Συνέχεια από Τρίτη 13. Οκτωβρίου 2026
Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 17
Του Martin Heidegger
Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της
Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας
β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση
§ 23. Σχηματισμός και υπαγωγή (Schematismus und Subsumtion)
Στα προηγούμενα, η καντιανή διδασκαλία για τον σχηματισμό των καθαρών εννοιών της διάνοιας ερμηνεύτηκε σκόπιμα με αποκλειστικό προσανατολισμό προς το εσώτατο συμβάν της υπέρβασης. Ωστόσο, κατά τη θεμελίωση της μεταφυσικής, ο Kant δεν ακολουθεί μόνο την πορεία της προβληματικής που ανακύπτει εκ νέου σε κάθε βήμα, αλλά, ακριβώς κατά την πρώτη εισαγωγή των αποφασιστικών μερών της διδασκαλίας του, προσκολλάται αρχικά σε όσο το δυνατόν πιο οικείες διατυπώσεις, οι οποίες προορίζονται να οδηγήσουν προσωρινά προς το πρόβλημα. Έτσι, η υπερβατολογική παραγωγή ξεκίνησε από τη δικαστική διένεξη στο εσωτερικό της παραδοσιακής μεταφυσικής. Η διένεξη αυτή κρίνεται με την απόδειξη ότι οι νοητικές έννοιες πρέπει να είναι κατηγορίες, δηλαδή ότι, ως προς την ουσία τους, πρέπει να ανήκουν στην ίδια την υπέρβαση, εφόσον πρόκειται να μπορούν να προσδιορίζουν a priori το εμπειρικά προσιτό ον. Έτσι όμως καθορίζεται συγχρόνως και ο όρος της «χρήσης» αυτών των εννοιών.
Η χρήση εννοιών σημαίνει γενικά: την εφαρμογή τους σε αντικείμενα ή, αν το δούμε από την πλευρά των αντικειμένων, την υπαγωγή τους «υπό» έννοιες. Στη γλώσσα της παραδοσιακής λογικής, αυτή η χρήση των εννοιών ονομάζεται υπαγωγή. Η a priori χρήση των καθαρών εννοιών ως υπερβατολογικών προσδιορισμών του χρόνου, δηλαδή η επιτέλεση καθαρής γνώσης, σημαίνει: το συμβάν του σχηματισμού. Από αυτή την άποψη, το πρόβλημα του σχηματισμού μπορεί πράγματι, σε μια πρώτη προσέγγιση, να διευκρινιστεί πολύ καλά με οδηγό την υπαγωγή. Πρέπει μόνο να προσεχθεί ότι εδώ, στην οντολογική γνώση, πρόκειται εξαρχής για οντολογικές έννοιες, επομένως και για μια ιδιότυπη, δηλαδή οντολογική «υπαγωγή».
Ο Kant, άλλωστε, δεν παρέλειψε, ήδη κατά τον πρώτο χαρακτηρισμό της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης¹⁵⁴, να επισημάνει τη θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στην «υπαγωγή σε έννοιες» —όσον αφορά τα αντικείμενα— και στην «αναγωγή σε έννοιες» —όσον αφορά την καθαρή σύνθεση της υπερβατολογικής φαντασίας. Η «αναγωγή σε έννοιες» της καθαρής σύνθεσης συντελείται στον υπερβατολογικό σχηματισμό. Αυτός «διαμορφώνει» την ενότητα που παριστάνεται στη νοητική έννοια σε ουσιώδες στοιχείο της αντικειμενικότητας που είναι προσιτή σε καθαρή θέαση. Μόνο μέσα στον υπερβατολογικό σχηματισμό συγκροτούνται για πρώτη φορά οι κατηγορίες ως κατηγορίες. Αν όμως αυτές είναι οι γνήσιες «πρωταρχικές έννοιες», τότε ο υπερβατολογικός σχηματισμός είναι η πρωταρχική και αυθεντική συγκρότηση εννοιών εν γένει.
Όταν, επομένως, ο Kant εισάγει το κεφάλαιο περί σχηματισμού παραπέμποντας στην υπαγωγή, θέλει με αυτό να οδηγήσει προς την υπερβατολογική υπαγωγή ως κεντρικό πρόβλημα, για να δείξει ότι μέσα στην ουσιώδη δομή της καθαρής γνώσης ανακύπτει το ερώτημα για την εσωτερική δυνατότητα της πρωταρχικής εννοιακότητας εν γένει.
Οι εμπειρικές έννοιες αντλούνται από την εμπειρία και γι’ αυτό είναι «ομοειδείς» με το περιεχόμενο του όντος που προσδιορίζουν. Η εφαρμογή τους στα αντικείμενα, δηλαδή η χρήση τους, δεν αποτελεί πρόβλημα. «Ωστόσο, οι καθαρές έννοιες της διάνοιας, σε σύγκριση με τις εμπειρικές —και μάλιστα γενικά με τις αισθητηριακές— εποπτείες, είναι εντελώς ανομοιογενείς και δεν μπορούν ποτέ να απαντηθούν σε καμία εποπτεία. Πώς είναι λοιπόν δυνατή η υπαγωγή των τελευταίων στις πρώτες, επομένως η εφαρμογή της κατηγορίας στα φαινόμενα, αφού κανείς δεν θα ισχυριστεί ότι αυτή, για παράδειγμα η αιτιότητα, μπορεί επίσης να εποπτευθεί μέσω των αισθήσεων και ότι περιέχεται στο φαινόμενο;»¹⁵⁵ Στο ερώτημα για τη δυνατή χρήση των κατηγοριών, η ίδια η ουσία τους γίνεται για πρώτη φορά πρόβλημα. Αυτές οι έννοιες μας θέτουν ενώπιον του ερωτήματος για τη δυνατότητα της «συγκρότησής» τους εν γένει. Επομένως, η αναφορά στην υπαγωγή των φαινομένων «υπό κατηγορίες» δεν αποτελεί τη διατύπωση μιας λύσης του προβλήματος, αλλά περιέχει ακριβώς το ερώτημα με ποια έννοια επιτρέπεται εδώ να γίνεται ακόμη λόγος για υπαγωγή «υπό έννοιες».
Αν εκλάβουμε την καντιανή διατύπωση του προβλήματος του σχηματισμού ως προβλήματος υπαγωγής αποκλειστικά με την έννοια μιας εισαγωγής στο πρόβλημα, τότε αυτή παρέχει μάλιστα μια ένδειξη για την κεντρικότερη πρόθεση και, επομένως, για το ουσιώδες περιεχόμενο του κεφαλαίου περί σχηματισμού.
Το να παριστάνει κανείς εννοιακά σημαίνει: να παριστάνει κάτι «καθολικά». Μαζί με τη συγκρότηση εννοιών εν γένει πρέπει να καταστεί πρόβλημα η «καθολικότητα»ᵈ της παράστασης. Αν όμως οι κατηγορίες, ως οντολογικές έννοιες, δεν είναι ομοειδείς με τα εμπειρικά αντικείμενα και τις έννοιές τους, τότε η «καθολικότητά» τους δεν μπορεί επίσης να είναι εκείνη μιας απλώς κατά βαθμό ανώτερης βαθμίδας καθολικότητας ενός ανώτερου ή ανώτατου οντικού «γένους». Ποιον χαρακτήρα «γενικότητας» έχει η καθολικότητα των οντολογικών, δηλαδή των μεταφυσικών εννοιών; Αυτό όμως δεν είναι παρά το ερώτημα: τι σημαίνει το «generalis» στον χαρακτηρισμό της οντολογίας ως Metaphysica generalis; Το πρόβλημα του σχηματισμού των καθαρών εννοιών της διάνοιας είναι το ερώτημα για την εσώτατη ουσία της οντολογικής γνώσης.
Έτσι γίνεται ολοφάνερο: αν ο Kant θέτει στο κεφάλαιο περί σχηματισμού το πρόβλημα της εννοιακότητας των πρωταρχικών εννοιών και το επιλύει προσδιορίζοντας την ουσία αυτών των εννοιών ως υπερβατολογικών σχημάτων, τότε η διδασκαλία για τον σχηματισμό των καθαρών εννοιών της διάνοιας αποτελεί το αποφασιστικό στάδιο της θεμελίωσης της Metaphysica generalis.
Ο προσανατολισμός προς την ιδέα της υπαγωγής έχει κάποια δικαιολογημένη βάση ως πρώτη διευκρίνιση του προβλήματος του υπερβατολογικού σχηματισμού. Τότε όμως ο Kant δικαιούται επίσης να αντλήσει από αυτήν ήδη ένα προσχέδιο της δυνατής λύσης του προβλήματος και να χαρακτηρίσει προσωρινά την ιδέα του υπερβατολογικού σχηματισμού με αφετηρία την υπαγωγή. Αν η καθαρή έννοια της διάνοιας είναι εντελώς ανομοιογενής προς τα φαινόμενα, αλλά παρ’ όλα αυτά πρέπει να τα προσδιορίζει, τότε πρέπει να υπάρχει κάτι διαμεσολαβητικό που να γεφυρώνει την ανομοιογένεια. «Αυτή η διαμεσολαβητική παράσταση πρέπει να είναι καθαρή (χωρίς κανένα εμπειρικό στοιχείο) και ωστόσο, αφενός, νοητική και, αφετέρου, αισθητηριακή. Μια τέτοια παράσταση είναι το υπερβατολογικό σχήμα».¹⁵⁰ «Επομένως, η εφαρμογή της κατηγορίας στα φαινόμενα θα είναι δυνατή μέσω του υπερβατολογικού προσδιορισμού του χρόνου, ο οποίος, ως σχήμα των εννοιών της διάνοιας, διαμεσολαβεί την υπαγωγή των τελευταίων στην πρώτη».¹⁵⁷
Έτσι, ακριβώς στην αμεσότερη και εξωτερική μορφή του προβλήματος του σχηματισμού ως ερωτήματος περί υπαγωγής φανερώνεται η εσώτατη σημασία του υπερβατολογικού σχηματισμού. Δεν υπάρχει η παραμικρή αφορμή να διαμαρτύρεται κανείς ξανά και ξανά για έλλειψη ενότητας και σύγχυση στο κεφάλαιο περί σχηματισμού. Αν υπάρχει κάτι στην Κριτική του καθαρού λόγου που να είναι διαρθρωμένο με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και μετρημένο σε κάθε του λέξη, αυτό ισχύει για τούτο το κεντρικό τμήμα ολόκληρου του έργου. Λόγω της σημασίας του, ας καταστεί ρητά εμφανής η διάρθρωσή του:
Η εισαγωγή του προβλήματος του σχηματισμού με οδηγό την παραδοσιακή ιδέα της υπαγωγής (A 137, B 176–A 140, B 179: «Το σχήμα είναι καθαυτό…»).
Η προπαρασκευαστική ανάλυση της δομής του σχήματος εν γένει και ο σχηματισμός των εμπειρικών και μαθηματικών εννοιών (έως A 142, B 181: «Αντίθετα, το σχήμα μιας καθαρής έννοιας της διάνοιας…»).
Η ανάλυση του υπερβατολογικού σχήματος εν γένει (έως A 142, B 182: «Η καθαρή εικόνα όλων των μεγεθών…»).
Η ερμηνεία των επιμέρους υπερβατολογικών σχημάτων με οδηγό τον πίνακα των κατηγοριών (έως A 145, B 184: «Από όλα αυτά βλέπει κανείς τώρα…»).
Ο χαρακτηρισμός των τεσσάρων τάξεων των κατηγοριών σε σχέση με τις αντίστοιχες τέσσερις δυνατότητες καθαρής απεικόνισης του χρόνου (έως A 154, B 186: «Από αυτό καθίσταται τώρα φανερό…»).
Ο προσδιορισμός του υπερβατολογικού σχηματισμού ως της «αληθινής και μοναδικής προϋπόθεσης» της υπέρβασης (έως A 146, B 185: «Ωστόσο, γίνεται επίσης φανερό…»).
Η κριτική εφαρμογή του προσδιορισμού της ουσίας των κατηγοριών που θεμελιώθηκε μέσω του σχηματισμού (έως το τέλος της ενότητας).
Το κεφάλαιο περί σχηματισμού δεν είναι «συγκεχυμένο», αλλά είναι δομημένο με ασύγκριτη διαφάνεια. Το κεφάλαιο περί σχηματισμού δεν «προκαλεί σύγχυση», αλλά οδηγεί με πρωτοφανή σιγουριά στον πυρήνα ολόκληρης της προβληματικής της Κριτικής του καθαρού λόγου. Όλα αυτά, βέβαια, γίνονται ορατά μόνο όταν η περατότητα της υπέρβασης έχει κατανοηθεί ως θεμέλιο της εσωτερικής δυνατότητας —και αυτό σημαίνει εδώ: της αναγκαιότητας— της μεταφυσικής, έτσι ώστε η ερμηνεία να μπορεί να στηριχθεί σε αυτό το θεμέλιο.
Ωστόσο, ο Kant γράφει ακόμη και στα τελευταία του χρόνια (1797): «Γενικά, ο σχηματισμός είναι ένα από τα δυσκολότερα σημεία. Ακόμη και ο κ. Beck δεν μπορεί να βγάλει άκρη με αυτόν. Θεωρώ τούτο το κεφάλαιο ένα από τα σημαντικότερα».¹⁵⁸
Το πέμπτο στάδιο της θεμελίωσης
Ο πλήρης προσδιορισμός της ουσίας της οντολογικής γνώσης
Στο προηγούμενο στάδιο, με τον υπερβατολογικό σχηματισμό, επιτεύχθηκε το θεμέλιο της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής σύνθεσης και, επομένως, ο στόχος της θεμελίωσης. Αν τώρα προστεθεί ένα πέμπτο στάδιο, αυτό δεν μπορεί πλέον να προωθήσει περαιτέρω τη θεμελίωση, αλλά οφείλει να κατακτήσει ρητά το θεμέλιο που έχει αποκτηθεί ως τέτοιο, δηλαδή ενόψει μιας δυνατής οικοδόμησης.
Εδώ πρέπει να οικειοποιηθούμε, στην ενότητά τους, τα στάδια που διανύθηκαν, όχι με την έννοια μιας εκ των υστέρων άθροισης, αλλά με τον τρόπο ενός αυτοτελούς, πλήρους προσδιορισμού της ουσίας της οντολογικής γνώσης. Ο Kant διατυπώνει αυτόν τον αποφασιστικό προσδιορισμό της ουσίας στην «ανώτατη αρχή όλων των συνθετικών κρίσεων».¹⁵⁹ Αν όμως η οντολογική γνώση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πρωταρχική συγκρότηση της υπέρβασης, τότε η ανώτατη αρχή πρέπει να περιέχει τον κεντρικότερο προσδιορισμό της ουσίας της υπέρβασης. Το ότι πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα θα δειχθεί τώρα. Πάνω στο έδαφος που κατακτάται με αυτόν τον τρόπο διανοίγεται κατόπιν η προοπτική των περαιτέρω καθηκόντων και συνεπειών της καντιανής θεμελίωσης της Metaphysica generalis.
§ 24. Η ανώτατη συνθετική αρχή ως ο πλήρης προσδιορισμός της ουσίας της υπέρβασης
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της
Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας
β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση
§ 23. Σχηματισμός και υπαγωγή (Schematismus und Subsumtion)
Στα προηγούμενα, η καντιανή διδασκαλία για τον σχηματισμό των καθαρών εννοιών της διάνοιας ερμηνεύτηκε σκόπιμα με αποκλειστικό προσανατολισμό προς το εσώτατο συμβάν της υπέρβασης. Ωστόσο, κατά τη θεμελίωση της μεταφυσικής, ο Kant δεν ακολουθεί μόνο την πορεία της προβληματικής που ανακύπτει εκ νέου σε κάθε βήμα, αλλά, ακριβώς κατά την πρώτη εισαγωγή των αποφασιστικών μερών της διδασκαλίας του, προσκολλάται αρχικά σε όσο το δυνατόν πιο οικείες διατυπώσεις, οι οποίες προορίζονται να οδηγήσουν προσωρινά προς το πρόβλημα. Έτσι, η υπερβατολογική παραγωγή ξεκίνησε από τη δικαστική διένεξη στο εσωτερικό της παραδοσιακής μεταφυσικής. Η διένεξη αυτή κρίνεται με την απόδειξη ότι οι νοητικές έννοιες πρέπει να είναι κατηγορίες, δηλαδή ότι, ως προς την ουσία τους, πρέπει να ανήκουν στην ίδια την υπέρβαση, εφόσον πρόκειται να μπορούν να προσδιορίζουν a priori το εμπειρικά προσιτό ον. Έτσι όμως καθορίζεται συγχρόνως και ο όρος της «χρήσης» αυτών των εννοιών.
Η χρήση εννοιών σημαίνει γενικά: την εφαρμογή τους σε αντικείμενα ή, αν το δούμε από την πλευρά των αντικειμένων, την υπαγωγή τους «υπό» έννοιες. Στη γλώσσα της παραδοσιακής λογικής, αυτή η χρήση των εννοιών ονομάζεται υπαγωγή. Η a priori χρήση των καθαρών εννοιών ως υπερβατολογικών προσδιορισμών του χρόνου, δηλαδή η επιτέλεση καθαρής γνώσης, σημαίνει: το συμβάν του σχηματισμού. Από αυτή την άποψη, το πρόβλημα του σχηματισμού μπορεί πράγματι, σε μια πρώτη προσέγγιση, να διευκρινιστεί πολύ καλά με οδηγό την υπαγωγή. Πρέπει μόνο να προσεχθεί ότι εδώ, στην οντολογική γνώση, πρόκειται εξαρχής για οντολογικές έννοιες, επομένως και για μια ιδιότυπη, δηλαδή οντολογική «υπαγωγή».
Ο Kant, άλλωστε, δεν παρέλειψε, ήδη κατά τον πρώτο χαρακτηρισμό της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης¹⁵⁴, να επισημάνει τη θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στην «υπαγωγή σε έννοιες» —όσον αφορά τα αντικείμενα— και στην «αναγωγή σε έννοιες» —όσον αφορά την καθαρή σύνθεση της υπερβατολογικής φαντασίας. Η «αναγωγή σε έννοιες» της καθαρής σύνθεσης συντελείται στον υπερβατολογικό σχηματισμό. Αυτός «διαμορφώνει» την ενότητα που παριστάνεται στη νοητική έννοια σε ουσιώδες στοιχείο της αντικειμενικότητας που είναι προσιτή σε καθαρή θέαση. Μόνο μέσα στον υπερβατολογικό σχηματισμό συγκροτούνται για πρώτη φορά οι κατηγορίες ως κατηγορίες. Αν όμως αυτές είναι οι γνήσιες «πρωταρχικές έννοιες», τότε ο υπερβατολογικός σχηματισμός είναι η πρωταρχική και αυθεντική συγκρότηση εννοιών εν γένει.
Όταν, επομένως, ο Kant εισάγει το κεφάλαιο περί σχηματισμού παραπέμποντας στην υπαγωγή, θέλει με αυτό να οδηγήσει προς την υπερβατολογική υπαγωγή ως κεντρικό πρόβλημα, για να δείξει ότι μέσα στην ουσιώδη δομή της καθαρής γνώσης ανακύπτει το ερώτημα για την εσωτερική δυνατότητα της πρωταρχικής εννοιακότητας εν γένει.
Οι εμπειρικές έννοιες αντλούνται από την εμπειρία και γι’ αυτό είναι «ομοειδείς» με το περιεχόμενο του όντος που προσδιορίζουν. Η εφαρμογή τους στα αντικείμενα, δηλαδή η χρήση τους, δεν αποτελεί πρόβλημα. «Ωστόσο, οι καθαρές έννοιες της διάνοιας, σε σύγκριση με τις εμπειρικές —και μάλιστα γενικά με τις αισθητηριακές— εποπτείες, είναι εντελώς ανομοιογενείς και δεν μπορούν ποτέ να απαντηθούν σε καμία εποπτεία. Πώς είναι λοιπόν δυνατή η υπαγωγή των τελευταίων στις πρώτες, επομένως η εφαρμογή της κατηγορίας στα φαινόμενα, αφού κανείς δεν θα ισχυριστεί ότι αυτή, για παράδειγμα η αιτιότητα, μπορεί επίσης να εποπτευθεί μέσω των αισθήσεων και ότι περιέχεται στο φαινόμενο;»¹⁵⁵ Στο ερώτημα για τη δυνατή χρήση των κατηγοριών, η ίδια η ουσία τους γίνεται για πρώτη φορά πρόβλημα. Αυτές οι έννοιες μας θέτουν ενώπιον του ερωτήματος για τη δυνατότητα της «συγκρότησής» τους εν γένει. Επομένως, η αναφορά στην υπαγωγή των φαινομένων «υπό κατηγορίες» δεν αποτελεί τη διατύπωση μιας λύσης του προβλήματος, αλλά περιέχει ακριβώς το ερώτημα με ποια έννοια επιτρέπεται εδώ να γίνεται ακόμη λόγος για υπαγωγή «υπό έννοιες».
Αν εκλάβουμε την καντιανή διατύπωση του προβλήματος του σχηματισμού ως προβλήματος υπαγωγής αποκλειστικά με την έννοια μιας εισαγωγής στο πρόβλημα, τότε αυτή παρέχει μάλιστα μια ένδειξη για την κεντρικότερη πρόθεση και, επομένως, για το ουσιώδες περιεχόμενο του κεφαλαίου περί σχηματισμού.
Το να παριστάνει κανείς εννοιακά σημαίνει: να παριστάνει κάτι «καθολικά». Μαζί με τη συγκρότηση εννοιών εν γένει πρέπει να καταστεί πρόβλημα η «καθολικότητα»ᵈ της παράστασης. Αν όμως οι κατηγορίες, ως οντολογικές έννοιες, δεν είναι ομοειδείς με τα εμπειρικά αντικείμενα και τις έννοιές τους, τότε η «καθολικότητά» τους δεν μπορεί επίσης να είναι εκείνη μιας απλώς κατά βαθμό ανώτερης βαθμίδας καθολικότητας ενός ανώτερου ή ανώτατου οντικού «γένους». Ποιον χαρακτήρα «γενικότητας» έχει η καθολικότητα των οντολογικών, δηλαδή των μεταφυσικών εννοιών; Αυτό όμως δεν είναι παρά το ερώτημα: τι σημαίνει το «generalis» στον χαρακτηρισμό της οντολογίας ως Metaphysica generalis; Το πρόβλημα του σχηματισμού των καθαρών εννοιών της διάνοιας είναι το ερώτημα για την εσώτατη ουσία της οντολογικής γνώσης.
Έτσι γίνεται ολοφάνερο: αν ο Kant θέτει στο κεφάλαιο περί σχηματισμού το πρόβλημα της εννοιακότητας των πρωταρχικών εννοιών και το επιλύει προσδιορίζοντας την ουσία αυτών των εννοιών ως υπερβατολογικών σχημάτων, τότε η διδασκαλία για τον σχηματισμό των καθαρών εννοιών της διάνοιας αποτελεί το αποφασιστικό στάδιο της θεμελίωσης της Metaphysica generalis.
Ο προσανατολισμός προς την ιδέα της υπαγωγής έχει κάποια δικαιολογημένη βάση ως πρώτη διευκρίνιση του προβλήματος του υπερβατολογικού σχηματισμού. Τότε όμως ο Kant δικαιούται επίσης να αντλήσει από αυτήν ήδη ένα προσχέδιο της δυνατής λύσης του προβλήματος και να χαρακτηρίσει προσωρινά την ιδέα του υπερβατολογικού σχηματισμού με αφετηρία την υπαγωγή. Αν η καθαρή έννοια της διάνοιας είναι εντελώς ανομοιογενής προς τα φαινόμενα, αλλά παρ’ όλα αυτά πρέπει να τα προσδιορίζει, τότε πρέπει να υπάρχει κάτι διαμεσολαβητικό που να γεφυρώνει την ανομοιογένεια. «Αυτή η διαμεσολαβητική παράσταση πρέπει να είναι καθαρή (χωρίς κανένα εμπειρικό στοιχείο) και ωστόσο, αφενός, νοητική και, αφετέρου, αισθητηριακή. Μια τέτοια παράσταση είναι το υπερβατολογικό σχήμα».¹⁵⁰ «Επομένως, η εφαρμογή της κατηγορίας στα φαινόμενα θα είναι δυνατή μέσω του υπερβατολογικού προσδιορισμού του χρόνου, ο οποίος, ως σχήμα των εννοιών της διάνοιας, διαμεσολαβεί την υπαγωγή των τελευταίων στην πρώτη».¹⁵⁷
Έτσι, ακριβώς στην αμεσότερη και εξωτερική μορφή του προβλήματος του σχηματισμού ως ερωτήματος περί υπαγωγής φανερώνεται η εσώτατη σημασία του υπερβατολογικού σχηματισμού. Δεν υπάρχει η παραμικρή αφορμή να διαμαρτύρεται κανείς ξανά και ξανά για έλλειψη ενότητας και σύγχυση στο κεφάλαιο περί σχηματισμού. Αν υπάρχει κάτι στην Κριτική του καθαρού λόγου που να είναι διαρθρωμένο με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και μετρημένο σε κάθε του λέξη, αυτό ισχύει για τούτο το κεντρικό τμήμα ολόκληρου του έργου. Λόγω της σημασίας του, ας καταστεί ρητά εμφανής η διάρθρωσή του:
Η εισαγωγή του προβλήματος του σχηματισμού με οδηγό την παραδοσιακή ιδέα της υπαγωγής (A 137, B 176–A 140, B 179: «Το σχήμα είναι καθαυτό…»).
Η προπαρασκευαστική ανάλυση της δομής του σχήματος εν γένει και ο σχηματισμός των εμπειρικών και μαθηματικών εννοιών (έως A 142, B 181: «Αντίθετα, το σχήμα μιας καθαρής έννοιας της διάνοιας…»).
Η ανάλυση του υπερβατολογικού σχήματος εν γένει (έως A 142, B 182: «Η καθαρή εικόνα όλων των μεγεθών…»).
Η ερμηνεία των επιμέρους υπερβατολογικών σχημάτων με οδηγό τον πίνακα των κατηγοριών (έως A 145, B 184: «Από όλα αυτά βλέπει κανείς τώρα…»).
Ο χαρακτηρισμός των τεσσάρων τάξεων των κατηγοριών σε σχέση με τις αντίστοιχες τέσσερις δυνατότητες καθαρής απεικόνισης του χρόνου (έως A 154, B 186: «Από αυτό καθίσταται τώρα φανερό…»).
Ο προσδιορισμός του υπερβατολογικού σχηματισμού ως της «αληθινής και μοναδικής προϋπόθεσης» της υπέρβασης (έως A 146, B 185: «Ωστόσο, γίνεται επίσης φανερό…»).
Η κριτική εφαρμογή του προσδιορισμού της ουσίας των κατηγοριών που θεμελιώθηκε μέσω του σχηματισμού (έως το τέλος της ενότητας).
Το κεφάλαιο περί σχηματισμού δεν είναι «συγκεχυμένο», αλλά είναι δομημένο με ασύγκριτη διαφάνεια. Το κεφάλαιο περί σχηματισμού δεν «προκαλεί σύγχυση», αλλά οδηγεί με πρωτοφανή σιγουριά στον πυρήνα ολόκληρης της προβληματικής της Κριτικής του καθαρού λόγου. Όλα αυτά, βέβαια, γίνονται ορατά μόνο όταν η περατότητα της υπέρβασης έχει κατανοηθεί ως θεμέλιο της εσωτερικής δυνατότητας —και αυτό σημαίνει εδώ: της αναγκαιότητας— της μεταφυσικής, έτσι ώστε η ερμηνεία να μπορεί να στηριχθεί σε αυτό το θεμέλιο.
Ωστόσο, ο Kant γράφει ακόμη και στα τελευταία του χρόνια (1797): «Γενικά, ο σχηματισμός είναι ένα από τα δυσκολότερα σημεία. Ακόμη και ο κ. Beck δεν μπορεί να βγάλει άκρη με αυτόν. Θεωρώ τούτο το κεφάλαιο ένα από τα σημαντικότερα».¹⁵⁸
Το πέμπτο στάδιο της θεμελίωσης
Ο πλήρης προσδιορισμός της ουσίας της οντολογικής γνώσης
Στο προηγούμενο στάδιο, με τον υπερβατολογικό σχηματισμό, επιτεύχθηκε το θεμέλιο της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής σύνθεσης και, επομένως, ο στόχος της θεμελίωσης. Αν τώρα προστεθεί ένα πέμπτο στάδιο, αυτό δεν μπορεί πλέον να προωθήσει περαιτέρω τη θεμελίωση, αλλά οφείλει να κατακτήσει ρητά το θεμέλιο που έχει αποκτηθεί ως τέτοιο, δηλαδή ενόψει μιας δυνατής οικοδόμησης.
Εδώ πρέπει να οικειοποιηθούμε, στην ενότητά τους, τα στάδια που διανύθηκαν, όχι με την έννοια μιας εκ των υστέρων άθροισης, αλλά με τον τρόπο ενός αυτοτελούς, πλήρους προσδιορισμού της ουσίας της οντολογικής γνώσης. Ο Kant διατυπώνει αυτόν τον αποφασιστικό προσδιορισμό της ουσίας στην «ανώτατη αρχή όλων των συνθετικών κρίσεων».¹⁵⁹ Αν όμως η οντολογική γνώση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πρωταρχική συγκρότηση της υπέρβασης, τότε η ανώτατη αρχή πρέπει να περιέχει τον κεντρικότερο προσδιορισμό της ουσίας της υπέρβασης. Το ότι πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα θα δειχθεί τώρα. Πάνω στο έδαφος που κατακτάται με αυτόν τον τρόπο διανοίγεται κατόπιν η προοπτική των περαιτέρω καθηκόντων και συνεπειών της καντιανής θεμελίωσης της Metaphysica generalis.
§ 24. Η ανώτατη συνθετική αρχή ως ο πλήρης προσδιορισμός της ουσίας της υπέρβασης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου