Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ - ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 3


                     

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ - ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 3

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου (Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου) ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ στο Καλογεροπούλειο Ίδρυμα (Αράτου 74, Κόρινθος) Με τους:
π. Πέτρο Μαριάτο, Δρ. Ιατρικής,
Δημήτριο Μαυρόπουλο, Εκδότη - Συγγραφέα
Ευάγγελο Μπαρτζή, Δρ. Θεολογίας - Εκπαιδευτικό
π. Ανδρέα Ανδρεόπουλο, Πανεπιστημιακό Καθηγητή
Συντονίζει ο εκδότης Θεόδωρος Παντούλας

Ευχαριστούμε τον κύριο Μαυρόπουλο. Είπα στην αρχή ότι οι συγγραφείς είναι συναισθηματικά τσιγκούνηδες, αλλά υπάρχει, νομίζω, ένα άλλο συνάφι που είναι ακόμα πιο φειδωλό στους επαίνους: οι θεολόγοι.

Κάποτε, που χρειάστηκα μια θεολογική συνδρομή, απευθύνθηκα στον Γιανναρά. Έγραφα [ακατάληπτο] για τη θεολογία της εικόνας. Του ζήτησα βοήθεια και μου ετοίμασε ένα πακέτο με όσα είχε. Μου λέει όμως: «Εγώ είμαι μεγάλος άνθρωπος· να απευθυνθείς σε νεότερους». Και μου υπέδειξε τρεις ανθρώπους. Το λέω γιατί ήταν γενναιόδωρος και σε αυτό.

Ο ένας ήταν στην Αθήνα και με βόλευε, ο άλλος ήταν στη Θεσσαλονίκη και ήταν μακριά, και ο τρίτος ήταν ο Ευάγγελος Μπάρτσης, που βρισκόταν στην Κόρινθο και είναι συμπολίτης σας. Έχω τη χαρά να τον γνωρίσω κι εγώ σήμερα. Ήταν ο τρίτος από τους θεολόγους που μου υπέδειξε για να απευθυνθώ. Κύριε Μπάρτση.

Ευχαριστώ πάρα πολύ. Θα αναφέρομαι στον κύριο Γιανναρά ως «κύριο καθηγητή». Όταν είσαι σε ακαδημαϊκούς κύκλους, η σχέση καθηγητή [ακατάληπτο]. Έχω επίσης τη χαρά να κάθομαι δίπλα στον πατέρα Ανδρέα Ανδρεόπουλο. Όταν συνάντησα για πρώτη φορά τον κύριο Γιανναρά, αυτός ο άνθρωπος μου είπε πολύ απλά: «Πήγαινε, μίλα». Εγώ καθόμουν [ακατάληπτο] και μου είπε: «Πήγαινε, μίλα. Να τος, εκεί είναι».
Θα μιλήσω για τρία πράγματα. Πρώτα θα πω πώς διαβάζω εγώ τον κύριο καθηγητή. Το δεύτερο είναι κάποιες ιστορίες από την Αγγλία, όπου μου χρειάστηκαν τα κείμενά του. Και το τρίτο είναι γιατί μιλάς όταν συναντάς τον Γιανναρά. Πας να τον συναντήσεις· γιατί θα μιλήσεις;
Μια μικρή παρένθεση. Πάντα είχε την απορία γιατί δεν είχα μιλήσει ποτέ στην Κόρινθο. Μου έλεγε: «Είσαι θεολόγος, έχεις κάνει τόσα πράγματα…» Το θεωρούσα δεδομένο ότι [ακατάληπτο]. Δεν έχω μιλήσει ποτέ εδώ για τίποτα. Ίσως τα πλαίσια στα οποία δουλεύω τόσα χρόνια είναι τελείως διαφορετικά. Έχω μιλήσει πάρα πολλές φορές στο εξωτερικό για τον κύριο καθηγητή. Έχω γράψει και αρκετά μικρά κείμενα γι’ αυτόν.
Ένα μικρό του παράπονο πριν φύγει από τη ζωή, που έγινε δική μου ενοχή, είναι ότι μου είχε ζητήσει να μαζέψω αυτά τα κείμενα και να τα εκδώσω, αλλά δεν το έκανα ποτέ. Δεν το έχω κάνει ακόμα. Είχα γράψει, όπως θα πω, ένα κείμενο για το σχόλιό του στο Άσμα Ασμάτων και το είχα παρουσιάσει. Αυτό έγινε αφορμή να γνωριστούμε ακόμα περισσότερο. Μου είπε ότι έπρεπε να το εκδώσω, αφού ήταν έτοιμο. Τότε δεν το εξέδωσα. Είναι ακόμα στον υπολογιστή μου και περιμένει.
Αν για κάποιους ανθρώπους τα κείμενα του κυρίου Γιανναρά, του κυρίου καθηγητή, αποτέλεσαν βήμα προς την ενηλικίωση, για μένα ήταν τα baby steps. Ήταν η εποχή που μόλις άρχιζα να ψελλίζω τα πρώτα μου θεολογικά λογάκια. Ήμουν πολύ πιο συνεπαρμένος με την αστροφυσική —όχι ότι ήθελα να γίνω ο ίδιος αστροφυσικός—, με το πώς περιγράφει τον κόσμο. Με συνάρπαζε το ότι η σύγχρονη αστροφυσική έχει αυτό το υπέροχο μυστήριο, ότι βάζει αποσιωπητικά.

Μικρή παρένθεση: πριν από μερικές ημέρες παρακολούθησα στην Αθήνα τον Brian Cox, καθηγητή από το Manchester, αστροφυσικό. Τελείωσε με τα λόγια «we don’t know». Είναι κάτι που δεν το περιμένεις από αστροφυσικούς. Βέβαια, και ο [Feynman;] το είχε πει: «We don’t know». [Ακατάληπτο] ο διάσημος καθηγητής φυσικής, στη δεκαετία του ’80, είχε πει: «Αν ήρθατε να ακούσετε έναν άνθρωπο που θα σας εξηγήσει τα πάντα, [ακατάληπτο]· δεν θα σας τα εξηγήσω όλα».
Αυτό, λοιπόν, με είχε συνεπάρει. Εκεί υπήρχε μια γλώσσα, υπήρχαν κάποιες ιδέες. Και ξαφνικά άρχισα να διαβάζω θεολογία.

Στα πρώτα μου βήματα, ένας φίλος με προειδοποίησε: «Μη διαβάζεις τον Γιανναρά. Ξεκίνα με κάτι πιο light». Για δύο ανθρώπους μου είχαν πει να μη διαβάσω τα κείμενά τους στην αρχή: για τον Γιανναρά και για τον πατέρα Σωφρόνιο Σαχάρωφ. «Ξεκίνα με πιο απλά πράγματα».
[Ακατάληπτο.] Σιγά σιγά έκανα αυτό που μου είπαν: ξεκίνησα να διαβάζω τον κύριο Γιανναρά και τον Σωφρόνιο! Και εκεί έπαθα —συγγνώμη για την έκφραση— εγκεφαλικό, γιατί πολλά πράγματα δεν τα είχα [ακατάληπτο]. Σκέφτηκα: «Αυτός ο άνθρωπος έχει μια γλώσσα με την οποία μπορώ να καταλάβω τα πράγματα».

Μου δίνει έναν τρόπο σκέψης, θα μου επιτρέψετε να πω μια κοσμοθεωρία, ένα παράδειγμα, όπου επιτέλους τα πράγματα βγάζουν περισσότερο νόημα όταν τα διαβάζω. Το βασικό όμως είναι η γλώσσα. Και τι βρήκα σε αυτή τη γλώσσα; Μια απίστευτα ποιητική γλώσσα.
Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που με συνεπήρε. Εκείνο που οι περισσότεροι θεωρούσαν δύσκολη γλώσσα, για μένα ήταν —ναι, ναι, ναι— πρώτα απ’ όλα μια ποιητική γλώσσα. Και όταν αρχίζεις να διαβάζεις τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τον Μάξιμο τον Ομολογητή —«νοῦς τῶν νοούντων», «ὄντως τῶν ὄντων», «λόγος τῶν λεγομένων»· νομίζω ότι το είπα δύο φορές—, καταλαβαίνεις: «Ωπ, εδώ υπάρχει κάτι». Στους ίδιους τους Πατέρες υπάρχει αυτή η ποιητική γλώσσα, την οποία πολλές φορές χάνουμε. Και έχει νόημα που είναι ποιητική γλώσσα.

Θα αφήσω τον υπαινιγμό: έτσι μιλάει ο εραστής στην ερωμένη. Πείτε μου, πώς αλλιώς θα μιλήσεις για τον Χριστό, πώς αλλιώς θα μιλήσεις για τον Θεό, αν δεν χρησιμοποιήσεις ερωτική γλώσσα; Τη χρησιμοποίησαν οι ίδιοι οι Πατέρες.

Πάμε λίγο παρακάτω. Αυτό επίσης που με συνεπήρε είναι ότι μου έδωσε έναν τρόπο σκέψης με τον οποίο καταλάβαινα πως μπορώ να αρχίσω να ανοίγω διαλόγους με άλλους ανθρώπους. Διαβάζεις τον Derrida, διαβάζεις τον «τρελό» Žižek, διαβάζεις άλλους ανθρώπους και αντιλαμβάνεσαι ότι η γλώσσα του Γιανναρά μπορεί να απαντήσει σε αυτούς τους ανθρώπους.
Μπορείς να συνδιαλλαγείς μαζί τους, μπορείς να συνομιλήσεις. Βγάζουν νόημα τα λεγόμενά τους, εάν έχεις πάρει αυτή τη γλώσσα και έχεις καταλάβει πώς ακριβώς, να το πω έτσι, πρέπει να μιλήσεις. Και το πιο σημαντικό —το είχαμε πει και μπροστά του— είναι ότι έχει αυτά τα υπέροχα διαμαντάκια: με ό,τι κι αν προσπαθήσεις να καταπιαστείς στη θεολογία, εκείνος κάτι έχει πει γι’ αυτό.

Μία από τις τελευταίες ιδέες που μου ήρθαν είναι η έννοια της φαντασίας. Τι είναι η φαντασία; Παρένθεση: για τους [ακατάληπτο] νεοπλατωνικούς, η φαντασία είναι μια πάρα πολύ σημαντική λειτουργία του νου. Συνδέει τον νου με τα εξωτερικά πράγματα. Φτάνουμε στον χριστιανισμό και ξαφνικά η φαντασία γίνεται κάτι αρνητικό, κάτι για το οποίο δεν χρειάζεται να μιλάμε. Δεν μιλάμε γι’ αυτήν.
Και εμφανίζεται ένας Μάξιμος Ομολογητής, ο οποίος σου ξαναλέει ότι η φαντασία είναι πάρα πολύ σημαντική για τον άνθρωπο, για τον νου. Ποιος το έχει πει ξανά αυτό; Ο κύριος καθηγητής.
[ΕΙΝΑΙ ΚΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΤ]

Γιατί, όταν καταπιάστηκα με την έννοια της φαντασίας —υπάρχει λόγος που καταπιάστηκα μαζί της—, είχα διαβάσει τον Κορνήλιο Καστοριάδη και έβλεπα συνεχώς: «η φαντασία, η φαντασία, η φαντασία». Και αναρωτήθηκα: τι είναι η φαντασία για τους χριστιανούς; Βρήκα δύο απαντήσεις: στους Πατέρες, κυρίως στον Μάξιμο Ομολογητή, και στον κύριο καθηγητή, ο οποίος μιλάει για τη φαντασία με έναν απίστευτα θετικό τρόπο. Αφήνει να εννοηθεί ότι η φαντασία δεν έχει μόνο μία διάσταση· έχει και τη θετική της διάσταση.
[Ακατάληπτο], πρόσωπο, δημιουργικότητα. Νομίζω ότι αυτός είναι ο καλύτερος χώρος για να μιλήσουμε για τον κύριο καθηγητή, δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε έναν χώρο τέχνης. Νομίζω ότι κι εκείνος θα αισθανόταν πάρα πολύ άνετα αν μας έβλεπε να μιλάμε γι’ αυτόν σε αυτόν τον χώρο.

Τέχνη, διαφορετικές εκφράσεις, διαφορετικές προσωπικότητες. Το κίτρινο για το οποίο μιλάει —αυτό το κίτρινο. Ακριβώς την ίδια έκφραση χρησιμοποιεί ο Καστοριάδης για το πράσινο: τι σημαίνει ότι ένας ολόκληρος ζωγράφος έχει ένα πράσινο που τον εκφράζει.

Το δεύτερο μέρος: ιστορίες από την Αγγλία.

Εκεί, ως μεταπτυχιακός και αργότερα ως μεταδιδακτορικός ερευνητής, συναντώ τον πατέρα Andrew Louth —το συζητούσαμε πριν από λίγο—, έναν από τους σημαντικότερους πατρολόγους, αν όχι τον σημαντικότερο. Ας κρατήσουμε ότι είμαι μαθητής του, οπότε τα βλέπω μονοδιάστατα! Τι στο καλό μπορείς να πεις όταν συναντάς έναν άνθρωπο σαν τον πατέρα Andrew Louth;
Η πρώτη του ερώτηση: «Είστε από την Ελλάδα;» «Μάλιστα». «Από την Αθήνα;» «Όχι, από την Κόρινθο». «Μήπως ξέρετε τον κύριο Χρήστο Γιανναρά;» «Μάλιστα».
Μετά πήρα χαμπάρι ότι ο πατέρας Andrew Louth είχε ασχοληθεί με το βιβλίο Ο Heidegger και ο Αρεοπαγίτης. Είναι ο άνθρωπος που είχε γράψει κείμενα για τον κύριο καθηγητή.
Λίγο αργότερα —fast forward, πάμε λίγο πιο μπροστά στα χρόνια—, με έναν φίλο πηγαίνουμε στο Durham, στην Αγγλία, στο Τμήμα Φιλοσοφίας, για να συναντήσουμε τον David Cooper, καθηγητή φιλοσοφίας. Ήταν απίστευτα κριτικός απέναντι στον χριστιανισμό, γιατί πίστευε ότι ο χριστιανισμός φτιάχνει συστήματα τα οποία αφαιρούν την έννοια του μυστηρίου.
Εξηγούν τα πάντα για τον Θεό. Ό,τι υπάρχει εκεί πέρα —πείτε το έτσι, πείτε το αλλιώς—, το έχουν εξηγήσει. Ξέρουμε τα πάντα για τον Θεό. Ακόμη και όταν λέμε ότι δεν ξέρουμε, το λέμε με έναν τρόπο σαν να ξέρουμε και αυτό που δηλώνουμε ότι δεν ξέρουμε.
Ο Cooper, λοιπόν, πίστευε ότι η θεωρία που έχουμε χτίσει για τον χριστιανισμό αφαιρεί την έννοια του μυστηρίου. [Ακατάληπτο] ο φοιτητής του, ο οποίος έκανε μεταπτυχιακό στον Heidegger. Και επειδή δεν τη σημείωσε, νομίζω ότι είμαι ο πρώτος που [ακατάληπτο] με τον Heidegger. Ευτυχώς! Κι αυτό επειδή δεν την υποσημείωσε.
[ΣΧΕΣΕΙΣ,ΑΝΑΛΟΓΙΑ. ΑΓΑΠΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ]

Αρχίζει να μιλάει ο φοιτητής και ο Cooper κοιτάζει εμένα: «Εσείς ποιος είστε;» «Είμαι από το Department of Theology». «Μάλιστα. Από πού;» «Από την Ελλάδα». «Ξέρετε τον κύριο Γιανναρά;»
Μετά πήρα χαμπάρι ότι αυτός ήταν ο David Cooper, ο οποίος σε μια διάλεξή του είχε πει ότι, ενώ πίστευε πως ο χριστιανισμός ως σύστημα αφαιρεί τελείως την έννοια του μυστηρίου, διαβάζοντας τον Heidegger και τον Γιανναρά αντιλήφθηκε ότι υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος να μιλάμε για τον χριστιανισμό, χωρίς να αφαιρούμε την έννοια του μυστηρίου.
Οι φίλοι στην Αγγλία θεωρούσαν δεδομένο, όταν άκουγαν ότι έρχομαι από την Ελλάδα, πως έχω διαβάσει τον κύριο Γιανναρά. Παιδιά από τον Καναδά, την Αυστραλία και την Αμερική τον είχαν ήδη διαβάσει. Παρένθεση: όλοι αυτοί ήταν πατρολόγοι· δεν ασχολούνταν με αυτό που λέμε συστηματική θεολογία.
Πηγαίνουμε πάλι αρκετά χρόνια μπροστά. Έρχομαι στην Ελλάδα και κάποια στιγμή λαμβάνω ένα email από το All Hallows, στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, με πρόταση να γίνω επιβλέπων στη διδακτορική διατριβή ενός καθολικού ιερωμένου. Ήθελε να κάνει διατριβή για τον Charles Taylor, έναν καθολικό φιλόσοφο από τον Καναδά, και τον Χρήστο Γιανναρά.
Στην πρώτη συνάντηση τον ρωτώ: «Γιατί τον Χρήστο Γιανναρά; Έχετε τον von Balthasar. Κι αυτός μιλάει για το πρόσωπο, κι αυτός μιλάει για τη Θεία Ευχαριστία. Γιατί τον Χρήστο Γιανναρά;» Η απάντηση: «Ναι, αλλά είναι layman». Λαϊκός. Ήθελε να βάλει τον Charles Taylor, που είναι λαϊκός, απέναντι σε έναν άλλο λαϊκό.
Δεν έβλεπε τη διαφορά, να το πω έτσι, τη μετάβαση από την καθολική σκέψη στην ορθόδοξη. Πίστευε ότι ο Γιανναράς ταίριαζε απόλυτα, γιατί είχε την έννοια της Ευχαριστίας και —το πολύ σημαντικό— του μυστηρίου του προσώπου. Αυτή η έννοια του μυστηρίου νομίζω ότι τα λέει όλα.

Πριν από λίγο καιρό, λίγο πριν από την εκδημία του κυρίου καθηγητή, επικοινώνησε μαζί μου ένας νέος από τη Γενεύη, Alexander το όνομά του. Μου είπε ότι ήθελε να μιλήσουμε, γιατί είχε διαβάσει κάποια κείμενά μου και ήθελε τη συμβουλή μου. Γιατί; Παρότι δεν είναι ορθόδοξος, θέλει να γράψει μια διδακτορική διατριβή για τον Χρήστο Γιανναρά.
Αν δεν είχα διαβάσει τον κύριο Γιανναρά, δεν θα είχα τη χαρά και την τιμή να συνομιλήσω με όλους αυτούς τους ανθρώπους, να γνωρίσω υπέροχες προσωπικότητες, ανθρώπους με διαφορετικό background. Και ξαφνικά αυτός ο άνθρωπος γίνεται το κέντρο γύρω από το οποίο μπορούμε όλοι να μιλάμε και να συνεννοούμαστε.
Τι γίνεται, λοιπόν, όταν, μέσα στην περίοδο του κορονοϊού, χτυπάει το τηλέφωνο και βλέπω άγνωστο αριθμό; Συνήθως δεν απαντώ σε τέτοια τηλεφωνήματα. Βέβαια, τότε δεν υπήρχε τόση [ακατάληπτο] με ανθρώπους που αλλοιώνουν τη φωνή τους και λένε ότι είναι κάποιος άλλος.
Ακούγεται μια πάρα πολύ όμορφη, ευγενική, γλυκιά φωνή: «Είμαι ο κύριος Χρήστος Γιανναράς». Στην αρχή νόμισα ότι κάποιος μου κάνει πλάκα. «Ήθελα να μιλήσω στον κύριο Μπάρτση. Έχετε γράψει ένα κείμενο για μένα, το οποίο δεν έχετε εκδώσει στην Ελλάδα, για το Άσμα Ασμάτων».
Του είχε κάνει εντύπωση ότι είχα γράψει το προφανές: πως, πρώτα απ’ όλα, ο κύριος Γιανναράς είναι ποιητής. Όλοι τον διαβάζουμε ως θεολόγο. Σε δύο μεγάλα συνέδρια μιλούν όλοι για τον τρόπο, για το πρόσωπο, για τον έρωτα — Το πρόσωπο και ο έρως. Πολύ απλά, κανείς δεν μιλάει για το ότι είναι ποιητής. Αυτό του είχε κάνει εντύπωση.
Θα ανοίξω μια μικρή παρένθεση. Τι είχα πει σε εκείνο το κείμενο για το σχόλιό του στο Άσμα Ασμάτων; Κάτι πολύ απλό: χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα γιατί έχει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία το όμορφο πρέπει να το πεις με όμορφες λέξεις. Και το όμορφο δεν είναι όπως το πλατωνικό όμορφο. Είναι κάτι τελείως διαφορετικό: ένα μυστήριο που σου φανερώνεται.
Τι κάνει, λοιπόν; Χρησιμοποιεί όμορφες λέξεις. Χρησιμοποιεί πολλά φωνήεντα για να μιλήσει για τον Θεό. «…και στον εναγκαλισμό του παράφορου νυμφίου [ακατάληπτο] ο έρωτας ως όρθρος και εκπνέει κάθε φόβο…» …
Είχα υπάρξει, ευτυχώς —δυστυχώς—, για λίγο καιρό ψάλτης. Παίρνεις χαμπάρι: «όρθρος»,…
Όπα. Εδώ μιλάμε για ενεργητική γλώσσα. Αρκεί να έχεις βρεθεί λίγο στην εκκλησία, στον Όρθρο, να έχεις ακούσει λίγο τους κανόνες, και παίρνεις χαμπάρι: «Ωπ, εδώ μιλάμε για μια τελείως διαφορετική γλώσσα».
Και μετά ο κύριος Γιανναράς, ο κύριος καθηγητής, μιλάει για τον έρωτα της καθημερινότητας: «φτωχικές μπουγάδες απλωμένες σε μια ύστατη έκκληση…· κακοβαμμένα μαλλιά, πλαδαρές σάρκες, το τρανζίστορ να ουρλιάζει λαϊκό καημό». Σου φτιάχνει αμέσως μια εικόνα που δεν μπορείς να βγάλεις από το μυαλό σου.

Γι’ αυτό το κείμενο είχα μιλήσει: για το πώς χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να μιλήσει για τον έρωτα, τον θεϊκό, να το πω έτσι, και τον καθημερινό, όπως τον αντιλαμβανόμαστε εμείς.

Όταν, λοιπόν, επιτέλους συναντηθήκαμε, η αγωνία μου ήταν: «Θα πάω στο σπίτι του να τον γνωρίσω· για τι θα μιλήσω; Τι έχω εγώ, που είμαι από την Αλμυρή Κορινθίας, να πω στον Χρήστο Γιανναρά; Έχει γράψει τόσα βιβλία. Τι στο καλό θα πούμε;»

Η έκπληξη ήταν ότι με ρωτούσε εκείνος. Εγώ περίμενα να τον ρωτήσω: «Τι πιστεύετε για το πρόσωπο; Τι πιστεύετε για [ακατάληπτο]; Τι πιστεύετε γι’ αυτό ή για εκείνο;» Αλλά ρωτούσε αυτός. Και τι ρωτούσε; Για την καθημερινότητα. Όπως κάνει ένας άνθρωπος όταν γνωρίζει κάποιον: «Πώς περνάς; Πώς είσαι;»
Έμαθε ότι η σύζυγός μου είναι από τη Συρία. Με ρωτούσε· έπαιρνε τηλέφωνο να μάθει πώς είναι η κατάσταση, πώς πάνε αυτοί οι άνθρωποι, πώς ζουν. «Τι συμβαίνει, επιτέλους;» Μιλούσε για τα πράγματα, για το πώς περνά η καθημερινότητα, πώς περνά ο βίος. Αυτός ο βίος, για τον οποίο μιλά και λέει ότι είναι η καθημερινότητα που ζούμε.
Και ξαφνικά περνούσαμε στη θεολογία, στη φιλοσοφία. Γιατί; Πολύ απλά, με τον τρόπο που εκφραζόταν, με εκείνη την υπέροχη φωνή που έχει μείνει στα αυτιά μας, με την καλοσύνη του, η συζήτηση περνούσε πολύ αβίαστα στη θεολογία και στη φιλοσοφία, στα βαθιά.

Εκεί έμπαιναν όλοι αυτοί που σας είπα: ο Derrida, ο Žižek, [ακατάληπτο]. Όλοι χωρούσαμε. Και μετά γυρίζαμε στα καθημερινά. Και ύστερα πάλι σε κάτι πιο βαθύ. Αυτό ήταν.

Εκεί κατάλαβα κάτι πολύ σημαντικό: μπορούμε να λέμε ό,τι θέλουμε για τους συγγραφείς. Διαβάζουμε ανθρώπους, κρίνουμε, κατακρίνουμε, υποστηρίζουμε. Και ξαφνικά έρχεται η προσωπική επαφή. Θα μου πείτε: είναι εύκολο να συναντήσουμε κάθε συγγραφέα; Όχι. Εκείνο όμως που έμαθα από τη δική μου εμπειρία είναι να καθυστερώ λίγο περισσότερο να κρίνω, μέχρι να συναντήσω το πραγματικό πρόσωπο, τον πραγματικό άνθρωπο.

Νομίζω ότι αυτό ήταν και το κλειδί όσων προσπαθούσε να μας πει σε όλα του τα κείμενα: να μας μιλήσει για το μυστήριο του προσώπου. Είμαστε πολύ περισσότερα από όσα δείχνουμε, από όσα διαβάζουμε ή ακούμε για τους άλλους. Είναι ένα μυστήριο που ξετυλίγεται μπροστά μας και δεν έχουμε ιδέα πού θα μας οδηγήσει.

Αυτό ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Ευχαριστώ πάρα πολύ.

ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ, ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΜΕΝΗ, ΓΙΑ ΜΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ.  ΤΟ ΘΑΥΜΑ  ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ.  ΠΩΣ ΛΕΜΕ. ΠΕΡΙΓΡΑΦΩ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΒΛΕΠΩ ΚΑΙ ΚΑΝΩ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. ΓΙΑ ΨΑΡΩΜΕΝΟΥΣ.

τοῦ Μητροπολίτη Κάλλιστου Ware

-Μίλησέ μας γιά τίς θεῖες ὀπτασίες πού βλέπεις, εἶπε κάποτε ἕνας μοναχός στόν ὅσιο Παχώμιο.
-Ἕνας ἁμαρτωλός σάν ἐμένα δέν προσδοκᾶ ὀπτασίες ἀπό τόν Θεό, ἀπάντησε ὁ Παχώμιος, ἀλλά ἀφῆστε με νά σᾶς πῶ γιά μία μεγάλη ὀπτασία, γιά τόν ἅγιο καί ταπεινό ἄνθρωπο.
Γιατί ποιά ὀπτασία μπορεῖ νά εἶναι μεγαλύτερη ἀπό αὐτή: νά βλέπουμε τόν ἀόρατο Θεό ἀποκαλυπτόμενο στό ναό Του, σ’ ἕνα ὁρατό ἀνθρώπινο πρόσωπο;
Αὐτή εἶναι ἡ ἀνώτερη ἀπ’ ὅλες τίς ὀπτασίες, ἕνα ἀληθινό θαῦμα: μία ἀνθρώπινη ὕπαρξη πλασμένη κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ.[PICO DELLA MIRANDOLA]

«Ἐξομολογήσομαί σοι ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθης».
Στήν πνευματική ζωή τοῦ καθενός μας, ἴσως δέν ὑπάρχει ἔργο περισσότερο ἐπεῖγον ἀπό αὐτό: νά ἀνανεώσουμε τήν αἴσθηση τοῦ θαυμασμοῦ καί τοῦ δέους μπροστά στό θαῦμα καί στό μυστήριο τοῦ ἴδιού μας τοῦ προσώπου.
Ἰδιαίτερα δέ πρέπει νά τονιστεῖ ἡ λέξη «μυστήριο».
Ποιός εἶμαι; Τί εἶμαι;
Ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι καθόλου προφανής. Δέν γνωρίζω παρά ἕνα πολύ μικρό μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μου. Τά ὅρια τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου εἶναι ἐξαιρετικά πλατιά.
Ἐκτείνονται πρός τό ἄπειρο˙ ἁπλώνονται πρός τά πίσω, ἀλλά καί πρός τά ἐμπρός μέσα στό χρόνο, ἀλλά καί πέρα ἀπ’ αὐτόν˙ εἰσέρχονται στήν αἰωνιότητα.
Ἐντός μου ὑπάρχουν κρυμμένα ἀνεξιχνίαστα βάθη πού διαφεύγουν τῆς δικῆς μου ἀντίληψης.

Μέσα στό μυστηριῶδες αὐτό ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού ἔχει πλαστεῖ κατά τήν εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὑπάρχουν τέσσερα στοιχεῖα ἰδιαίτερα μεγάλης σημασίας: ἡ ἐλευθερία, ἡ εὐχαριστία, ἡ κοινωνία καί ἡ ὡρίμανση.


Ἀντιγραφή γιὰ τό «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»
Ἔκφραση
Διμηνιαία ἔκδοση Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Ἁγίας Τριάδος Μετοχίου Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ
Τεῡχος 178– Σεπτέμβρης – Ὀκτώβρης 2019
Εἰκόνα: «Μοναχός» ἔργο τοῦ Vladimir Davydenko ἀπό
papik.pro
τό «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΠΑΡΕΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣΗ ΕΧΕΙ ΧΑΘΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΣΜΟ. ΓΙ'ΑΥΤΟΝ ΤΟ ΛΟΓΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ. ΩΣΤΕ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΣΤΕ ΣΑΝ ΘΕΟΙ ΑΠΛΩΣ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑΣ, ΜΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ. ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΜΑΙ. Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΘΕΟΣ.

Ο ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ Ware ΥΠΗΡΞΕ Ο ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ Sobornost ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΕ Ο Andrew Louth;

Δεν υπάρχουν σχόλια: