Σύνορο, τχ. 38 (Ιούνιος–Αύγουστος 1966), σσ. 98–107
Η απόφαση De Oecumenismo και ό ἐθνικισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας
ΧΡ. ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Ἡ ἀπόφαση «De Oecumenismo» τῆς δεύτερης Βατικανῆς συνόδου προϋποθέτει τη διάκριση τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ὡς τῆς μιᾶς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τις Ἐκκλησίες τῶν «ἀποσχισμένων ἀδελφῶν» (fratrum seiunctorum). Οἱ ὀρθόδοξες κριτικές ἐπεσήμαναν τη διάκριση, ὡς τη βασικὴν ἀδυναμία τῆς συνοδικῆς ἀπόφασης.
Παράλληλα, ωστόσο, ἡ ἀπόφαση ἐμφανίζει μια πρωτοτυπία ριζοσπαστική: Για πρώτη φορὰ τὸ θέμα τῆς καθολικότητας τίθεται σε μια διπλή βάση, θεολογικὴ καὶ ἱστορική. Ὁ «ἐπαναστατικός» χαρακτήρας τῆς συνοδικῆς ἀπόφασης” έγκειται στο γεγονός ότι ἡ Βατικανή σύνοδος άναγνωρίζει μὲ αὐτὴ τὴ θεολογική θεμελίωση τῆς καθολικότητας καὶ ἀποστολικότητας τῶν ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι θεωρεῖ κοινὴ τὴ θεολογική βάση τῆς καθολικότητας τόσο τῆς ρωμαϊκῆς ὅσο καὶ τῶν ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν. Ἡ ἀναγνώριση δὲν τεκμηριώνεται μὲ μόνη τὴν ἀναφορὰ στην ἀποστολική διαδοχὴ καὶ στὸ κῦρος τῶν μυστηρίων, δὲν εἶναι μια «τυπική» μόνο ἀναγνώριση. Ἡ συνοδική ἀπόφαση βεβαιώνει ὅτι ὁλόκληρη ή θεολογική, λειτουργική καὶ πνευματική παράδοση τῆς ὀρθόδοξης ᾿Ανατολῆς εἶναι ἀπαραίτητη, ὅσο καὶ ἡ ἀντίστοιχη παράδοση τῆς Δύσης, γιὰ τὴν πληρότητα τῆς θεολογικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας. Παρά τη διαφορὰ τῶν σχημάτων καὶ τῆς νοοτροπίας, οἱ δυό παραδόσεις ἀλληλοσυμπληρώνονται καὶ ὁρίζουν τὴν καθολικότητα καὶ ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας («ad plenam catholicitatem et apostolicitatem Ecclesiae pertinere». Κεφ. 3, § 17 - βλ. καί § 14.) Πιο συγκεκριμένα, ἡ ἀπόφαση ἀναφέρει στις ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς ᾿Ανατολῆς τη διατύπωση καὶ διαφύλαξη τῆς θεολογικῆς ἀλήθειας γιὰ τὴν «ευχαριστιακήν» ὑπόσταση τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ τὸν χαρακτήρα της ὡς «Εἰκόνος τῆς ᾿Αγίας Τριάδος». Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἐκκλησιολογική ἀντίληψη διασώζει την καθολικότητα τῶν ἐπὶ μέρους τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. (Κεφάλαιο 3, § 15: «Εἶναι σὲ ὅλους γνωστὸ μὲ πόσην ἀγάπη οἱ Χριστιανοί τῆς ᾿Ανατολῆς τελοῦν τὴ θεία λατρεία καὶ ἰδιαίτερα τὴν Εὐχαριστία, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἐχέγγυο τῆς ἐρχόμενης δόξας. Ενωμένοι οἱ πιστοὶ στὴν Εὐχαριστία μὲ τὸν ἐπίσκοπό τους ἔχουν τὴν προσαγωγή πρὸς τὸν Πατέρα διὰ τοῦ Υἱοῦ, τοῦ σαρκωθέντος Λόγου, τοῦ παθόντος καὶ δοξασθέντος, ἐν τῇ ἐκχύσει τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ ἔτσι ἐπιτυγχάνουν τὴν κοινωνία μὲ τὴν Παναγία Τριάδα, γινόμενοι «θείας κοινωνοί φύσεως» – 2 Πέτρου 1,4 –. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο οἰκοδομεῖται διὰ τῆς Εὐχαριστίας στην κάθε ἐπὶ μέρους Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ». -«Per celebrationem Eucharistiae Domini in his singulis Ecclesiis, Ecclesia Dei aedificatur et crescit».)
Στη θεολογική, επομένως, θεμελίωση τῆς καθολικότητας ὁ δεσμὸς τῶν ἐπὶ μέρους Ἐκκλησιῶν μὲ τὸν «ἀποστολικό θρόνο τῆς Ρώμης» δὲν τίθεται ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση. Είναι ἀρκετὸ τὸ γεγονός τῆς Εὐχαριστίας, μὲ κέντρο τὸν ἐπίσκοπο τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς «εἰς τύπον καὶ εἰς τόπον Χριστοῦ». ᾿Αλλὰ οὔτε καὶ οἱ διαφορές στὴν ἐρμηνεία καὶ στὴν κατανόηση τῆς ἀποκεκαλυμμένης ᾿Αλήθειας ἀναιροῦν τὴ βάση τῆς εὐχαριστιακῆς καθολικότητας, προκειμένου γιὰ τὶς δυὸ παραδόσεις -ἀνατολικὴ καὶ δυτική ποὺ ἀλληλοσυμπληρώνονται. Η συνοδική ἀπόφαση ἀποδέχεται ὅτι ώρισμένες πλευρές καὶ ἀπόψεις τῶν μυστηρίων τῆς ἀποκάλυψης κατανοήθηκαν καλύτερα στην ᾿Ανατολή, ὅπως ἄλλες κατανοήθηκαν καλύτερα στη Δύσης. Εἰδικώτερα ἐξαίρεται ἡ ὀρθόδοξη Ανατολή ὡς ἡ πηγὴ καὶ ἀφετηρία τῆς μοναστικής πνευματικότητας, ἀπὸ τὴν ὁποία προῆλθε, ἀλλὰ καὶ ἀντλεῖ πάντοτε καὶ ὁ μοναχισμός τῆς Δύσης. Οἱ πιστοὶ προτρέπονται νὰ μαθητέψουν στὸν πλοῦτο τῆς διδαχῆς τῶν ἀνατολικῶν Πατέρων, ἡ ὁποία διδαχή, ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνεται-ἀποβλέπει στὸν ἁγιασμό τοῦ όλου ἀνθρώπου ἀνθρώπου (§ $15). 15). Η θεολογική θεμελίωση τῆς καθολικότητας συνοψίζεται στη διατύπωση τῆς συνοδικῆς ἀπόφασης ὅτι «ἀρχὴ» (Principium) τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ ᾿Αγιο (Κεφ. 1,§2). Οἱ ἑρμηνευτές ἀναγνωρί ζουν σ' αὐτὴ τὴ διατύπωση τὴν Πνευματολογικὴν ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διαμορφώθηκε στην ὀρθόδοξη ᾿Ανατολής. Στὸ ἄρθρο του γιὰ τὴ σημασία τῆς συνοδικῆς ἀπόφασης De Oecumenismo, ὁ Καρδινάλιος Lercaro χαρακτηρίζει τὸν ἔμπρακτο βίο τοῦ Χριστιανοῦ τῆς ᾿Ανατολῆς ὡς «Πνευματολογικά» προσανατολισμένον. «Η πρακτική πνευματικότητα τῆς ᾿Ανατολῆς, οἰκοδομημένη πάνω στη λειτουργικὴν ἀντίληψη τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἐπενέργεια τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς λύτρωσης που πραγματοποίησε ὁ Χριστός, πρὸς τὸν Πατέρα, τὴν πηγὴ τῆς Χάρης». «᾿Απαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν εἴσοδο στη θεία ζωή, εἶναι ἡ ζωὴ ἐν ᾿Αγίῳ Πνεύματι, διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τῶν μυστηρίων». Εἶναι αὐτὴ μιὰ ἀπὸ τις χαρακτηρι στικές διατυπώσεις, ποὺ ἀναγνωρίζουν στις ὀρθόδοξες Εκκλησίες τῆς ᾿Ανατολῆς ὄχι μόνο τὸν θεωρητικό τονισμό, ἀλ λὰ καὶ τὴν ἔμπρακτη βίωση τοῦ Πνευματολογικοῦ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ πλήρωμα τοῦ λαοῦ. Ἡ προσωπική εὐσέβεια δὲν ἀναφέρεται ἁπλῶς στη συμμόρφωση πρὸς τῆς ἀπαιτήσεις τοῦ ὁρατοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ στὴ μετοχὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου στις θεουργικές Ενέργειες τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος. Ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου ἀποκαθιστᾶ τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης στὸ ἕνα σῶμα τῆς Εκκλησίας. Το "Αγιο Πνεῦμα μεταδίδει τὸ «πλήρωμα» τῆς θείας ζωῆς μὲ τρόπο «προσωπικό» σε κάθε μέλος τοῦ σώματος. Προϋπόθεση τῆς ἐνότητας καὶ κοινωνίας τῶν προσώπων εἶναι ἡ «καινὴ» ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἡ πραγματο ποίηση τῆς ἑνότητας καὶ κοινωνίας εἶναι ἔργο τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ Ἐκκλησία ἀποκαλύπτεται ὡς «εἰκόνα» καὶ φανέρωση τῆς ᾿Αγίας Τριάδος, τῆς κοινωνίας τῶν θείων Προσώπων μέσα στὴν ἑνότητα τῆς θείας Φύσης. «Το μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, λέει ὁ Καρδινάλιος Lercaro, ὄχι μόνο κατανοήθηκε στην ᾿Ανατολὴ ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ τὸ μυστήριο τῆς Τριάδος, ἀλλὰ καὶ βιώθηκε έτσι» ᾿Αντίθετα, «η Δύση δίνει τὴν προτεραιότητα στη μοναρχία τῆς Τριάδος, ἀκολουθών τας τὸν Τερτυλλιανό καϊτὸν Αὐγουστίνο».
Ἐδῶ βρισκόμαστε στην καρδιὰ τῆς διαφορᾶς τῶν ἐκκλη-σιολογικῶν ἀντιλήψεων ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσης καὶ εἶναι ἐξαι ρετικά ἐλπιδοφόρο τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀρχίζει σήμερα ἡ ἀναγνώριση καὶ «κατ᾿ ἀρχὴν» ἀποδοχὴ τῆς ἀνατολικῆς ἀντίληψης ἀπὸ τὴ Δύση. Στὴν ἱστορική πορεία τῶν δύο παραδόσεων οἱ δογματικές διαφορές τοῦ δυτικοῦ ἀπὸ τὸν ἀνατολικό Χριστιανισμό συγκλίνουν σ' αὐτὴ τὴν ἐκκλησιολογική διαφοροποίηση: Στη Δύση παραθεωρήθηκε ὁ Πνευμα-τολογικός χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ρόλος τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος στη ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τονίστηκε σχεδόν ἀποκλειστικά ὁ Χριστολογικός χαρακτήρας. Η δογματική διατύπωση «filioque» εἶναι ἕνα δείγμα τῆς θεολογικής νοοτροπίας ποὺ ὑπερύψωσε το πρόσωπο τοῦ Λόγου, προσφέροντας τη θεωρητική προϋπόθεση γιὰ νὰ ἐξαρθῆ ἡ καθολική φύση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σώματος τοῦ σαρκωθέντος Λόγου, καὶ νὰ παραθεωρηθῆ ἡ ἐμφάνιση καὶ φανέρωση τῶν ᾿Ενεργειῶν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος στὴν ἱστορία τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου. Η «οἰκοδομὴ» τοῦ προσώπου, ἡ φιλοτέχνηση τῆς προσωπικῆς μας «εἰκόνος» –τὸ ἔργο δηλαδὴ στὸ ὁποῖο συν ναντᾶται ἡ ἀνθρώπινη «ἐκλογὴ» μὲ τὴ Χάρη τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος, – ἀντικαταστάθηκε στη Δύση ἀπὸ τὸν καθολικό «προορισμό» τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ως ἔργο τοῦ ἀνθρώπου ἀπόμεινε ἡ «μίμηση» τοῦ Χριστοῦ, ἡ πρακτική καὶ συγκεκριμένη καὶ λογικά κατανοητή συμμόρφωση πρὸς τὸ ἠθικό Του παράδειγμα, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ μιὰν ἐλεγχόμενη συμμόρφωση πρὸς τῆς ἀπαιτήσεις τοῦ ὁρατοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ ἡσυχαστικές ἔριδες τοῦ 14ου αιώνα ἔδειξαν καθαρά ποῦ ὡδηγοῦσε ή «Χριστοκεντρικότητα» τῆς δυτικῆς Θεολογίας. Ἡ ἀντίληψη τοῦ ἑνὸς σώματος εἶναι προπάντων όργανωτική, ἀρθρωμένη Ιεροκρατικά, μὲ ὁρατή κεφαλὴ τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης. Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας δὲν βεβαιώνεται ἀπὸ τὸ βίωμα τοῦ λαοῦ, δὲν μαρτυρεῖται δηλαδὴ ἀπὸ τὸ "Αγιο Πνεῦμα μὲ μιὰν ἐσωτερική μαρτυρία στὴν ἱστορία τῶν προσώπων, ἀλλὰ ἔχει κριτήριο εξωτερικό, ἀντικειμενικό, τὸν ὁρισμό της ἀπὸ τὴν ὁρατή κεφαλὴ τοῦ ἑνὸς σώματος, τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς διάκρισης Οὐσίας καὶ Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δυνατότητα προσωπικῆς, δηλαδή ελεύθερης μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στις θεουργικές Ενέργειες τις ὁποῖες τὸ Πνεῦμα τὸ "Άγιο μεταδίδει, θὰ ἦταν γιὰ τὴ ρωμαϊκήν Ἐκκλησία μιὰ ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ της, δηλαδὴ τοῦ Ιεροκρατικού χαρακτήρα της, μιὰ ἐπικίνδυνη παραχώρηση στὴν ἐλευθερία τοῦ προσώπου, μιὰ ἀνατροπὴ τῆς ὁλοκληρω τικῆς ἐπιβολῆς της στη ζωή τῶν πιστῶν. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἡ θική πράξη, καθωρισμένη αὐστηρὰ ὡς τις λεπτομέρειες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, παρέμεινε ή κατ' ἐξοχὴν ὁδὸς χριστιανικῆς τελειότητας γιὰ τὴ δυτική Χριστιανωσύνη.
᾿Αλλά σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σ' ἕνα γεγονός, ποὺ φαίνεται να τοποθετῆ σε καινούργια βάση τις ἐκκλησιολογικές διαφορές τῶν δύο Θεολογιῶν. Η στροφή τῆς δυτικῆς Θεολογίας πρὸς τῆς πηγές τῆς ἀνατολικῆς παράδοσης δὲν εἶναι μιὰ ἀπλῆ «ἀναζήτηση». Καταλήγει σε συγκεκριμένες ἀντιλήψεις, χρησιμοποιεῖ ὁρολογία Παλαμική καὶ διαμορφώνει τις ἀποφάσεις τῆς δεύτερης Βατικανῆς συνόδου, δίνοντας πληρέστερες διατυπώσεις μὲ ἐπίσημα σχόλια. Είναι χαρακτηριστική ἡ σύνδεση τῆς Πνευματολογικῆς ἀρχῆς τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν εὐχαριστιακή της υπόσταση, ὅπως διατυπώ νεται ἀπὸ τὸν Καρδινάλιο Jaeger". Το ἴδιο καὶ ἡ διαπίστωση τοῦ Καρδινάλιου Lercaro γιὰ τὴν ὀργανική, βαθύτατη ενό τητα τῆς λειτουργικῆς, πνευματικῆς καὶ μοναστικῆς ζωῆς στη βάση τῆς ἀνατολικῆς παράδοσης. Ὁ πλοῦτος αὐ τῆς τῆς παράδοσης, βεβαιώνει ὁ Lercaro, θὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ ἀναπτυχθῆ μέσα στον «μονολιθισμό» τῆς λατινικῆς Δύσης. Γι' αὐτὸ καὶ μὲ κανένα τρόπο δὲν μποροῦν νὰ θεωροῦνται οἱ ἀνατολικές Εκκλησίες ὡς ἐξαρτήματα τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μόνο ὡς Ἐκκλησίες πηγές (Quell-Kirchen).
Καὶ αὐτὰ εἶναι στοιχεῖα ἀπὸ μιὰ ἐξαιρετικά περιωρισμένη ενημέρωση γιὰ τὰ σχόλια που γράφτηκαν στὴν ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. ᾿Αλλὰ καὶ μόνο αὐτὲς οἱ διατυπώσεις ὁρίζουν μιὰ κατεύθυνση που δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ ἀγνοηθῆ. Οἱ ἀποφάσεις τῆς δεύτερης Βατικανῆς συνόδου ὑποχρεώνουν τη ρωμαϊκήν Ἐκκλησία γιὰ γιὰ τὸ μέλλον, γράφει ὁ Καθηγητής Cullmann. Δόγματα, όπως τοῦ παπικοῦ πρωτείου, δὲν μποροῦν πιά νὰ τίθενται στὸ ἐπίπεδο τῶν Χριστολογικῶν καὶ Τριαδολογικῶν θεμάτων». Καὶ ἡ ὑποχρέωση ἔχει ἀσφαλῶς καὶ μιὰν οὐ σιαστικώτερη θετικήν όψη: Στὸ δυναμικό τῆς ἀνατολικῆς θεο λογικῆς παράδοσης πρέπει νὰ ζητηθοῦν οἱ συνέπειες τῆς Πνευματολογικῆς Ἐκκλησιολογίας καὶ ἀνθρωπολογίας, όχι μόνο γιὰ τὴ βελτίωση τῶν σχέσεων μὲ τὶς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀπάντηση τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας στὰ ἐρωτήματα ποὺ ἄφησε ἀναπάντητα στὸν εὐρωπαῖο ἄνθρωπο ή σχολαστική Μεταφυσική. Σ' αὐτὴ τὴν περιοχὴ ἀνοίγεται ἕνα πεδίο εὐρύτατο καὶ οὐσιαστικώτατο γιὰ τὴν προοδευτική μερίδα τῆς ρωμαιοκαθολικῆς Θεολογίας. Ίσως αὐτὴ καλεῖται νὰ ἀναπληρώση ὅ,τι ἡ ὀρθόδοξη Θεολογία ἀδυνατεῖ σήμερα νὰ προσφέρη, ἀπό λειψανδρία ἢ ἀπὸ βαθύ πνευματικό λήθαργο.
Νὰ συνοψίσουμε: Η συνοδική ἀπόφαση De Oecumenismo καὶ ἡ θεολογική κίνηση που την προκάλεσε καὶ ποὺ τὴν συμπληρώνει, θέτει τὸ θέμα τῆς καθολικότητας τῆς ρωμαϊκῆς καὶ τῶν ἀνατολικῶν ὀρθόδοξων Εκκλησιῶν σε κοινή θεολογική βάση. Εἶναι καιρός νὰ δοῦμε σε ποιάν ἱστορική βάση οἰκοδομεῖται ἡ καθολικότητα τῶν Ἐκκλησιῶν.
Ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου προβάλλεται στὴν ἀπόφαση De Oecumeuismo ὡς ἡ ἱστορικὴ βάση τῆς καθολικότητας τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας. Η Ιστορική διάρθρωση τῆς Ἐκκλησίας ἀνάγεται στὴν ἀνάθεση ἀπὸ τὸν Χριστὸ τῆς διδακτικῆς, διοικητικῆς καὶ μυστηριακῆς διακονίας στο σύλλογο τῶν δώδεκα ᾿Αποστόλων, κεφαλὴ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ Πέτρος. Διάδοχοι τῶν ᾿Αποστόλων στην τριπλή διακονία τῆς Ἐκκλη σίας εἶναι οἱ ἐπίσκοποι, ποὺ ἔχουν ὡς κεφαλὴ τὸν διάδοχο τοῦ Πέτρου ἐπίσκοπο Ρώμης (Κεφ. 1, § 2).
Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ τόπος να προστεθῆ μιὰ ἀκόμα ὀρθόδοξη κριτική άποψη γιὰ τὴν κλασσικὴ αὐτὴ θέση τῆς λατινικῆς Εκκλησίας, που καθιερώθηκε καὶ ὡς δόγμα ἀπὸ τὴν πρώτη Βατικανή σύνοδο. Εξ ἄλλου, φτάνει κανείς νὰ πιστεύη ὅτι ἡ λατινική Εκκλησία δὲν ἐνδιαφέρεται οὔτε γιὰ τὴ θεολογική οὔτε καὶ γιὰ τὴν ἱστορική νομιμότητα τοῦ παπικοῦ πρωτείου, γι' αὐτὸ καὶ ἀφήνει ἀναπάντητες οὐσιαστικές κριτικές ἀπόψεις ποὺ ἔχουν διατυπωθῆ ἀπὸ ποικίλες πλευρές. Η λατινική Εκκλησία-εἶναι φανερό -βρίσκει στὸ ἐφεύρημα τοῦ παπικού πρω τείου ἕνα εύχρηστο πρακτικό σχῆμα, πάνω στὸ ὁποῖο οίκοδομεί θεωρητικά καὶ διαρθρώνει πρακτικά τὴν καθολικότητά της. Γιατὶ εἶναι γεγονὸς ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀμφισβητήσουμε, ὅτι ὁ παποκεντρισμός διατηρεῖ τὴ ρωμαϊκή Εκκλησία σε μιὰ ἱστορικὴν ἑνότητα, πάνω ἀπὸ σύνορα ἐθνικὰ καὶ πάνω ἀπὸ φυλετικές καὶ πολιτιστικές διακρίσεις. Η λατινική Εκκλησία εἶναι σήμερα σε κάθε σημεῖο τῆς τῆς γῆς ἡ «καθολική» Ἐκκλησία, μὲ ἐνιαία ὀργανωτική διάρθρωση, με κοινές πνευματικές καὶ πρακτικές κατευθύνσεις και, στο μεγαλύτερο ποσοστό, μὲ ἐνιαῖο λειτουργικό τυπικό καί μοναχικό βίο. Τὸ ἱστορικό καὶ θεολογικό ἔρεισμα τῆς διδασκαλίας γιὰ τὸ παπικό πρωτείο παρα-μένει σαθρό, ωστόσο ἀποδεικνύεται στήριγμα πρακτικό γιὰ τὴν ἱστορικὴν ἐμφάνιση τῆς καθολικότητας τῆς ᾿Εκκλησίας. Αὐτὸς ὁ χωρισμός ἀνάμεσα στο θεολογικό περιεχόμενο μιᾶς διδασκα λίας καὶ στὴν πρακτική της σκοπιμότητα εἶναι ἀκατανόητος γιὰ ἕναν Ὀρθόδοξο, ἀφοῦ οἱ θεολογικές διατυπώσεις στην ᾿Ανατολὴ δὲν ἀφοροῦν σὲ θεωρητικά σχήματα, ἀλλὰ στὴν ἔκφραση καὶ περιφρούρηση τῆς ἐμπειρίας καὶ τοῦ βιώματος τῆς Εκκλησίας. Τονίστηκε όμως πιο πάνω ὅτι αὐτὴ ἀκριβῶς εἰ ναι ἡ βασικὴ ἐκκλησιολογική διαφορά τῆς Δύσης ἀπὸ τὴν ᾿Ανατολή: Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας δὲν βεβαιώνεται στη Δύση ἀπὸ τὸ βίωμα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἔχει κριτήριο ἀντικειμενικό, τὸν ὁρισμό της ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης. Καὶ ὁ ἀντικειμενικός αὐτός ὁρισμὸς δὲν εἶναι πάντοτε ἀνεξάρτητος ἀπὸ πρακτικές σκοπιμότητες, ἀφοῦ ἡ ὀργανωτική ἑνότητα εἶναι τὸ πρῶτο μέλημα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὑπῆρχε, ὡστόσο, μια προσδοκία ἀπὸ τὴ δεύτερη Βατικανή σύνοδο: Νὰ ἀποτελέση τὴν ἀπαρχὴ γιὰ μιὰν εἰλικρινέστερη ἀναγνώριση τῆς πρακτικῆς σκοπιμότητας τοῦ παπικοῦ πρωτείου. Θὰ ἦταν ἴσως ἡ θετικώτερη ἀντιμετώπισή του, άλλὰ καὶ ἡ εὐπρεπέστερη ερμηνεία του στο σημερινό τουλάχιστον ἄνθρωπο. Μια τέτοια ἀναγνώριση προϋποθέτει την προσπά θεια νὰ κερδηθῆ ἡ ὑπόθεση τῆς καθολικότητας στο οὐσιαστικό της περιεχόμενο, ὅπως ὁρίζεται στη θεολογική του βάση ἀπὸ τὴν ἀπόφαση De Oecumenismo. Μὲ ἄλλα λόγια, νὰ μετατεθῆ ἡ προτεραιότητα ἀπὸ τὴν ὀργανωτικὴν ἀνάγκη στη θεολογικήν ἀπαίτηση. ᾿Αλλά στην κατεύθυνση αὐτὴ ἀνέκοψε κάθε δυνα τότητα ή δογματική απόφαση περί Ἐκκλησίας (Constitutio dogmatica de Ecclesia), ποὺ ὁμολογεῖται καὶ ὡς ἡ σπουδαιότερη ἀποτυχία τῆς συνόδου1ο. Παρὰ τὴν ἐξαιρετική θεολογική προκαλλιέργεια, ἡ ρωμαϊκή Εκκλησία ἐμφανίστηκε τελικά περισσότερο εδραιωμένη στην προτεραιότητα τῶν ὀρ-γανωτικῶν καὶ ὄχι τῶν θεολογικῶν ἐκκλησιολογικῶν προϋ ποθέσεων τῆς καθολικότητάς της".
᾿Αλλὰ τὸ ἐρώτημα που τίθεται μετά τις παραπάνω δια-πιστώσεις ἀφορᾶ τις ὀρθόδοξες εκκλησίες: Ποιά εἶναι ἡ ἱστορική βάση στὴν ὁποία οἰκοδομούν σήμερα οἱ ὀρθόδοξες Εκκλησίες τὴν καθολικότητά τους;
Εἶναι, βέβαια, εὐτύχημα ὅτι στὸ χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν μποροῦμε νὰ ἀπομονώσουμε τὰ ἱστορικά σχήματα ἀπὸ τις θεολογικές τους προϋποθέσεις, δηλαδή ἀπό τή βιωματική βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας. ᾿Αλλὰ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ βιωματική βεβαιότητα, ποὺ ἐκφράζεται αὐθεντικά σὲ θεολογικούς «όρους», δηλαδή σε δόγματα, εκφράζεται καὶ σὲ συγκεκριμένα Ιστορικά σχήματα. Δὲν εἶναι τὰ σχήματα ποὺ ἐπιβάλλονται στο λαό, ἀλλὰ ἡ συνείδηση τοῦ λαοῦ ποὺ ἐπιβάλλει τὰ ἱστορικά σχή-ματα, ὡς ἔκφραση τῆς θεολογικῆς του βεβαιότητας. Ἔτσι, εἶναι γνωστό, ὅτι τὸ ἱστορικὸ σχῆμα ποὺ ἐκφράζει τὴν καθολικότητα τῶν ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν στοὺς ὀχτώ πρώτους αἰῶνες, εἶναι οἱ οἰκουμενικές σύνοδοι. Αὐτὲς ἔγιναν τὸ ὄργανο γιὰ τὴν ἱστορική διατύπωση τῆς δογματικῆς, λειτουργικῆς καὶ διοικητικῆς ἑνότητας τῶν ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν. Κανένας δὲν ἀρνεῖται ὅτι ὡς σχῆμα ἱστορικό ἐμφανί ζουν καὶ οἱ σύνοδοι οὐσιαστικές ἀδυναμίες στην «οίκουμενι κότητά» τους: Συγκαλοῦνται όλες στὸ χῶρο τοῦ βυζαντινοῦ κράτους, εἶναι ὁ βυζαντινός αὐτοκράτορας ποὺ τις συγκαλεῖ καὶ ποὺ συχνά προεδρεύει καὶ ὑπηρετοῦν φανερά τη θρησκευ τικὴν ἑνότητα τοῦ Imperii Romani. Παρ' όλα ὅμως αὐτὰ ἡ συνείδηση τοῦ λαοῦ ἀνεγνώρισε σ' αὐτὲς τὸ ὄργανο γιὰ τὴν ἔκφραση καὶ τὴ συντήρηση τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτὴ ἡ ἀναγνώριση εἶναι που καθιερώνει τις οἰκουμενικές συνόδους ὡς αὐθεντικό θεσμό.
᾿Αλλὰ τὸ ὀργανο αὐτὸ εἶναι σήμερα σὲ ἀχρηστεία. Γι' αὐτὸ καὶ ὅταν τίθεται το θέμα τῆς καθολικότητας τῶν Ἐκλησιῶν μας, οἱ Ὀρθόδοξοι προβάλλουμε ἀποκλειστικά τη θεο λογική του θεμελίωση. Σήμερα ὅμως ἡ θεολογική αὐτὴ θεμελίωση δὲν ἀποτελεῖ πιὰ πρόβλημα, μᾶς τὴν ἀναγνωρίζουν μὲ συνέπεια καὶ ἡ ρωμαιοκαθολική θεολογία καὶ οἱ ἐπίσημες διατυπώσεις της στη Βατικανή σύνοδο. Καὶ πρέπει ἔγκαιρα νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναγνώριση μᾶς προκαλεῖ στὴν ἱστορική βάση νῆς καθολικότητος τῶν Ἐκκλησιῶν μας. Γιατὶ ἐκεῖ ἐμβανιζόμαστε δίχως ἀπάντηση. Μοναδική ἀπάντηση εἶναι ἡή θλιβερή πραγματικότητα τοῦ τεμαχισμοῦ τῆς μιᾶς Ορθόδοξης Καθολικῆς καὶ ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας σὲ ἕνα πλῆθος ἐθνικῶν Ἐκκλησιῶν. Καὶ δὲν μποροῦμε, βέβαια, νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι οἱ ἐθνικές Ἐκκλησίες ἀποτελοῦν «τοπικές» Εκκλησίες με συνεί δηση καθολικότητας, γιατί εἶναι τὰ γεγονότα ποὺ μᾶς δια-ψεύδουν. Τὰ ἱστορικά δεδομένα μαρτυροῦν ὅτι κάθε ἄλλο παρά συνείδηση καθολικότητας ὑπάρχει στις ἐθνικές Εκκλησίες. Ιδιαίτερα ὁ χῶρος τῆς διασπορᾶς τῶν Ὀρθοδόξων ἀποκαλύ πτει όλη την τραγικότητα τῶν ἐθνικιστικῶν διασπάσεων 12.
Ένα δεύτερο, ὠστόσο, όργανο μετὰ τὶς οἰκουμενικές συν νόδους, καθωρισμένο ἀπὸ αὐτὲς γιὰ τὴ συντήρηση τῆς καθο-λικότητας, εἶναι ὁ θεσμός τῶν τεσσάρων Πατριαρχείων τῆς ᾿Ανατολῆς. ᾿Ανάμεσα στα τέσσερα Πατριαρχεῖα ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινούπολης ἀναγνωρίστηκε ἱστορικὰ ὡς ὁ πρῶτος θρόνος τῆς ᾿Ανατολῆς καὶ ὁ χαρακτήρας του ὠρίστηκε οίκουμενικός. "Αν ἀνταποκρίθηκε κατά καιρούς στὴν οἰκουμενικὴν ἀποστολή του εἶναι θέμα ξεχωριστῆς ἱστορικῆς ἔρευνας. Το γεγονός ποὺ ὑπάρχει σήμερα ὡς δεδομένο εἶναι ὅτι τόσο τὸ «οἰκουμενικό» Πατριαρχεῖο ὅσο καὶ τὰ Πατριαρχεῖα Ἱεροσολύ μων καὶ ᾿Αλεξάνδρειας, ἐπανδρώνονται ἀποκλειστικά ἀπὸ μιὰ ἐθνικὴν Ἐκκλησία, – τὴν τὴν ἐλλαδική – καὶ βασική φροντίδα τους εἶναι νὰ διατηρήσουν διατηρήσουν μὲ κάθε θυσία τὴν ἐθνικιστικὴ αὐτὴ ἀποκλειστικότητα13. ᾿Αλλὰ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γιὰ τὴν οἰκου μενικότητα τῆς ᾿Ορθοδοξίας ἔχει λόγο καὶ τὸ ἑλληνικό Ὑπουργεῖο τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι φυσικά περιττή ή θεολογική ἐπιχειρηματολογία γιὰ τὴν καθολικότητα τῶν Ἐκκλησιῶν μας.
Κανένας δὲν ἀγνοεῖ ὅτι στὸ χῶρο τῶν ἐθνικῶν Ἐκκλησιῶν ἡ πολιτική σκοπιμότητα δὲν εἶναι ἀποκλειστικό ἀμάρτημα τῆς ἑλλαδικῆς ᾿Ορθοδοξίας, μιὰ ἱστορικὴ ἔρευνα θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ δείξη ότι τοὺς τελευταίους αἰῶνες ή ἑλλαδική ᾿Ορθοδοξία βρίσκεται σὲ ἀδιάκοπη ἄμυνα – ᾿Αφοῦ καὶ αὐτὴ ἡ ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, μὲ τὸν αὐτόνομο ὑπερεθνικό όργανισμό της, δὲν παρέλειψε οὔτε καὶ παραλείπει νὰ ἐπιστρατεύη τὴν ἐθνικὴ πολιτική συγκεκριμένων κρατῶν γιὰ τὴν ἐν ξυπηρέτηση τῶν δικών της συμφερόντων, ᾿Αλλὰ στὸν ὀρθόδοξο χώρο ὁ ἐθνικιστικός χαρακτήρας τῶν Ἐκκλησιῶν δίνει στο πρόβλημα βλημα ἐντελῶς ἰδιαίτερην οξύτητα καὶ μάλιστα σήμερα, ποὺ οἱ περισσότερες ὀρθόδοξες Εκκλησίες συνυπάρχουν με καθεστώτα πολιτικού ὁλοκληρωτισμού. Σίγουρα, εἶναι σὲ κάποιο ποσοστό ἕνα Ιστορικό ἀναπόφευκτο, ένας σταυρός που πρέπει να σηκώσουμε οἱ Ὀρθόδοξοι. ᾿Αλλὰ ἡ οὐσία τοῦ προβλήματος δὲν εἶναι στην ὑπομονετικὴ ἄρση τοῦ σταυ ροῦ. Ὅταν ἡ Ἐκκλησία μεταβάλλεται σε ἱστορικό θεσμὸ τοῦ ἔθνους ἢ σὲ ὄργανο πολιτικῆς σκοπιμότητας, εἶναι ἡ θεολογική της αὐτοσυνειδησία ποὺ ἔχει ἐξασθενίσει ἢ καὶ τέλεια ἐκλείψει. Το πρόβλημα τοῦ ἐθνικισμοῦ εἶναι, πρίν ἀπ᾿ ὅλα, τὸ πρόβλημα τῆς θεολογικῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν Ἐκκλησιῶν.
Το παράδειγμα τῆς ἐλλαδικῆς Ὀρθοδοξίας μᾶς εἶναι ἄμε-σα προσιτό. Η θεολογική ἀφασία υποχρεώνει τὴν ἐλλαδικὴν Ἐκκλησία νὰ ἐμφανίζεται σήμερα μόνο ὡς ἐγκύστωμα τοῦ ἐθνικοῦ παρελθόντος στο ἱστορικό παρόν, - ένα δεκανίκι που στηρίζει τὸν ἐθνισμό μας. Δὲν ἐνδιαφέρεται ἡ ἐλλαδική Ορθοδοξία οὔτε καὶ ἔχει τὴ δυνατότητα να διαλεχθῆ μὲ τὸν σημερινό ἄνθρωπο στο θέμα τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ. Εἶναι φανερό, ἔχει χάσει κάθε άμεση σχέση με τη ζωή, αὐτὴ τὴ ζωή ποὺ καλεῖται να μεταμορφώση, νὰ τὴν ἁγιάση, νὰ τὴν ἀποκαλύψη ὡς «λατρεία» τοῦ Θεοῦ, ὡς φανέρωση καὶ «δόξα»τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ τὴν τὴν οὐσιαστικὴν κὴν ἀπουσία ἔρχεται ν' ἀναπληρώση ἡ ἐπίσημη ἔνταξη τῆς Ἐκκλησίας στὸν ἐθνικό βίο. Η ᾿Ορθο δοξία κηρύσσεται ὡς «ή θρησκεία τῶν προγόνων μας», «ἀδιαρρήκτως μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν Ιστορίας συνδεδεμένη» 15, «Ἑλλὰς καὶ ᾿Ορθοδοξία εἶναι αἱ δύο ὄψεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος», γι' αὐτὸ καὶ «ἡ φιλοδοξία ν᾿ ἀναγεννηθή το "Έθνος ἐπιβάλλει, ὡς ὑπέρτατον καθῆκον, νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ὀρθόδοξον Εκκλησίαν μας» 16
Το θέμα εἶναι μεγάλο, ἔχει ἀλλοῦ κάπως ἐκτενέστερα ἐκτεθῆ 17. Δὲν μᾶς ζητάει κανείς ν' ἀπαρνηθοῦμε τὴν ἑλληνικότητα τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἀλλὰ μόνο να καταλάβουμε κάποτε ὅτι ἡ ἑλληνικότητα εἶναι ἀκριβῶς ἡ συνείδηση τῆς οἰκουμενικότητας καὶ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν φυλετικό μας ἐθνικισμό. Καὶ μόνο μιὰ ἐπιπόλαιη ματιά στον πνευματικό χῶρο τῆς Δύσης σήμερα, θὰ μποροῦσε νὰ βεβαιώση τὴ μοναδική Ιστορική δυνατότητα νὰ ξαναβρῆ ὁ Ἑλληνισμός τὴν οἰκουμενική του ἀποστολή στη μαρτυρία τῆς ᾿Ορθοδοξίας.
᾿Αλλὰ οἱ ἐκκλήσεις καὶ οἱ παραινέσεις έχουν πάψει πια νὰ ἔχουν νόημα στὸν ἑλλαδικό χώρο, μέσα στη σύγχυση που δημιουργεῖ ἡ θεολογικὴ ἀφασία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πολιτική ὑποανάπτυξη. Χρέος μας ἀπομένει μόνο ἡ ἱστορική διαπίστωση, γιατί αὐτὴ μπορεῖ νὰ χρησιμέψη ὡς προσωπικό κριτήριο ζωῆς.
Μὲ συγκεκριμένο, λοιπόν, Ιστορικό δεδομένο τὴν ἀπόφαση De Oecumenismo τῆς δεύτερης Βατικανῆς συνόδου, διαπιστώ νουμε ὅτι ἡ θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας, δηλαδή ή πνευματική της παράδοση, ἄρχισε νὰ ἀξιοποιῆται οὐσιαστικά ἀπὸ τὴ δυτική θεολογική σκέψη. "Αν αὐτὴ ἡ ἀξιοποίηση συνεχιστῆ μὲ τὸ ρυθμό που παρουσιάζει στην τελευταία δεκαετία, τότε μαζὶ καὶ μὲ ἄλλες συνέπειες θὰ χρειαστῆ ν' ἀντιμετωπίσουμε καὶ τούτη τὴ συνέπεια: Το πνευματικό δίλημμα κάθε όρθό δοξου πιστοῦ ποὺ ἀνακαλύπτει οὐσιαστικά τὴν ᾿Ορθοδοξία του, θὰ εἶναι ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς ὁλοένα ὀξύτερο στην Ιστορική βάση τῆς καθολικότητας τῶν Ἐκκλησιῶν.
Το δίλημμα εἶναι ἀνάμεσα σε δυὸ ἀναπόφευκτους συμβιβασμούς: στο συμβιβασμό μὲ τὴν ἐθνικιστική διάσπαση, που σημαίνει ἀπουσία θεολογικῆς αὐτοσυνειδησίας καὶ ἐγκύστωση στὸ ἱστορικό παρελθόν· καὶ στὸ συμβιβασμό μὲ τὴν προτεραιότητα τῆς ὀργανωτικής σκοπιμότητας, που διατηρεῖ, ὠστόσο, τὸν καθολικό χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐμφανίζει σήμερα μιὰν οὐσιαστική θεολογικήν ἀναγέννηση.
Συμπέρασμα δὲν ὑπάρχει. Προτοῦ σπεύσουμε σε κρίσεις νὰ σκεφτούμε τοῦτο μόνο: Ο ὀρθόδοξος πιστὸς δὲν εἶναι ὑπεύ-θυνος γιὰ τὸ δίλημμα. Καὶ ὁπωσδήποτε στην κρίσιμη ώρα ή μεγαλοστομία εἶναι τόσο περιττὴ ὅσο καὶ οἱ ἐκκλήσεις στα ἐθνικά του αἰσθήματα.
᾿Αλλὰ αὐτὴ ἐδῶ εἶναι μόνο μιὰ πρόγνωση. Καὶ προσφέρεται μὲ τὴν εὐχὴ ν' ἀποδειχτή λαθεμένη.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
Σημειώσεις:
1. B. P. Evdokimov, «Comments on the Decree of Oecumenisme, στο περιοδικό The Ecumenical Review 17 (1964 - 65) σελ. 97-101. Επίσης, 1. Καρμίρη, «Η Γ΄ φάσις τῆς δευτέρας βατικανείου. Συνά δου», Περιοδικόν «Εκκλησία» 42 (1965) σελ. 391 - 398.
2 Ο χαρακτηρισμός εἶναι τοῦ Καθηγητοῦ Evdokimov, 4. 4. ἀλλὰ καὶ τοῦ Καθηγητοῦ Καρμίρη, «Εκκλησία» 41 (1964) σελ. 58. 2.
3. Κεφ. 3, § 17: «quosdam aspectus mysterii revelati quandoque magis congrue percipi et in meliorem lucem poni ab uno quam ab altero».
4. B. Lorenz Kardinal Jaeger, Das Konzilsdektet «Über den Ökumenismus», Paderborn 1965, σελ. 57.
5. Giacomo Lercaro, Die Bedeutung des Dekrets De Oecumenismo für den Dialog mit den nicht katholischen Kirchen des Ostens, Περιοδικό Concilium (1965) σελ. 448.
6. Ε. ά. σελ. 447, 448.
7. Ε. α. στην ίδια σελίδα.
8. Ε.α. σελ. 447, 418.
9. Η παραπομπή ἀπὸ τὸ ἄρθρο τοῦ Maurice Villain, Rund um das Dektet über den Ökumenismus, στο περιοδικό «Concilium» 4 (1966) σελ. 292.
10. Βλ. τὸ ἄρθρο τοῦ 11. Marot, Erste Reaktionen auf die Dekrete des Zweiten Vatikanischen Konzils von orthodoxer Bedeutung, περιοδικό «Concilium 4 (1966) σελ. 298 κ.ε.
11. Ἡ ὑποταγή στὴν ὀργανωτικὴν ἀναγκαιότητα ἀνοίγει ἀναπόφευκτα τὸ δρόμο καὶ στὶς πιο ταπεινές σκοπιμότητες. Πρόσφατο παράδειγμα, ἡ ἀποστολὴ τοῦ κειμένου τῆς συνοδική ἀπόφασης De Oecumenismo σε κακὴ ἐλληνική, μετάφραση, ἀπ' ευθείας ἀπὸ τὴ Ρώμη, σε όλους τοὺς ὀρθόδοξους εφημερίους τῶν ᾿Αθηνῶν!
12. Είναι περιττὸ νὰ ἐπεκταθοῦμε σὲ καταγραφή γεγονότων, οὔτε ὁ χῶρος ἐπαρκεῖ, ἀλλὰ εἶναι καὶ γνωστά στους περισσότερους. Υπάρχουν σήμερα δεκατρεῖς ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι που ποιμαίνουν ἰσάριθμα όρι θόδοξα ποίμνια μέσα σὲ μιὰ μόνο πόλη, τη Νέα Υόρκη! Υπάρχουν ὀχτώ ὀρθόδοξες Εκκλησίες στη δυτική μόνο Γερμανία, χωρίς καμμιάν ἐπαφὴ λειτουργικὴ ἢ διοικητική. Υπάρχει ἐγκύκλιος ἔλληνος ἐπισκόπου τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, ποὺ ἀναγνωρίζει τὰ μυστήρια τῶν ὀρθόδοξων ρώσων «κατ' οἰκονομίαν»!! Καὶ ἀναρίθμητα σχετικά περιστατικά. (Γιὰ τη Δ. Γερμανία βλ. το τεύχος Die orthodoxen Exilkirchen in der Bundesrepublik Deutschland, ἐκδότης ή «Oekumenische Kom-mission für die Unterstützung Orthodoxer Priester in der
13. Bundesrepublik Deutschland», 1η έκδοση 1965). Ως το 1899 ίσχυε τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς ᾿Αντιοχείας.
14. Ἐμεῖς οἱ "Έλληνες έχουμε άμεση, πικρή πεῖρα. «Κι᾿ ὅλος ὁ ἀγώνας τῶν Γάλλων, γράφει ὁ Μακρυγιάννης, τώρα ὁποὺ ἔλαβαν ἐπιρροὴ καὶ τὰ μέσα ἐδῶ, (μὲ τὴν κυβέρνηση, Κωλέττη), εἶναι διὰ τὴν θρησκείαν· σκολειά γαλλικά, μοναστήρια, ἐκκλησίες καὶ πλήθος ἄλλα μέσα καὶ κατήχησες εἰς τὸν κόσμον γιὰ νὰ προβοδέψουν αὐτὸ τὸ ἔργον.... () πρέσβυς (ὁ Γάλλος) ἐργάζονταν ἐδῶ καὶ ξόδιασαν καὶ κατηχοῦσαν τοὺς ὀρθοδόξους Χριστιανούς νὰ τοὺς κάνουν δυτικούς....». Δυστυχῶς καὶ πολλοί καλοπροαίρετοι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι σήμερα, ἀγνοοῦν τὴν ἱστορικὴν ἀφετηρία τῆς Οὐνίας στὸν ἑλλαδικό χώρο.
15. ᾿Απὸ τὴν ἐγκύκλιο τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν, Πάσχα 1965.
16. ᾿Απὸ τὸ περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», ἐπίσημο όργανο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 15 Ιουλίου 1964. ᾿Από τις σελίδες τοῦ περιοδικοῦ «Σύνορο» ἔχει ἐπανειλημμένα ἐπισημανθῆ αὐτὴ ἡ ἀπεμπόληση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὸν ἐλλαδικὸν ἐθνικισμό. Βλ. τ. 31 (1964) σελ. 210 - 211 καὶ 34 (1965) σελ. 152 - 153. Φυσικά, τόσο οἱ παραπομπές στις ἀρχιεπισκοπικὲς ἐγκυκλίους ὅσο καὶ στὰ ἄρθρα τοῦ διευθυντοῦ τοῦ περιοδικού «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ἔμειναν ἀναπάντητες.
17. Βλ. «Η Κρίση τῆς Προφητείας». ᾿Αθήνα 1964, σελ. 46 κ.ε.
ΧΡ. ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Ἡ ἀπόφαση «De Oecumenismo» τῆς δεύτερης Βατικανῆς συνόδου προϋποθέτει τη διάκριση τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ὡς τῆς μιᾶς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τις Ἐκκλησίες τῶν «ἀποσχισμένων ἀδελφῶν» (fratrum seiunctorum). Οἱ ὀρθόδοξες κριτικές ἐπεσήμαναν τη διάκριση, ὡς τη βασικὴν ἀδυναμία τῆς συνοδικῆς ἀπόφασης.
Παράλληλα, ωστόσο, ἡ ἀπόφαση ἐμφανίζει μια πρωτοτυπία ριζοσπαστική: Για πρώτη φορὰ τὸ θέμα τῆς καθολικότητας τίθεται σε μια διπλή βάση, θεολογικὴ καὶ ἱστορική. Ὁ «ἐπαναστατικός» χαρακτήρας τῆς συνοδικῆς ἀπόφασης” έγκειται στο γεγονός ότι ἡ Βατικανή σύνοδος άναγνωρίζει μὲ αὐτὴ τὴ θεολογική θεμελίωση τῆς καθολικότητας καὶ ἀποστολικότητας τῶν ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι θεωρεῖ κοινὴ τὴ θεολογική βάση τῆς καθολικότητας τόσο τῆς ρωμαϊκῆς ὅσο καὶ τῶν ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν. Ἡ ἀναγνώριση δὲν τεκμηριώνεται μὲ μόνη τὴν ἀναφορὰ στην ἀποστολική διαδοχὴ καὶ στὸ κῦρος τῶν μυστηρίων, δὲν εἶναι μια «τυπική» μόνο ἀναγνώριση. Ἡ συνοδική ἀπόφαση βεβαιώνει ὅτι ὁλόκληρη ή θεολογική, λειτουργική καὶ πνευματική παράδοση τῆς ὀρθόδοξης ᾿Ανατολῆς εἶναι ἀπαραίτητη, ὅσο καὶ ἡ ἀντίστοιχη παράδοση τῆς Δύσης, γιὰ τὴν πληρότητα τῆς θεολογικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας. Παρά τη διαφορὰ τῶν σχημάτων καὶ τῆς νοοτροπίας, οἱ δυό παραδόσεις ἀλληλοσυμπληρώνονται καὶ ὁρίζουν τὴν καθολικότητα καὶ ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας («ad plenam catholicitatem et apostolicitatem Ecclesiae pertinere». Κεφ. 3, § 17 - βλ. καί § 14.) Πιο συγκεκριμένα, ἡ ἀπόφαση ἀναφέρει στις ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς ᾿Ανατολῆς τη διατύπωση καὶ διαφύλαξη τῆς θεολογικῆς ἀλήθειας γιὰ τὴν «ευχαριστιακήν» ὑπόσταση τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ τὸν χαρακτήρα της ὡς «Εἰκόνος τῆς ᾿Αγίας Τριάδος». Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἐκκλησιολογική ἀντίληψη διασώζει την καθολικότητα τῶν ἐπὶ μέρους τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. (Κεφάλαιο 3, § 15: «Εἶναι σὲ ὅλους γνωστὸ μὲ πόσην ἀγάπη οἱ Χριστιανοί τῆς ᾿Ανατολῆς τελοῦν τὴ θεία λατρεία καὶ ἰδιαίτερα τὴν Εὐχαριστία, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἐχέγγυο τῆς ἐρχόμενης δόξας. Ενωμένοι οἱ πιστοὶ στὴν Εὐχαριστία μὲ τὸν ἐπίσκοπό τους ἔχουν τὴν προσαγωγή πρὸς τὸν Πατέρα διὰ τοῦ Υἱοῦ, τοῦ σαρκωθέντος Λόγου, τοῦ παθόντος καὶ δοξασθέντος, ἐν τῇ ἐκχύσει τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ ἔτσι ἐπιτυγχάνουν τὴν κοινωνία μὲ τὴν Παναγία Τριάδα, γινόμενοι «θείας κοινωνοί φύσεως» – 2 Πέτρου 1,4 –. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο οἰκοδομεῖται διὰ τῆς Εὐχαριστίας στην κάθε ἐπὶ μέρους Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ». -«Per celebrationem Eucharistiae Domini in his singulis Ecclesiis, Ecclesia Dei aedificatur et crescit».)
Στη θεολογική, επομένως, θεμελίωση τῆς καθολικότητας ὁ δεσμὸς τῶν ἐπὶ μέρους Ἐκκλησιῶν μὲ τὸν «ἀποστολικό θρόνο τῆς Ρώμης» δὲν τίθεται ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση. Είναι ἀρκετὸ τὸ γεγονός τῆς Εὐχαριστίας, μὲ κέντρο τὸν ἐπίσκοπο τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς «εἰς τύπον καὶ εἰς τόπον Χριστοῦ». ᾿Αλλὰ οὔτε καὶ οἱ διαφορές στὴν ἐρμηνεία καὶ στὴν κατανόηση τῆς ἀποκεκαλυμμένης ᾿Αλήθειας ἀναιροῦν τὴ βάση τῆς εὐχαριστιακῆς καθολικότητας, προκειμένου γιὰ τὶς δυὸ παραδόσεις -ἀνατολικὴ καὶ δυτική ποὺ ἀλληλοσυμπληρώνονται. Η συνοδική ἀπόφαση ἀποδέχεται ὅτι ώρισμένες πλευρές καὶ ἀπόψεις τῶν μυστηρίων τῆς ἀποκάλυψης κατανοήθηκαν καλύτερα στην ᾿Ανατολή, ὅπως ἄλλες κατανοήθηκαν καλύτερα στη Δύσης. Εἰδικώτερα ἐξαίρεται ἡ ὀρθόδοξη Ανατολή ὡς ἡ πηγὴ καὶ ἀφετηρία τῆς μοναστικής πνευματικότητας, ἀπὸ τὴν ὁποία προῆλθε, ἀλλὰ καὶ ἀντλεῖ πάντοτε καὶ ὁ μοναχισμός τῆς Δύσης. Οἱ πιστοὶ προτρέπονται νὰ μαθητέψουν στὸν πλοῦτο τῆς διδαχῆς τῶν ἀνατολικῶν Πατέρων, ἡ ὁποία διδαχή, ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνεται-ἀποβλέπει στὸν ἁγιασμό τοῦ όλου ἀνθρώπου ἀνθρώπου (§ $15). 15). Η θεολογική θεμελίωση τῆς καθολικότητας συνοψίζεται στη διατύπωση τῆς συνοδικῆς ἀπόφασης ὅτι «ἀρχὴ» (Principium) τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ ᾿Αγιο (Κεφ. 1,§2). Οἱ ἑρμηνευτές ἀναγνωρί ζουν σ' αὐτὴ τὴ διατύπωση τὴν Πνευματολογικὴν ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διαμορφώθηκε στην ὀρθόδοξη ᾿Ανατολής. Στὸ ἄρθρο του γιὰ τὴ σημασία τῆς συνοδικῆς ἀπόφασης De Oecumenismo, ὁ Καρδινάλιος Lercaro χαρακτηρίζει τὸν ἔμπρακτο βίο τοῦ Χριστιανοῦ τῆς ᾿Ανατολῆς ὡς «Πνευματολογικά» προσανατολισμένον. «Η πρακτική πνευματικότητα τῆς ᾿Ανατολῆς, οἰκοδομημένη πάνω στη λειτουργικὴν ἀντίληψη τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἐπενέργεια τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς λύτρωσης που πραγματοποίησε ὁ Χριστός, πρὸς τὸν Πατέρα, τὴν πηγὴ τῆς Χάρης». «᾿Απαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν εἴσοδο στη θεία ζωή, εἶναι ἡ ζωὴ ἐν ᾿Αγίῳ Πνεύματι, διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τῶν μυστηρίων». Εἶναι αὐτὴ μιὰ ἀπὸ τις χαρακτηρι στικές διατυπώσεις, ποὺ ἀναγνωρίζουν στις ὀρθόδοξες Εκκλησίες τῆς ᾿Ανατολῆς ὄχι μόνο τὸν θεωρητικό τονισμό, ἀλ λὰ καὶ τὴν ἔμπρακτη βίωση τοῦ Πνευματολογικοῦ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ πλήρωμα τοῦ λαοῦ. Ἡ προσωπική εὐσέβεια δὲν ἀναφέρεται ἁπλῶς στη συμμόρφωση πρὸς τῆς ἀπαιτήσεις τοῦ ὁρατοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ στὴ μετοχὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου στις θεουργικές Ενέργειες τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος. Ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου ἀποκαθιστᾶ τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης στὸ ἕνα σῶμα τῆς Εκκλησίας. Το "Αγιο Πνεῦμα μεταδίδει τὸ «πλήρωμα» τῆς θείας ζωῆς μὲ τρόπο «προσωπικό» σε κάθε μέλος τοῦ σώματος. Προϋπόθεση τῆς ἐνότητας καὶ κοινωνίας τῶν προσώπων εἶναι ἡ «καινὴ» ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἡ πραγματο ποίηση τῆς ἑνότητας καὶ κοινωνίας εἶναι ἔργο τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ Ἐκκλησία ἀποκαλύπτεται ὡς «εἰκόνα» καὶ φανέρωση τῆς ᾿Αγίας Τριάδος, τῆς κοινωνίας τῶν θείων Προσώπων μέσα στὴν ἑνότητα τῆς θείας Φύσης. «Το μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, λέει ὁ Καρδινάλιος Lercaro, ὄχι μόνο κατανοήθηκε στην ᾿Ανατολὴ ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ τὸ μυστήριο τῆς Τριάδος, ἀλλὰ καὶ βιώθηκε έτσι» ᾿Αντίθετα, «η Δύση δίνει τὴν προτεραιότητα στη μοναρχία τῆς Τριάδος, ἀκολουθών τας τὸν Τερτυλλιανό καϊτὸν Αὐγουστίνο».
Ἐδῶ βρισκόμαστε στην καρδιὰ τῆς διαφορᾶς τῶν ἐκκλη-σιολογικῶν ἀντιλήψεων ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσης καὶ εἶναι ἐξαι ρετικά ἐλπιδοφόρο τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀρχίζει σήμερα ἡ ἀναγνώριση καὶ «κατ᾿ ἀρχὴν» ἀποδοχὴ τῆς ἀνατολικῆς ἀντίληψης ἀπὸ τὴ Δύση. Στὴν ἱστορική πορεία τῶν δύο παραδόσεων οἱ δογματικές διαφορές τοῦ δυτικοῦ ἀπὸ τὸν ἀνατολικό Χριστιανισμό συγκλίνουν σ' αὐτὴ τὴν ἐκκλησιολογική διαφοροποίηση: Στη Δύση παραθεωρήθηκε ὁ Πνευμα-τολογικός χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ρόλος τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος στη ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τονίστηκε σχεδόν ἀποκλειστικά ὁ Χριστολογικός χαρακτήρας. Η δογματική διατύπωση «filioque» εἶναι ἕνα δείγμα τῆς θεολογικής νοοτροπίας ποὺ ὑπερύψωσε το πρόσωπο τοῦ Λόγου, προσφέροντας τη θεωρητική προϋπόθεση γιὰ νὰ ἐξαρθῆ ἡ καθολική φύση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σώματος τοῦ σαρκωθέντος Λόγου, καὶ νὰ παραθεωρηθῆ ἡ ἐμφάνιση καὶ φανέρωση τῶν ᾿Ενεργειῶν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος στὴν ἱστορία τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου. Η «οἰκοδομὴ» τοῦ προσώπου, ἡ φιλοτέχνηση τῆς προσωπικῆς μας «εἰκόνος» –τὸ ἔργο δηλαδὴ στὸ ὁποῖο συν ναντᾶται ἡ ἀνθρώπινη «ἐκλογὴ» μὲ τὴ Χάρη τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος, – ἀντικαταστάθηκε στη Δύση ἀπὸ τὸν καθολικό «προορισμό» τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ως ἔργο τοῦ ἀνθρώπου ἀπόμεινε ἡ «μίμηση» τοῦ Χριστοῦ, ἡ πρακτική καὶ συγκεκριμένη καὶ λογικά κατανοητή συμμόρφωση πρὸς τὸ ἠθικό Του παράδειγμα, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ μιὰν ἐλεγχόμενη συμμόρφωση πρὸς τῆς ἀπαιτήσεις τοῦ ὁρατοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ ἡσυχαστικές ἔριδες τοῦ 14ου αιώνα ἔδειξαν καθαρά ποῦ ὡδηγοῦσε ή «Χριστοκεντρικότητα» τῆς δυτικῆς Θεολογίας. Ἡ ἀντίληψη τοῦ ἑνὸς σώματος εἶναι προπάντων όργανωτική, ἀρθρωμένη Ιεροκρατικά, μὲ ὁρατή κεφαλὴ τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης. Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας δὲν βεβαιώνεται ἀπὸ τὸ βίωμα τοῦ λαοῦ, δὲν μαρτυρεῖται δηλαδὴ ἀπὸ τὸ "Αγιο Πνεῦμα μὲ μιὰν ἐσωτερική μαρτυρία στὴν ἱστορία τῶν προσώπων, ἀλλὰ ἔχει κριτήριο εξωτερικό, ἀντικειμενικό, τὸν ὁρισμό της ἀπὸ τὴν ὁρατή κεφαλὴ τοῦ ἑνὸς σώματος, τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς διάκρισης Οὐσίας καὶ Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δυνατότητα προσωπικῆς, δηλαδή ελεύθερης μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στις θεουργικές Ενέργειες τις ὁποῖες τὸ Πνεῦμα τὸ "Άγιο μεταδίδει, θὰ ἦταν γιὰ τὴ ρωμαϊκήν Ἐκκλησία μιὰ ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ της, δηλαδὴ τοῦ Ιεροκρατικού χαρακτήρα της, μιὰ ἐπικίνδυνη παραχώρηση στὴν ἐλευθερία τοῦ προσώπου, μιὰ ἀνατροπὴ τῆς ὁλοκληρω τικῆς ἐπιβολῆς της στη ζωή τῶν πιστῶν. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἡ θική πράξη, καθωρισμένη αὐστηρὰ ὡς τις λεπτομέρειες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, παρέμεινε ή κατ' ἐξοχὴν ὁδὸς χριστιανικῆς τελειότητας γιὰ τὴ δυτική Χριστιανωσύνη.
᾿Αλλά σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σ' ἕνα γεγονός, ποὺ φαίνεται να τοποθετῆ σε καινούργια βάση τις ἐκκλησιολογικές διαφορές τῶν δύο Θεολογιῶν. Η στροφή τῆς δυτικῆς Θεολογίας πρὸς τῆς πηγές τῆς ἀνατολικῆς παράδοσης δὲν εἶναι μιὰ ἀπλῆ «ἀναζήτηση». Καταλήγει σε συγκεκριμένες ἀντιλήψεις, χρησιμοποιεῖ ὁρολογία Παλαμική καὶ διαμορφώνει τις ἀποφάσεις τῆς δεύτερης Βατικανῆς συνόδου, δίνοντας πληρέστερες διατυπώσεις μὲ ἐπίσημα σχόλια. Είναι χαρακτηριστική ἡ σύνδεση τῆς Πνευματολογικῆς ἀρχῆς τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν εὐχαριστιακή της υπόσταση, ὅπως διατυπώ νεται ἀπὸ τὸν Καρδινάλιο Jaeger". Το ἴδιο καὶ ἡ διαπίστωση τοῦ Καρδινάλιου Lercaro γιὰ τὴν ὀργανική, βαθύτατη ενό τητα τῆς λειτουργικῆς, πνευματικῆς καὶ μοναστικῆς ζωῆς στη βάση τῆς ἀνατολικῆς παράδοσης. Ὁ πλοῦτος αὐ τῆς τῆς παράδοσης, βεβαιώνει ὁ Lercaro, θὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ ἀναπτυχθῆ μέσα στον «μονολιθισμό» τῆς λατινικῆς Δύσης. Γι' αὐτὸ καὶ μὲ κανένα τρόπο δὲν μποροῦν νὰ θεωροῦνται οἱ ἀνατολικές Εκκλησίες ὡς ἐξαρτήματα τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μόνο ὡς Ἐκκλησίες πηγές (Quell-Kirchen).
Καὶ αὐτὰ εἶναι στοιχεῖα ἀπὸ μιὰ ἐξαιρετικά περιωρισμένη ενημέρωση γιὰ τὰ σχόλια που γράφτηκαν στὴν ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. ᾿Αλλὰ καὶ μόνο αὐτὲς οἱ διατυπώσεις ὁρίζουν μιὰ κατεύθυνση που δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ ἀγνοηθῆ. Οἱ ἀποφάσεις τῆς δεύτερης Βατικανῆς συνόδου ὑποχρεώνουν τη ρωμαϊκήν Ἐκκλησία γιὰ γιὰ τὸ μέλλον, γράφει ὁ Καθηγητής Cullmann. Δόγματα, όπως τοῦ παπικοῦ πρωτείου, δὲν μποροῦν πιά νὰ τίθενται στὸ ἐπίπεδο τῶν Χριστολογικῶν καὶ Τριαδολογικῶν θεμάτων». Καὶ ἡ ὑποχρέωση ἔχει ἀσφαλῶς καὶ μιὰν οὐ σιαστικώτερη θετικήν όψη: Στὸ δυναμικό τῆς ἀνατολικῆς θεο λογικῆς παράδοσης πρέπει νὰ ζητηθοῦν οἱ συνέπειες τῆς Πνευματολογικῆς Ἐκκλησιολογίας καὶ ἀνθρωπολογίας, όχι μόνο γιὰ τὴ βελτίωση τῶν σχέσεων μὲ τὶς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀπάντηση τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας στὰ ἐρωτήματα ποὺ ἄφησε ἀναπάντητα στὸν εὐρωπαῖο ἄνθρωπο ή σχολαστική Μεταφυσική. Σ' αὐτὴ τὴν περιοχὴ ἀνοίγεται ἕνα πεδίο εὐρύτατο καὶ οὐσιαστικώτατο γιὰ τὴν προοδευτική μερίδα τῆς ρωμαιοκαθολικῆς Θεολογίας. Ίσως αὐτὴ καλεῖται νὰ ἀναπληρώση ὅ,τι ἡ ὀρθόδοξη Θεολογία ἀδυνατεῖ σήμερα νὰ προσφέρη, ἀπό λειψανδρία ἢ ἀπὸ βαθύ πνευματικό λήθαργο.
Νὰ συνοψίσουμε: Η συνοδική ἀπόφαση De Oecumenismo καὶ ἡ θεολογική κίνηση που την προκάλεσε καὶ ποὺ τὴν συμπληρώνει, θέτει τὸ θέμα τῆς καθολικότητας τῆς ρωμαϊκῆς καὶ τῶν ἀνατολικῶν ὀρθόδοξων Εκκλησιῶν σε κοινή θεολογική βάση. Εἶναι καιρός νὰ δοῦμε σε ποιάν ἱστορική βάση οἰκοδομεῖται ἡ καθολικότητα τῶν Ἐκκλησιῶν.
Ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου προβάλλεται στὴν ἀπόφαση De Oecumeuismo ὡς ἡ ἱστορικὴ βάση τῆς καθολικότητας τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας. Η Ιστορική διάρθρωση τῆς Ἐκκλησίας ἀνάγεται στὴν ἀνάθεση ἀπὸ τὸν Χριστὸ τῆς διδακτικῆς, διοικητικῆς καὶ μυστηριακῆς διακονίας στο σύλλογο τῶν δώδεκα ᾿Αποστόλων, κεφαλὴ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ Πέτρος. Διάδοχοι τῶν ᾿Αποστόλων στην τριπλή διακονία τῆς Ἐκκλη σίας εἶναι οἱ ἐπίσκοποι, ποὺ ἔχουν ὡς κεφαλὴ τὸν διάδοχο τοῦ Πέτρου ἐπίσκοπο Ρώμης (Κεφ. 1, § 2).
Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ τόπος να προστεθῆ μιὰ ἀκόμα ὀρθόδοξη κριτική άποψη γιὰ τὴν κλασσικὴ αὐτὴ θέση τῆς λατινικῆς Εκκλησίας, που καθιερώθηκε καὶ ὡς δόγμα ἀπὸ τὴν πρώτη Βατικανή σύνοδο. Εξ ἄλλου, φτάνει κανείς νὰ πιστεύη ὅτι ἡ λατινική Εκκλησία δὲν ἐνδιαφέρεται οὔτε γιὰ τὴ θεολογική οὔτε καὶ γιὰ τὴν ἱστορική νομιμότητα τοῦ παπικοῦ πρωτείου, γι' αὐτὸ καὶ ἀφήνει ἀναπάντητες οὐσιαστικές κριτικές ἀπόψεις ποὺ ἔχουν διατυπωθῆ ἀπὸ ποικίλες πλευρές. Η λατινική Εκκλησία-εἶναι φανερό -βρίσκει στὸ ἐφεύρημα τοῦ παπικού πρω τείου ἕνα εύχρηστο πρακτικό σχῆμα, πάνω στὸ ὁποῖο οίκοδομεί θεωρητικά καὶ διαρθρώνει πρακτικά τὴν καθολικότητά της. Γιατὶ εἶναι γεγονὸς ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀμφισβητήσουμε, ὅτι ὁ παποκεντρισμός διατηρεῖ τὴ ρωμαϊκή Εκκλησία σε μιὰ ἱστορικὴν ἑνότητα, πάνω ἀπὸ σύνορα ἐθνικὰ καὶ πάνω ἀπὸ φυλετικές καὶ πολιτιστικές διακρίσεις. Η λατινική Εκκλησία εἶναι σήμερα σε κάθε σημεῖο τῆς τῆς γῆς ἡ «καθολική» Ἐκκλησία, μὲ ἐνιαία ὀργανωτική διάρθρωση, με κοινές πνευματικές καὶ πρακτικές κατευθύνσεις και, στο μεγαλύτερο ποσοστό, μὲ ἐνιαῖο λειτουργικό τυπικό καί μοναχικό βίο. Τὸ ἱστορικό καὶ θεολογικό ἔρεισμα τῆς διδασκαλίας γιὰ τὸ παπικό πρωτείο παρα-μένει σαθρό, ωστόσο ἀποδεικνύεται στήριγμα πρακτικό γιὰ τὴν ἱστορικὴν ἐμφάνιση τῆς καθολικότητας τῆς ᾿Εκκλησίας. Αὐτὸς ὁ χωρισμός ἀνάμεσα στο θεολογικό περιεχόμενο μιᾶς διδασκα λίας καὶ στὴν πρακτική της σκοπιμότητα εἶναι ἀκατανόητος γιὰ ἕναν Ὀρθόδοξο, ἀφοῦ οἱ θεολογικές διατυπώσεις στην ᾿Ανατολὴ δὲν ἀφοροῦν σὲ θεωρητικά σχήματα, ἀλλὰ στὴν ἔκφραση καὶ περιφρούρηση τῆς ἐμπειρίας καὶ τοῦ βιώματος τῆς Εκκλησίας. Τονίστηκε όμως πιο πάνω ὅτι αὐτὴ ἀκριβῶς εἰ ναι ἡ βασικὴ ἐκκλησιολογική διαφορά τῆς Δύσης ἀπὸ τὴν ᾿Ανατολή: Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας δὲν βεβαιώνεται στη Δύση ἀπὸ τὸ βίωμα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἔχει κριτήριο ἀντικειμενικό, τὸν ὁρισμό της ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης. Καὶ ὁ ἀντικειμενικός αὐτός ὁρισμὸς δὲν εἶναι πάντοτε ἀνεξάρτητος ἀπὸ πρακτικές σκοπιμότητες, ἀφοῦ ἡ ὀργανωτική ἑνότητα εἶναι τὸ πρῶτο μέλημα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὑπῆρχε, ὡστόσο, μια προσδοκία ἀπὸ τὴ δεύτερη Βατικανή σύνοδο: Νὰ ἀποτελέση τὴν ἀπαρχὴ γιὰ μιὰν εἰλικρινέστερη ἀναγνώριση τῆς πρακτικῆς σκοπιμότητας τοῦ παπικοῦ πρωτείου. Θὰ ἦταν ἴσως ἡ θετικώτερη ἀντιμετώπισή του, άλλὰ καὶ ἡ εὐπρεπέστερη ερμηνεία του στο σημερινό τουλάχιστον ἄνθρωπο. Μια τέτοια ἀναγνώριση προϋποθέτει την προσπά θεια νὰ κερδηθῆ ἡ ὑπόθεση τῆς καθολικότητας στο οὐσιαστικό της περιεχόμενο, ὅπως ὁρίζεται στη θεολογική του βάση ἀπὸ τὴν ἀπόφαση De Oecumenismo. Μὲ ἄλλα λόγια, νὰ μετατεθῆ ἡ προτεραιότητα ἀπὸ τὴν ὀργανωτικὴν ἀνάγκη στη θεολογικήν ἀπαίτηση. ᾿Αλλά στην κατεύθυνση αὐτὴ ἀνέκοψε κάθε δυνα τότητα ή δογματική απόφαση περί Ἐκκλησίας (Constitutio dogmatica de Ecclesia), ποὺ ὁμολογεῖται καὶ ὡς ἡ σπουδαιότερη ἀποτυχία τῆς συνόδου1ο. Παρὰ τὴν ἐξαιρετική θεολογική προκαλλιέργεια, ἡ ρωμαϊκή Εκκλησία ἐμφανίστηκε τελικά περισσότερο εδραιωμένη στην προτεραιότητα τῶν ὀρ-γανωτικῶν καὶ ὄχι τῶν θεολογικῶν ἐκκλησιολογικῶν προϋ ποθέσεων τῆς καθολικότητάς της".
᾿Αλλὰ τὸ ἐρώτημα που τίθεται μετά τις παραπάνω δια-πιστώσεις ἀφορᾶ τις ὀρθόδοξες εκκλησίες: Ποιά εἶναι ἡ ἱστορική βάση στὴν ὁποία οἰκοδομούν σήμερα οἱ ὀρθόδοξες Εκκλησίες τὴν καθολικότητά τους;
Εἶναι, βέβαια, εὐτύχημα ὅτι στὸ χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν μποροῦμε νὰ ἀπομονώσουμε τὰ ἱστορικά σχήματα ἀπὸ τις θεολογικές τους προϋποθέσεις, δηλαδή ἀπό τή βιωματική βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας. ᾿Αλλὰ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ βιωματική βεβαιότητα, ποὺ ἐκφράζεται αὐθεντικά σὲ θεολογικούς «όρους», δηλαδή σε δόγματα, εκφράζεται καὶ σὲ συγκεκριμένα Ιστορικά σχήματα. Δὲν εἶναι τὰ σχήματα ποὺ ἐπιβάλλονται στο λαό, ἀλλὰ ἡ συνείδηση τοῦ λαοῦ ποὺ ἐπιβάλλει τὰ ἱστορικά σχή-ματα, ὡς ἔκφραση τῆς θεολογικῆς του βεβαιότητας. Ἔτσι, εἶναι γνωστό, ὅτι τὸ ἱστορικὸ σχῆμα ποὺ ἐκφράζει τὴν καθολικότητα τῶν ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν στοὺς ὀχτώ πρώτους αἰῶνες, εἶναι οἱ οἰκουμενικές σύνοδοι. Αὐτὲς ἔγιναν τὸ ὄργανο γιὰ τὴν ἱστορική διατύπωση τῆς δογματικῆς, λειτουργικῆς καὶ διοικητικῆς ἑνότητας τῶν ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν. Κανένας δὲν ἀρνεῖται ὅτι ὡς σχῆμα ἱστορικό ἐμφανί ζουν καὶ οἱ σύνοδοι οὐσιαστικές ἀδυναμίες στην «οίκουμενι κότητά» τους: Συγκαλοῦνται όλες στὸ χῶρο τοῦ βυζαντινοῦ κράτους, εἶναι ὁ βυζαντινός αὐτοκράτορας ποὺ τις συγκαλεῖ καὶ ποὺ συχνά προεδρεύει καὶ ὑπηρετοῦν φανερά τη θρησκευ τικὴν ἑνότητα τοῦ Imperii Romani. Παρ' όλα ὅμως αὐτὰ ἡ συνείδηση τοῦ λαοῦ ἀνεγνώρισε σ' αὐτὲς τὸ ὄργανο γιὰ τὴν ἔκφραση καὶ τὴ συντήρηση τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτὴ ἡ ἀναγνώριση εἶναι που καθιερώνει τις οἰκουμενικές συνόδους ὡς αὐθεντικό θεσμό.
᾿Αλλὰ τὸ ὀργανο αὐτὸ εἶναι σήμερα σὲ ἀχρηστεία. Γι' αὐτὸ καὶ ὅταν τίθεται το θέμα τῆς καθολικότητας τῶν Ἐκλησιῶν μας, οἱ Ὀρθόδοξοι προβάλλουμε ἀποκλειστικά τη θεο λογική του θεμελίωση. Σήμερα ὅμως ἡ θεολογική αὐτὴ θεμελίωση δὲν ἀποτελεῖ πιὰ πρόβλημα, μᾶς τὴν ἀναγνωρίζουν μὲ συνέπεια καὶ ἡ ρωμαιοκαθολική θεολογία καὶ οἱ ἐπίσημες διατυπώσεις της στη Βατικανή σύνοδο. Καὶ πρέπει ἔγκαιρα νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναγνώριση μᾶς προκαλεῖ στὴν ἱστορική βάση νῆς καθολικότητος τῶν Ἐκκλησιῶν μας. Γιατὶ ἐκεῖ ἐμβανιζόμαστε δίχως ἀπάντηση. Μοναδική ἀπάντηση εἶναι ἡή θλιβερή πραγματικότητα τοῦ τεμαχισμοῦ τῆς μιᾶς Ορθόδοξης Καθολικῆς καὶ ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας σὲ ἕνα πλῆθος ἐθνικῶν Ἐκκλησιῶν. Καὶ δὲν μποροῦμε, βέβαια, νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι οἱ ἐθνικές Ἐκκλησίες ἀποτελοῦν «τοπικές» Εκκλησίες με συνεί δηση καθολικότητας, γιατί εἶναι τὰ γεγονότα ποὺ μᾶς δια-ψεύδουν. Τὰ ἱστορικά δεδομένα μαρτυροῦν ὅτι κάθε ἄλλο παρά συνείδηση καθολικότητας ὑπάρχει στις ἐθνικές Εκκλησίες. Ιδιαίτερα ὁ χῶρος τῆς διασπορᾶς τῶν Ὀρθοδόξων ἀποκαλύ πτει όλη την τραγικότητα τῶν ἐθνικιστικῶν διασπάσεων 12.
Ένα δεύτερο, ὠστόσο, όργανο μετὰ τὶς οἰκουμενικές συν νόδους, καθωρισμένο ἀπὸ αὐτὲς γιὰ τὴ συντήρηση τῆς καθο-λικότητας, εἶναι ὁ θεσμός τῶν τεσσάρων Πατριαρχείων τῆς ᾿Ανατολῆς. ᾿Ανάμεσα στα τέσσερα Πατριαρχεῖα ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινούπολης ἀναγνωρίστηκε ἱστορικὰ ὡς ὁ πρῶτος θρόνος τῆς ᾿Ανατολῆς καὶ ὁ χαρακτήρας του ὠρίστηκε οίκουμενικός. "Αν ἀνταποκρίθηκε κατά καιρούς στὴν οἰκουμενικὴν ἀποστολή του εἶναι θέμα ξεχωριστῆς ἱστορικῆς ἔρευνας. Το γεγονός ποὺ ὑπάρχει σήμερα ὡς δεδομένο εἶναι ὅτι τόσο τὸ «οἰκουμενικό» Πατριαρχεῖο ὅσο καὶ τὰ Πατριαρχεῖα Ἱεροσολύ μων καὶ ᾿Αλεξάνδρειας, ἐπανδρώνονται ἀποκλειστικά ἀπὸ μιὰ ἐθνικὴν Ἐκκλησία, – τὴν τὴν ἐλλαδική – καὶ βασική φροντίδα τους εἶναι νὰ διατηρήσουν διατηρήσουν μὲ κάθε θυσία τὴν ἐθνικιστικὴ αὐτὴ ἀποκλειστικότητα13. ᾿Αλλὰ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γιὰ τὴν οἰκου μενικότητα τῆς ᾿Ορθοδοξίας ἔχει λόγο καὶ τὸ ἑλληνικό Ὑπουργεῖο τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι φυσικά περιττή ή θεολογική ἐπιχειρηματολογία γιὰ τὴν καθολικότητα τῶν Ἐκκλησιῶν μας.
Κανένας δὲν ἀγνοεῖ ὅτι στὸ χῶρο τῶν ἐθνικῶν Ἐκκλησιῶν ἡ πολιτική σκοπιμότητα δὲν εἶναι ἀποκλειστικό ἀμάρτημα τῆς ἑλλαδικῆς ᾿Ορθοδοξίας, μιὰ ἱστορικὴ ἔρευνα θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ δείξη ότι τοὺς τελευταίους αἰῶνες ή ἑλλαδική ᾿Ορθοδοξία βρίσκεται σὲ ἀδιάκοπη ἄμυνα – ᾿Αφοῦ καὶ αὐτὴ ἡ ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, μὲ τὸν αὐτόνομο ὑπερεθνικό όργανισμό της, δὲν παρέλειψε οὔτε καὶ παραλείπει νὰ ἐπιστρατεύη τὴν ἐθνικὴ πολιτική συγκεκριμένων κρατῶν γιὰ τὴν ἐν ξυπηρέτηση τῶν δικών της συμφερόντων, ᾿Αλλὰ στὸν ὀρθόδοξο χώρο ὁ ἐθνικιστικός χαρακτήρας τῶν Ἐκκλησιῶν δίνει στο πρόβλημα βλημα ἐντελῶς ἰδιαίτερην οξύτητα καὶ μάλιστα σήμερα, ποὺ οἱ περισσότερες ὀρθόδοξες Εκκλησίες συνυπάρχουν με καθεστώτα πολιτικού ὁλοκληρωτισμού. Σίγουρα, εἶναι σὲ κάποιο ποσοστό ἕνα Ιστορικό ἀναπόφευκτο, ένας σταυρός που πρέπει να σηκώσουμε οἱ Ὀρθόδοξοι. ᾿Αλλὰ ἡ οὐσία τοῦ προβλήματος δὲν εἶναι στην ὑπομονετικὴ ἄρση τοῦ σταυ ροῦ. Ὅταν ἡ Ἐκκλησία μεταβάλλεται σε ἱστορικό θεσμὸ τοῦ ἔθνους ἢ σὲ ὄργανο πολιτικῆς σκοπιμότητας, εἶναι ἡ θεολογική της αὐτοσυνειδησία ποὺ ἔχει ἐξασθενίσει ἢ καὶ τέλεια ἐκλείψει. Το πρόβλημα τοῦ ἐθνικισμοῦ εἶναι, πρίν ἀπ᾿ ὅλα, τὸ πρόβλημα τῆς θεολογικῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν Ἐκκλησιῶν.
Το παράδειγμα τῆς ἐλλαδικῆς Ὀρθοδοξίας μᾶς εἶναι ἄμε-σα προσιτό. Η θεολογική ἀφασία υποχρεώνει τὴν ἐλλαδικὴν Ἐκκλησία νὰ ἐμφανίζεται σήμερα μόνο ὡς ἐγκύστωμα τοῦ ἐθνικοῦ παρελθόντος στο ἱστορικό παρόν, - ένα δεκανίκι που στηρίζει τὸν ἐθνισμό μας. Δὲν ἐνδιαφέρεται ἡ ἐλλαδική Ορθοδοξία οὔτε καὶ ἔχει τὴ δυνατότητα να διαλεχθῆ μὲ τὸν σημερινό ἄνθρωπο στο θέμα τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ. Εἶναι φανερό, ἔχει χάσει κάθε άμεση σχέση με τη ζωή, αὐτὴ τὴ ζωή ποὺ καλεῖται να μεταμορφώση, νὰ τὴν ἁγιάση, νὰ τὴν ἀποκαλύψη ὡς «λατρεία» τοῦ Θεοῦ, ὡς φανέρωση καὶ «δόξα»τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ τὴν τὴν οὐσιαστικὴν κὴν ἀπουσία ἔρχεται ν' ἀναπληρώση ἡ ἐπίσημη ἔνταξη τῆς Ἐκκλησίας στὸν ἐθνικό βίο. Η ᾿Ορθο δοξία κηρύσσεται ὡς «ή θρησκεία τῶν προγόνων μας», «ἀδιαρρήκτως μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν Ιστορίας συνδεδεμένη» 15, «Ἑλλὰς καὶ ᾿Ορθοδοξία εἶναι αἱ δύο ὄψεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος», γι' αὐτὸ καὶ «ἡ φιλοδοξία ν᾿ ἀναγεννηθή το "Έθνος ἐπιβάλλει, ὡς ὑπέρτατον καθῆκον, νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ὀρθόδοξον Εκκλησίαν μας» 16
Το θέμα εἶναι μεγάλο, ἔχει ἀλλοῦ κάπως ἐκτενέστερα ἐκτεθῆ 17. Δὲν μᾶς ζητάει κανείς ν' ἀπαρνηθοῦμε τὴν ἑλληνικότητα τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἀλλὰ μόνο να καταλάβουμε κάποτε ὅτι ἡ ἑλληνικότητα εἶναι ἀκριβῶς ἡ συνείδηση τῆς οἰκουμενικότητας καὶ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν φυλετικό μας ἐθνικισμό. Καὶ μόνο μιὰ ἐπιπόλαιη ματιά στον πνευματικό χῶρο τῆς Δύσης σήμερα, θὰ μποροῦσε νὰ βεβαιώση τὴ μοναδική Ιστορική δυνατότητα νὰ ξαναβρῆ ὁ Ἑλληνισμός τὴν οἰκουμενική του ἀποστολή στη μαρτυρία τῆς ᾿Ορθοδοξίας.
᾿Αλλὰ οἱ ἐκκλήσεις καὶ οἱ παραινέσεις έχουν πάψει πια νὰ ἔχουν νόημα στὸν ἑλλαδικό χώρο, μέσα στη σύγχυση που δημιουργεῖ ἡ θεολογικὴ ἀφασία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πολιτική ὑποανάπτυξη. Χρέος μας ἀπομένει μόνο ἡ ἱστορική διαπίστωση, γιατί αὐτὴ μπορεῖ νὰ χρησιμέψη ὡς προσωπικό κριτήριο ζωῆς.
Μὲ συγκεκριμένο, λοιπόν, Ιστορικό δεδομένο τὴν ἀπόφαση De Oecumenismo τῆς δεύτερης Βατικανῆς συνόδου, διαπιστώ νουμε ὅτι ἡ θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας, δηλαδή ή πνευματική της παράδοση, ἄρχισε νὰ ἀξιοποιῆται οὐσιαστικά ἀπὸ τὴ δυτική θεολογική σκέψη. "Αν αὐτὴ ἡ ἀξιοποίηση συνεχιστῆ μὲ τὸ ρυθμό που παρουσιάζει στην τελευταία δεκαετία, τότε μαζὶ καὶ μὲ ἄλλες συνέπειες θὰ χρειαστῆ ν' ἀντιμετωπίσουμε καὶ τούτη τὴ συνέπεια: Το πνευματικό δίλημμα κάθε όρθό δοξου πιστοῦ ποὺ ἀνακαλύπτει οὐσιαστικά τὴν ᾿Ορθοδοξία του, θὰ εἶναι ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς ὁλοένα ὀξύτερο στην Ιστορική βάση τῆς καθολικότητας τῶν Ἐκκλησιῶν.
Το δίλημμα εἶναι ἀνάμεσα σε δυὸ ἀναπόφευκτους συμβιβασμούς: στο συμβιβασμό μὲ τὴν ἐθνικιστική διάσπαση, που σημαίνει ἀπουσία θεολογικῆς αὐτοσυνειδησίας καὶ ἐγκύστωση στὸ ἱστορικό παρελθόν· καὶ στὸ συμβιβασμό μὲ τὴν προτεραιότητα τῆς ὀργανωτικής σκοπιμότητας, που διατηρεῖ, ὠστόσο, τὸν καθολικό χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐμφανίζει σήμερα μιὰν οὐσιαστική θεολογικήν ἀναγέννηση.
Συμπέρασμα δὲν ὑπάρχει. Προτοῦ σπεύσουμε σε κρίσεις νὰ σκεφτούμε τοῦτο μόνο: Ο ὀρθόδοξος πιστὸς δὲν εἶναι ὑπεύ-θυνος γιὰ τὸ δίλημμα. Καὶ ὁπωσδήποτε στην κρίσιμη ώρα ή μεγαλοστομία εἶναι τόσο περιττὴ ὅσο καὶ οἱ ἐκκλήσεις στα ἐθνικά του αἰσθήματα.
᾿Αλλὰ αὐτὴ ἐδῶ εἶναι μόνο μιὰ πρόγνωση. Καὶ προσφέρεται μὲ τὴν εὐχὴ ν' ἀποδειχτή λαθεμένη.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
Σημειώσεις:
1. B. P. Evdokimov, «Comments on the Decree of Oecumenisme, στο περιοδικό The Ecumenical Review 17 (1964 - 65) σελ. 97-101. Επίσης, 1. Καρμίρη, «Η Γ΄ φάσις τῆς δευτέρας βατικανείου. Συνά δου», Περιοδικόν «Εκκλησία» 42 (1965) σελ. 391 - 398.
2 Ο χαρακτηρισμός εἶναι τοῦ Καθηγητοῦ Evdokimov, 4. 4. ἀλλὰ καὶ τοῦ Καθηγητοῦ Καρμίρη, «Εκκλησία» 41 (1964) σελ. 58. 2.
3. Κεφ. 3, § 17: «quosdam aspectus mysterii revelati quandoque magis congrue percipi et in meliorem lucem poni ab uno quam ab altero».
4. B. Lorenz Kardinal Jaeger, Das Konzilsdektet «Über den Ökumenismus», Paderborn 1965, σελ. 57.
5. Giacomo Lercaro, Die Bedeutung des Dekrets De Oecumenismo für den Dialog mit den nicht katholischen Kirchen des Ostens, Περιοδικό Concilium (1965) σελ. 448.
6. Ε. ά. σελ. 447, 448.
7. Ε. α. στην ίδια σελίδα.
8. Ε.α. σελ. 447, 418.
9. Η παραπομπή ἀπὸ τὸ ἄρθρο τοῦ Maurice Villain, Rund um das Dektet über den Ökumenismus, στο περιοδικό «Concilium» 4 (1966) σελ. 292.
10. Βλ. τὸ ἄρθρο τοῦ 11. Marot, Erste Reaktionen auf die Dekrete des Zweiten Vatikanischen Konzils von orthodoxer Bedeutung, περιοδικό «Concilium 4 (1966) σελ. 298 κ.ε.
11. Ἡ ὑποταγή στὴν ὀργανωτικὴν ἀναγκαιότητα ἀνοίγει ἀναπόφευκτα τὸ δρόμο καὶ στὶς πιο ταπεινές σκοπιμότητες. Πρόσφατο παράδειγμα, ἡ ἀποστολὴ τοῦ κειμένου τῆς συνοδική ἀπόφασης De Oecumenismo σε κακὴ ἐλληνική, μετάφραση, ἀπ' ευθείας ἀπὸ τὴ Ρώμη, σε όλους τοὺς ὀρθόδοξους εφημερίους τῶν ᾿Αθηνῶν!
12. Είναι περιττὸ νὰ ἐπεκταθοῦμε σὲ καταγραφή γεγονότων, οὔτε ὁ χῶρος ἐπαρκεῖ, ἀλλὰ εἶναι καὶ γνωστά στους περισσότερους. Υπάρχουν σήμερα δεκατρεῖς ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι που ποιμαίνουν ἰσάριθμα όρι θόδοξα ποίμνια μέσα σὲ μιὰ μόνο πόλη, τη Νέα Υόρκη! Υπάρχουν ὀχτώ ὀρθόδοξες Εκκλησίες στη δυτική μόνο Γερμανία, χωρίς καμμιάν ἐπαφὴ λειτουργικὴ ἢ διοικητική. Υπάρχει ἐγκύκλιος ἔλληνος ἐπισκόπου τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, ποὺ ἀναγνωρίζει τὰ μυστήρια τῶν ὀρθόδοξων ρώσων «κατ' οἰκονομίαν»!! Καὶ ἀναρίθμητα σχετικά περιστατικά. (Γιὰ τη Δ. Γερμανία βλ. το τεύχος Die orthodoxen Exilkirchen in der Bundesrepublik Deutschland, ἐκδότης ή «Oekumenische Kom-mission für die Unterstützung Orthodoxer Priester in der
13. Bundesrepublik Deutschland», 1η έκδοση 1965). Ως το 1899 ίσχυε τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς ᾿Αντιοχείας.
14. Ἐμεῖς οἱ "Έλληνες έχουμε άμεση, πικρή πεῖρα. «Κι᾿ ὅλος ὁ ἀγώνας τῶν Γάλλων, γράφει ὁ Μακρυγιάννης, τώρα ὁποὺ ἔλαβαν ἐπιρροὴ καὶ τὰ μέσα ἐδῶ, (μὲ τὴν κυβέρνηση, Κωλέττη), εἶναι διὰ τὴν θρησκείαν· σκολειά γαλλικά, μοναστήρια, ἐκκλησίες καὶ πλήθος ἄλλα μέσα καὶ κατήχησες εἰς τὸν κόσμον γιὰ νὰ προβοδέψουν αὐτὸ τὸ ἔργον.... () πρέσβυς (ὁ Γάλλος) ἐργάζονταν ἐδῶ καὶ ξόδιασαν καὶ κατηχοῦσαν τοὺς ὀρθοδόξους Χριστιανούς νὰ τοὺς κάνουν δυτικούς....». Δυστυχῶς καὶ πολλοί καλοπροαίρετοι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι σήμερα, ἀγνοοῦν τὴν ἱστορικὴν ἀφετηρία τῆς Οὐνίας στὸν ἑλλαδικό χώρο.
15. ᾿Απὸ τὴν ἐγκύκλιο τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν, Πάσχα 1965.
16. ᾿Απὸ τὸ περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», ἐπίσημο όργανο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 15 Ιουλίου 1964. ᾿Από τις σελίδες τοῦ περιοδικοῦ «Σύνορο» ἔχει ἐπανειλημμένα ἐπισημανθῆ αὐτὴ ἡ ἀπεμπόληση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὸν ἐλλαδικὸν ἐθνικισμό. Βλ. τ. 31 (1964) σελ. 210 - 211 καὶ 34 (1965) σελ. 152 - 153. Φυσικά, τόσο οἱ παραπομπές στις ἀρχιεπισκοπικὲς ἐγκυκλίους ὅσο καὶ στὰ ἄρθρα τοῦ διευθυντοῦ τοῦ περιοδικού «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ἔμειναν ἀναπάντητες.
17. Βλ. «Η Κρίση τῆς Προφητείας». ᾿Αθήνα 1964, σελ. 46 κ.ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου