Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Ο πόλεμος εναντίον του παρελθόντος 10

Συνέχεια από Τετάρτη  23. Σεπτεμβρίου 2026

Ο πόλεμος εναντίον του παρελθόντος 10

Γιατί η Δύση πρέπει να αγωνιστεί για την ιστορία της

Frank Furedi

Polity Press, 2024

Κεφάλαιο 2: 

Η μακρά κυοφορία του πολέμου

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η ρήξη της πολιτισμικής συνέχειας

Η απώλεια της αίσθησης του παρελθόντος δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα της αντίληψης της κοινωνίας περί υπερβολικά ταχείας αλλαγής. Η αίσθηση μιας διαρκώς διευρυνόμενης ψυχικής απόστασης μεταξύ παρόντος και παρελθόντος ενισχύθηκε και οξύνθηκε από δραματικές ιστορικές εμπειρίες —η σημαντικότερη από τις οποίες ήταν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.¹⁴ Μέλη των ευρωπαϊκών πολιτιστικών και πολιτικών ελίτ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτός ο καταστροφικός πόλεμος είχε προκαλέσει μια αγεφύρωτη ρήξη μέσα στον χρόνο.

Ο Μεγάλος Πόλεμος υπονόμευσε θεμελιωδώς την πολιτιστική συνέχεια της Δύσης.¹⁵ Για πολλούς Ευρωπαίους, η σχέση με το παρελθόν τους είχε υποστεί ανεπανόρθωτο πλήγμα. Εκατομμύρια άνθρωποι —ιδίως οι ηλικιωμένοι— θρηνούσαν για την απώλεια της παλαιάς τάξης πραγμάτων. Κατέστη όμως φανερό ακόμη και σε όσους διέθεταν ισχυρή συντηρητική προδιάθεση ότι δεν υπήρχε κάποιος προφανής δρόμος επιστροφής στο παρελθόν. Οι προσπάθειες διατήρησης των παλαιών τρόπων ύπαρξης περιθωριοποιήθηκαν και σαρώθηκαν από ένα Zeitgeist που επιδίωκε να δημιουργήσει εκ νέου τον κόσμο. Η αυθεντία του παρελθόντος φαινόταν πλέον χαμένη υπόθεση. Η πολιτιστική επιρροή του καινούργιου κυριάρχησε στο πνεύμα της εποχής.

Πολλοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες βίωσαν το τέλος του πολέμου ως σημείο από το οποίο δεν υπήρχε επιστροφή στο παρελθόν και αισθάνθηκαν ότι η ιστορία δεν είχε πλέον τίποτε θετικό να προσφέρει στην κοινωνία. Η αίσθηση μιας εποχικής ρήξης και η περιφρόνηση προς το παρελθόν κυριάρχησαν στη νεωτερική διανοητική και καλλιτεχνική φαντασία. Μια ριζοσπαστικότερη εκδοχή αυτού του αισθήματος εκφράστηκε από τον ριζοσπαστισμό του Μεσοπολέμου, ο οποίος πίστευε ένθερμα ότι η ρήξη με το παρελθόν ήταν τόσο δυνατή όσο και αναγκαία.

Μία από τις σημαντικότερες και διαρκέστερες κληρονομιές του Μεγάλου Πολέμου ήταν ότι διέσπασε και αποδιοργάνωσε το επικρατούν πλέγμα νοήματος μέσω του οποίου οι δυτικές κοινωνίες κατανοούσαν τον κόσμο τους. «Η Ευρώπη είχε εξαντληθεί όχι μόνο σωματικά αλλά και ηθικά» και επικρατούσε μια «κρίση εμπιστοσύνης»¹⁶ μεταξύ των ελίτ των αρχών του 20ού αιώνα, καθώς οι βασικές αξίες και τα ιδανικά με τα οποία είχαν γαλουχηθεί εμφανίστηκαν ξαφνικά ως στερημένα νοήματος.

Σε ιστορικές στιγμές κατά τις οποίες οι άνθρωποι βρίσκονται σε σύγχυση σχετικά με τις πεποιθήσεις τους, αποπροσανατολίζονται επίσης ως προς το ποιοι είναι και ποια είναι η θέση τους σε σχέση με τους άλλους. Ο ψυχίατρος Patrick Bracken γράφει για τον «τρόμο που προκαλείται από την πάλη με το νόημα». «Όταν τίθεται υπό αμφισβήτηση το νόημα της ζωής μας», λέει, «οι άνθρωποι αποκτούν οδυνηρή επίγνωση ότι στερούνται τους ηθικούς και διανοητικούς πόρους που χρειάζονται για να δώσουν κατεύθυνση στη ζωή τους».¹⁷

Οι ιστορικές φάσεις στην εξέλιξη της αποξένωσης της κοινωνίας από το παρελθόν

Η απώλεια της αυθεντίας του παρελθόντος και η αποξένωση της κοινωνίας από αυτό άρχισαν να αποκτούν δυναμική πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες, προτού περιλάβουν ολόκληρο τον αγγλοαμερικανικό κόσμο και τις άλλες δυτικές κοινωνίες. Η διαδικασία αυτή εκτυλίχθηκε σε τέσσερις διακριτές φάσεις.

Πρώτη φάση: Το παρελθόν ως κάτι που δεν είναι πλέον επίκαιρο

Αρχικά, η παρόρμηση απόρριψης του παρελθόντος ήταν στενά συνδεδεμένη με την αισιόδοξη νεωτερική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το παρελθόν είχε χάσει μεγάλο μέρος της σημασίας του.

Μέχρι τον 19ο αιώνα, η αυθεντία του παρελθόντος παρέμενε σχετικά άθικτη. Κατά τη διάρκεια όμως αυτού του αιώνα, πολλοί φιλελεύθεροι και προοδευτικοί υιοθέτησαν έναν άκριτο και μονοδιάστατο προσανατολισμό προς το μέλλον.

Όπως εξήγησε η Dorothy Ross στη σημαντική μελέτη της The Origins of American Social Science (1991), αυτός ο προσανατολισμός είχε τη θλιβερή συνέπεια να αποδυναμώσει την «ιστορική κατανόηση». Παρατήρησε ότι εξέχοντες φιλελεύθεροι και ωφελιμιστές, όπως ο Άγγλος φιλόσοφος Jeremy Bentham, «πίστευαν ότι μια σύγχρονη κοινωνία δεν είχε τίποτε να διδαχθεί από το παρελθόν και ότι όφειλε να στραφεί απευθείας στις καθολικές αρχές της ανθρώπινης φύσης. Για όσους ασχολούνταν με την κατανόηση της ιστορικής πορείας της προόδου, ολόκληρο το παρελθόν μπορούσε να συμπτυχθεί σε ένα και μόνο στάδιο, το οποίο η πρόοδος άφηνε πίσω της».¹⁸

Παρόμοιο αίσθημα εξέφρασε με ενθουσιασμό ο Άγγλος φιλόσοφος Herbert Spencer, ο οποίος υποστήριξε στο Social Statics (1851) ότι η πρόοδος «δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός αλλά μια αναγκαιότητα». Ο Spencer πίστευε ότι «το κακό και η ανηθικότητα ασφαλώς πρέπει να εξαφανιστούν· οι άνθρωποι ασφαλώς πρέπει να καταστούν τέλειοι».¹⁹

Στην αρχική της φάση, αυτή η νεωτερική αποξένωση από το παρελθόν δεν συνεπαγόταν κατ’ ανάγκην την έλλειψη σεβασμού προς αυτό. Πολλοί εξέχοντες φιλελεύθεροι, όπως ο J.S. Mill, έγραψαν εκτενώς για τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού και κατανοούσαν ότι ήταν κληρονόμοι της παρακαταθήκης του. Ακόμη και ο κοινωνικός δαρβινιστής Spencer θεωρούσε την κληρονομιά του παρελθόντος σημαντικό πόρο για την προώθηση της μελλοντικής προόδου. Έγραψε ότι, στην περίπτωση του ατόμου, «οι επιδράσεις που είχαν ασκηθεί στις προηγούμενες γενιές· οι επιδράσεις που ασκήθηκαν επάνω του· η εκπαίδευση που διαμόρφωσε την παιδική του ηλικία· μαζί με τις συνθήκες μέσα στις οποίες έζησε έκτοτε· όλα αυτά συνέβαλαν από κοινού ώστε να γίνει αυτό που είναι. Και το αποτέλεσμα που διαμορφώθηκε με αυτόν τον τρόπο μέσα του έχει έναν σκοπό».²⁰

Ο Spencer αναγνώριζε ότι η επίδραση του παρελθόντος έδινε στους ανθρώπους έναν σκοπό και τους παρείχε μια αίσθηση νοήματος. Η επιρροή του παρελθόντος παρείχε στα άτομα τους ηθικούς πόρους που χρειάζονταν για να αναμετρηθούν με το μέλλον. Έγραψε ότι το άτομο δεν είναι μόνο «τέκνο του παρελθόντος» αλλά και «γονέας του μέλλοντος». Εξήγησε ότι το ηθικό αίσθημα που είχε τις ρίζες του στο παρελθόν «προοριζόταν να λειτουργήσει ως όργανο για την παραγωγή περαιτέρω προόδου· και το να το φιμώνουμε ή να αποκρύπτουμε τις σκέψεις που γεννά σημαίνει ότι παρεμποδίζουμε το δημιουργικό σχέδιο».²¹

Την εποχή που ο Spencer διατύπωνε αυτές τις σκέψεις, στα μέσα του 19ου αιώνα, η φράση του Sir Isaac Newton «στεκόμαστε στους ώμους γιγάντων» —η οποία αναγνώριζε τη συμβολή των μεγάλων στοχαστών του παρελθόντος στη σύγχρονη επιστήμη— χρησιμοποιούνταν ευρέως, φανερώνοντας τον σεβασμό που τους αποδιδόταν.

Δεύτερη φάση: Το παρελθόν ως εμπόδιο στην πρόοδο


Στα τέλη του 19ου αιώνα σημειώθηκε μια σημαντική μετατόπιση: από τη θεώρηση του παρελθόντος ως κάτι που δεν ήταν πλέον επίκαιρο, στην αντίληψή του ως εμποδίου για την περαιτέρω πρόοδο. Αυτό το αίσθημα εκφράστηκε με τη μεγαλύτερη συνέπεια από σχολιαστές και διανοουμένους που συνδέονταν με το αμερικανικό Προοδευτικό Κίνημα. Η πεποίθησή τους αντανακλούσε μια αντίληψη βαθιά αποξενωμένη από το παρελθόν. Όπως παρατήρησε ο οικονομολόγος E.R. Seligman το 1903:
«Ο Αμερικανός του μέλλοντος θα έχει ελάχιστη ομοιότητα με τον Αμερικανό του παρελθόντος».²²

Από τη δική του οπτική, το παρελθόν δεν περιείχε σχεδόν τίποτε άξιο εκτίμησης· αντιθέτως, αποτελούσε ένα βάρος που έπρεπε να απορριφθεί. Ο Αμερικανός φιλόσοφος John Dewey ερμήνευσε τη θεωρία της εξέλιξης του Darwin ως κάλεσμα για «μετατόπιση του ενδιαφέροντος από το μόνιμο προς το μεταβαλλόμενο». Από αυτή την οπτική, όπως έγραψε η Dorothy Ross, ο Dewey κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαίο «να απορριφθεί ολόκληρο το παρελθόν δύο χιλιάδων ετών φιλοσοφικού λόγου, μαζί με την αναζήτησή του για μια μόνιμη και αμετάβλητη πραγματικότητα».²³

Όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, η πεποίθηση ότι το παρελθόν αποτελούσε εμπόδιο στην πρόοδο απέκτησε ισχυρή δυναμική μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το καταστροφικό αυτό γεγονός θεωρήθηκε ευρέως αποτέλεσμα ιδανικών και αξιών ριζωμένων στο ηθικό σύμπαν του παρελθόντος. Οι προοδευτικοί στοχαστές υποστήριζαν ότι η υπέρβαση των εμποδίων που αντιπροσώπευαν οι παλαιοί τρόποι σκέψης ήταν απαραίτητη για την επανεκπαίδευση των νέων, ώστε να ενστερνιστούν νέες αξίες και στάσεις.

Ήδη από τη δεκαετία του 1920, τα αισθήματα αυτά έβρισκαν ισχυρή απήχηση στα μέλη του πολιτιστικού κατεστημένου και των επαγγελματικών τάξεων. Θεωρούσαν αυτονόητο ότι οι αξίες και τα έθιμα των γονέων και των παππούδων τους ήταν παρωχημένα και αποτελούσαν εμπόδιο στην πραγμάτωση των δυνατοτήτων που προσέφεραν η επιστήμη και η τεχνολογία.

Ορισμένοι παιδαγωγοί διακήρυτταν ότι το παραδοσιακό πρόγραμμα σπουδών δεν ήταν απλώς άσχετο με τις ανάγκες της εποχής αλλά και πραγματικά επιβλαβές για την ευημερία των νέων. Η κοινωνιολόγος Helen Lynd παρατήρησε:
«Μέχρι σήμερα, το κολέγιο εκπαίδευε τους ανθρώπους στη γνώση του παρελθόντος, με την πεποίθηση ότι αυτό θα είχε κάποια σημασία για το μέλλον. Τώρα αρχίζει να αναγνωρίζει ότι η υπερβολική εμβάπτιση σε πρότυπα που ενδέχεται να είναι παρωχημένα, αντί να αποτελεί βοήθεια, μπορεί στην πραγματικότητα να παρεμποδίζει την προσαρμογή σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο».²⁴


Από αυτή την οπτική, η παραδοσιακή ουμανιστική πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν ήταν ωφέλιμη, επειδή μπορούσε να μειώσει την ικανότητα των προπτυχιακών φοιτητών να προσαρμόζονται σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.

Εκείνη την εποχή, ο Γερμανός φιλόσοφος Edmund Husserl έγραφε για τον τρόπο με τον οποίο η δυτική κοινωνία είχε αιχμαλωτιστεί από τη «γοητεία» της «εποχής μας». Φοβόταν ότι το ισχυρό κλίμα παροντισμού που είχε κυριαρχήσει στην κοινωνία είχε οδηγήσει σε «πολιτιστική κατάρρευση, κόπωση του πνεύματος και αποσύνθεση».²⁵ Ο Αμερικανός κοινωνικός επιστήμονας Lawrence Frank προσωποποιούσε αυτή την τάση με την καταδίκη των επιβλαβών συνεπειών των παραδοσιακών μορφών κοινωνικοποίησης:
«Πρέπει να αναγνωριστεί […] ότι, εάν εξετάσουμε τις παραδοσιακές ιδέες και πεποιθήσεις μας και διαπιστώσουμε ότι δεν είναι πλέον έγκυρες ή αξιόπιστες υπό το φως των νεότερων γνώσεων και αντιλήψεών μας, και εάν, επιπλέον, διαπιστώσουμε ότι προκαλούν την κοινωνική αταξία και τις παραμορφώσεις της προσωπικότητας που συνιστούν τα κυριότερα κοινωνικά μας προβλήματα, τότε οφείλουμε να αναλάβουμε με θάρρος τη δημιουργία νέων εννοιών, νέων προτύπων και νέων κανονιστικών αρχών, προκειμένου να ανταποκριθούμε στα διαρκή καθήκοντα της ζωής».²⁶

Η τάση να θεωρούνται οι τρόποι του παρελθόντος εμπόδιο στην πρόοδο απέκτησε νέα δυναμική μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς αυτό το τρομερό επεισόδιο αποδιδόταν συχνά στην καταστροφική επίδραση παρωχημένων αντιλήψεων. Το αίσθημα αυτό εκφράστηκε με ιδιαίτερη ένταση από τον Καναδό ψυχίατρο Brock Chisholm, τον πρώτο γενικό διευθυντή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ο οποίος υποστήριζε ότι η επιβίωση της ανθρωπότητας απαιτούσε την απελευθέρωσή της από τα εμπόδια που είχε δημιουργήσει το παρελθόν. Προειδοποιούσε:
«Σε πολλά από τα σημαντικότερα ζητήματα της ζωής είναι φανερό ότι ο νους μεγάλου αριθμού ανθρώπων —στην πραγματικότητα σχεδόν ολόκληρου του ανθρώπινου γένους—
δεν είναι ελεύθερος και ανοιχτός ώστε να εξετάσει κατά πόσον οι παλαιές ιδέες είναι αληθείς ή ψευδείς ή να εξετάσει τα πλεονεκτήματα που ενδέχεται να προσφέρουν οι νέες ιδέες».[ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΝΕΕΣ ΙΔΕΕΣ ΘΑ ΕΙΧΑΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΜΟΙΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΛΑΙΕΣ;]

Ο Chisholm, όπως και πολλοί από τους συναδέλφους του που διηύθυναν τους νεοσύστατους διεθνείς οργανισμούς μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, θεωρούσε ότι μία από τις αρετές της παγκόσμιας οργάνωσής τους ήταν η συμβολή της στην απομάκρυνση του εμποδίου που αντιπροσώπευαν οι «ψευδείς παλαιές ιδέες».²⁷

Τρίτη φάση: Το παρελθόν ως κατεξοχήν κακοποιό


Ήδη από τη δεκαετία του 1880, ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ferdinand Tönnies είχε επισημάνει την τάση των νεωτερικών τεχνοκρατικών θεσμών να αντιδρούν στα ήθη και στις παραδόσεις της κοινοτικής ζωής με «συγκαλυμμένο μίσος και περιφρόνηση».²⁸ …

Συνεχίζεται


Σημειώσεις:


¹⁴ Βλ. Furedi (2014), κεφ. 1 και 2.

¹⁵ Το σημείο αυτό αναπτύσσεται στο Furedi (2014).

¹⁶ Muller (2009), σ. 224.

¹⁷ Bracken (2002), σσ. 14 και 207.

¹⁸ Ross (1991), σ. 16.

¹⁹ https://oll.libertyfund.org/titles/spencer-social-statics-1851 (κεφ. 2, § 4).

²⁰ Στο ίδιο (κεφ. 32, § 7).

²¹ Στο ίδιο.

²² Παρατίθεται στο Ross (1991), σ. 150.

²³ Στο ίδιο, σ. 316.

²⁴ Lynd (1932), σ. 198.

²⁵ Βλ. Moran (2012), σσ. 11 και 26.

²⁶ Frank (1940), σ. 19.

²⁷ Chisholm (1947), σ. 107.

²⁸ Tönnies (1955 [1887]), σ. 263.

Δεν υπάρχουν σχόλια: