Ἔχοντες ὑπ᾿ ὄψιν κυρίως τὸν "Αγιον Αὐγουστῖνον, ὁ ὁποῖος ἐκλαμβάνει τὸν φωτισμὸν καὶ τὴν θέωσιν ὡς ἐνόρασιν καὶ ὅρασιν τῶν ἀρχετύπων τοῦ Πλάτωνος, που ταυτίζει μὲ τὴν οὐσίαν τοῦ Θεοῦ, ἐπίστευσαν οἱ Φράγκοι ὅτι ὅλοι οἱ Πατέρες ἐθεολόγουν φιλοσοφικώς. Ἔτσι διὰ τοὺς Λατίνους οἱ Μεγάλοι Πατέρες ἔγιναν μεγάλοι φιλόσομοι. Εἰς τὸν Πλατωνισμόν τοῦ Αὐγουστίνου προσετέθη ὁ ᾿Αριστοτέλης καὶ μέχρι τὴν Προτεσταντικήν ἐπανάστασιν ἐπιστεύετο ὅτι ἡ ἀκμὴ τῆς θεολογίας ἦτο ή σύνθεσις τῶν ἀνωτέρω τοῦ Θωμᾶ ᾿Ακινάτη.
Η σύγκρουσις μεταξύ Παλαμᾶ καὶ Βαρλαάμ δὲν ἔγινε τόσον εἰς τὸν τύπον τοῦ δόγματος ὅσον εἰς τὴν μεθοδολογικήν θεμελίωσιν αὐτοῦ. Ὁ Βαρλαάμ ἐστηρίχθη ἐπάνω εἰς τὴν μεταφυσικὴν καὶ τὴν μεταφυσικήν γνωσιολογίαν καὶ λογικὴν, ἐνῶ ὁ Παλαμᾶς ἐπάνω εἰς τὴν ἐμπειρικὴν ἐξακρίβωσιν καὶ διαπίστωσιν καὶ εἰς τὰς ἀποδεικτι-κᾶς συνεπείας αὐτῶν. Ὁ Παλαμᾶς συνεχώς στηλιτεύει τὸν Βαρλαάμ διὰ τὸν χωρισμόν ποὺ κάμνει μεταξύ νοημάτων καὶ τῆς ἐμπειρίας τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως. Ὁ Βαρλαάμ θεολογεῖ ὄχι μόνον χωρίς προσωπικὴν ἐμπειρίαν τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως, ἀλλά οὔτε δίδει σημασίαν εἰς αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴν ἐμπειρίαν αὐτήν. Παραλλήλως ὅμως μὲ τὴν συντριπτικὴν πλειοψηφίαν τῶν Ὀρθο-δόξων, ὑπῆρχον ἀρκετοί ποὺ ἦσαν διατεθειμένοι να θεολογήσουν φιλοσοφικῶς χωρίς ἀναφορὰν εἰς τὴν ἐμπειρικὴν ἐξακρίβωσιν τῆς θεωρίας. Ένας τέτοιος ἦτο ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς, ὁ ὁποῖος θεο-λογῶν φιλοσοφικῶς κατετρόπωσε τὸν Βαρλαάμ μὲ τὰ ἴδια του τὰ Φιλοσοφικά ὅπλα, ἀλλά συγχρόνως ἀντέκρουσε καὶ τοὺς ἡσυχα-στὰς ὡς δεισιδαίμονας. "Άλλοι ὅμως τῶν ἰδίων διαθέσεων πρὸς τὸν φιλοσοφικόν στοχασμόν, ἔγιναν ὀπαδοὶ τοῦ Βαρλαάμ. ᾿Απὸ τὸν κύκλον αὐτὸν ἀνεπτύχθη ἡ ὁμάδα τῶν λατινοφρόνων, ἀφοῦ, καταδι-κασθείς ὡς αἱρετικός, ἐπέστρεψε ὁ Βαρλαάμ εἰς τὴν Παπικήν ἐκ-κλησίαν ὅπου ἔγινεν ἐπίσκοπος.
Ἡ ἀπόδειξις ὅτι κατέχει κανείς κλάδον θετικῆς ἐπιστήμης εἶ-ναι να μεταβάλῃ τὰς γνώσεις ποὺ ἔχει ἀπὸ τοὺς εἰδήμονας καὶ τὰ βιβλία των, εἰς ἐπιτυχῆ ἐφαρμογὴν καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ πειράματά των μὲ τὴν ἰδίαν ἢ καλυτέραν ἐπιτυχίαν. Ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐμπειρι-κῆς ἐξακριβώσεως καὶ ἐπιβεβαιώσεως ἀπό διδάσκαλον εἰς μαθητήν, ποὺ μὲ τὴν σειράν του γίνεται διδάσκαλος, εἶναι καὶ ἡ οὐσία τῶν μοντέρνων ἐπιστημῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς Βιβλικῆς καὶ Πατερικῆς Παρα δόσεως. Ἡ ἐπιτυχὴς ἐπανάληψις τῆς ἐμπειρίας τῆς ἐπιβεβαιώσεως, ποὺ εἰς τὴν ἰατρικὴν καὶ τὴν Πατερικήν ἐπιστήμην εἶναι καὶ ἡ θεραπεία, εἶναι ἡ ἀλήθεια κάθε επιστήμης. Ὅπως εἶναι ἀνόητον νὰ λέγε ται ὅτι ἰατρὸς εἶναι κάποιος ποὺ δὲν θεραπεύει καὶ δὲν γνωρίζει νὰ θεραπεύῃ, έτσι είναι παράλογον να θεωρείται θεολόγος ἕνας, ποὺ δὲν εἶναι εἰς τὴν κατάστασιν τουλάχιστον φωτισμοῦ, ποὺ δὲν γνω-ρίζει τί εἶναι φωτισμός καὶ θέωσις, καὶ ποὺ δὲν γνωρίζει πῶς φθάνει κανείς εἰς αὐτὰ καὶ ἑπομένως δὲν θεραπεύει. Τέτοιος εἶναι ὁ Βαρλαάμ, τέτοιοι ήσαν οἱ καταδικασθέντες μετὰ ἀπὸ αὐτὸν ᾿Ακίνδυνος καὶ Γρηγορᾶς, τέτοιος εἶναι ὁ Κοραῆς καὶ τέτοιοι εἶναι οἱ ὀπαδοί του Νεοέλληνες.
Μὲ τὴν ἐκδίωξιν τοῦ ἡσυχασμοῦ τῶν Πατέρων ἀπὸ τὸ κέντρον τῆς ζωῆς καὶ σκέψεως τῆς νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας, άντεκατε-στάθη, ἡ ἐμπειρική θεολογική μέθοδος τῶν Πατέρων μὲ τὴν μεταφυ σικὴν. Ἔτσι ἐξηγεῖται ὁ μεγάλος θαυμασμός τῶν Νεοελλήνων διὰ τὰς θεολογικάς μεθόδους τῶν σχολαστικῶν καὶ Προτεσταντῶν, καὶ εἰς ἐποχὴν μάλιστα, ποὺ ἡ μεταφυσική των εἶχεν ἤδη ἀρχίσει να καταρρέῃ εἰς τοὺς ἐπιστημονικούς κύκλους τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ρωσίας. Μέσα εἰς ἕνα αἰῶνα ἡ ἀντικατάστασις τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας μὲ τὴν μεταφυσικήν μετεφέρθη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ Πατριαρχεῖα τῆς Ρωμηοσύνης.
Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξελίξεως αὐτῆς ἦτο να μεταφερθῇ ἡ δια-μάχη μεταξύ ἐμπειριστῶν καὶ μεταφυσικῶν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ρωσίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Οἱ Νεοέλληνες Θεολόγοι ἐτάχθησαν μὲ τοὺς μεταφυσικούς τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ρωσίας, ἐνῶ μὲ τοὺς ἐμπειριστὰς ἑτάχθησαν εἰς τὴν ἀρχὴν ὀλίγοι. Μὲ τὴν πάροδον ὅμως τοῦ χρόνου ὁ ἀριθμός των ἐμεγάλωσε. Σήμερον οἱ ἐμπειρισταί ἀποτελοῦν σημαντικὴν δύναμιν μὲ ἰσχυρὰν ἀρνητικὴν στάσιν ἕναντι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀφοῦ ἔμαθον ἀπὸ τὴν μακρόχρονον δρᾶσιν τῆς Νεοελληνικής θεολογίας ὅτι ἡ μεταφυσική εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἀπα-ραίτητα θεμέλια τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ ἡσυχαστική πατερική Παράδοσις δέν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν διαμάχην αὐτὴν καὶ τοῦτο διότι ἡ μακρόχρονος καλλιέργεια καρι-κατούρας εἰς βάρος τοῦ παραδοσιακού μοναχισμοῦ εἶχε γίνει άναπόσπαστον μέρος τῆς νεοελληνικής ψυχοσυνθέσεως. Οἱ Νεοέλλη νες εἶχον υἱοθετήσει τὴν Εὐρωπαϊκὴν ἀποψιν ὅτι οἱ Μεγάλοι Πατέρες ήσαν φιλόσοφοι μὲ μεγάλην κοινωνικήν δράσιν καὶ ὄχι σὰν τὴν καρικατούραν, ποὺ ἐπεκράτησε να πιστεύεται διὰ τοὺς ἡσυ χαστὰς. Ἡ ἀντίθεσις τῶν ἡσυχαστῶν πρὸς τὴν μεταφυσικὴν ἐχαρα κτηρίσθη ὡς σκοταδισμός καὶ ἡ κυρία αἰτία ποὺ τὸ ἔθνος ἔπεσεν εἰς τὸ σκότος. Το περίεργον τῆς ὅλης ὑποθέσεως εἶναι ὅτι ὁ Κοραής έζη εἰς τὸ Παρίσι τοὺς χρόνους, ποὺ ὁ Διαφωτισμός ἤρχισε τὴν νεκρώσιμον ἀκολουθίαν τῆς μεταφυσικῆς. Φαίνεται ὅτι ἔπαθε σύγχυσιν ἀκούων τὸ ὄνομα les philosophes, ποὺ οἱ Φραντσέζοι ἀπέδιδον εἰς ἀρχηγούς τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ ἐνόμιζεν ὅτι ἐχρησιμοποίουν τὸν τίτλον μὲ τὴν παραδοσιακὴν ἔννοιαν τοῦ φιλοσόφου, ποὺ δὲν ἀπῇ-τει ἐμπειρικὴν ἐπιβεβαίωσιν δι' αὐτὰ, ποὺ ἐπρότεινεν ὡς περιγρα φὴν καὶ ἑρμηνείαν τῆς πραγματικότητος.
Οἱ philosophes ἤ Διαφωτισταί λέγονται καὶ ᾿Ορθολογισταί (Ra-tionalists) ἀκριβῶς, διότι ἐδέχοντο, ὡς γνωστούς, μόνον ἐκείνους τοὺς λογισμούς, ποὺ ἐλέγχονται ἀπὸ τὴν ἐμπειρικὴν ἐξακρίβωσιν. ᾿Απέρριπτον τὴν αὐθεντίαν τῆς Παπικῆς καὶ Προτεσταντικῆς Παραδόσεως καὶ τῆς ᾿Αγίας Γραφῆς, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἐμπει-ρικὴ ἐξακρίβωσις διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς διδασκαλίας των. Ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἐπίστευον εἰς Θεὸν ἦσαν θεῖσταί, δηλαδὴ ἐδέχοντο εἶδος φυσικῆς θρησκείας, ἀλλ᾿ ὄχι ὑπερφυσικὴν ἀποκάλυψιν καὶ αὐ-θεντίαν δογματιστικῆς ἐκκλησίας.
᾿Αντιθέτως ὁ Κοραῆς ἦτο πιστὸν τέκνον τῆς μεταφυσικῆς καὶ τῶν συνεπειών της. Ἦτο ἀφοσιωμένος εἰς μίαν Καλβινιστικήν μορ-φὴν Χριστιανισμοῦ μὲ μίσος διὰ τὴν παπικὴν ἐκκλησίαν. Τελικώς ὅμως, ἀντὶ νὰ γίνῃ Προτεστάντης, ἔμεινεν Ὀρθόδοξος διὰ νὰ δυτι-κοποιήσῃ, ὅσον τὸ δυνατόν περισσότερον τοὺς ᾿Ορθοδόξους κατά τὸ πρότυπον τῆς Τσαρικῆς Ρωσίας. Μάλιστα οἱ Προτεστάνται Καλβινισταί, μὲ τοὺς ὁποίους συνεδέετο, ἦσαν ἄκρως ἀντίθετοι εἰς τὸν Διαφωτισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀντέδρασαν μὲ καταφυγὴν εἰς τὸν ἰδεαλισμόν τῆς μεταφυσικῆς. Ἐπίσης ὁ Κοραῆς ἦτο ἀφωσιωμένος εἰς τὴν χωρίς ἐμπειρικὴν ἐπιβεβαίωσιν αὐθεντίαν τῆς ῾Αγίας Γρα-φῆς. Ὁ Κοραῆς ἦτο ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν γαλλικόν Διαφωτισμόν, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε ποτέ ἐκπρόσωπός του.
Βλέπων τὴν σπουδαιότητα, ποὺ εἶχον οἱ philosophes διὰ τὴν διαμόρφωσιν τῆς νέας Φραντσέζικης κοινωνίας, ἐπίστευεν ὁ Κοραής ὅτι τὸ κλειδί τῆς διαμορφώσεως τοῦ νεοελληνικοῦ πνεύματος ήτο ή ίδρυσις σχολείων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου θὰ ἐδιδάσκετο κυρίως ή φιλοσοφία. Δὲν εἶχεν οὔτε τὴν ἐλαχίστην ὑποψίαν ὅτι τὸ κριτήριον τῶν ἐμπειριστών Διαφωτιστῶν θὰ ἐκτοπίσῃ τὴν παραδο σιακὴν ἀντίληψιν περί φιλοσοφίας ὡς διεμορφώθη βάσει τῶν Πλάτωνος καὶ ᾿Αριστοτέλους καὶ ὅτι τελικῶς θὰ τὴν θάψη.
Διὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας δὲν ταυτίζεται οὔτε μὲ τὴν ᾿Αγίαν Γραφήν, οὔτε μὲ τὰς Οἰκουμενικάς Συνόδους, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρίαν τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως τῶν προφητῶν, ᾿Αποστόλων καὶ Πατέρων, ποὺ ἐκφράζουν ἡ ᾿Αγία Γραφή καὶ αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι. Δηλαδὴ εἰς τὰ θεμέλια τῆς Πατερικῆς ἀντιλήψεως περί αὐθεντίας εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἰδία ἐμπει-ρική ἐξακρίβωσις τῆς πραγματικότητος, ποὺ εὑρίσκομεν εἰς τὸν σπόνδυλον τῶν μοντέρνων θετικῶν ἐπιστημῶν. Ἡ μέθοδος έμπειρι-κῆς γνώσεως καὶ ἡ μὴ ἀπόδοσις αὐθεντίας εἰς ἀνεξέλεγκτον στοχα-σμὸν τῶν μὴ ἐχόντων ἐμπειρικὴν γνῶσιν εἶναι τὰ ἴδια εἰς τοὺς Πατέρας καὶ εἰς τοὺς μοντέρνους θετικούς επιστήμονας. Διαφέρει τὸ ἀντικείμενον ὡς καὶ τὰ μέσα τῆς γνώσεως. Τὸ ἀντικείμενον ἐρεύ νης τῶν θετικῶν ἐπιστημόνων εἶναι τὰ κτιστά, ἐνῶ τὸ γνωστὸν τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας εἶναι τὰ ἄκτιστα καὶ τῆς σχέσεώς των μέ τά κτιστά. Το μέσον ἐρεύνης τῶν κτιστῶν εἶναι ἡ παρατήρησις μὲ τὴν βοήθειαν ὀργάνων που κατασκευάζει ὁ ἄνθρωπος. Τὸ μέσον παρα-τηρήσεως τῶν ἀκτίστων εἶναι 1) ἡ ἀδιάλειπτος εὐχὴ τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος εἰς τὴν καρδίαν, ποὺ εἶναι δώρον Θεοῦ καὶ ἀποτέλεσμα τῆς καθάρσεως τοῦ νοός, και 2) κυρίως ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως που εἶναι ἡ θεοπτία.
Ἡ ἀντίθεσις μεταξύ Διαφωτισμοῦ καὶ θεολογίας εἰς τὴν Δύσιν ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Παπικοί καὶ προτεστάνται ἀντικατέστησαν τὴν ἐμπειρίαν τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως μὲ τὴν ᾿Αγίαν Γραφήν, καὶ μὲ ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν χωρίς αὐτὴν τὴν ἐμπειρίαν. Ἔτσι κατήντησαν εἰς σκέτον δογματισμόν χωρίς ἐμπειρικήν θεμελίωσιν. Τὸ ἴδιον ἔπαθεν ἡ Ἑλλαδικὴ Ὀρθοδοξία δεχομένη τὴν γραμμήν τοῦ Κοραή ἐναντίον τοῦ ἡσυχασμοῦ. Το ἴδιον εἶχε πάθει ἡ Ρωσική Ἐκκλησία ὅταν τὸν 16ον αἰῶνα κατεδίκα-σεν ἐπισήμως τὸν ἡσυχασμόν.
Ἀπὸ τὴν ἐποχὴν κυρίως τοῦ Διαφωτισμοῦ, θέματα, ποὺ ἄλλοτε ἐθεωροῦντο πεδία τῆς φιλοσοφίας, μετεφέρθησαν δι' ἔρευναν εἰς τὴν ἀστρονομίαν, φυσικήν, ἀστροφυσικήν, ἰατρικήν, ψυχιατρικήν, βιολογίαν, χημείαν, βιοχημείαν, μαθηματικά, ἀνθρωπολογίαν, παλαιοντολογίαν, κοινωνιολογίαν, κ.τ.λ.. Βαθμηδόν ἀνεπτύχθη ἀπὸ τὴν ἔρευναν ἡ σταθερά πεποίθησις ὅτι τὸ ἀμετάβλητον, ποὺ εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς μεταφυσικῆς ὀντολογίας, φαίνεται ότι μᾶλλον δὲν ὑπάρχει. Ἕνα ἀπὸ τὰ θεμέλια τῆς μεταφυσικῆς ἦτο τὸ ἀξίωμα ὅτι ἡ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἡμπορεῖ νὰ εἶναι προέκτασις τῆς ὕλης, ἀφοῦ εἶναι ἱκανὴ νὰ ξεχωρίζῃ ἀμετάβλητα εἴδη καὶ γένη ἀπὸ τὴν μεταβαλλομένην ύλην. Έπεσαν όμως τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο τὰ ἐπιχειρήματα τῆς μεταφυσικής γνωσιολογίας. Μάλιστα καὶ τὸ τελευταῖον ὀχυρὸν τῆς μεταφυσικῆς, ποὺ ἦτο τὰ καθαρά μαθηματικὰ ανετράπη μὲ τὴν ἐμφάνισιν τῆς κβαντομηχανικής.
Μὲ τὴν πτώσιν τῆς μεταφυσικής κατέρρευσαν καὶ τὰ φιλοσοφικά κριτήρια περί νόμου καὶ ἠθικῆς, ποὺ ἀρέσουν τόσον πολύ εἰς τὸν Κοραή καὶ τὸν νεοελληνισμόν του. Δηλαδή, ἐφόσον δὲν ὑπάρχουν αποδείξεις ἢ καὶ ἐνδείξεις περὶ ὑπάρξεως ἀμεταβλήτων, τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀμετάβλητα κριτήρια νόμου καὶ ἠθικῆς. Παραδόξεις όμως, σημερινοί ἠγέται τῆς νεοελληνικής φιλοσοφού σης τάξεις Ισχυρίζονται ότι ἡ πτώσις τῆς μεταφυσικῆς εἰς τὴν Δύσιν ὀφείλεται εἰς τὴν χαλάρωσιν τῆς ἠθικῆς. Ὅμως συνέβη το ἀκριβῶς ἀντίθετον. Ἡ ἠθική έπεσεν εἰς τὴν Δύσιν διότι τὰ μεταφυ σικά της θεμέλια διελύθησαν.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους κληρονόμους τῆς γραμμῆς τῶν philosophes περί μεταφυσικῆς εἶναι ὁ Μαρξισμός, ποὺ ἡκολούθησε τὴν αθεϊστικήν μερίδα του Διαφωτισμού παρ' ὅτι ἀπορρίπτει παραδό ξεως, την μεταφυσικήν. Καὶ οἱ Μαρξισταί ἐπικρίνουν τοὺς ήσυχα-στάς τῆς Τουρκοκρατίας διὰ τὴν ἀρνητικήν θέσιν των ἔναντι τῆς φιλοσοφίας και συμπροπαγανδίζουν το σύνθημα ὅτι οἱ καλόγηροι είναι σκοταδισταί. Οι ἡσυχασταί ὡς ἐχθροί τῆς φιλοσοφίας, έθεω ρήθησαν καὶ ἐχθροί τοῦ Νεοελληνισμοῦ, ποὺ ἐπισήμως ἐδέχθη ὡς θεμέλιον λίθον του την φιλοσοφίαν. Το παράδοξον τῆς όλης όπο θέσεως είναι ότι ό μοναχισμός εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος μορφή κομμουνι σμού με μακράν ἱστορίαν ἐπιτυχίας, ἐνῶ ὁ Μαρξισμός εἶναι εἰσέτι αδοκίμαστος δόγμα. Α΄ επιτυχίαι τοῦ Μαρξισμοῦ εἶναι ἀκόμη σχό δια καὶ ἐποσχέσεις.
Εἰς την φύσιν της ή Πατερική Παράδοσις δεν είναι ούτε κοινωνική φύλοσοφία ούτε ηθικόν σύστημα, ούτε θρησκευτικός δογματι σμός άλλ' είναι θεραπευτική αγωγή. Εἰς τὸ σημείον αὐτὸ ὁμοιάζει πολύ με την Ιατρική, καί κυρίως με την ψυχιατρικήν. Το ότι εἰς την Νέαν Ελλάδα ή Θεολογία συγκαταλέγεται μεταξύ των θεωρητικών ἐπιστημῶν εἶναι ἀπλῶς ἀποτέλεσμα τῆς γραμμής Κοραή. Εαν είχε μείναι ο ησυχασμός εἰς την καρδίαν της εθνικής ζωής θα συγκατελέγετο μεταξύ τῶν θετικών Επιστημών. Τούτο διότι η νοερά ενέργεια της ψυχής που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εἰς τὴν καρδίαν, είναι ένα φυσιολογικόν όργανον, που όλοι έχουν καὶ τὸ ὁποῖον χρειάζεται θεραπείαν. Ούτε ἡ φιλοσοφία, οὔτε καμμία τῶν γνωστῶν θετικῶν ἢ κοινωνικῶν ἐπιστημῶν δύναται να θεραπεύσῃ τὸ ὄργανον αὐτὸ. Μόνον ἡ νηπτική ἢ ἀσκητικὴ ἀγωγὴ τῶν Πατέρων ὁδηγεῖ εἰς τὴν θεραπείαν αὐτοῦ τοῦ ὀργάνου, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν παράδοσιν λέγεται νοῦς καὶ λειτουργεί σωστά, ὅταν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ προσεύχεται μέσα εἰς αὐτὸν εἰς τὸν χώρον τῆς καρδίας ἀδιαλείπτως καὶ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὴν ἀπασχόλησιν τῆς λογικῆς εἰς τὸν ἐγκέφαλον. Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς δὲν λειτουργεί σωστά, τότε εὑρίσκε ται εἰς τὸν χῶρον τοῦ ἐγκεφάλου γεμᾶτος ἀπὸ τοὺς λογισμούς τῆς διανοίας. Διὰ τοῦτο ὁ ἀθεράπευτος συνήθως δὲν γνωρίζει οὔτε καν τὴν ὕπαρξιν τοῦ ὀργάνου τούτου. Παραδόξως τὴν γνωρίζουν οἱ Ἰνδουϊσταὶ, ποὺ ἔχουν τὴν τέχνην νὰ κενώσουν τὸν νοῦν ἀπὸ τοὺς λογισμούς τῆς λογικῆς, ἀλλὰ δὲν φθάνουν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ φωτισμοῦ, ἐξ αἰτίας τοῦ εἰδωλολατρικού προσανατολισμού των.
Ἡ ἀρχὴ τῆς θεραπείας τοῦ νοός, ποὺ λέγεται κάθαρσις, εἶναι ἡ ἐκδίωξις ἀπ᾿ αὐτὸν ὅλων τῶν λογισμῶν, καλῶν καὶ κακῶν. Ὅταν ή ἐκκένωσις αὐτὴ συνδυάζεται μὲ τὴν κάθαρσιν τῶν παθῶν καὶ ὀρθὴν περί Θεοῦ πίστιν, ὁ νοῦς ἐπιστρέφει εἰς τὴν καρδίαν καὶ δέχεται το Πνεῦμα τὸ "Αγιον ἀποστελλόμενον ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν καὶ προσευχόμενον ἀδιαλείπτως. Τότε, κατὰ τοὺς Πατέρας, γίνεται κανείς ναός τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ νοερὰ εὐχή λέγεται μονολόγιστος, ἀφοῦ ὁ μόνος λογισμός ποὺ κατέχει τὸν νοῦν εἶναι ἡ ἀένναος μνήμη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ φωτισμοῦ, ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν κάθαρσιν. Διακόπτε ται κάθε φοράν, ποὺ ὁ φωτισμένος πάσχει τὴν θέωσιν, δηλαδή ἔλλαμψιν, θέαν ἢ διαρκή θέαν (ποὺ εἶναι θεοπτία καὶ ἁρπαγή) καὶ μετὰ ἐπανέρχεται.
Ἡ διάκρισις μεταξύ νοερᾶς καὶ λογικῆς ἐνεργείας τῆς ψυχῆς ἀντιστοιχεῖ εἰς τὴν διαφοράν μεταξὺ τῆς νοερᾶς εὐχὴς καὶ τῆς λογι κῆς λατρείας. Αὐτή εἶναι ἡ ὁρολογία, ποὺ τελικῶς ἐπεκράτησεν, εἰς τὴν πατερικὴν Παράδοσιν. Φαίνεται ὅμως ὅτι αὐτὸ, ποὺ οἱ ἡσυχα-σταὶ ὠνόμασαν νοῦν εἰς τὸν ᾿Απόστολον Παύλον, λέγεται πνεύμα τοῦ ἀνθρώπου καὶ αὐτὸ, ποὺ οἱ ἡσυχασταὶ ὀνομάζουν λόγον (λογικὴν) καὶ διάνοιαν, ὁ ᾿Απόστολος τὰ ὀνομάζει νοῦν. Διὰ τοῦτο ὁ Παύλος γράφει «Προσεύξομαι τῷ Πνεύματι, προσεύξομαι δὲ καὶ τῷ νοῦ· ψαλῷ τῷ πνεύματι, ψαλῶ δὲ καὶ τῷ νοῦ». (Α΄ Κορ. 14, 15). Εἰς τὴν μεταγενεστέραν ὁρολογίαν θὰ ἀπεδίδετο μὲ τὸ «θὰ προσευχηθώ μὲ τὸν νοῦν, ἀλλὰ θὰ προσευχηθῶ καὶ μὲ τὴν διάνοιαν ἤ λόγον. Θὰ ψάλλω κ.τ.λ.». Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασίαν εἶναι ὅτι ἡ γλωσσολαλία εἰς τὸν ᾿Απόστολον Παῦλον εἶναι ἡ νοερὰ εὐχὴ τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως. Εἰς τὴν εὐχὴν ὠρισμένοι Πατέρες προσέθεσαν τὸ χάρισμα νὰ ὁμιλοῦν οἱ χαρισματούχοι εἰς τὴν ἀποστολικὴν ἐποχὴν ξένας γλώσσας. Μετά τὴν ἀποστολικὴν ἐποχὴν ἔπαυσε τὸ χάρισμα τῶν ξένων γλωσσῶν καὶ ἔμεινεν ἡ νοερά προσευχή. Ο συνδυασμός τῶν ξένων γλωσσῶν μὲ τὴν εὐχὴν φαίνεται νὰ εἶναι μεταγενεστέρα Ερμηνεία. Ἡ γλωσσολαλία τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου φαίνεται νὰ εἶναι μόνον ἡ νοερά προσευχή ποὺ ἐγίνετο καὶ μὲ ψαλμούς. Τὸ «γλώσσῃ λαλεῖν» σημαίνει ὅτι ὁ ἔχων τὸ χάρισμα αὐτὸ ἔχει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὡς γλῶσσαν, ποὺ προσεύχεται καὶ ψάλλει μέσα εἰς τὴν καρδίαν του καὶ ὄχι ὅτι ὁ ἴδιος ὁμιλεῖ ξένας γλώσσας. Φαί-νεται ὅτι ὁ Παῦλος διαμαρτύρεται εἰς τοὺς Κορινθίους διότι ἐτέλουν δημοσίαν λατρείαν σιωπηλῶς καὶ νοερῶς, ποὺ οἱ ἄλλοι παρόντες δὲν ἤκουον, καὶ ὄχι εἰς ξένας γλώσσας ποὺ δὲν κατενόουν».
Η διαμάχη μεταξύ Παλαμᾶ καὶ Βαρλαάμ δὲν ἦτο συζήτησις περί τῆς σχέσεως μεταξύ θεολογίας καὶ ἐπιστήμης, ἢ θεολογίας καὶ φιλοσοφίας, μὲ τὴν σημερινήν ἐπικρατοῦσαν ἀντίληψιν περί θεολογίας. Η διαμάχη ἦτο περὶ τῶν σχέσεων μεταξύ τῆς πραγματικῆς θεραπείας τοῦ νοός μέσῳ τῆς νοερᾶς εὐχῆς καὶ τῆς κομπογιαννίτι-της θεραπείας τῆς ψυχῆς μέσῳ τῆς φιλοσοφίας, δηλαδή τῆς κοσμι-κῆς σοφίας. Ἡ ἀντίθεσις μεταξύ θείας καὶ κοσμικῆς σοφίας δὲν συνίσταται εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῆς μιᾶς ὑπὸ τῆς ἄλλης, ἀλλά κυρίως εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς καθεμιᾶς εἰς τὴν σφαίραν της. Μεταξύ τῆς κτιστῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἀκτίστου ἀληθείας δὲν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότης, ἂν καὶ ἡ κτιστή ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἄκτιστον. Ἡ θέσις αὐτὴ τῶν Πατέρων σημαίνει ὅτι ὑπάρχουν δύο ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν συγχέονται. Ως ὀπαδός ὅμως τῆς σχολαστικῆς παραδόσεως ὁ Βαρλαάμ ἐδέχετο τὴν ἑνότητα καὶ ταυτότητα τῆς ἀληθείας, κτιστῆς καὶ ἀκτίστου, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι ἡ γνώσις αὐτῆς προέρχεται ἀπὸ τὴν φυσικήν ἀποκάλυψιν, που συμπληρώνεται ἀπὸ τὴν ὑπερφυσι κὴν ἀποκάλυψιν. Η θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου συνίσταται εἰς τὴν ἐκ δίωξιν τῆς ἀγνοίας μὲ τὴν γνώσιν τῆς ἀληθείας ἀπὸ τὰς δύο πηγάς γνώσεως τῆς ἑνιαίας ἀληθείας. Ἔτσι ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος γνῶσιν τῆς μιᾶς ἀληθείας ἀπὸ τὴν ῾Αγίαν Γραφὴν καὶ τὴν φιλοσοφίαν. Ἡ θέσις τῶν πατέρων εἶναι ὅτι αἱ γνώσεις περί κτιστῶν ἀληθειῶν ἡμποροῦν νὰ εἶναι χρήσιμοι, ἀλλὰ δὲν ταυτίζονται μὲ τὴν κάθαρσιν, τὸν φωτισμόν καὶ τὴν θέωσιν, ποὺ εἶναι ἡ μόνη ἀπλανής ὁδὸς εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα ἡμπορεῖ ὁποιοσδήποτε ἐγ γράματος ἢ ἀγράμματος να φθάσῃ εἰς τὸν φωτισμόν καὶ τὴν θέωσιν, ἀρκεῖ νὰ εὔρῃ πνευματικόν πατέρα εἰς κατάστασιν τουλάχιστον φωτισμοῦ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διαδικασίας τῆς θεραπείας τοῦ νοὸς οὔτε βοηθεῖ ἡ σοφία τοῦ κόσμου οὔτε ἐμποδίζει ἡ ἄγνοια τῆς σοφίας αὐτοῦ. Αἱ φαντασιώσεις, όμως, τῆς φιλοσοφίας πρέπει νὰ ἐκβληθοῦν ὡς δεισιδαιμονικά εμπόδια εἰς τὸν σωστὸν προσανατολισμὸν τοῦ θεραπευομένου…
ΜΕΧΡΙ ΣΤΙΓΜΗΣ ΣΥΝΑΝΤΟΥΜΕ ΜΙΑ ΒΑΡΕΤΗ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΟΠΩΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΑ. ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ.ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΧΗΣ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ Η ΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ. ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΔΥΟ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥΣ ΤΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΥ ΟΚΑΜ. ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΡΕΑΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ ΣΑΝ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ.Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΕΞΗΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΩΣΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ ΔΩΡΟΥ,ΤΗΝ ΥΓΙΗ ΦΥΣΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΝ ΣΩΣΤΟ ΤΡΟΠΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ. Η ΘΕΙΑ ΧΑΡΙΣ ΘΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΡΕΑΛΙΣΜΟ ΑΥΤΟΝ. Ο ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ ΤΟΥ ΟΚΑΜ ΕΚΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΙΣ ΚΑΘΟΛΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΑΝ ΑΠΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΤΥΠΙΚΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΝ ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΛΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΧΕΙ ΑΝΑΤΕΘΕΙ ΣΤΗΝ ΜΕΡΙΜΝΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΛΥΝΕΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΖΩΗΣ. ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ.Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΡΟΣΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΘΕΑΡΧΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΡΥΘΜΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ ΚΑΘΑΡΣΗ ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΘΕΩΣΗ, ΣΤΗΝ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΑΥΤΩΝ ΠΡΟΣΤΙΘΕΤΑΙ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΦΑΝΩΣ Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ. ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ.ΑΓΙΟΤΗΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. ΘΕΜΕΛΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΕ ΤΟ ΠΕΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ.
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις
ΓΙ΄ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ, ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΖΩΗ ΤΟΥΣ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΘΕΟΥ, ΝΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΣΤΟ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΟΥΝ ΣΤΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου