Συνέχεια από Παρασκευή 9. Οκτωβρίου 2026

Πλάτων. Αναζητώντας τη μυστική σοφία 9
Giovanni Reale
2019, Εκδόσεις La nave di Teseo, Μιλάνο
Giovanni Reale
2019, Εκδόσεις La nave di Teseo, Μιλάνο
II
Η ποιητικο-μιμητική προφορικότητα ως θεμέλιο του πολιτισμού και της πνευματικής διαμόρφωσης των Ελλήνων και η μετωπική σύγκρουση του Πλάτωνα με αυτήν
Ο αποχαιρετισμός στον Όμηρο στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας και η απαρχή μιας νέας πολιτισμικής εποχής
Ύστερα από όσα είπαμε μέχρι εδώ, είναι αναγκαίο να διαβάσουμε και να στοχαστούμε δύο εκτενή χωρία από το δέκατο βιβλίο της Πολιτείας, στα οποία ο Πλάτων αποχαιρετά τον μεγάλο Όμηρο και εγκαινιάζει μια νέα εποχή.
Το πρώτο χωρίο αμφισβητεί συστηματικά την παιδευτική δύναμη που ο Όμηρος είχε ασκήσει επί αιώνες στους Έλληνες:
«Δεν θα απαιτήσουμε από τον Όμηρο ή από άλλους ποιητές να μας δώσουν λόγο για άλλα πράγματα, ρωτώντας, λόγου χάρη, αν κάποιος από αυτούς υπήρξε αληθινός γιατρός και όχι απλώς, ως ποιητής, μιμητής της γλώσσας των γιατρών· ή ποιος ποιητής, αρχαίος ή σύγχρονος, κατόρθωσε ποτέ, όπως ο Ασκληπιός, να ξαναδώσει την υγεία σε κάποιον· ή ποια ιατρική σχολή άφησε πίσω του, όπως έκανε ο Ασκληπιός με τους μαθητές του. Με λίγα λόγια, δεν θα τους θέσουμε ερωτήματα για τις άλλες τέχνες· θα τα αφήσουμε κατά μέρος. Όσον αφορά, όμως, τα μεγάλα και ευγενέστατα έργα που ο Όμηρος επιχείρησε να αναπαραστήσει —δηλαδή τους πολέμους, τη στρατηγική, την ίδρυση πόλεων και ακόμη την αγωγή του ανθρώπου—, είναι θεμιτό να του ζητήσουμε να δώσει λόγο γι’ αυτά, απευθύνοντάς του την ακόλουθη ερώτηση:
Η ποιητικο-μιμητική προφορικότητα ως θεμέλιο του πολιτισμού και της πνευματικής διαμόρφωσης των Ελλήνων και η μετωπική σύγκρουση του Πλάτωνα με αυτήν
Ο αποχαιρετισμός στον Όμηρο στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας και η απαρχή μιας νέας πολιτισμικής εποχής
Ύστερα από όσα είπαμε μέχρι εδώ, είναι αναγκαίο να διαβάσουμε και να στοχαστούμε δύο εκτενή χωρία από το δέκατο βιβλίο της Πολιτείας, στα οποία ο Πλάτων αποχαιρετά τον μεγάλο Όμηρο και εγκαινιάζει μια νέα εποχή.
Το πρώτο χωρίο αμφισβητεί συστηματικά την παιδευτική δύναμη που ο Όμηρος είχε ασκήσει επί αιώνες στους Έλληνες:
«Δεν θα απαιτήσουμε από τον Όμηρο ή από άλλους ποιητές να μας δώσουν λόγο για άλλα πράγματα, ρωτώντας, λόγου χάρη, αν κάποιος από αυτούς υπήρξε αληθινός γιατρός και όχι απλώς, ως ποιητής, μιμητής της γλώσσας των γιατρών· ή ποιος ποιητής, αρχαίος ή σύγχρονος, κατόρθωσε ποτέ, όπως ο Ασκληπιός, να ξαναδώσει την υγεία σε κάποιον· ή ποια ιατρική σχολή άφησε πίσω του, όπως έκανε ο Ασκληπιός με τους μαθητές του. Με λίγα λόγια, δεν θα τους θέσουμε ερωτήματα για τις άλλες τέχνες· θα τα αφήσουμε κατά μέρος. Όσον αφορά, όμως, τα μεγάλα και ευγενέστατα έργα που ο Όμηρος επιχείρησε να αναπαραστήσει —δηλαδή τους πολέμους, τη στρατηγική, την ίδρυση πόλεων και ακόμη την αγωγή του ανθρώπου—, είναι θεμιτό να του ζητήσουμε να δώσει λόγο γι’ αυτά, απευθύνοντάς του την ακόλουθη ερώτηση:
“Αγαπητέ Όμηρε, αν ως προς την αρετή δεν απέχεις τρία στάδια από την αλήθεια, δηλαδή δεν είσαι κατασκευαστής εικόνων, όπως ορίσαμε τον μιμητή, αλλά απέχεις δύο στάδια από την αλήθεια, επειδή γνώριζες να διακρίνεις ποιοι θεσμοί κάνουν τους ανθρώπους καλύτερους ή χειρότερους στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή, πες μου: ποια πόλη οργανώθηκε καλύτερα χάρη σε σένα, όπως οργανώθηκε η Σπάρτη χάρη στον Λυκούργο και πολλές άλλες πόλεις, μεγάλες ή μικρές, χάρη στους ιδρυτές τους; Ποια πόλη σε τιμά ως καλό νομοθέτη που της πρόσφερε ωφέλιμες υπηρεσίες; Η Ιταλία και η Σικελία έχουν τον Χαρώνδα· εμείς έχουμε τον Σόλωνα. Για σένα, όμως, ποια πόλη καυχιέται;” Θα έχει άραγε ο Όμηρος κάποιο όνομα να αναφέρει;»
«Αμφιβάλλω», είπε ο Γλαύκων. «Ούτε οι ίδιοι οι Ομηρίδες αναφέρουν κάτι τέτοιο».
«Και έχει διασωθεί η ανάμνηση κάποιου πολέμου στα χρόνια του Ομήρου που διεξήχθη με επιτυχία χάρη στην ηγεσία ή στις συμβουλές του;»
«Κανενός».
«Μήπως, όμως, θα γίνει λόγος γι’ αυτόν ως άνθρωπο με πρακτική ευφυΐα, για τις πολλές ανακαλύψεις του που υπήρξαν χρήσιμες σε άλλους τεχνικούς τομείς, όπως συνέβη με τον Θαλή τον Μιλήσιο και τον Ανάχαρση τον Σκύθη;»
«Τίποτε από αυτά».
«Ίσως, τότε, ειπωθεί ότι, αν όχι δημόσια, τουλάχιστον στην ιδιωτική του ζωή ο Όμηρος καθοδήγησε την αγωγή κάποιου, ο οποίος, ανταποδίδοντάς του αγάπη και οικειότητα, παρέδωσε στους μεταγενέστερους έναν ομηρικό τρόπο ζωής, όπως συνέβη με τον Πυθαγόρα. Εκείνος αγαπήθηκε εξαιρετικά για αυτή του τη δραστηριότητα, και οι διάδοχοί του, που ονόμασαν τον τρόπο ζωής τους πυθαγόρειο, ξεχωρίζουν κατά κάποιον τρόπο από όλους τους άλλους».
«Ούτε γι’ αυτό λέγεται τίποτε. […]»
«Άλλωστε, Γλαύκων, πιστεύεις ότι, αν ο Όμηρος ήταν πράγματι ικανός να παιδεύει τους ανθρώπους και να τους κάνει καλύτερους, και μπορούσε να το κάνει όχι μέσω της μίμησης αλλά χάρη σε αληθινή γνώση, δεν θα είχε αποκτήσει πλήθος φίλων που θα τον περιέβαλλαν με αγάπη και εκτίμηση;»²⁶
Το δεύτερο χωρίο θέτει ως θέμα την αντιπαλότητα ανάμεσα στην ποίηση και στη φιλοσοφία, δηλαδή τη σαφή αντίθεση ανάμεσα στην παιδευτική δύναμη του παρελθόντος και στη δύναμη που επρόκειτο να συγκροτήσει τη νέα παιδεία. Περιέχει ένα μήνυμα που είναι πράγματι εμβληματικό από κάθε άποψη:
«Λοιπόν, αγαπητέ Γλαύκων, όταν συναντάς κάποιον από τους θαυμαστές του Ομήρου —εκείνους που ισχυρίζονται ότι αυτός ο ποιητής υπήρξε ο παιδευτής της Ελλάδας, ότι για την οργάνωση και τη διαπαιδαγώγηση των ανθρώπων πρέπει να μελετάται και να αποστηθίζεται το έργο του, και ότι ολόκληρη η ζωή θα έπρεπε να διαμορφώνεται σύμφωνα με έναν τόσο μεγάλο ποιητή—, προσπάθησε να είσαι φίλος του και να τον εκτιμάς, όπως αρμόζει σε έναν άνθρωπο που, παρά τους περιορισμούς του, είναι εξαίρετος. Αναγνώρισε επίσης μαζί του ότι ο Όμηρος είχε εξαιρετικά ποιητικά χαρίσματα και ήταν ο μεγαλύτερος από τους τραγικούς ποιητές. Να ξέρεις όμως ότι στην πόλη μας δεν θα γίνει δεκτή άλλη μορφή ποίησης εκτός από ύμνους προς τους θεούς και εγκώμια ενάρετων ανθρώπων. Διότι, αν υποδεχόσουν τη γλυκιά Μούσα, είτε της λυρικής είτε της επικής ποίησης, τότε στην πολιτεία θα βασίλευαν η ηδονή ή η λύπη στη θέση του νόμου και του λογικού, το οποίο θεωρείται πάντοτε και από όλους το καλύτερο μέρος».
«Πολύ σωστά».
«Αυτή, λοιπόν, ας είναι η υπεράσπισή μας, τώρα που επανήλθαμε στο ζήτημα της ποίησης, η οποία δικαίως, εξαιτίας των ίδιων της των χαρακτηριστικών, είχε τότε αποκλειστεί από την πολιτεία. Άλλωστε, ο λόγος ήταν εκείνος που μας έπεισε να το κάνουμε. Και για να μη μας κατηγορήσεις ότι είμαστε άξεστοι και αναίσθητοι, θα προσθέσουμε ότι η αντιπαλότητα ανάμεσα στην ποίηση και στη φιλοσοφία είναι παλιά. Ιδού οι αποδείξεις: “εκείνη η σκύλα που γαβγίζει το αφεντικό της με βραχνή φωνή”· “ο μεγάλος στα μάταια λόγια των ανοήτων”· “το πλήθος των νεόκοπων σοφών”· “ο όχλος εκείνων που βασανίζουν το μυαλό τους επειδή είναι αξιολύπητοι”, καθώς και πολλές άλλες παρόμοιες εκφράσεις, δείχνουν την από παλιά υπάρχουσα αντιζηλία τους.
»Σε κάθε περίπτωση, ας το πούμε καθαρά: αν η μιμητική ποίηση που προκαλεί ηδονή είχε επιχειρήματα υπέρ του δικαιώματός της να είναι πολίτης σε μια καλά οργανωμένη πολιτεία, θα τη δεχόμασταν με μεγάλη χαρά, επειδή έχουμε πλήρη επίγνωση της γοητείας που ασκεί και σε εμάς. Παραμένει όμως γεγονός ότι δεν επιτρέπεται να προδώσουμε αυτό που αποδεικνύεται αληθινό. Κι άλλωστε, φίλε μου, δεν σε γοητεύει και σένα η ποίηση, ιδίως όταν τη θαυμάζεις στην ερμηνεία του Ομήρου;»
«Και πολύ μάλιστα!»
«Δεν θα ήταν, λοιπόν, δίκαιο να την ξαναδεχθούμε στην πατρίδα, αρκεί να μπορούσε να αποκρούσει τις κατηγορίες με ένα λυρικό άσμα ή με κάποιο άλλο μέτρο;»²²
Νομίζω ότι κανείς περισσότερο από τον Havelock δεν κατέστησε σαφές πόσο καθοριστική για μια ολόκληρη ιστορική εποχή είναι αυτή η μετωπική επίθεση του Πλάτωνα εναντίον του Ομήρου και η κριτική του στην ποίηση, καθώς και ότι μπορούμε να την κατανοήσουμε μόνο αν αντιληφθούμε την πολιτισμική επανάσταση που βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο Πλάτων είχε κατανοήσει καλά ότι έπρεπε να ανατρέψει την ίδια τη δομή της κουλτούρας της ποιητικής και μιμητικής προφορικότητας. Στην αναπαράσταση «εικόνων» και στις μεθόδους με τις οποίες μεταδιδόταν η ποίηση έπρεπε να αντιταχθεί η σκέψη με «έννοιες». Τις εικόνες έπρεπε να αντικαταστήσουν οι νοητές Ιδέες, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται· ειδικότερα, έπρεπε να εισαχθεί μια νέα γλώσσα, με νέα σύνταξη αντίθετη προς εκείνη της ποίησης.
Ο Havelock γράφει:
«Αλλά αυτή η νέα γλώσσα δεν προανήγγελλε στην πραγματικότητα μια εντελώς νέα φάση στην εξέλιξη όχι μόνο του ελληνικού αλλά και του ευρωπαϊκού πνεύματος; Ναι· και όμως ο Πλάτων είχε επίσης επίγνωση —και δικαίως— ότι μόνο η δική του ιδιοφυΐα είχε μπορέσει να κατανοήσει πλήρως ότι επρόκειτο για μια επανάσταση, η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί επειγόντως. Άλλοι πριν από αυτόν είχαν κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, είχαν κάνει τα πρώτα αβέβαια πειράματα με τη νέα σύνταξη και είχαν αντιληφθεί ότι η ποιητική σύνταξη αποτελούσε εμπόδιο. Αν λοιπόν ο Πλάτων επιχείρησε να γεμίσει το σύμπαν και τον ανθρώπινο νου με μια ολόκληρη οικογένεια Μορφών, που αναδύθηκαν ένας Θεός ξέρει από πού, αυτό ήταν κατά μία έννοια αναγκαίο γι’ αυτόν. Διότι έβλεπε στην ουσία της μια βαθιά μεταβολή στην πολιτισμική εμπειρία του ανθρώπου. Δεν ήταν μια προσωπική του εμμονή ούτε απλώς η προσωπική του διδασκαλία. Οι Μορφές προανήγγελλαν την έλευση ενός εντελώς νέου επιπέδου λογικής σκέψης, το οποίο, καθώς θα τελειοποιούνταν, θα δημιουργούσε με τη σειρά του έναν νέο τύπο εμπειρίας του κόσμου: αναστοχαστικό, επιστημονικό, τεχνολογικό, θεολογικό, αναλυτικό. Μπορούμε να τον ονομάσουμε με δώδεκα διαφορετικούς τρόπους. Η νέα πνευματική εποχή χρειαζόταν δικά της λάβαρα κάτω από τα οποία να πορευτεί και τα βρήκε στις πλατωνικές Μορφές. Από αυτή την οπτική, η θεωρία των Μορφών ήταν ιστορική αναγκαιότητα».²⁸
Οι παρατηρήσεις αυτές είναι σε μεγάλο βαθμό ορθές. Ο Havelock, όμως, ενώ εξήγησε εξαιρετικά τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να ξεπεραστεί ολοκληρωτικά η ποιητική και μιμητική προφορικότητα, υπέπεσε στη συνέχεια σε ένα ιστορικό σφάλμα: υποστήριξε τη θέση ότι μόνο η εμφάνιση της γραφής υπήρξε το μέσο που κατέστησε δυνατή αυτή την υπέρβαση. Και, ακριβώς για να υποστηρίξει αυτή τη θέση, αναγκάστηκε να αποσιωπήσει την κριτική του Πλάτωνα στη γραφή, η οποία περιέχεται στο τέλος του Φαίδρου και στην Έβδομη Επιστολή, όπως έχω ήδη αναφέρει· αναγκάστηκε επίσης να αγνοήσει ένα άλλο, συναφές γεγονός, στο οποίο έχω επίσης επιστήσει την προσοχή: ότι ο Πλάτων υπερασπίζεται την προφορικότητα και την κρίνει αξιολογικά ανώτερη από την ίδια τη γραφή.
Είναι φανερό πως, αν δεν εξηγούσαμε επαρκώς αυτά τα δεδομένα, θα έπρεπε να δεχθούμε ότι ο Πλάτων έπεσε σε μια κραυγαλέα αντίφαση: από τη μία θα είχε εξαπολύσει μετωπική επίθεση εναντίον της προφορικότητας, ενώ από την άλλη θα υπερασπιζόταν, παραδόξως, την ίδια την προφορικότητα, τοποθετώντας την πάνω από τη γραφή! Ήρθε, λοιπόν, η στιγμή να αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο αυτό το πρόβλημα και να παρουσιάσουμε αναλυτικά τη λύση του, αναπτύσσοντας επαρκώς όσα έχω ήδη αναφέρει συνοπτικά. Πρέπει να αποδείξουμε την ύπαρξη και άλλων μορφών προφορικότητας πέρα από την «ποιητική και μιμητική» και, ειδικότερα, να εξηγήσουμε τη δομή και τα θεμέλια της «διαλεκτικής προφορικότητας», μαζί με τις συνέπειες που αυτά συνεπάγονται.
26.Πολιτεία, Ι΄ 599b–600c.
27.Πολιτεία, Ι΄ 606e–607d.
28.Havelock, Cultura orale…, σ. 219. Οι πλάγιοι χαρακτήρες είναι δικοί μας.
«Αμφιβάλλω», είπε ο Γλαύκων. «Ούτε οι ίδιοι οι Ομηρίδες αναφέρουν κάτι τέτοιο».
«Και έχει διασωθεί η ανάμνηση κάποιου πολέμου στα χρόνια του Ομήρου που διεξήχθη με επιτυχία χάρη στην ηγεσία ή στις συμβουλές του;»
«Κανενός».
«Μήπως, όμως, θα γίνει λόγος γι’ αυτόν ως άνθρωπο με πρακτική ευφυΐα, για τις πολλές ανακαλύψεις του που υπήρξαν χρήσιμες σε άλλους τεχνικούς τομείς, όπως συνέβη με τον Θαλή τον Μιλήσιο και τον Ανάχαρση τον Σκύθη;»
«Τίποτε από αυτά».
«Ίσως, τότε, ειπωθεί ότι, αν όχι δημόσια, τουλάχιστον στην ιδιωτική του ζωή ο Όμηρος καθοδήγησε την αγωγή κάποιου, ο οποίος, ανταποδίδοντάς του αγάπη και οικειότητα, παρέδωσε στους μεταγενέστερους έναν ομηρικό τρόπο ζωής, όπως συνέβη με τον Πυθαγόρα. Εκείνος αγαπήθηκε εξαιρετικά για αυτή του τη δραστηριότητα, και οι διάδοχοί του, που ονόμασαν τον τρόπο ζωής τους πυθαγόρειο, ξεχωρίζουν κατά κάποιον τρόπο από όλους τους άλλους».
«Ούτε γι’ αυτό λέγεται τίποτε. […]»
«Άλλωστε, Γλαύκων, πιστεύεις ότι, αν ο Όμηρος ήταν πράγματι ικανός να παιδεύει τους ανθρώπους και να τους κάνει καλύτερους, και μπορούσε να το κάνει όχι μέσω της μίμησης αλλά χάρη σε αληθινή γνώση, δεν θα είχε αποκτήσει πλήθος φίλων που θα τον περιέβαλλαν με αγάπη και εκτίμηση;»²⁶
Το δεύτερο χωρίο θέτει ως θέμα την αντιπαλότητα ανάμεσα στην ποίηση και στη φιλοσοφία, δηλαδή τη σαφή αντίθεση ανάμεσα στην παιδευτική δύναμη του παρελθόντος και στη δύναμη που επρόκειτο να συγκροτήσει τη νέα παιδεία. Περιέχει ένα μήνυμα που είναι πράγματι εμβληματικό από κάθε άποψη:
«Λοιπόν, αγαπητέ Γλαύκων, όταν συναντάς κάποιον από τους θαυμαστές του Ομήρου —εκείνους που ισχυρίζονται ότι αυτός ο ποιητής υπήρξε ο παιδευτής της Ελλάδας, ότι για την οργάνωση και τη διαπαιδαγώγηση των ανθρώπων πρέπει να μελετάται και να αποστηθίζεται το έργο του, και ότι ολόκληρη η ζωή θα έπρεπε να διαμορφώνεται σύμφωνα με έναν τόσο μεγάλο ποιητή—, προσπάθησε να είσαι φίλος του και να τον εκτιμάς, όπως αρμόζει σε έναν άνθρωπο που, παρά τους περιορισμούς του, είναι εξαίρετος. Αναγνώρισε επίσης μαζί του ότι ο Όμηρος είχε εξαιρετικά ποιητικά χαρίσματα και ήταν ο μεγαλύτερος από τους τραγικούς ποιητές. Να ξέρεις όμως ότι στην πόλη μας δεν θα γίνει δεκτή άλλη μορφή ποίησης εκτός από ύμνους προς τους θεούς και εγκώμια ενάρετων ανθρώπων. Διότι, αν υποδεχόσουν τη γλυκιά Μούσα, είτε της λυρικής είτε της επικής ποίησης, τότε στην πολιτεία θα βασίλευαν η ηδονή ή η λύπη στη θέση του νόμου και του λογικού, το οποίο θεωρείται πάντοτε και από όλους το καλύτερο μέρος».
«Πολύ σωστά».
«Αυτή, λοιπόν, ας είναι η υπεράσπισή μας, τώρα που επανήλθαμε στο ζήτημα της ποίησης, η οποία δικαίως, εξαιτίας των ίδιων της των χαρακτηριστικών, είχε τότε αποκλειστεί από την πολιτεία. Άλλωστε, ο λόγος ήταν εκείνος που μας έπεισε να το κάνουμε. Και για να μη μας κατηγορήσεις ότι είμαστε άξεστοι και αναίσθητοι, θα προσθέσουμε ότι η αντιπαλότητα ανάμεσα στην ποίηση και στη φιλοσοφία είναι παλιά. Ιδού οι αποδείξεις: “εκείνη η σκύλα που γαβγίζει το αφεντικό της με βραχνή φωνή”· “ο μεγάλος στα μάταια λόγια των ανοήτων”· “το πλήθος των νεόκοπων σοφών”· “ο όχλος εκείνων που βασανίζουν το μυαλό τους επειδή είναι αξιολύπητοι”, καθώς και πολλές άλλες παρόμοιες εκφράσεις, δείχνουν την από παλιά υπάρχουσα αντιζηλία τους.
»Σε κάθε περίπτωση, ας το πούμε καθαρά: αν η μιμητική ποίηση που προκαλεί ηδονή είχε επιχειρήματα υπέρ του δικαιώματός της να είναι πολίτης σε μια καλά οργανωμένη πολιτεία, θα τη δεχόμασταν με μεγάλη χαρά, επειδή έχουμε πλήρη επίγνωση της γοητείας που ασκεί και σε εμάς. Παραμένει όμως γεγονός ότι δεν επιτρέπεται να προδώσουμε αυτό που αποδεικνύεται αληθινό. Κι άλλωστε, φίλε μου, δεν σε γοητεύει και σένα η ποίηση, ιδίως όταν τη θαυμάζεις στην ερμηνεία του Ομήρου;»
«Και πολύ μάλιστα!»
«Δεν θα ήταν, λοιπόν, δίκαιο να την ξαναδεχθούμε στην πατρίδα, αρκεί να μπορούσε να αποκρούσει τις κατηγορίες με ένα λυρικό άσμα ή με κάποιο άλλο μέτρο;»²²
Νομίζω ότι κανείς περισσότερο από τον Havelock δεν κατέστησε σαφές πόσο καθοριστική για μια ολόκληρη ιστορική εποχή είναι αυτή η μετωπική επίθεση του Πλάτωνα εναντίον του Ομήρου και η κριτική του στην ποίηση, καθώς και ότι μπορούμε να την κατανοήσουμε μόνο αν αντιληφθούμε την πολιτισμική επανάσταση που βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο Πλάτων είχε κατανοήσει καλά ότι έπρεπε να ανατρέψει την ίδια τη δομή της κουλτούρας της ποιητικής και μιμητικής προφορικότητας. Στην αναπαράσταση «εικόνων» και στις μεθόδους με τις οποίες μεταδιδόταν η ποίηση έπρεπε να αντιταχθεί η σκέψη με «έννοιες». Τις εικόνες έπρεπε να αντικαταστήσουν οι νοητές Ιδέες, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται· ειδικότερα, έπρεπε να εισαχθεί μια νέα γλώσσα, με νέα σύνταξη αντίθετη προς εκείνη της ποίησης.
Ο Havelock γράφει:
«Αλλά αυτή η νέα γλώσσα δεν προανήγγελλε στην πραγματικότητα μια εντελώς νέα φάση στην εξέλιξη όχι μόνο του ελληνικού αλλά και του ευρωπαϊκού πνεύματος; Ναι· και όμως ο Πλάτων είχε επίσης επίγνωση —και δικαίως— ότι μόνο η δική του ιδιοφυΐα είχε μπορέσει να κατανοήσει πλήρως ότι επρόκειτο για μια επανάσταση, η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί επειγόντως. Άλλοι πριν από αυτόν είχαν κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, είχαν κάνει τα πρώτα αβέβαια πειράματα με τη νέα σύνταξη και είχαν αντιληφθεί ότι η ποιητική σύνταξη αποτελούσε εμπόδιο. Αν λοιπόν ο Πλάτων επιχείρησε να γεμίσει το σύμπαν και τον ανθρώπινο νου με μια ολόκληρη οικογένεια Μορφών, που αναδύθηκαν ένας Θεός ξέρει από πού, αυτό ήταν κατά μία έννοια αναγκαίο γι’ αυτόν. Διότι έβλεπε στην ουσία της μια βαθιά μεταβολή στην πολιτισμική εμπειρία του ανθρώπου. Δεν ήταν μια προσωπική του εμμονή ούτε απλώς η προσωπική του διδασκαλία. Οι Μορφές προανήγγελλαν την έλευση ενός εντελώς νέου επιπέδου λογικής σκέψης, το οποίο, καθώς θα τελειοποιούνταν, θα δημιουργούσε με τη σειρά του έναν νέο τύπο εμπειρίας του κόσμου: αναστοχαστικό, επιστημονικό, τεχνολογικό, θεολογικό, αναλυτικό. Μπορούμε να τον ονομάσουμε με δώδεκα διαφορετικούς τρόπους. Η νέα πνευματική εποχή χρειαζόταν δικά της λάβαρα κάτω από τα οποία να πορευτεί και τα βρήκε στις πλατωνικές Μορφές. Από αυτή την οπτική, η θεωρία των Μορφών ήταν ιστορική αναγκαιότητα».²⁸
Οι παρατηρήσεις αυτές είναι σε μεγάλο βαθμό ορθές. Ο Havelock, όμως, ενώ εξήγησε εξαιρετικά τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να ξεπεραστεί ολοκληρωτικά η ποιητική και μιμητική προφορικότητα, υπέπεσε στη συνέχεια σε ένα ιστορικό σφάλμα: υποστήριξε τη θέση ότι μόνο η εμφάνιση της γραφής υπήρξε το μέσο που κατέστησε δυνατή αυτή την υπέρβαση. Και, ακριβώς για να υποστηρίξει αυτή τη θέση, αναγκάστηκε να αποσιωπήσει την κριτική του Πλάτωνα στη γραφή, η οποία περιέχεται στο τέλος του Φαίδρου και στην Έβδομη Επιστολή, όπως έχω ήδη αναφέρει· αναγκάστηκε επίσης να αγνοήσει ένα άλλο, συναφές γεγονός, στο οποίο έχω επίσης επιστήσει την προσοχή: ότι ο Πλάτων υπερασπίζεται την προφορικότητα και την κρίνει αξιολογικά ανώτερη από την ίδια τη γραφή.
Είναι φανερό πως, αν δεν εξηγούσαμε επαρκώς αυτά τα δεδομένα, θα έπρεπε να δεχθούμε ότι ο Πλάτων έπεσε σε μια κραυγαλέα αντίφαση: από τη μία θα είχε εξαπολύσει μετωπική επίθεση εναντίον της προφορικότητας, ενώ από την άλλη θα υπερασπιζόταν, παραδόξως, την ίδια την προφορικότητα, τοποθετώντας την πάνω από τη γραφή! Ήρθε, λοιπόν, η στιγμή να αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο αυτό το πρόβλημα και να παρουσιάσουμε αναλυτικά τη λύση του, αναπτύσσοντας επαρκώς όσα έχω ήδη αναφέρει συνοπτικά. Πρέπει να αποδείξουμε την ύπαρξη και άλλων μορφών προφορικότητας πέρα από την «ποιητική και μιμητική» και, ειδικότερα, να εξηγήσουμε τη δομή και τα θεμέλια της «διαλεκτικής προφορικότητας», μαζί με τις συνέπειες που αυτά συνεπάγονται.
26.Πολιτεία, Ι΄ 599b–600c.
27.Πολιτεία, Ι΄ 606e–607d.
28.Havelock, Cultura orale…, σ. 219. Οι πλάγιοι χαρακτήρες είναι δικοί μας.
ΙΙΙ
Η νέα μορφή προφορικότητας που δημιούργησε η φιλοσοφία και την οποία ο Πλάτων θεωρούσε αναντικατάστατο μέσο επικοινωνίας
Από τη «μιμητική προφορικότητα» στη «διαλεκτική προφορικότητα»
Η κορυφαία έκφραση της σωκρατικής μεθόδου του ελεγκτικού και μαιευτικού διαλόγου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου