Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 16 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Δευτέρα 28. Σεπτεμβρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 16

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 22. Ο υπερβατολογικός σχηματισμός

Από τον γενικό χαρακτηρισμό του σχηματισμού ως ιδιαίτερου είδους αισθητοποίησης προέκυψε ότι ο σχηματισμός ανήκει αναγκαστικά στην υπέρβαση. Από την άλλη πλευρά, ο χαρακτηρισμός της πλήρους δομής της οντολογικής γνώσης, η οποία είναι αναγκαστικά εποπτεία, οδήγησε στη διαπίστωση ότι στην υπέρβαση ανήκει αναγκαστικά η αισθητοποίηση, και μάλιστα μια καθαρή αισθητοποίηση.

Υποστηρίχθηκε ότι αυτή η καθαρή αισθητοποίηση συντελείται ως σχηματισμός. Η θέση αυτή πρέπει τώρα να θεμελιωθεί μέσω της απόδειξης ότι η αναγκαία καθαρή αισθητοποίηση της καθαρής διάνοιας και των εννοιών της —των notiones— επιτελείται μέσα σε έναν υπερβατολογικό σχηματισμό. Το τι είναι ο ίδιος αυτός σχηματισμός αποσαφηνίζεται με την αποκάλυψη αυτού του συμβάντος.

Η αισθητοποίηση που παράγει σχήματα αποβλέπει στο να εξασφαλίσει μια εικόνα για την έννοια. Εκείνο που νοείται μέσα στην έννοια αποκτά έτσι μια ρυθμισμένη σχέση προς μια δυνατότητα θέασης. Μέσα σε αυτή την εποπτικότητα, εκείνο που νοείται εννοιακά γίνεται για πρώτη φορά αντιληπτό. Το σχήμα μεταφέρει τον εαυτό του —δηλαδή την έννοια— σε μια εικόνα.

Οι καθαρές έννοιες της διάνοιας, οι οποίες νοούνται μέσα στο καθαρό «Εγώ σκέπτομαι», χρειάζονται μια ουσιωδώς καθαρή δυνατότητα θέασης, εφόσον εκείνο που ίσταται απέναντι μέσα στο καθαρό αφήνειν-να-ίσταται-απέναντι πρέπει να μπορεί να γίνεται αντιληπτό ως κάτι που στέκεται απέναντι. Οι καθαρές έννοιες πρέπει να θεμελιώνονται σε καθαρά σχήματα, τα οποία τους εξασφαλίζουν μια εικόνα.

Ο Kant όμως λέει ρητά:

«Αντίθετα, το σχήμα μιας καθαρής έννοιας του νου είναι κάτι που δεν μπορεί να μεταφερθεί σε καμία απολύτως εικόνα…»¹³⁶.

Αν όμως ανήκει στην ουσία ενός σχήματος το να μεταφέρεται σε μια εικόνα, τότε η έκφραση «εικόνα» στην παραπάνω πρόταση μπορεί να εννοεί και να αποκλείει μόνο ένα ορισμένο είδος εικόνων. Εκ των προτέρων, μπορεί να πρόκειται μόνο για σχηματικές εικόνες. Επομένως, η απόρριψη της δυνατότητας εικονοποίησης του σχήματος των καθαρών εννοιών σημαίνει αρχικά μόνο το εξής: η παραστάσιμη όψη, της οποίας ο κανόνας παράστασης παριστάνεται μέσα στο σχήμα της καθαρής έννοιας, δεν μπορεί ποτέ να αντληθεί από την περιοχή του εμπειρικά εποπτεύσιμου.

Αν «εικόνα» σημαίνει την εμπειρική όψη με την ευρύτερη έννοια, τότε το σχήμα της καθαρής έννοιας προφανώς δεν μπορεί να μεταφερθεί «σε καμία απολύτως εικόνα». Αλλά και οι όψεις που σχεδιάζει η μαθηματική κατασκευή των εννοιών, ως εικόνες «μεγεθών», περιορίζονται σε μια ορισμένη περιοχή του αντικειμενικού. Ούτε σε μια τέτοια εικόνα μπορούν να μεταφερθούν οι καθαρές έννοιες ως πρωταρχικές έννοιες, εφόσον παριστάνουν τους κανόνες μέσα στους οποίους διαμορφώνεται η αντικειμενικότητα εν γένει ως ο εκ των προτέρων ορίζοντας της δυνατής συνάντησης όλων των αντικειμένων.

Στην προαναφερθείσα πρόταση, λοιπόν, η «εικόνα» σημαίνει τα είδη των σχηματικών εικόνων που αντιστοιχούν στα σχήματα των εμπειρικών και των μαθηματικών εννοιών. Το σχήμα των καθαρών εννοιών του νου δεν μπορεί να μεταφερθεί σε καμία απολύτως από αυτές τις εικόνες.

Η διασάφηση όμως της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής γνώσης στην υπερβατολογική παραγωγή έδειξε ότι οι καθαρές έννοιες, με τη μεσολάβηση της καθαρής σύνθεσης της υπερβατολογικής φαντασίας, σχετίζονται ουσιωδώς με την καθαρή εποπτεία —τον χρόνο— και αντιστρόφως. Ωστόσο, έως τώρα εξετάστηκε μόνο η ουσιώδης αναγκαιότητα της σχέσης μεταξύ της καθαρής έννοιας και του χρόνου. Αντίθετα, η εσώτατη δομή αυτής της σχέσης, ως της εσώτατης συναρμογής της υπέρβασης, δεν έχει ακόμη διασαφηνιστεί.

Ο χρόνος όμως, ως καθαρή εποπτεία, είναι εκείνο που παρέχει μια όψη πριν από κάθε εμπειρία. Η καθαρή όψη που δίνεται μέσα σε μια τέτοια καθαρή εποπτεία —για τον Kant, η καθαρή διαδοχή της ακολουθίας των «τώρα»— πρέπει επομένως να ονομαστεί καθαρή εικόνα. Και ο ίδιος ο Kant λέει στο κεφάλαιο περί σχηματισμού:

«Η καθαρή εικόνα… όλων γενικά των αντικειμένων των αισθήσεων [είναι] ο χρόνος»¹³⁷.

Το ίδιο εκφράζεται και σε ένα μεταγενέστερο, εξίσου σημαντικό χωρίο, στο οποίο ο Kant προσδιορίζει την ουσία της καθαρής έννοιας:
Η καθαρή έννοια είναι «η καθαρή έννοια, εφόσον έχει την καταγωγή της αποκλειστικά στον νου —και όχι στην καθαρή εικόνα της αισθητικότητας—»¹³⁸.

Συνεπώς, και το σχήμα της καθαρής έννοιας του νου μπορεί κάλλιστα να μεταφερθεί σε μια εικόνα, αρκεί η «εικόνα» να νοηθεί τώρα ως «καθαρή εικόνα».

Ο χρόνος, ως «καθαρή εικόνα», είναι η σχηματική εικόνα και όχι απλώς η μορφή της εποπτείας που αντιπαρατίθεται στις καθαρές έννοιες του νου. Επομένως, το σχήμα των καθαρών εννοιών έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Ως σχήμα εν γένει παριστάνει ενότητες, και μάλιστα ως κανόνες που εισάγονται σε μια δυνατή όψη. Σύμφωνα όμως με την υπερβατολογική παραγωγή, οι ενότητες που παριστάνονται στις καθαρές έννοιες σχετίζονται κατ’ ουσιώδη αναγκαιότητα με τον χρόνο. Επομένως, ο σχηματισμός των καθαρών εννοιών του νου πρέπει αναγκαστικά να τις εντάσσει κανονιστικά μέσα στον χρόνο.

Ο χρόνος όμως, όπως έδειξε η υπερβατολογική αισθητική, είναι η παράσταση ενός «μοναδικού αντικειμένου»¹³⁹.
«Οι διαφορετικοί χρόνοι είναι απλώς μέρη του ίδιου και αυτού χρόνου. Η παράσταση όμως που μπορεί να δοθεί μόνο μέσω ενός μοναδικού αντικειμένου είναι εποπτεία»¹⁴⁰.


Γι’ αυτό ο χρόνος δεν είναι μόνο η αναγκαία καθαρή εικόνα των σχημάτων των καθαρών εννοιών του νου, αλλά και η μοναδική δυνατότητα καθαρής εποπτικής εμφάνισής τους. Αυτή η μοναδική δυνατότητα εποπτικής εμφάνισης δεν φανερώνει αφ’ εαυτής τίποτε άλλο παρά πάντοτε χρόνο και χρονικά προσδιορισμένα στοιχεία.

Αν όμως η ολοκληρωμένη πολλαπλότητα των καθαρών εννοιών του νου πρόκειται να έχει την εικόνα της μέσα σε αυτή τη μοναδική δυνατότητα εποπτικής εμφάνισης, τότε αυτή η μία καθαρή εικόνα πρέπει να μπορεί να μορφοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Τα σχήματα των καθαρών εννοιών, εντασσόμενα κανονιστικά μέσα στον χρόνο ως καθαρή όψη, αποκτούν από αυτόν την εικόνα τους· και έτσι διαρθρώνουν τη μοναδική δυνατότητα καθαρής εποπτικής εμφάνισης σε μια πολλαπλότητα καθαρών εικόνων.

Με αυτόν τον τρόπο τα σχήματα των καθαρών εννοιών του νου «προσδιορίζουν» τον χρόνο. «Τα σχήματα, επομένως, δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκ των προτέρων χρονικοί προσδιορισμοί σύμφωνα με κανόνες»¹⁴¹ ή, συντομότερα, «υπερβατολογικοί χρονικοί προσδιορισμοί»¹⁴². Ως τέτοια αποτελούν «υπερβατολογικό προϊόν της φαντασίας»¹⁴³. Αυτός ο σχηματισμός διαμορφώνει εκ των προτέρων την υπέρβαση και γι’ αυτό ονομάζεται «υπερβατολογικός σχηματισμός».


Μέσα στην υπέρβαση συντελείται το άφημα του προσφερόμενου αντικειμενικού να σταθεί απέναντί μας ως αντικείμενο: η οντολογική γνώση, ως σχηματοποιούσα εποπτεία, καθιστά εκ των προτέρων ορατή —και επομένως δεκτή— την υπερβατολογική συγγένεια της ενότητας του κανόνα μέσα στην εικόνα του χρόνου.

Το υπερβατολογικό σχήμα, μέσω της καθαρής σχηματικής εικόνας του, έχει αναγκαστικά έναν εκ των προτέρων χαρακτήρα αντιστοιχίας. Επομένως, η αναλυτική ερμηνεία των επιμέρους καθαρών σχημάτων ως υπερβατολογικών χρονικών προσδιορισμών πρέπει να καταδείξει αυτόν τον χαρακτήρα που συγκροτεί την αντιστοιχία.

Ο Kant αντλεί την ολοκληρωμένη ενότητα των καθαρών εννοιών του νου από τον πίνακα των κρίσεων και, σύμφωνα με τον αντίστοιχο πίνακα των καθαρών εννοιών, δίνει τους ορισμούς των σχημάτων των επιμέρους καθαρών εννοιών του νου. Σύμφωνα με τις τέσσερις διαιρετικές βαθμίδες των κατηγοριών —ποσότητα, ποιότητα, σχέση και τροπικότητα— η καθαρή όψη του χρόνου πρέπει να παρουσιάζει τέσσερις δυνατότητες μορφοποίησης:

ως «χρονική σειρά»,
ως «χρονικό περιεχόμενο»,
ως «χρονική τάξη»,
ως «χρονικό σύνολο»¹⁴⁴.


Αυτοί οι χαρακτήρες του χρόνου δεν αναπτύσσονται συστηματικά μέσα από μια ανάλυση του ίδιου του χρόνου· αντίθετα, καθορίζονται μέσα σε αυτόν «σύμφωνα με την τάξη των κατηγοριών»¹⁴⁵.
Η ερμηνεία των επιμέρους σχημάτων αρχίζει με μια σχετικά εκτενή ανάλυση των καθαρών σχημάτων της ποσότητας, της πραγματικότητας και της υπόστασης· στη συνέχεια γίνεται ολοένα συντομότερη και καταλήγει σε απλούς ορισμούς¹⁴⁶.


Από μια ορισμένη άποψη, ο Kant δικαιούται να παρουσιάζει το ζήτημα με τόσο λακωνικό τρόπο. Διότι, αν ο υπερβατολογικός σχηματισμός προσδιορίζει την οντολογική γνώση ως προς το θεμέλιο της ουσίας της, τότε η συστηματική επεξεργασία των οντολογικών γνώσεων, κατά την παρουσίαση του συστήματος των συνθετικών αρχών a priori, πρέπει αναγκαστικά να συναντήσει τον σχηματικό χαρακτήρα τους και να αναδείξει τους αντίστοιχους υπερβατολογικούς χρονικούς προσδιορισμούς. Αυτό πράγματι συμβαίνει, έστω και μόνο μέσα σε ορισμένα όρια¹⁴⁷.

Είναι εύκολο να αντιληφθούμε το εξής: όσο πιο διαφανώς έρχεται στο φως η ουσιώδης δομή του υπερβατολογικού σχηματισμού και γενικότερα όλων όσα ανήκουν στην ολότητα της υπέρβασης, τόσο σαφέστερα εμφανίζονται οι δρόμοι που μας επιτρέπουν να προσανατολιστούμε μέσα στο σκοτάδι αυτών των πρωταρχικότατων δομών, «στα βάθη της ψυχής μας».

Βέβαια, η γενική ουσία του σχηματισμού εν γένει, και ειδικότερα του υπερβατολογικού σχηματισμού, έχει προσδιοριστεί με επαρκή σαφήνεια.
Ότι όμως είναι δυνατή μια περαιτέρω διείσδυση στο ζήτημα, το φανερώνει ο ίδιος ο Kant με την ακόλουθη παρατήρηση:
«Χωρίς τώρα να σταθούμε σε μια ξηρή και ανιαρή ανάλυση όσων απαιτούνται γενικά για τα υπερβατολογικά σχήματα των καθαρών εννοιών του νου, προτιμούμε να τα παρουσιάσουμε σύμφωνα με την τάξη των κατηγοριών και σε συνάρτηση με αυτές»¹⁴⁸.

Είναι άραγε μόνο η ξηρότητα και η ανιαρότητα του εγχειρήματος εκείνη που εμποδίζει τον Kant να προχωρήσει σε περαιτέρω ανάλυση; Η απάντηση δεν μπορεί ακόμη να δοθεί¹⁴⁹. Θα εξηγήσει επίσης γιατί στην παρούσα ερμηνεία εγκαταλείπεται η προσπάθεια μιας συγκεκριμένης ανάλυσης των καντιανών ορισμών των καθαρών σχημάτων. Για να καταστεί όμως φανερό ότι η διδασκαλία του Kant για τον υπερβατολογικό σχηματισμό δεν αποτελεί μια μπαρόκ θεωρητική κατασκευή, αλλά αντλείται από τα ίδια τα φαινόμενα, ας δοθεί μια σύντομη και αναγκαστικά αδρομερής ερμηνεία του υπερβατολογικού σχήματος μιας κατηγορίας, και συγκεκριμένα της υπόστασης.

«Το σχήμα της υπόστασης είναι η μονιμότητα του πραγματικού μέσα στον χρόνο…»¹⁵⁰.

Για την πλήρη διασάφηση του σχηματισμού αυτού του σχήματος πρέπει να ληφθεί υπόψη η «Πρώτη Αναλογία», δηλαδή η «αρχή της μονιμότητας».
Ως καθαρή έννοια, η υπόσταση σημαίνει αρχικά μόνο: το υποκείμενο θεμέλιο, εκείνο που υπόκειται —την υποστασιακότητα (Subsistenz)¹⁵¹. Το σχήμα της πρέπει να αποτελεί την παράσταση αυτού που υπόκειται ως θεμέλιο, στον βαθμό που αυτό παρουσιάζεται μέσα στην καθαρή εικόνα του χρόνου.


Ο χρόνος, ως καθαρή διαδοχή των «τώρα», είναι κάθε φορά τώρα. Σε κάθε «τώρα» είναι τώρα. Έτσι ο χρόνος φανερώνει τη σταθερότητα του ίδιου του εαυτού του. Ως τέτοιος είναι «αμετάβλητος και μόνιμος»· ο ίδιος «δεν παρέρχεται»¹⁵².

Ακριβέστερα: ο χρόνος δεν είναι κάτι μόνιμο ανάμεσα σε άλλα μόνιμα πράγματα. Αντίθετα, ακριβώς λόγω του προαναφερθέντος ουσιώδους χαρακτηριστικού του —ότι σε κάθε «τώρα» είναι τώρα— προσφέρει την καθαρή όψη αυτού που ονομάζουμε μονιμότητα εν γένει. Ως αυτή η καθαρή εικόνα, δηλαδή ως άμεση καθαρή «όψη», παρουσιάζει μέσα στην καθαρή εποπτεία εκείνο που υπόκειται ως θεμέλιο.

Η λειτουργία αυτή της παρουσίασης γίνεται ακόμη σαφέστερη αν λάβουμε υπόψη —πράγμα που ο Kant παραλείπει εδώ— το πλήρες περιεχόμενο της καθαρής έννοιας «υπόσταση». Η υπόσταση αποτελεί κατηγορία της «σχέσης», δηλαδή της σχέσης μεταξύ υποστασιακότητας και ενύπαρξης. Σημαίνει εκείνο που υπόκειται ως θεμέλιο για κάτι που είναι προσδεδεμένο σε αυτό και ενυπάρχει σε αυτό. Ο χρόνος, λοιπόν, αποτελεί καθαρή εικόνα της έννοιας της υπόστασης μόνο εφόσον παρουσιάζει ακριβώς αυτή τη σχέση μέσα σε καθαρή εικόνα.

Ο χρόνος όμως, ως διαδοχή των «τώρα», ακριβώς επειδή, ρέοντας μέσα σε κάθε «τώρα», είναι ένα «τώρα», είναι κάθε φορά και ένα άλλο «τώρα». Ως όψη της μονιμότητας προσφέρει ταυτόχρονα την εικόνα της καθαρής μεταβολής μέσα στη μονιμότητα.

Ακόμη και αυτή η αδρομερής ερμηνεία του υπερβατολογικού σχήματος της υπόστασης —η οποία απέχει πολύ από το να μπορέσει να διεισδύσει στις πρωταρχικότερες δομές— πρέπει να δείξει το εξής: αυτό που νοείται με την καθαρή έννοια της υπόστασης μπορεί να αποκτήσει εκ των προτέρων μέσα στον χρόνο μια καθαρή εικόνα.

Με αυτόν τον τρόπο, η αντικειμενικότητα, κατά το άφημα του αντικειμένου να σταθεί απέναντί μας, καθίσταται εκ των προτέρων ορατή και αντιληπτή, εφόσον η υπόσταση ανήκει σε αυτήν ως συστατικό στοιχείο. Μέσω αυτού του σχηματισμού, η καθαρή έννοια βρίσκεται εκ των προτέρων ενώπιον του βλέμματος ως σχηματοποιημένη. Έτσι, μέσα σε αυτό το προγενέστερο βλέμμα προς την καθαρή εικόνα της μονιμότητας, μπορεί να εμφανιστεί στην εμπειρία ως τέτοιο ένα ον που παραμένει αμετάβλητο μέσα στη μεταβολή.

«Στον χρόνο, λοιπόν, ο οποίος είναι ο ίδιος αμετάβλητος και μόνιμος, αντιστοιχεί μέσα στο φαινόμενο το αμετάβλητο στο Dasein»¹⁵³ —δηλαδή στην αντικειμενικά παρούσα ύπαρξη (Vorhandensein).

Ο υπερβατολογικός σχηματισμός αποτελεί, επομένως, το θεμέλιο της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής γνώσης. Διαμορφώνει εκείνο που στέκεται απέναντί μας μέσα στο καθαρό άφημα-να-σταθεί-απέναντι, κατά τέτοιον τρόπο ώστε αυτό που παριστάνεται μέσα στην καθαρή νόηση να δίνεται αναγκαστικά και εποπτικά μέσα στην καθαρή εικόνα του χρόνου.

Επομένως, ο χρόνος είναι εκείνος που, ως αυτό που παρέχει εκ των προτέρων, προσδίδει εξαρχής στον ορίζοντα της υπέρβασης τον χαρακτήρα μιας αντιληπτής προσφοράς. Και όχι μόνο αυτό. Ως η μοναδική καθαρή και καθολική εικόνα, προσδίδει στον ορίζοντα της υπέρβασης μια εκ των προτέρων περιεκτική ενότητα.

Αυτός ο ένας και καθαρός οντολογικός ορίζοντας αποτελεί την προϋπόθεση της δυνατότητας ώστε το ον που δίνεται μέσα του να μπορεί κάθε φορά να διαθέτει τον έναν ή τον άλλον ιδιαίτερο και ανοικτό οντικό ορίζοντα. Ο χρόνος όμως δεν προσφέρει στην υπέρβαση μόνο την εκ των προτέρων ενιαία συνοχή της. Ως εκείνο που δίνεται καθαρά και απολύτως, παρέχει γενικά κάτι σαν συγκράτηση και όριο. Καθιστά αντιληπτό σε ένα πεπερασμένο ον εκείνο το «απέναντι» της αντικειμενικότητας, το οποίο ανήκει στην περατότητα της υπερβαίνουσας στροφής προς τα όντα.

§ 23. Σχηματισμός και υπαγωγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: