Συνέχεια από Κυριακή 20. Σεπτεμβρίου 2026
Ωριγένους Περί Αρχών-Εισαγωγή 14
Επιμέλεια: Manlio Simonetti
Unione Tipografico-Editrice Torinese
III. ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
2. Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ (συνέχεια)
Ο κόσμος
Η αποκατάσταση και η κάθαρση των λογικών κτισμάτων, η οποία πραγματοποιείται χωρίς να ασκείται βία στο αυτεξούσιο, απαιτεί, κατά τον Ωριγένη, τη βραδεία διαδοχή περισσότερων κόσμων (κόσμοι) ή αιώνων (αἰῶνες). Αυτοί διαδέχονται ο ένας τον άλλον κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η τελική κατάσταση του ενός να αποτελεί το σημείο εκκίνησης του άλλου: I, 6, 3· II, 1, 3.
Ο σημερινός κόσμος, ο μόνος που γνώρισε τη θυσία του Χριστού (II, 3, 5), βρίσκεται στο κέντρο μιας ακολουθίας προηγούμενων και επόμενων κόσμων: II, 3, 5· III, 5, 3. Είναι περιττό να επισημάνουμε την επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας σε αυτή τη σύλληψη, την οποία ο Ωριγένης επιχειρεί να στηρίξει με την αυθεντία των Εφ. 2,7· Ησ. 66,22· Εκκλ. 1,9 κ.ε. (II, 3, 5· III, 5, 3).
Ωστόσο, από τη μία πλευρά υποστηρίζει ότι κάθε φορά υπάρχει ένας μόνο κόσμος (III, 5, 3), ενώ από την άλλη, πολεμώντας τους Στωικούς, αρνείται ότι η διαδοχή των διαφορετικών κόσμων μπορεί να προκαλεί την επανάληψη στον επόμενο κόσμο των ίδιων ακριβώς γεγονότων που συνέβησαν στον προηγούμενο. Η επανάληψη αυτών των γεγονότων θα καταργούσε ολοκληρωτικά την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης. Αντίθετα, οι διαφορετικοί κόσμοι προσδιορίζονται ακριβώς από την ποικιλία των ελεύθερων κινήσεων των λογικών κτισμάτων. Από εδώ προκύπτουν η ποικιλία και η διαφορετικότητα, τις οποίες ο Θεός κάθε φορά εναρμονίζει και διατάσσει προς το καλό όλων: II, 3, 4· II, 1, 2.
Το ωριγενικό σύμπαν αποτελείται από αρμονία και σχέσεις, όπως παρατηρεί ο Cornélis. Κάθε λογικό κτίσμα κατέχει μέσα σε αυτό τη θέση που του αρμόζει ανάλογα με τις αξίες ή τις απαξίες του· και η θέση αυτή μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με τη μεταβολή εκείνων. Στην ποικιλία αυτή αντιστοιχεί και η ποικιλία του σώματος, το οποίο προσαρμόζεται πάντοτε στη νέα κατάσταση, μέσα σε μια τέλεια αντιστοιχία μεταξύ ηθικών, οντολογικών και τοπογραφικών συνθηκών.
Πώς όμως πρέπει να νοήσουμε την αρχή αυτής της σειράς των κόσμων; Το ζήτημα της αιωνιότητάς της συζητούνταν έντονα στη φιλοσοφία της εποχής· πρβλ. τη σημείωση στο III, 5, 3. Για τον Ωριγένη, όμως, το πρόβλημα αποκτούσε ιδιαίτερη οξύτητα, λόγω της δυσκολίας να συμβιβαστεί η αιώνια ενέργεια του Θεού με την έναρξη του κόσμου μέσω μιας δημιουργικής πράξεώς Του, και να αποφευχθεί το δίλημμα που απαιτούσε να δεχθούμε είτε έναν Θεό ανενεργό πριν από τη δημιουργία του κόσμου είτε έναν κόσμο συναΐδιο με τον Θεό και, επομένως, στερημένο χρονικής αρχής (I, 4, 3-4).
Από το I, 2, 10, όπου υποστηρίζεται ότι πάντοτε υπήρχαν όντα πάνω στα οποία ο παντοδύναμος Θεός ασκούσε την κυριαρχία Του, και από το III, 5, 3, όπου γίνεται λόγος για τη διαδοχή πολλών κόσμων, ορισμένοι θέλησαν να συναγάγουν τη συναϊδιότητα των λογικών κτισμάτων με τον Θεό —Daniélou, Origène, σ. 253— και να περιορίσουν τη δημιουργική ενέργεια του Θεού στον κόσμο της ύλης —Kettler, ό.π., σ. 23.
Η δημιουργία όμως του κόσμου από το μηδέν διακηρύσσεται επανειλημμένα από τον Ωριγένη, σε συμφωνία με την εκκλησιαστική παράδοση: I, πρόλ. 4· I, 3, 3· αλλά και εκτός του έργου Περὶ ἀρχῶν: Comm. in Io., I, 17 (18). Είναι αυθαίρετο να περιορίσουμε το εύρος αυτής της διακήρυξης μόνο στον υλικό κόσμο, πολύ περισσότερο επειδή στο I, 3, 3 ο Ωριγένης απορρίπτει την ελληνική και γνωστική διδασκαλία περί animae ingenitae, δηλαδή περί αγέννητων και αδημιούργητων ψυχών, ενώ στο I, 7, 1 υποστηρίζει ότι και τα λογικά κτίσματα έχουν δημιουργηθεί³⁹.
Όσον αφορά τη συναϊδιότητα του κόσμου με τον Θεό, αυτή αποκλείεται ρητά στο I, πρόλ. 7, όπου δηλώνεται ότι ο κόσμος άρχισε μέσα στον χρόνο. Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι ο κόσμος για τον οποίο γίνεται εδώ λόγος είναι ο δικός μας υλικός κόσμος και όχι ο κόσμος που αποτελείται από τα λογικά κτίσματα. Κάθε αμφιβολία όμως αίρεται από τον ίδιο τον Ωριγένη στο I, 4, 3 κ.ε., όπου παρουσιάζεται με απόλυτη σαφήνεια η δυσκολία να συμφιλιωθεί η δημιουργία του κόσμου μέσα στον χρόνο με την αιωνίως αγαθοποιό ενέργεια του Θεού και προτείνεται μια δυνατή λύση: ο Θεός είναι αιωνίως ενεργός και αγαθοποιός· ο μόνος όμως κόσμος που είναι συναΐδιος με Αυτόν και πάνω στον οποίο εκχέει ab aeterno την ενέργειά Του είναι ο κόσμος των ιδεών, των ιδεατών μορφών των πραγμάτων, ο οποίος είναι αιωνίως παρών μέσα στον Λόγο και, μαζί με Αυτόν, συναΐδιος με τον Θεό⁴⁰.
Ένα άλλο πρόβλημα προκύπτει σχετικά με το τέλος του κόσμου, αυτή τη φορά σε συνάρτηση με τη φύση των λογικών κτισμάτων, των οποίων το αυτεξούσιο αποτελεί αναγκαίο και διακριτικό γνώρισμα και, επομένως, δεν μπορεί να καταργηθεί (II, 1, 2). Έχουμε ήδη επισημάνει ότι το τέλος του κόσμου —ή, ακριβέστερα, της διαδοχής πολλών κόσμων— παρουσιάζεται από τον Ωριγένη ως επιστροφή των λογικών κτισμάτων στην αρχική τους ενότητα μέσα στο αγαθό και ως αποκατάσταση της αρχικής καταστάσεως και αξιοπρέπειάς τους. Τότε ο Θεός θα είναι επιτέλους «τὰ πάντα ἐν πᾶσιν»: I, 6, 1· III, 5, 6-7.
Αλλά ακόμη και σε αυτή την κατάσταση τα κτίσματα θα διατηρήσουν την ελευθερία του θέλειν και του ενεργείν. Επομένως, ο Ωριγένης δεν μπορεί να αποκλείσει τη δυνατότητα να απομακρυνθούν και πάλι από το θείο αγαθό, να εκπέσουν στο κακό και να δώσουν έτσι νέα αρχή στη μακρά και πολύμορφη πορεία μιας νέας σειράς κόσμων. Πράγματι, προβάλλει επανειλημμένα αυτή τη δυνατότητα: II, 3, 3· III, 6, 3· IV, 4, 8· πάντοτε σε συνάρτηση με την πλατωνικής εμπνεύσεως διδασκαλία περί της τελικής διαλύσεως της ύλης και της ασωματότητας των λογικών κτισμάτων⁴¹.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη παραχώρηση του Ωριγένη στην επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας· μια παραχώρηση ικανή να αλλοιώσει τη γραμμική αντίληψη του χρόνου, η οποία χαρακτηρίζει τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, προς όφελος μιας αιώνιας κυκλικής επιστροφής, μέσα στην οποία το ἐφάπαξ της θυσίας του Χριστού φαίνεται να χάνει την αξία και τη σημασία του ως αποφασιστικού γεγονότος της ιστορίας του κόσμου⁴².
Για να εκτιμηθεί όμως σωστά η θέση αυτής της αντιλήψεως στη σκέψη του Ωριγένη και στη χριστιανική σημασία της, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτή προβάλλεται μόνο ως υπόθεση και σε συνάρτηση με μια διδασκαλία —την τελική ασωματότητα των λογικών κτισμάτων— η οποία παρουσιάζεται ως δυνατότητα και όχι ως βεβαιότητα. Γι’ αυτό δεν πρέπει να υπερβάλλουμε ως προς τη σημασία της, παρουσιάζοντάς την ως αναπόφευκτη και αναγκαία συνέπεια των θεμελιωδών προϋποθέσεων της ωριγενικής κοσμολογίας, η οποία στηρίζεται στην ελευθερία των κτισμάτων.
Δεν είναι ορθό να απαιτούμε από έναν συγγραφέα μεγαλύτερη συνέπεια από εκείνη που ο ίδιος επιδεικνύει. Στον Ωριγένη συναντούμε επίσης διατυπώσεις που αποκλείουν περισσότερο ή λιγότερο σαφώς την απομάκρυνση από τον Θεό μετά το τέλος: Hom. Ez., 4, 8· Comm. in Io., X, 42 (26)· Comm. in Matth., XIII, 1· De Pr., III, 6, 6.
Στο Comm. in Rom., V, 10, ο Ωριγένης εξηγεί ακριβώς με ποιον τρόπο, κατά το τέλος, το αυτεξούσιο δεν θα είναι πλέον σε θέση να προκαλέσει νέες πτώσεις, επειδή θα έχει νικηθεί από την αγάπη του Θεού. Πρόκειται για συλλογισμό υπερβολικά βαθύ, ώστε να μπορεί να αποδοθεί στην παρεμβατική και διορθωτική δραστηριότητα του Ρουφίνου. Με αυτή την έννοια, προσφέρεται σε κάθε κτίσμα η δυνατότητα να προσκολληθεί στον Λόγο, κατά μίμηση της ψυχής του Χριστού (II, 6, 7), έτσι ώστε να παραμένει μέσα σε Αυτόν αμετάβλητα.
Ο κόσμος⁴³ ενδιαφέρει τον Ωριγένη ως ο τόπος στον οποίο εκτυλίσσεται η πολύμορφη πορεία των λογικών κτισμάτων και ως το μέσο που έχει οριστεί από τη θεία πρόνοια για τη σταδιακή κάθαρση και αποκατάστασή τους. Αντίθετα, δεν εκδηλώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη δομή αυτού του κόσμου και τις επιμέρους διαρθρώσεις του. Έτσι, σχετικά με το θέμα αυτό διαβάζουμε μόνο σποραδικές εξηγήσεις —η εκτενέστερη βρίσκεται στο II, 3—, οι οποίες ποτέ δεν αποτελούν αυτοσκοπό και των οποίων η πλήρης κατανόηση δυσχεραίνεται από διάφορες αλληλεπικαλύψεις. Ωστόσο, στα Περὶ ἀρχῶν μπορούν να διακριθούν τα ακόλουθα ουσιώδη σημεία.
Ο κόσμος διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα —ουρανός, γη και κάτω κόσμος—, τα οποία είναι τοποθετημένα σε κατιούσα τάξη: IV, 3, 8-12. Ο Ωριγένης όμως τείνει μερικές φορές να αποδίδει στους όρους αυτούς μόνο σχετική αξία: IV, 3, 10· Comm. in Io., XIX, 20 (5). Παράλληλα, η αλληλεπικάλυψη πραγματικών και συμβολικών σημασιών —η γη, για παράδειγμα, ως σύμβολο του ουρανού— περιπλέκει ακόμη περισσότερο τις διαφορετικές υποδιαιρέσεις που πρέπει να φανταστούμε στο εσωτερικό καθεμιάς από τις τρεις περιοχές: IV, 3, 10 και σημείωση.
Ο Ωριγένης λέει ελάχιστα ή και τίποτε για τον Άδη⁴⁴· λέει κάπως περισσότερα για τη διάκριση μεταξύ γης και ουρανού. Γνωρίζει την παραδοσιακή διάκριση των επτά ουρανών, την αναφέρει όμως χωρίς να την υιοθετεί (II, 3, 6). Αλλού μάλιστα την απορρίπτει ως στερούμενη βιβλικής θεμελιώσεως και προτιμά, λόγω της αυθεντίας του Παύλου, τη διάκριση σε τρεις ουρανούς· πρβλ. τη σημείωση στο αντίστοιχο χωρίο.
Για τον Ωριγένη όμως ουσιώδης είναι η —εν σπέρματι γνωστική— διάκριση (Exc. ex Theod., 50) μεταξύ της αληθινής γης του Γεν. 1,1 και της ξηράς του Γεν. 1,10, καθώς και μεταξύ του ουρανού του Γεν. 1,1 και του στερεώματος του Γεν. 1,8. Διαρθρώνει τη διάκριση αυτή υποστηρίζοντας ότι η αληθινή γη και ο ουρανός βρίσκονται πάνω από την ξηρά και το στερέωμα, σύμφωνα με την ακόλουθη ανιούσα τάξη:
ξηρά – στερέωμα – αληθινή γη – ουρανός
II, 3, 6-7· III, 6, 8.
Στην αληθινή γη και στον ουρανό βρίσκεται η κατοικία των μακαρίων. Η αληθινή γη αποτελεί μόνο προσωρινή κατοικία, μέσα στην οποία οι ήδη καθαρμένες ψυχές θα ολοκληρώσουν και θα τελειοποιήσουν την κατάστασή τους, μέχρι να αξιωθούν την οριστική κατοικία του ουρανού: II, 3, 7⁴⁵.
Η διάκριση μεταξύ ξηράς και γης, καθώς και μεταξύ στερεώματος και ουρανού, υπογραμμίζεται έντονα από τον Ωριγένη στα παραπάνω χωρία. Με αντιγνωστική όμως πρόθεση φροντίζει να μην την οξύνει σε τέτοιον βαθμό, ώστε να προκύψουν δύο κόσμοι διακριτοί naturaliter, δηλαδή εκ φύσεως, και ασυμφιλίωτοι μεταξύ τους⁴⁶. Υπό αυτή την έννοια, προτιμά να κάνει λόγο για έναν ενιαίο κόσμο διακεκριμένο σε δύο μέρη: II, 3, 6.
Η συνέχεια μεταξύ των δύο μερών υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι η αληθινή γη και ο ουρανός τοποθετούνται πάνω από τον ουρανό των απλανών αστέρων, στη μυστηριώδη ἀντιζώνη, η οποία θα παραμείνει άφθαρτη όταν ολόκληρος ο κατώτερος κόσμος —από τον ουρανό των απλανών αστέρων και κάτω— θα διαλυθεί κατά την τελική αποκατάσταση· πρβλ. II, 3, 7 και τη σχετική σημείωση.
Η αντίληψη ολόκληρου του σύμπαντος ως χωρικού συνεχούς φαίνεται να προϋποθέτει μια θεμελιώδη ομοιογένεια μεταξύ των μερών του και, επομένως, τη σωματικότητα ακόμη και της αληθινής γης και του ουρανού. Στα Περὶ ἀρχῶν ο Ωριγένης φαίνεται να προσανατολίζεται προς αυτή την κατεύθυνση, ιδιαίτερα στο II, 3, 6, όπου, με βάση το Β΄ Κορ. 4,18, διακρίνει μεταξύ των ea quae non videntur —τὰ μὴ βλεπόμενα— και των invisibilia —ἀόρατα.
Ασώματες —ἀσώματα— είναι μόνο οι αόρατες πραγματικότητες. Αντίθετα, όσα δεν βλέπονται έχουν από τη φύση τους τη δυνατότητα να γίνουν ορατά —είναι δηλαδή σωματικά— και απλώς προς το παρόν δεν γίνονται αντιληπτά από εκείνους στους οποίους έχουν υποσχεθεί. Σε αυτή τη δεύτερη τάξη πραγματικοτήτων ανήκει η ουράνια κατοικία των μακαρίων.
Στο σημείο αυτό, όμως, ο Ωριγένης δεν παραμένει απολύτως σταθερός. Ήδη στο II, 11, 7 οι μακάριοι ανυψώνονται από τα ea quae non videntur προς τα invisibilia. Στο Comm. in Io., XIX, 22 (5), πάλι, δεν γίνεται διάκριση μεταξύ του κόσμου που δεν βλέπεται —μὴ βλεπόμενος—, του αόρατου —ἀόρατος— και του νοητού —νοητός—, ενώ πρόκειται για τον κόσμο που έχει υποσχεθεί στους μακαρίους⁴⁷.
Από την άλλη πλευρά, η συνέχεια και η ομοιογένεια μεταξύ της ξηράς και της αληθινής γης προϋποτίθεται στο Hom. XXXVI in Ps., 5, 4. Εκεί γίνεται λόγος για την αληθινή γη και τον ουρανό ως τοποθετημένα πάνω από την ξηρά και το στερέωμα, έτσι ώστε η επάνω επιφάνεια —dorsum— του στερεώματος να αποτελεί την αληθινή γη του ανώτερου ουρανού.
Σε τελική ανάλυση, διακρίνουμε εδώ την αντανάκλαση της αβεβαιότητας η οποία, όπως είδαμε, χαρακτηρίζει τη σκέψη του Ωριγένη σχετικά με την τελική κατάσταση των μακαρίων. Η τελική κατάσταση ασωματότητας προϋποθέτει την ασωματότητα της ουράνιας κατοικίας. Αντίθετα, η ουράνια κατοικία τείνει να νοείται ως σωματική εκεί όπου η τελική κατάσταση των ψυχών συνδέεται μονίμως με τη σωματικότητα. Πρβλ., σε αντιθετική μεταξύ τους κατεύθυνση, II, 3, 6 κ.ε. και II, 11, 7, όπου είναι εμφανής η σύνδεση της σωματικότητας ή ασωματότητας των μακαρίων με τη σωματικότητα ή ασωματότητα της ουράνιας κατοικίας.
Η ψυχή
Σημειώσεις:
39. Ας σημειωθεί η πλήρης αντιστοιχία μεταξύ του I, 3, 3 και του Comm. in Io., I, 17 (18), ως προς την αναφορά στον Ποιμένα του Ερμά.
40. Για να εκτιμηθεί σωστά αυτή η ωριγενική αντίληψη, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, για μια πλατωνική νοοτροπία, ο κόσμος των ιδεατών μορφών ήταν απολύτως πραγματικός. Στην ίδια γραμμή σκέψης, στο Comm. in Io., XIX, 22 (5), ο Λόγος ορίζεται ως κόσμος πολλαπλός και ποικίλος.
41. Πρβλ. επίσης C. Cels., IV, 69. Με βάση αυτή την αντίληψη, ο Ωριγένης υποστηρίζει ότι η ύλη υπάρχει per intervalla, δηλαδή κατά διαστήματα: κάθε φορά που οι κινήσεις των λογικών κτισμάτων καθιστούν αναγκαία την παρουσία της και τη δημιουργία της από τον Θεό.
42. Το αποφασιστικό νόημα της μοναδικής θυσίας του Χριστού έχει, πάντως, όπως είδαμε, υπογραμμιστεί σαφώς στο II, 3, 5.
43. Δηλαδή ο σημερινός μας κόσμος, ο οποίος σε κάθε μέρος του προκύπτει από τις διαφορετικές κινήσεις των λογικών κτισμάτων.
44. Πρέπει να προστεθεί ότι ο Ωριγένης τοποθετεί τους δαίμονες σε διαφορετικές —δηλαδή χαμηλότερες— περιοχές του ουρανού από εκείνες στις οποίες κατοικούν οι μακάριοι, δηλαδή οι άγγελοι. Οι δαίμονες, ωστόσο, δρουν και μέσα στον επίγειο κόσμο, βλάπτοντας τους ανθρώπους: IV, 3, 9· III, 2 passim· I, 6, 3.
45. Εφόσον η αληθινή γη αποτελεί την τελική κατοικία, υπήρξε επίσης και η αρχική κατοικία, δηλαδή ο επίγειος Παράδεισος. Με αυτή την έννοια πρέπει να κατανοηθούν διάφορες σχετικές διατυπώσεις του Ωριγένη. Εξαίρεση αποτελεί το II, 11, 6, όπου ο Παράδεισος τοποθετείται επάνω σε αυτή τη γη, δηλαδή στην ξηρά. Πρόκειται όμως για ένα χωρίο στο οποίο ο Ωριγένης δεν λαμβάνει υπόψη τη διάκριση μεταξύ ξηράς και αληθινής γης, την οποία υπογραμμίζει τόσο έντονα αλλού· πρβλ. τη σημείωση στο αντίστοιχο χωρίο.
46. Δηλαδή ο θείος κόσμος του πληρώματος και ο κόσμος της ύλης, ο οποίος παράγεται από την υποβάθμιση και την αμαρτία.
Επιμέλεια: Manlio Simonetti
Unione Tipografico-Editrice Torinese
III. ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
2. Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ (συνέχεια)
Ο κόσμος
Η αποκατάσταση και η κάθαρση των λογικών κτισμάτων, η οποία πραγματοποιείται χωρίς να ασκείται βία στο αυτεξούσιο, απαιτεί, κατά τον Ωριγένη, τη βραδεία διαδοχή περισσότερων κόσμων (κόσμοι) ή αιώνων (αἰῶνες). Αυτοί διαδέχονται ο ένας τον άλλον κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η τελική κατάσταση του ενός να αποτελεί το σημείο εκκίνησης του άλλου: I, 6, 3· II, 1, 3.
Ο σημερινός κόσμος, ο μόνος που γνώρισε τη θυσία του Χριστού (II, 3, 5), βρίσκεται στο κέντρο μιας ακολουθίας προηγούμενων και επόμενων κόσμων: II, 3, 5· III, 5, 3. Είναι περιττό να επισημάνουμε την επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας σε αυτή τη σύλληψη, την οποία ο Ωριγένης επιχειρεί να στηρίξει με την αυθεντία των Εφ. 2,7· Ησ. 66,22· Εκκλ. 1,9 κ.ε. (II, 3, 5· III, 5, 3).
Ωστόσο, από τη μία πλευρά υποστηρίζει ότι κάθε φορά υπάρχει ένας μόνο κόσμος (III, 5, 3), ενώ από την άλλη, πολεμώντας τους Στωικούς, αρνείται ότι η διαδοχή των διαφορετικών κόσμων μπορεί να προκαλεί την επανάληψη στον επόμενο κόσμο των ίδιων ακριβώς γεγονότων που συνέβησαν στον προηγούμενο. Η επανάληψη αυτών των γεγονότων θα καταργούσε ολοκληρωτικά την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης. Αντίθετα, οι διαφορετικοί κόσμοι προσδιορίζονται ακριβώς από την ποικιλία των ελεύθερων κινήσεων των λογικών κτισμάτων. Από εδώ προκύπτουν η ποικιλία και η διαφορετικότητα, τις οποίες ο Θεός κάθε φορά εναρμονίζει και διατάσσει προς το καλό όλων: II, 3, 4· II, 1, 2.
Το ωριγενικό σύμπαν αποτελείται από αρμονία και σχέσεις, όπως παρατηρεί ο Cornélis. Κάθε λογικό κτίσμα κατέχει μέσα σε αυτό τη θέση που του αρμόζει ανάλογα με τις αξίες ή τις απαξίες του· και η θέση αυτή μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με τη μεταβολή εκείνων. Στην ποικιλία αυτή αντιστοιχεί και η ποικιλία του σώματος, το οποίο προσαρμόζεται πάντοτε στη νέα κατάσταση, μέσα σε μια τέλεια αντιστοιχία μεταξύ ηθικών, οντολογικών και τοπογραφικών συνθηκών.
Πώς όμως πρέπει να νοήσουμε την αρχή αυτής της σειράς των κόσμων; Το ζήτημα της αιωνιότητάς της συζητούνταν έντονα στη φιλοσοφία της εποχής· πρβλ. τη σημείωση στο III, 5, 3. Για τον Ωριγένη, όμως, το πρόβλημα αποκτούσε ιδιαίτερη οξύτητα, λόγω της δυσκολίας να συμβιβαστεί η αιώνια ενέργεια του Θεού με την έναρξη του κόσμου μέσω μιας δημιουργικής πράξεώς Του, και να αποφευχθεί το δίλημμα που απαιτούσε να δεχθούμε είτε έναν Θεό ανενεργό πριν από τη δημιουργία του κόσμου είτε έναν κόσμο συναΐδιο με τον Θεό και, επομένως, στερημένο χρονικής αρχής (I, 4, 3-4).
Από το I, 2, 10, όπου υποστηρίζεται ότι πάντοτε υπήρχαν όντα πάνω στα οποία ο παντοδύναμος Θεός ασκούσε την κυριαρχία Του, και από το III, 5, 3, όπου γίνεται λόγος για τη διαδοχή πολλών κόσμων, ορισμένοι θέλησαν να συναγάγουν τη συναϊδιότητα των λογικών κτισμάτων με τον Θεό —Daniélou, Origène, σ. 253— και να περιορίσουν τη δημιουργική ενέργεια του Θεού στον κόσμο της ύλης —Kettler, ό.π., σ. 23.
Η δημιουργία όμως του κόσμου από το μηδέν διακηρύσσεται επανειλημμένα από τον Ωριγένη, σε συμφωνία με την εκκλησιαστική παράδοση: I, πρόλ. 4· I, 3, 3· αλλά και εκτός του έργου Περὶ ἀρχῶν: Comm. in Io., I, 17 (18). Είναι αυθαίρετο να περιορίσουμε το εύρος αυτής της διακήρυξης μόνο στον υλικό κόσμο, πολύ περισσότερο επειδή στο I, 3, 3 ο Ωριγένης απορρίπτει την ελληνική και γνωστική διδασκαλία περί animae ingenitae, δηλαδή περί αγέννητων και αδημιούργητων ψυχών, ενώ στο I, 7, 1 υποστηρίζει ότι και τα λογικά κτίσματα έχουν δημιουργηθεί³⁹.
Όσον αφορά τη συναϊδιότητα του κόσμου με τον Θεό, αυτή αποκλείεται ρητά στο I, πρόλ. 7, όπου δηλώνεται ότι ο κόσμος άρχισε μέσα στον χρόνο. Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι ο κόσμος για τον οποίο γίνεται εδώ λόγος είναι ο δικός μας υλικός κόσμος και όχι ο κόσμος που αποτελείται από τα λογικά κτίσματα. Κάθε αμφιβολία όμως αίρεται από τον ίδιο τον Ωριγένη στο I, 4, 3 κ.ε., όπου παρουσιάζεται με απόλυτη σαφήνεια η δυσκολία να συμφιλιωθεί η δημιουργία του κόσμου μέσα στον χρόνο με την αιωνίως αγαθοποιό ενέργεια του Θεού και προτείνεται μια δυνατή λύση: ο Θεός είναι αιωνίως ενεργός και αγαθοποιός· ο μόνος όμως κόσμος που είναι συναΐδιος με Αυτόν και πάνω στον οποίο εκχέει ab aeterno την ενέργειά Του είναι ο κόσμος των ιδεών, των ιδεατών μορφών των πραγμάτων, ο οποίος είναι αιωνίως παρών μέσα στον Λόγο και, μαζί με Αυτόν, συναΐδιος με τον Θεό⁴⁰.
Ένα άλλο πρόβλημα προκύπτει σχετικά με το τέλος του κόσμου, αυτή τη φορά σε συνάρτηση με τη φύση των λογικών κτισμάτων, των οποίων το αυτεξούσιο αποτελεί αναγκαίο και διακριτικό γνώρισμα και, επομένως, δεν μπορεί να καταργηθεί (II, 1, 2). Έχουμε ήδη επισημάνει ότι το τέλος του κόσμου —ή, ακριβέστερα, της διαδοχής πολλών κόσμων— παρουσιάζεται από τον Ωριγένη ως επιστροφή των λογικών κτισμάτων στην αρχική τους ενότητα μέσα στο αγαθό και ως αποκατάσταση της αρχικής καταστάσεως και αξιοπρέπειάς τους. Τότε ο Θεός θα είναι επιτέλους «τὰ πάντα ἐν πᾶσιν»: I, 6, 1· III, 5, 6-7.
Αλλά ακόμη και σε αυτή την κατάσταση τα κτίσματα θα διατηρήσουν την ελευθερία του θέλειν και του ενεργείν. Επομένως, ο Ωριγένης δεν μπορεί να αποκλείσει τη δυνατότητα να απομακρυνθούν και πάλι από το θείο αγαθό, να εκπέσουν στο κακό και να δώσουν έτσι νέα αρχή στη μακρά και πολύμορφη πορεία μιας νέας σειράς κόσμων. Πράγματι, προβάλλει επανειλημμένα αυτή τη δυνατότητα: II, 3, 3· III, 6, 3· IV, 4, 8· πάντοτε σε συνάρτηση με την πλατωνικής εμπνεύσεως διδασκαλία περί της τελικής διαλύσεως της ύλης και της ασωματότητας των λογικών κτισμάτων⁴¹.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη παραχώρηση του Ωριγένη στην επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας· μια παραχώρηση ικανή να αλλοιώσει τη γραμμική αντίληψη του χρόνου, η οποία χαρακτηρίζει τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, προς όφελος μιας αιώνιας κυκλικής επιστροφής, μέσα στην οποία το ἐφάπαξ της θυσίας του Χριστού φαίνεται να χάνει την αξία και τη σημασία του ως αποφασιστικού γεγονότος της ιστορίας του κόσμου⁴².
Για να εκτιμηθεί όμως σωστά η θέση αυτής της αντιλήψεως στη σκέψη του Ωριγένη και στη χριστιανική σημασία της, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτή προβάλλεται μόνο ως υπόθεση και σε συνάρτηση με μια διδασκαλία —την τελική ασωματότητα των λογικών κτισμάτων— η οποία παρουσιάζεται ως δυνατότητα και όχι ως βεβαιότητα. Γι’ αυτό δεν πρέπει να υπερβάλλουμε ως προς τη σημασία της, παρουσιάζοντάς την ως αναπόφευκτη και αναγκαία συνέπεια των θεμελιωδών προϋποθέσεων της ωριγενικής κοσμολογίας, η οποία στηρίζεται στην ελευθερία των κτισμάτων.
Δεν είναι ορθό να απαιτούμε από έναν συγγραφέα μεγαλύτερη συνέπεια από εκείνη που ο ίδιος επιδεικνύει. Στον Ωριγένη συναντούμε επίσης διατυπώσεις που αποκλείουν περισσότερο ή λιγότερο σαφώς την απομάκρυνση από τον Θεό μετά το τέλος: Hom. Ez., 4, 8· Comm. in Io., X, 42 (26)· Comm. in Matth., XIII, 1· De Pr., III, 6, 6.
Στο Comm. in Rom., V, 10, ο Ωριγένης εξηγεί ακριβώς με ποιον τρόπο, κατά το τέλος, το αυτεξούσιο δεν θα είναι πλέον σε θέση να προκαλέσει νέες πτώσεις, επειδή θα έχει νικηθεί από την αγάπη του Θεού. Πρόκειται για συλλογισμό υπερβολικά βαθύ, ώστε να μπορεί να αποδοθεί στην παρεμβατική και διορθωτική δραστηριότητα του Ρουφίνου. Με αυτή την έννοια, προσφέρεται σε κάθε κτίσμα η δυνατότητα να προσκολληθεί στον Λόγο, κατά μίμηση της ψυχής του Χριστού (II, 6, 7), έτσι ώστε να παραμένει μέσα σε Αυτόν αμετάβλητα.
Ο κόσμος⁴³ ενδιαφέρει τον Ωριγένη ως ο τόπος στον οποίο εκτυλίσσεται η πολύμορφη πορεία των λογικών κτισμάτων και ως το μέσο που έχει οριστεί από τη θεία πρόνοια για τη σταδιακή κάθαρση και αποκατάστασή τους. Αντίθετα, δεν εκδηλώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη δομή αυτού του κόσμου και τις επιμέρους διαρθρώσεις του. Έτσι, σχετικά με το θέμα αυτό διαβάζουμε μόνο σποραδικές εξηγήσεις —η εκτενέστερη βρίσκεται στο II, 3—, οι οποίες ποτέ δεν αποτελούν αυτοσκοπό και των οποίων η πλήρης κατανόηση δυσχεραίνεται από διάφορες αλληλεπικαλύψεις. Ωστόσο, στα Περὶ ἀρχῶν μπορούν να διακριθούν τα ακόλουθα ουσιώδη σημεία.
Ο κόσμος διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα —ουρανός, γη και κάτω κόσμος—, τα οποία είναι τοποθετημένα σε κατιούσα τάξη: IV, 3, 8-12. Ο Ωριγένης όμως τείνει μερικές φορές να αποδίδει στους όρους αυτούς μόνο σχετική αξία: IV, 3, 10· Comm. in Io., XIX, 20 (5). Παράλληλα, η αλληλεπικάλυψη πραγματικών και συμβολικών σημασιών —η γη, για παράδειγμα, ως σύμβολο του ουρανού— περιπλέκει ακόμη περισσότερο τις διαφορετικές υποδιαιρέσεις που πρέπει να φανταστούμε στο εσωτερικό καθεμιάς από τις τρεις περιοχές: IV, 3, 10 και σημείωση.
Ο Ωριγένης λέει ελάχιστα ή και τίποτε για τον Άδη⁴⁴· λέει κάπως περισσότερα για τη διάκριση μεταξύ γης και ουρανού. Γνωρίζει την παραδοσιακή διάκριση των επτά ουρανών, την αναφέρει όμως χωρίς να την υιοθετεί (II, 3, 6). Αλλού μάλιστα την απορρίπτει ως στερούμενη βιβλικής θεμελιώσεως και προτιμά, λόγω της αυθεντίας του Παύλου, τη διάκριση σε τρεις ουρανούς· πρβλ. τη σημείωση στο αντίστοιχο χωρίο.
Για τον Ωριγένη όμως ουσιώδης είναι η —εν σπέρματι γνωστική— διάκριση (Exc. ex Theod., 50) μεταξύ της αληθινής γης του Γεν. 1,1 και της ξηράς του Γεν. 1,10, καθώς και μεταξύ του ουρανού του Γεν. 1,1 και του στερεώματος του Γεν. 1,8. Διαρθρώνει τη διάκριση αυτή υποστηρίζοντας ότι η αληθινή γη και ο ουρανός βρίσκονται πάνω από την ξηρά και το στερέωμα, σύμφωνα με την ακόλουθη ανιούσα τάξη:
ξηρά – στερέωμα – αληθινή γη – ουρανός
II, 3, 6-7· III, 6, 8.
Στην αληθινή γη και στον ουρανό βρίσκεται η κατοικία των μακαρίων. Η αληθινή γη αποτελεί μόνο προσωρινή κατοικία, μέσα στην οποία οι ήδη καθαρμένες ψυχές θα ολοκληρώσουν και θα τελειοποιήσουν την κατάστασή τους, μέχρι να αξιωθούν την οριστική κατοικία του ουρανού: II, 3, 7⁴⁵.
Η διάκριση μεταξύ ξηράς και γης, καθώς και μεταξύ στερεώματος και ουρανού, υπογραμμίζεται έντονα από τον Ωριγένη στα παραπάνω χωρία. Με αντιγνωστική όμως πρόθεση φροντίζει να μην την οξύνει σε τέτοιον βαθμό, ώστε να προκύψουν δύο κόσμοι διακριτοί naturaliter, δηλαδή εκ φύσεως, και ασυμφιλίωτοι μεταξύ τους⁴⁶. Υπό αυτή την έννοια, προτιμά να κάνει λόγο για έναν ενιαίο κόσμο διακεκριμένο σε δύο μέρη: II, 3, 6.
Η συνέχεια μεταξύ των δύο μερών υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι η αληθινή γη και ο ουρανός τοποθετούνται πάνω από τον ουρανό των απλανών αστέρων, στη μυστηριώδη ἀντιζώνη, η οποία θα παραμείνει άφθαρτη όταν ολόκληρος ο κατώτερος κόσμος —από τον ουρανό των απλανών αστέρων και κάτω— θα διαλυθεί κατά την τελική αποκατάσταση· πρβλ. II, 3, 7 και τη σχετική σημείωση.
Η αντίληψη ολόκληρου του σύμπαντος ως χωρικού συνεχούς φαίνεται να προϋποθέτει μια θεμελιώδη ομοιογένεια μεταξύ των μερών του και, επομένως, τη σωματικότητα ακόμη και της αληθινής γης και του ουρανού. Στα Περὶ ἀρχῶν ο Ωριγένης φαίνεται να προσανατολίζεται προς αυτή την κατεύθυνση, ιδιαίτερα στο II, 3, 6, όπου, με βάση το Β΄ Κορ. 4,18, διακρίνει μεταξύ των ea quae non videntur —τὰ μὴ βλεπόμενα— και των invisibilia —ἀόρατα.
Ασώματες —ἀσώματα— είναι μόνο οι αόρατες πραγματικότητες. Αντίθετα, όσα δεν βλέπονται έχουν από τη φύση τους τη δυνατότητα να γίνουν ορατά —είναι δηλαδή σωματικά— και απλώς προς το παρόν δεν γίνονται αντιληπτά από εκείνους στους οποίους έχουν υποσχεθεί. Σε αυτή τη δεύτερη τάξη πραγματικοτήτων ανήκει η ουράνια κατοικία των μακαρίων.
Στο σημείο αυτό, όμως, ο Ωριγένης δεν παραμένει απολύτως σταθερός. Ήδη στο II, 11, 7 οι μακάριοι ανυψώνονται από τα ea quae non videntur προς τα invisibilia. Στο Comm. in Io., XIX, 22 (5), πάλι, δεν γίνεται διάκριση μεταξύ του κόσμου που δεν βλέπεται —μὴ βλεπόμενος—, του αόρατου —ἀόρατος— και του νοητού —νοητός—, ενώ πρόκειται για τον κόσμο που έχει υποσχεθεί στους μακαρίους⁴⁷.
Από την άλλη πλευρά, η συνέχεια και η ομοιογένεια μεταξύ της ξηράς και της αληθινής γης προϋποτίθεται στο Hom. XXXVI in Ps., 5, 4. Εκεί γίνεται λόγος για την αληθινή γη και τον ουρανό ως τοποθετημένα πάνω από την ξηρά και το στερέωμα, έτσι ώστε η επάνω επιφάνεια —dorsum— του στερεώματος να αποτελεί την αληθινή γη του ανώτερου ουρανού.
Σε τελική ανάλυση, διακρίνουμε εδώ την αντανάκλαση της αβεβαιότητας η οποία, όπως είδαμε, χαρακτηρίζει τη σκέψη του Ωριγένη σχετικά με την τελική κατάσταση των μακαρίων. Η τελική κατάσταση ασωματότητας προϋποθέτει την ασωματότητα της ουράνιας κατοικίας. Αντίθετα, η ουράνια κατοικία τείνει να νοείται ως σωματική εκεί όπου η τελική κατάσταση των ψυχών συνδέεται μονίμως με τη σωματικότητα. Πρβλ., σε αντιθετική μεταξύ τους κατεύθυνση, II, 3, 6 κ.ε. και II, 11, 7, όπου είναι εμφανής η σύνδεση της σωματικότητας ή ασωματότητας των μακαρίων με τη σωματικότητα ή ασωματότητα της ουράνιας κατοικίας.
Η ψυχή
Σημειώσεις:
39. Ας σημειωθεί η πλήρης αντιστοιχία μεταξύ του I, 3, 3 και του Comm. in Io., I, 17 (18), ως προς την αναφορά στον Ποιμένα του Ερμά.
40. Για να εκτιμηθεί σωστά αυτή η ωριγενική αντίληψη, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, για μια πλατωνική νοοτροπία, ο κόσμος των ιδεατών μορφών ήταν απολύτως πραγματικός. Στην ίδια γραμμή σκέψης, στο Comm. in Io., XIX, 22 (5), ο Λόγος ορίζεται ως κόσμος πολλαπλός και ποικίλος.
41. Πρβλ. επίσης C. Cels., IV, 69. Με βάση αυτή την αντίληψη, ο Ωριγένης υποστηρίζει ότι η ύλη υπάρχει per intervalla, δηλαδή κατά διαστήματα: κάθε φορά που οι κινήσεις των λογικών κτισμάτων καθιστούν αναγκαία την παρουσία της και τη δημιουργία της από τον Θεό.
42. Το αποφασιστικό νόημα της μοναδικής θυσίας του Χριστού έχει, πάντως, όπως είδαμε, υπογραμμιστεί σαφώς στο II, 3, 5.
43. Δηλαδή ο σημερινός μας κόσμος, ο οποίος σε κάθε μέρος του προκύπτει από τις διαφορετικές κινήσεις των λογικών κτισμάτων.
44. Πρέπει να προστεθεί ότι ο Ωριγένης τοποθετεί τους δαίμονες σε διαφορετικές —δηλαδή χαμηλότερες— περιοχές του ουρανού από εκείνες στις οποίες κατοικούν οι μακάριοι, δηλαδή οι άγγελοι. Οι δαίμονες, ωστόσο, δρουν και μέσα στον επίγειο κόσμο, βλάπτοντας τους ανθρώπους: IV, 3, 9· III, 2 passim· I, 6, 3.
45. Εφόσον η αληθινή γη αποτελεί την τελική κατοικία, υπήρξε επίσης και η αρχική κατοικία, δηλαδή ο επίγειος Παράδεισος. Με αυτή την έννοια πρέπει να κατανοηθούν διάφορες σχετικές διατυπώσεις του Ωριγένη. Εξαίρεση αποτελεί το II, 11, 6, όπου ο Παράδεισος τοποθετείται επάνω σε αυτή τη γη, δηλαδή στην ξηρά. Πρόκειται όμως για ένα χωρίο στο οποίο ο Ωριγένης δεν λαμβάνει υπόψη τη διάκριση μεταξύ ξηράς και αληθινής γης, την οποία υπογραμμίζει τόσο έντονα αλλού· πρβλ. τη σημείωση στο αντίστοιχο χωρίο.
46. Δηλαδή ο θείος κόσμος του πληρώματος και ο κόσμος της ύλης, ο οποίος παράγεται από την υποβάθμιση και την αμαρτία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου