Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ - ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 4


ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ - ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 4

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου (Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου) ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ στο Καλογεροπούλειο Ίδρυμα (Αράτου 74, Κόρινθος) Με τους:
π. Πέτρο Μαριάτο, Δρ. Ιατρικής,
Δημήτριο Μαυρόπουλο, Εκδότη - Συγγραφέα
Ευάγγελο Μπαρτζή, Δρ. Θεολογίας - Εκπαιδευτικό
π. Ανδρέα Ανδρεόπουλο, Πανεπιστημιακό Καθηγητή
Συντονίζει ο εκδότης Θεόδωρος Παντούλας


Ευχαριστώ όλους τους ομιλητές, τον κύριο Θωμαΐδη που μας προλόγισε και τον κύριο Παντούλα που μας συντονίζει. Πάνω απ’ όλα, όμως, μου δίνει μεγάλη χαρά το γεγονός ότι σήμερα βρίσκομαι με τρεις ανθρώπους που γνωρίζω πολύ καλά ότι ο Χρήστος Γιανναράς εκτιμούσε και αγαπούσε. Ακόμη μεγαλύτερη χαρά είναι ότι βρίσκεται εδώ και ο γιος του, ο Σπύρος, με τον οποίο είχαμε συναντηθεί επανειλημμένα στα Κύθηρα.
Από εκεί θέλω να αρχίσω όσα θα πω σήμερα. Δεν ήξερα ακριβώς τι να περιμένω από τη σημερινή εκδήλωση. Έτσι, ένα μέρος όσων θα πω είναι προσωπική μαρτυρία, αναμνήσεις, και ένα άλλο μέρος είναι, αν θέλετε, φιλοσοφικός ή θεολογικός στοχασμός για την κληρονομιά που μας έχει αφήσει.
Θα αρχίσω από τα Κύθηρα. Γνωριστήκαμε με τον Χρήστο Γιανναρά το 2015 —θα επανέλθω σε αυτό— και πολύ γρήγορα μετά την πρώτη γνωριμία μας συνδεθήκαμε φιλικά. Κάποια στιγμή με κάλεσε να πάω στα Κύθηρα, όπως είχαν πάει και άλλοι φίλοι του. Εκεί περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού. Νομίζω ότι τον χρόνο πριν πεθάνει είχα μείνει μαζί του έναν μήνα. Μαζί τρώγαμε, μαζί πηγαίναμε για μπάνιο, μαζί συζητούσαμε για τα πάντα.
Πριν από το 2015 τον ήξερα μόνο από τις εκδόσεις του, από τα βιβλία του, χωρίς να τον έχω γνωρίσει ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο. Μετά την προσωπική μας γνωριμία είχα την τύχη να γνωρίσω όχι απλώς κάποιες σκέψεις του. Όπως πολύ λογικά μας είπε ο φίλος μου ο Ευάγγελος, όταν βρίσκεσαι κοντά σε έναν σημαντικό άνθρωπο, θέλεις να τον ρωτήσεις: «Τι σκέφτεσαι; Ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτό; Εξήγησέ μου λίγο περισσότερο εκείνο που δεν κατάλαβα».
Η μεγάλη τύχη για μένα, όμως, ήταν ότι, μέσα από την καθημερινή επαφή που είχαμε πολλές φορές —όχι μόνο στα Κύθηρα, αλλά ιδιαίτερα εκεί, όταν περνούσαμε μαζί εβδομάδες και παραπάνω—, μέσα από διηγήσεις, αναμνήσεις, προβληματισμούς και αδιέξοδα που εξέφραζε, είδα όχι απλώς την κατασταλαγμένη γνώση του, την εμπειρία του και τα συμπεράσματά του, αλλά τη διαδρομή της σκέψης και της ευαισθησίας του.
Ήταν μεγάλη ιστορία. Πιστεύω πως αυτό ισχύει για κάθε άνθρωπο, αλλά εγώ είχα την ευλογία να παρακολουθήσω πολλές φορές τη σκέψη του από τη στιγμή που ξεκινούσε ως ένας προβληματισμός, περνούσε σε έναν άλλον, σε μια αντίρρηση, σε κάποιο επόμενο στάδιο, μέχρι να εκφραστεί σε κάτι πιο συγκεκριμένο. Εκεί νομίζω ότι γνωρίζεις έναν διανοητή σε άλλο επίπεδο, όχι μόνο μέσα από τα συμπεράσματά του. Γι’ αυτό ήταν μεγάλη τύχη για μένα.
Επίσης, στα Κύθηρα αναπτύξαμε μια βιωματική φιλία. Πέρα από τις συζητήσεις —φιλοσοφικές, πολιτιστικές, για οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς—, τρώγαμε μαζί, μαγειρεύαμε μαζί, κάναμε μπάνιο μαζί. Μου έλεγε τις εντυπώσεις και τις αναμνήσεις του για το ένα και για το άλλο και, παράλληλα, τις ανησυχίες του, την αγωνία του για τα παιδιά του, για τη σύζυγό του, που τόσο πολύ αγαπούσε. Δεν ξέρω αν τολμούσε να εκφράσει κάποιες από αυτές τις αγωνίες και στους ίδιους, για να μην τους στενοχωρήσει. Ήταν αγωνίες ενδιαφέροντος και αγάπης, τίποτα άλλο.

Κάποιες φορές, όπως μου θύμισε και ο πατήρ Πέτρος πιο πριν, βρεθήκαμε και στην εκκλησία. Θυμάμαι μια φορά, Δεκαπενταύγουστο, στην εκκλησία του Ποταμού: ο πατήρ Πέτρος λειτουργούσε και έκανε την Παράκληση, ενώ στο ψαλτήρι ήμασταν εγώ και ο Γιανναράς. Το κρατώ ως ανάμνηση και ως επαφή που, με τον τρόπο της —όπως ο ίδιος θα τόνιζε—, σου δείχνει και σου δίνει κάτι πολύ σημαντικό.

Είπα ότι θα επανέλθω στην πρώτη επαφή μας. Έγινε, όπως σας είπα, το 2015, και θα σας το εξομολογηθώ με λίγη ντροπή. Η ντροπή είναι ότι, ενώ ήμουν καθηγητής στην Αγγλία, οργάνωσα με κάποιους φίλους μου το πρώτο συνέδριο αφιερωμένο στον Χρήστο Γιανναρά, στην Οξφόρδη, πριν ακόμη τον γνωρίσω προσωπικά. Γιατί το λέω με ντροπή; Γιατί δεν ήμουν μαθητής του, δεν τον ήξερα, δεν είχα προσωπική σύνδεση μαζί του. Βέβαια, μας θύμισε κάτι πολύ σωστό και σοφό ο κύριος Μαυρόπουλος: ότι όλοι είμαστε πια μαθητές του. Με αυτή την έννοια πήρα κι εγώ το θάρρος να κάνω αυτό το βήμα.


Λίγα χρόνια αργότερα επαναλήφθηκε κάτι ανάλογο στο Cambridge, με τη συμμετοχή και την κινητήρια δύναμη του άλλου φίλου μας, του κυρίου Μητραλέξη. Έγιναν δηλαδή δύο συνέδρια σε μεγάλα βρετανικά πανεπιστήμια, στην Οξφόρδη και στο Cambridge, πριν γίνει, απ’ όσο γνωρίζω, κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα από ανθρώπους που ίσως είχαν προσωπική επαφή μαζί του ή είχαν μαθητεύσει κοντά του.
Ένα παράπονο που μου έμεινε από τη σχέση μας είναι ότι, παρά τις πολλές συζητήσεις μας και τις δημιουργικές διαφωνίες που είχαμε σε ορισμένα πράγματα, δεν μπόρεσε ποτέ να διαβάσει κάτι δικό μου, γιατί δυστυχώς έγραφα μόνο στα αγγλικά. Τα συζητούσαμε, οπότε ξέρω πού βρίσκονταν οι συμφωνίες και οι διαφωνίες μας, αλλά αυτό το παράπονο θα μου μείνει.
Για να επανέλθω όμως στα δύο συνέδρια: έδειξαν κάτι πολύ σοβαρό. Και τα δύο ακολουθήθηκαν από συλλογικούς τόμους με τις εισηγήσεις των συνέδρων και, σε κάποιες περιπτώσεις, με επιπλέον συμβολές. Έδειξαν κάτι που ίσως είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς μέσα στην Ελλάδα: ο Χρήστος Γιανναράς θα μπορούσε να έχει κάνει μια πολύ σημαντική διεθνή σταδιοδρομία.

Ένα από τα μεγάλα ενδιαφέροντα και προσόντα του ήταν ότι βρισκόταν πάντοτε σε συνομιλία: με τον Heidegger, τον Nietzsche, τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τον Μάξιμο τον Ομολογητή, αλλά και με σύγχρονους φιλοσόφους και θεολόγους. Τι σημαίνει «σε συνομιλία»; Σημαίνει ότι βρίσκεις εκείνο που σε κεντρίζει ή ίσως σε σκανδαλίζει σε έναν δύσκολο διανοητή και προσπαθείς να το συνδέσεις όχι μόνο με κάποια άλλη σκέψη ή θεωρία, αλλά και με την πραγματικότητα. Τι μας αποκαλύπτουν σήμερα, στην εποχή μας, ο Heidegger, ο Nietzsche, ο Διονύσιος;
Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για τον ίδιο. Μπορούσε να συνομιλεί με σπουδαίους συγγραφείς των προηγούμενων αιώνων. Στα διεθνή συνέδρια είδαμε επίσης ανθρώπους από τον χώρο της διεθνούς θεολογίας, της συστηματικής θεολογίας και της ηθικής να συνομιλούν με τον Γιανναρά με μεγάλη εκτίμηση.

Στο δεύτερο συνέδριο, στο Cambridge, έγινε μάλιστα κάτι που δεν έχω δει σε άλλο παρόμοιο συνέδριο. Είχαμε έναν από τους πιο γνωστούς καθηγητές της αγγλικανικής θεολογικής σκέψης, τον John Milbank, και, χωρίς προετοιμασμένες εισηγήσεις, τον βάλαμε σε δημόσια συζήτηση με τον Χρήστο Γιανναρά. Ήταν καταπληκτικό. Χωρίς να έχουν ετοιμάσει κάτι ο ένας ή ο άλλος, συζήτησαν ζητήματα περί φύσεως, περί προσώπου, περί έρωτος. Ήταν εντυπωσιακό πόσο ουσιαστική συνομιλία μπορούσε να γίνει με έναν άνθρωπο από διαφορετική παράδοση και διαφορετική αφετηρία. Αυτό ήταν κάτι απρόσμενο για ένα συνέδριο και δεν συμβαίνει πολύ συχνά.[ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΕΙΠΕ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΟΥΤΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ Ο ΣΩΤΗΡ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ]


Έχω, λοιπόν, κι ένα άλλο παράπονο, για το οποίο φυσικά δεν ευθύνεται ούτε ο ίδιος ούτε κάποιος άλλος: ίσως η Ελλάδα να ήταν τελικά πολύ μικρή για τον Χρήστο Γιανναρά. Αν δεν ήταν καθηγητής στο Πάντειο, που στην αρχή τον απέρριψε ώσπου να τον δεχτεί, αλλά στην Οξφόρδη, στο Cambridge, στο Durham ή οπουδήποτε αλλού, ίσως να μιλούσαμε όχι μόνο για Έλληνες θεολόγους και φιλοσόφους ως παιδιά του Γιανναρά, αλλά για μια μεγάλη διεθνή προσωπικότητα. Είχε τα προσόντα και τα ενδιαφέροντα. Ελπίζω ότι, καθώς μεταφράζεται σιγά σιγά μεγάλο μέρος του έργου του στα αγγλικά, αυτή η διεθνής συνομιλία θα συνεχιστεί.

Πάντως, μου έκανε τότε μεγάλη εντύπωση ότι άνθρωποι κορυφαίοι στους τομείς τους —στη χριστιανική ηθική, στη συστηματική θεολογία, στην πατρολογία— αναγνώρισαν αμέσως την αξία της σκέψης του Γιανναρά και συνομίλησαν μαζί του ως ίσος προς ίσον, χωρίς κανέναν ενδοιασμό.

Το θέμα της συνομιλίας στον Χρήστο Γιανναρά είναι ευρύτερο από αυτό. Όπως σας είπα, σε κάθε έργο του τον ενδιέφερε να βρίσκεται σε συνομιλία με την πραγματικότητα. Δεν επρόκειτο απλώς για κάποιο πρακτικό συμπέρασμα ή για «πρακτική θεολογία». Το ερώτημα ήταν: έχει αυτή η σκέψη κάτι να προσφέρει στον τρόπο που ζούμε, στο βίωμά μας; Έχει κάτι να μας αποκαλύψει για τη συλλογική, την εκκλησιαστική και την ιδιωτική μας ζωή; Αυτό, νομίζω, φώτιζε πάντοτε τα γραπτά του, τα ενδιαφέροντά του και τις αγωνίες του.
Όταν μιλάμε για συνομιλία, πολλές φορές σκεφτόμαστε ότι παίρνουμε κάποια στοιχεία από τη σκέψη ενός φιλοσόφου που μας ενδιαφέρει. Διαφωνούμε, συμφωνούμε, τα αναπτύσσουμε λίγο παραπέρα. Κάτι που είχε δείξει επανειλημμένα και στα γραπτά του —όπως ακούσαμε νωρίτερα και για τη διαφωνία του με τον πατέρα Θεόκλητο— είναι πως ο πατήρ Θεόκλητος, όπως αναγνωρίστηκε και από τους δύο, του είχε επιτεθεί άδικα, επειδή δεν είχε καταλάβει τι είχε γράψει ο ίδιος ο Γιανναράς.
Αυτό που τον ενδιέφερε πολύ περισσότερο σε τέτοιες συνομιλίες, σε αυτές τις ανταλλαγές σκέψεων και εμπειριών, δεν ήταν αν βρίσκεσαι στο «σωστό στρατόπεδο», ούτε η πολιτική ή η θρησκευτική ορθότητα, αλλά το επίπεδο του συνομιλητή. Ας διαφωνώ με οποιονδήποτε συνομιλητή, αρκεί η σκέψη του, η προσφορά του, η ευγένειά του —όχι η εξωτερική, αλλά η εσωτερική— να βρίσκονται σε ένα επίπεδο που να μας επιτρέπει να συνομιλήσουμε και να σηκώσουμε μαζί το μεγάλο βάρος της ψυχικής ευγένειας.

Αυτή την ψυχική ευγένεια την απέδιδε ο ίδιος σε έναν από τους μεγαλύτερους και πρεσβύτερους φίλους του, τον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Νομίζω όμως ότι και ο ίδιος ο Γιανναράς ήταν ένα μεγάλο παράδειγμα αυτής της ευγενούς, προσωπικής αναζήτησης του επιπέδου.


Όπως είπα προηγουμένως για τη σχέση του με την πραγματικότητα και την καθημερινότητα, νομίζω ότι πολλές φορές έβλεπα τις αναζητήσεις και τις σκέψεις του να γεννιούνται μέσα από την καθημερινότητα. Όπως είπε ο κύριος Μαυρόπουλος, του άρεσαν οι μικρές απολαύσεις. Όχι απλώς με έναν ηδονιστικό τρόπο —αυτό θα ήταν πολύ αφελές—, αλλά ως αποκαλύψεις που μπορεί να βρει κανείς στην καθημερινότητα: στη συνεχή επαφή με την προσφορά, με το δόσιμο. Από εκεί, νομίζω, γεννιόνταν στο μυαλό του τα πιο σημαντικά στοιχεία της δικής του προσφοράς.

Όλοι οι ομιλητές σήμερα, νομίζω, αναφέρθηκαν στη σημασία της αγάπης και του έρωτα στο έργο του. Κάτι που είχαμε συζητήσει και στο οποίο είχε ανταποκριθεί θετικά, αλλά με μεγάλους ενδοιασμούς —τους οποίους καταλαβαίνω—, ήταν το εξής: κατά τη σκέψη κάποιων θεολόγων, μετά την πατερική εποχή, ή ίσως πριν από τη σύγχρονη θεολογία, μπορούμε να μιλάμε για μια «φιλοκαλική εποχή». Δηλαδή, για τη μεγάλη συνεισφορά της Φιλοκαλίας στην εποχή της, αλλά και αργότερα, μέχρι σήμερα.

Είχαμε επισημάνει και οι δύο ότι αυτή η Φιλοκαλία στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη μοναστική ασκητική. Έχει την αξία της, αλλά δεν έχει το εκκλησιολογικό πάθος, δεν έχει το βάθος της κοινότητας. Υπάρχουν πολλοί συγκεκριμένοι λόγοι γι’ αυτό. Δεν είναι λόγος να την κατακρίνουμε ή να πούμε ότι κάτι της λείπει. Απλώς αυτό ενδιέφερε τους εκδότες της τότε: να συλλέξουν σχετικά κείμενα, εκφράζοντας ίσως και κάποια απογοήτευση ότι η Εκκλησία είχε καταρρεύσει. «Ας προσπαθήσουμε να σώσουμε ό,τι μπορούμε» — χωρίς να χρειάζεται να τους κρίνουμε γι’ αυτό.

Είχαμε πει κάποιες φορές ότι ίσως χρειάζεται και μια άλλη Φιλοκαλία, μιας άλλης ασκητικής: η Φιλοκαλία της ασκητικής της αγάπης. Αυτή δεν υπάρχει ως συλλογή. Η ασκητική της αγάπης όμως υπάρχει, πρώτα πρώτα στο Ευαγγέλιο και στους μεγάλους Πατέρες, ακόμη και στους ασκητικούς Πατέρες. Θυμάμαι τη φράση που επαναλάμβανε πολλές φορές, ότι ο Ιωάννης της Κλίμακος μιλούσε για τον Θεό σαν για «μανιακό εραστή» του ανθρώπου. Μανιακό· χωρίς όρια, χωρίς τέτοιους συμβιβασμούς, χωρίς ηθικισμούς.

Για αυτή την «ασκητική της αγάπης» μού επέστησε, βέβαια, την προσοχή σε κάτι πολύ σημαντικό: από τη στιγμή που κάτι γράφεται, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι γίνεται συνταγή. Ένα τέτοιο γραπτό ίσως θα είχε τον κίνδυνο να μας πει «έτσι είναι», να καλύψει το απροσδόκητο, να καλύψει το άρρητο. Σε αυτό υποκλίθηκα στη σοφία του. Πραγματικά ισχύει.
Έλεγε επίσης κάτι πολύ σημαντικό για το θέμα της ηθικής. Γνωρίζουμε κυρίως Η ελευθερία του ήθους, η οποία, ευτυχώς, μεταφράστηκε αρκετά νωρίς στα αγγλικά —αν θυμάμαι καλά, το 1984. Κυκλοφόρησε και διαβάστηκε από αρκετούς αγγλόφωνους θεολόγους. Όταν κάναμε τα δύο συνέδρια, είχαν έρθει πολλοί θεολόγοι της ηθικής και μίλησαν με μεγάλο θαυμασμό και σε μεγάλη έκταση για Την ελευθερία του ήθους.
Σχετικά με αυτό, μου είχε πει κάποτε ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ευτυχώς, δεν έχουμε κάτι ανάλογο με το κατηχητικό εγχειρίδιο της Καθολικής Εκκλησίας. Τι είναι αυτό; Ένα βιβλίο που εκθέτει τα βασικά της πίστης της. Εντάξει, ίσως καλύπτει κάποιες πρακτικές ανάγκες. Ό,τι ανάλογο θα μπορούσαμε να ζητήσουμε στην ορθόδοξη παράδοση δεν θα έμοιαζε με μια τέτοια συνταγή ή με ένα «αλφαβητάρι της πίστης». Μιλάμε για διαφορετικό είδος γραφής. Θυμάμαι ότι έλεγε: «Καλώς δεν έχουμε κάτι τέτοιο. Αν όμως κάποτε χρειαστεί ή γραφτεί, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει σε ολόκληρο το βιβλίο η λέξη “πρέπει”».

Μιλήσαμε για τον έρωτα, μιλήσαμε και για την ελευθερία. Ο έρωτας σε όλες του τις μορφές —αρχίζοντας από τον θείο έρωτα— και η ελευθερία της αγάπης, όπως αντανακλώνται ακόμη και στις καθημερινές μας εμπειρίες, ήταν οπωσδήποτε από τους βασικούς άξονες της σκέψης του Γιανναρά. Γι’ αυτό, φυσικά, όπως είπαν και οι προλαλήσαντες, είχε δεχτεί επιθέσεις. [Ακολουθούν στην απομαγνητοφώνηση ονόματα ή χαρακτηρισμοί που δεν αναγνωρίζονται με ασφάλεια.]
Μα είναι δυνατόν; Διαβάζουμε το Ευαγγέλιο: ο Χριστός μιλάει για την αγάπη, ο Απόστολος Παύλος μιλάει για την αγάπη. Πώς είναι δυνατόν να μιλήσουμε για οτιδήποτε [ακατάληπτο], αν αρνηθούμε ότι αυτό είναι το κεντρικό νόημα, ο κεντρικός άξονας της παρουσίας και της Ανάστασης του Χριστού; Νομίζω ότι όποιος επιτέθηκε στον Χρήστο Γιανναρά γι’ αυτά τα θέματα ήταν τόσο —ας τολμήσω να πω— ανάρμοστος ή βλάσφημος, σαν να επιτέθηκε στον Απόστολο Παύλο. Δεν είναι δυνατόν.
Η ελευθερία, πάντως, η ελευθερία της αγάπης και το τελικό υπαρξιακό μυστήριο για το οποίο μιλούσε, ιδιαίτερα στα τελευταία βιβλία του —στο Γρίφος θάνατος και σε άλλα δύο τρία μικρά βιβλία, τα οποία εκτιμώ αφάνταστα—, συνδέονται με το ότι τολμούσε να γράψει τους προβληματισμούς του. Ίσως ένιωθε ότι πλησίαζε και το δικό του τέλος. Πότε πότε το συζητούσε, το σκεφτόταν. Είχε, όπως κάθε άνθρωπος, τις σκέψεις του για το τέλος που έρχεται και έδωσε στον εαυτό του την άδεια να εκφράσει ιδέες οι οποίες ίσως [ακατάληπτο].
Αυτό για μένα είναι πολύτιμο. Βλέπουμε ένα μεγαλύτερο μέρος των προβληματισμών του, της διαδρομής του και των κατευθύνσεων που τον απασχολούσαν και μας κληροδότησε. Το τελικό υπαρξιακό μυστήριο της ζωής, του θανάτου, του Χριστού το παρουσίαζε, το εξέφραζε και το σκεφτόταν ως βίωμα που ξεπερνά τις λέξεις και τα γραπτά. Ένα άρρητο βίωμα, όχι μια ιδεολογία.
Δεν θυμάμαι ποιος από τους προηγούμενους ομιλητές το είπε —νομίζω ο κύριος Μαυρόπουλος— ότι σιχαινόταν την ιδεολογία. Πολύ σωστά. Σιχαινόταν οτιδήποτε ήταν συστηματοποιημένο, αποκρυσταλλωμένο και όχι ζωντανό. Όλη η σκέψη του Χρήστου Γιανναρά, όσο τη γνώρισα στα γραπτά, στα βιβλία, στα άρθρα του και μέσα από την προσωπική μας επαφή, μου έδειχνε πάντοτε αυτό: εκτιμούσε οτιδήποτε είναι ζωντανό.
Τη σκέψη που έχει το περιθώριο να συνδιαλλαγεί, που δίνει χώρο και σε εκείνον που δεν συμφωνεί, στον αντιφρονούντα. Έτσι, μέσα από την ειλικρινή συνομιλία και την ειλικρινή ανταλλαγή ιδεών, μπορεί να προκύψει κάτι διαφορετικό. Όχι μέσα από τη σύγκρουση, όπως θα συνέβαινε με μια ιδεολογία, αλλά μέσα από τη συνύπαρξη, μέσα από την αγαπητική διάθεση ανθρώπων που βλέπουν ίσως μια λίγο διαφορετική προοπτική στο ίδιο θέμα.
Ίσως η τελική μου εκτίμηση για την προσφορά του Χρήστου Γιανναρά —την οποία τώρα αρχίζουμε να αναλογιζόμαστε, ενώ ελπίζουμε ότι και οι επόμενες γενιές θα στηριχθούν στο έργο του και σε όσα μπορεί να καταθέσει η γενιά που τον γνώρισε— συνδέεται με κάτι στο οποίο έκλεισε ο κύριος Μαυρόπουλος. Είναι πραγματικά σημαντικό: τι σημαίνει «προφήτης»;
Στη βιβλική έννοια, προφήτης δεν σημαίνει αυτός που προλέγει τα μέλλοντα. Σημαίνει αυτός που βλέπει και εκφράζει αυτό που βλέπει. Έχουμε κάποιους τέτοιους προφήτες, που μας δίνουν μια βαθιά εικόνα του εκκλησιαστικού γεγονότος.
Ο πρώτος που θα ήθελα να αναφέρω είναι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Νομίζω ότι έχει τη θέση αγίου των γραμμάτων. Δεν μας απασχολεί εδώ η προσωπική του αγιότητα ή μη· μας ενδιαφέρει ότι στο έργο του βλέπουμε μια βαθιά ακτινογραφία του εκκλησιαστικού γεγονότος. Βλέπουμε τι σημαίνει πραγματικός έρωτας, τι σημαίνει προσευχή, τι σημαίνουν όλα αυτά τα μικρά στοιχεία της καθημερινότητας —οι καθημερινοί προβληματισμοί, ο έρωτας, η σχέση με τη φύση— που μας οδηγούν βήμα βήμα μέχρι τον θρόνο του Θεού.
Θα μπορούσα να σκεφτώ κι άλλους. Σήμερα, όμως, η εκδήλωση είναι αφιερωμένη στον Χρήστο Γιανναρά. Θα ήθελα να καταλήξω ότι, με τον δικό του τρόπο —και δεν μας απασχολεί αν υπερέβαλε σε κάποια θέματα—, η κατάθεσή του και η προσφορά του στη γενιά του και στις επόμενες γενιές μάς επιτρέπουν, νομίζω, να τον χαρακτηρίσουμε σύγχρονο προφήτη. [Ακατάληπτο σημείο για την ποιητική πλευρά του λόγου του.]


Προφήτη με την έννοια εκείνου που αποκαλύπτει το γεγονός της Εκκλησίας, τη σχέση του ενός με τον άλλον, την πολιτική μας διάσταση, την πολιτιστική μας ταυτότητα και την κατεύθυνσή μας. Τον απασχολούσαν τα βασικά ερωτήματα: ποιοι είμαστε και πού θέλουμε να πάμε;
Δεν τελειώνουν όσα θα μπορούσαμε να πούμε, τόσο σε προσωπικό όσο και σε φιλοσοφικό επίπεδο. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, θα ήθελα να καταλήξω σήμερα. Ευχαριστώ τους άλλους συμμετέχοντες και όλους εσάς. Ευχαριστούμε πολύ για την υπομονή σας.

Να κλείσει με δύο παρατηρήσεις ο πατέρας Πέτρος.

Αν μου επιτρέπετε, δεν θα πάρω χρόνο. Το «πρέπει» ήταν μια εμμονή του Χρήστου. Ήταν, βέβαια, εμμονή απέναντι στον φόβο. Είχε [ακατάληπτο] τον καθωσπρεπισμό και είχε αντικαταστήσει το «πρέπει» με το «οφείλει» ή το «οφείλουμε». Ναι μεν, αλλά ήταν μία από τις εμμονές του.
Μια δεύτερη παρέμβαση θα ήθελα να κάνω, με αφορμή όσα είπε ο πατήρ Πέτρος Θωμαΐδης για το τέλος. Επειδή ήμουν γιατρός του, έζησα το τέλος του. Είναι δύσκολο για έναν γιατρό να του πεθαίνει ένας άνθρωπος δικός του. Πήγα αργά, καθυστερημένα. Είχε πνευμονικό οίδημα. Δεν είχα τίποτα μαζί μου, μόνο το στηθοσκόπιο.

Μου λέει: «Πεθαίνω, Πέτρο μου». Του απαντώ: «Το έχεις πει πολλές φορές αυτό. Αν το πιστεύεις, γιατί δεν κάνεις αυτό που έκανε ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος;» «Τι έκανε;» με ρώτησε. Δεν το θυμόταν· δεν σημαίνει ότι δεν το ήξερε.
Του λέω: «Ο Άγιος Συμεών έβαλε τους μοναχούς να ψάλουν τη νεκρώσιμη ακολουθία προτού πεθάνει». Δεν μπορούσε ο ίδιος ο Χρήστος να ψάλει νεκρώσιμα. Το θέμα είναι ότι ούτε εγώ μπορούσα, γιατί φώναξα το ασθενοφόρο. Στην ουσία όμως αποδέχθηκε ότι μπορούσε να τελειώσει η ζωή του εκείνη την ώρα. Δεν ξέρω τι σήμαινε ειδικά η δική μου παρουσία· μάλλον, επειδή είχε κοντά του έναν δικό του άνθρωπο, θα ήταν ανακούφιση. Έφυγε ειρηνικά.


Και, Σπύρο, κλείσε τα αυτιά σου! Κλείσε τα αυτιά σου, γιατί θα πω κάτι. Μια φορά, στο μετόχι στην Πλάκα, είχαμε πάει για καφέ με τον Χρήστο. [Ακατάληπτο.] Ο Σπύρος, αν θυμάμαι καλά, επρόκειτο τότε να πάει να μείνει σε άλλο διαμέρισμα, όχι στο σπίτι. Ο Χρήστος είχε μια μικρή ανησυχία και μου την είπε.

Του λέω: «Χρήστο μου, στις εποχές που ζούμε, δεν φοβάσαι τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα παιδιά;» «Πώς δεν φοβάμαι;» μου λέει. «Αλλά δεν διανοούμαι να στερήσω την ελευθερία του. Εκείνο που μπορώ να κάνω είναι να προσεύχομαι όλη τη νύχτα».

Θέλω να πω κάτι σημαντικό. Δεν ήταν απλώς μια εμμονή του το «πρέπει». Το «πρέπει» είναι αυτό που διαχωρίζει το σωματείο από την Εκκλησία. Νομίζω πως γι’ αυτό είχε τέτοια επιμονή εναντίον του: γιατί το «πρέπει» οριοθετεί την ελευθερία και τη μη ελευθερία. Αυτό ήθελα να πω.

Καλά έκανες. Αλλά είναι μια λέξη που [ακατάληπτο] στην ελληνική γλώσσα. Μιλώντας μεταφορικά, θα μπορούσαμε να πούμε το εξής:


«Στις παιδικές μας θρησκευτικές αθλοπαιδιές, κύριε Γιανναρά, υποστήκαμε ρήξη αχίλλειου τένοντα, όπως ο ήρωάς σας στο μυθιστόρημα Με ραμμένη φτέρνα, και κινδυνεύσαμε να καταρρεύσουμε. Σε αυτή τη φάση, όχι μόνο την προσωπική αλλά και τη συλλογική, βρέθηκε κάποιος να μας σηκώσει και να μας δείξει έναν δρόμο. Δύσκολο δρόμο: έναν δρόμο αναζήτησης της αγάπης και της αλήθειας μέσα στο σύγχρονο Ρωμαίικο.
Αυτός ήταν ο πατέρας σας. Γι’ αυτό τον ευγνωμονούμε. Και όσο θα βλέπουμε να συνεχίζεται το έργο του, όχι μόνο από εσάς, το βιολογικό του παιδί, αλλά και από τα πνευματικά του παιδιά, θα βρίσκουμε σε αυτή τη διαδρομή ξέφωτα για να ξαποστάσουμε».
Σας ευχαριστούμε όλους. Ευχαριστούμε τον κύριο Παντούλα. Να συνεχίσει να γράφει στην Καθημερινή, ώστε να έχει ο καθένας μας μια σκέψη, μια σύνδεση με τον Χρήστο Γιανναρά. Ευχαριστούμε τον πατέρα Πέτρο, τον κύριο Μαυρόπουλο, τον πατέρα Ανδρέα και τον δικό μας κύριο Μπάρτση. Ευχαριστούμε το Καλογεροπούλειο Ίδρυμα, που μας φιλοξενεί, και την πρόεδρό του. Και όλους εσάς που ήσασταν απόψε μαζί μας.

Τέλος

Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους! Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.

https://www.youtube.com/watch?v=x1_GNU-aIAU 

Η ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ "ΛΟΓΙΚΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ" ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΕΙ  ΤΟΝ ΣΑΤΑΝΑ ΣΑΝ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ. 

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ. 

ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΠΟΙΟΣ ΣΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ;

Ανώνυμος είπε...

Βʹ Κορ 2:14 – 17; 3:1 – 3

Ἀδελφοί, τῷ Θεῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως αὐτοῦ φανεροῦντι δι᾿ ἡμῶν ἐν παντὶ τόπῳ· ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σῳζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις, οἷς μὲν ὀσμὴ θανάτου εἰς θάνατον, οἷς δὲ ὀσμὴ ζωῆς εἰς ζωήν. καὶ πρὸς ταῦτα τίς ἱκανός; οὐ γάρ ἐσμεν ὡς οἱ λοιποὶ καπηλεύοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ὡς ἐξ εἰλικρινείας, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ Θεοῦ κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν. Ἀρχόμεθα πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνειν; εἰ μὴ χρῄζομεν ὥς τινες συστατικῶν ἐπιστολῶν πρὸς ὑμᾶς ἢ ἐξ ὑμῶν συστατικῶν; ἡ ἐπιστολὴ ἡμῶν ὑμεῖς ἐστε, ἐγγεγραμμένη ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, γινωσκομένη καὶ ἀναγινωσκομένη ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων, φανερούμενοι ὅτι ἐστὲ ἐπιστολὴ Χριστοῦ διακονηθεῖσα ὑφ᾿ ἡμῶν, ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος, οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλὰ ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις.

Μτ 11:27 – 30

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν

Σολ 4:7 – 15

Δίκαιος ἐὰν φθάσῃ τελευτῆσαι, ἐν ἀναπαύσει ἔσται· γῆρας γὰρ τίμιον, οὐ τὸ πολυχρόνιον, οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται. Πολιὰ δέ ἐστι φρόνησις ἀνθρώποις, καὶ ἡλικία γήρως, βίος ἀκηλίδωτος. Εὐάρεστος Θεῷ γενόμενος, ἠγαπήθη, καὶ ζῶν μεταξὺ ἁμαρτωλῶν, μετετέθη. Ἡρπάγη, μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ, ἢ δόλος ἀπατήσῃ ψυχὴν αὐτοῦ. Βασκανία γὰρ φαυλότητος ἀμαυροῖ τὰ καλά, καὶ ῥεμβασμὸς ἐπιθυμίας μεταλλεύει νοῦν ἄκακον. Τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ, ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς· ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας. Οἱ δὲ λαοὶ ἰδόντες καὶ μὴ νοήσαντες, μηδὲ θέντες ἐπὶ διανοίᾳ τὸ τοιοῦτον, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ
.

Νίκος Δεληνικόλας

Πράγματι δεν υπάρχουν αυθεντίες, όπως πειστικά εξηγεί ο κ. Γιανναράς. Μπορεί κανείς να γράψει ένα βιβλίο και μετά να το αποσύρει, αναγνωρίζοντας ότι κάτι τούρθε και έγραψε ανοησίες. Αυτό θάπρεπε να συμβεί με το βιβλίο αυτό. Υπήρξε μία προθεσμία τριών χρόνων, αλλά δεν συνέβηκε. Και τώρα πρέπει να πάρουμε θέση για το αν αποδεχόμαστε να γίνει μία Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας για να αποφασίσει ότι οι Άγγελοι δεν υπάρχουν, ποτέ δεν υπήρξαν. Μία τέτοια συνοδική απόφαση θα μετέτρεπε αυτομάτως την Καινή Διαθήκη, τα Πατερικά κείμενα και όλη την γραπτή παράδοση της Ορθοδοξίας σε θρίλλερ του Χόλλυγουντ. Και τα κοινά βιώματα της αλήθειας, σε ομαδική παράκρουση δύο χιλιάδων χρόνων. Οι Άγγελοι ακόμη γελούν με αυτό το τεράστιο καλαμπούρι του διάσημου θεολόγου μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: