Συνέχεια από Δευτέρα 5. Οκτωβρίου 2026

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 9
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)
1. Η νομική αντίληψη της ζωής ενώπιον της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως
............«Τι είναι ο άνθρωπος;» ρωτά ο άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ. «Χώμα και κοπριά. Και τι είναι ο Θεός; Είναι ο Δημιουργός ολόκληρης της κτίσεως, της ορατής και της αόρατης» [33].
Είναι δυνατόν να γίνει οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ τους; Και αν αυτό είναι αδύνατο, πώς πρέπει να κατανοήσουμε την εγγύτητα του Θεού προς τον άνθρωπο; Για ποιον λόγο ο Κύριος, ο απόλυτα αυτάρκης και παντέλειος, καταδέχεται να συνάψει ένωση με τον άνθρωπο, με αυτό το σκουλήκι και τη στάχτη, με αυτό το όραμα ονείρου και τη σκιά; [34]
«Κύριε», αναφωνεί ο Ψαλμωδός, «τι είναι ο άνθρωπος, ώστε να τον γνωρίζεις, ή ο υιός του ανθρώπου, ώστε να τον υπολογίζεις; Ο άνθρωπος μοιάζει με πνοή· οι ημέρες του είναι σαν σκιά που παρέρχεται» (Ψαλμ. 143, 3-4).
«Τι είναι τα ανθρώπινα έργα;» ρωτά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Στάχτη και σκόνη, κονιορτός μπροστά στον άνεμο, καπνός και σκιά, φύλλο και άνθος που τα παρασύρει ο άνεμος, όνειρο, φαντασία και μύθος, κενή ταραχή του αέρα που εύκολα προκαλείται, φτερό που στροβιλίζεται, ροή ασταθής και καθετί που θα μπορούσε να είναι ακόμη πιο μηδαμινό από αυτά» [35]........
Για ποιον λόγο, λοιπόν, είχε ανάγκη ο Κύριος αυτά τα φευγαλέα ανθρώπινα έργα; Γιατί ευδόκησε όχι μόνο «να οδηγήσει τον άνθρωπο από την ανυπαρξία στην ύπαρξη», αλλά και, όταν αυτός εξέπεσε, «να τον αναστήσει και πάλι και να του χαρίσει τη μέλλουσα Βασιλεία»; [36]
Η νομική αρχή δεν μπορεί να μας εξηγήσει αυτά τα «σπλάγχνα του ελέους» του Θεού, χάρη στα οποία «δεν υπέφερε να βλέπει το ανθρώπινο γένος να βασανίζεται από τον διάβολο» [37]. Εκεί όπου κυριαρχούν το δίκαιο και η ικανοποίηση, δεν υπάρχει θέση για μια τέτοια αναίτια και ανιδιοτελή αγαθότητα.
Ας θεωρήσουμε όμως τις σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου ως εμπειρικά δεδομένες, χωρίς να εξετάσουμε την αρχική τους θεμελίωση. Ας δεχθούμε ότι μεταξύ Θεού και ανθρώπου υπάρχει σήμερα μια νομική ένωση και ότι η αρετή του ανθρώπου αποτελεί το τίμημα που απαιτεί από αυτόν ο Κύριος για τις υποσχεμένες ανταμοιβές. Ακόμη και με αυτή την παραχώρηση, οι σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου δεν στέκουν από νομική άποψη. Προτού σκεφτεί οποιαδήποτε ανταμοιβή για τα έργα του, ο άνθρωπος οφείλει στον Θεό για όλες τις ευεργεσίες που έχει λάβει και εξακολουθεί να λαμβάνει.
«Αν ο Θεός», λέει ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, «ερχόταν σε κρίση μαζί μας, δεν θα βρισκόταν τίποτε που, σύμφωνα με την αληθινή δικαιοσύνη, να ανήκει στον άνθρωπο. Διότι και τα υπάρχοντα και όλα τα φαινομενικά επίγεια αγαθά, με τα οποία ο άνθρωπος μπορεί να κάνει το καλό, και η γη και όλα όσα υπάρχουν επάνω της, ακόμη και το ίδιο το σώμα και η ίδια η ψυχή, ανήκουν σε Εκείνον. Και όχι μόνον όλα τα υπόλοιπα, αλλά ακόμη και την ίδια την ύπαρξή του ο άνθρωπος την έχει κατά χάριν. Ποια ιδιοκτησία διαθέτει, λοιπόν, με την οποία θα μπορούσε δικαιωματικά να καυχηθεί και να δικαιωθεί;» [38]
Όπως δεν μπορεί κανείς να ξεπεράσει τη σκιά του, η οποία προχωρεί μπροστά όσο προχωρούμε κι εμείς και πάντοτε προηγείται σε ίση απόσταση· όπως το σώμα δεν μπορεί να υψωθεί πάνω από το κεφάλι, που πάντοτε βρίσκεται υψηλότερα από αυτό· έτσι κι εμείς δεν μπορούμε με τα δώρα μας να ξεπεράσουμε τον Θεό. Διότι δεν Του προσφέρουμε τίποτε που να μην Του ανήκει ή που να βρίσκεται έξω από τον κύκλο της γενναιοδωρίας Του. Σκέψου: από πού έχεις την ύπαρξη, την αναπνοή και τη νόηση; Από πού προέρχεται εκείνο το ύψιστο προνόμιο, ότι γνωρίζεις τον Θεό και ελπίζεις στη Βασιλεία των Ουρανών; [39]
«Τι θα ανταποδώσουμε στον ελεήμονα Θεό για όλα αυτά τα αγαθά και τα δώρα· για το ότι κατέβηκε από τον ουρανό από τον Πατέρα· για το ότι σαρκώθηκε για χάρη μας μέσα στη μήτρα· ή για το ότι ραπίστηκε για εμάς; Για να ανταποδώσουμε έστω και για εκείνο το ένα ράπισμα, ακόμη κι αν ζούσαμε χίλια χρόνια επάνω στη γη, δεν θα μπορούσαμε με τίποτε να ανταποδώσουμε αυτή τη θεία ευεργεσία» [40].
«Τα παιδιά», λέει ο άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ, «όση τιμή και ευαρέστηση κι αν προσφέρουν στον πατέρα τους, του αποδίδουν ό,τι του οφείλουν ως γεννήτορα, παιδαγωγό και φροντιστή τους· διαφορετικά θα ήταν αχάριστα. Έτσι και οι χριστιανοί, όσο κι αν προσπαθούν να ευαρεστήσουν τον ουράνιο Πατέρα, αποδίδουν εκείνο που οφείλουν και δεν μπορούν με αυτό να αποκτήσουν καμία αξιομισθία. Ό,τι λαμβάνουν από τον Θεό το λαμβάνουν δωρεάν. Διότι για την ευεργεσία που ο Θεός μάς έδειξε και εξακολουθεί να μας δείχνει δεν μπορούμε να Του ανταποδώσουμε με κανέναν τρόπο και με κανένα πράγμα, αλλά παραμένουμε πάντοτε οφειλέτες Του» [41].
Επομένως, ακόμη κι αν αναγνωρίσουμε ότι η αγαθοεργία μας έχει κάποια αξία, και πάλι δεν μπορεί να αξιώσει ανταμοιβή για τον άνθρωπο· θα κατευθυνθεί, τρόπον τινά, στην εξόφληση του χρέους. Έτσι, «αν δεν εκτελούμε όσα μας έχουν προσταχθεί, όχι μόνο στερούμαστε την ουράνια ανταμοιβή, αλλά δεν έχουμε καν το δικαίωμα να ονομαζόμαστε έστω και αχρείοι δούλοι» [42].
«Δεν δείχνεις χάρη στον Θεό αγωνιζόμενος για το αγαθό», λέει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «διότι εσύ ο ίδιος έλαβες πρώτος τη χάρη· αντιθέτως, ανταποδίδεις για τη χάρη, εξοφλώντας το χρέος προς Εκείνον που σταυρώθηκε για σένα στον Γολγοθά» [43].
Αλλά αυτό δεν αρκεί. Αν μετράμε τις σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου με νομικά κριτήρια και παραμένουμε συνεπείς σε αυτά μέχρι τέλους, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, όπως κάθε καλό έργο δίνει στον άνθρωπο έστω και μια σκιά δικαιώματος σε ανταμοιβή, έτσι, από την άλλη πλευρά, κάθε αμαρτία, κάθε παραβίαση της διαθήκης με τον Θεό, απαιτεί αναγκαστικά ικανοποίηση, ένα είδος πληρωμής, θα λέγαμε, για την ίδια — όπως πράγματι διδάσκουν οι καθολικοί — και, κατά συνέπεια, αφαιρεί ακόμη και την τελευταία σκιά δικαιώματος σε οποιαδήποτε ανταμοιβή από τον Θεό. «Το φθαρτό ανθρώπινο γένος είναι άξιο χιλίων θανάτων, εφόσον παραμένει στις αμαρτίες», λέει ο Μέγας Βασίλειος. [44]
Η αμαρτία δεν χαρακτηρίζει μόνο τους ατελείς· είναι καθολικό φαινόμενο, και καθένας μπορεί χωρίς κανέναν δισταγμό να πει για τον εαυτό του: «Πώς θα δικαιωθεί ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού; Να, Εκείνος δεν εμπιστεύεται ούτε τους δούλους Του και διακρίνει ελαττώματα ακόμη και στους αγγέλους Του· πόσο περισσότερο σε εκείνους που κατοικούν σε σπίτια από πηλό, που το θεμέλιό τους είναι χώμα και που αφανίζονται γρηγορότερα κι από τον σκόρο» (Ιώβ 9:2· 4:18–19). «Ακόμη και στην ανδρεία των εκλεκτών ανθρώπων μπορεί, σύμφωνα με τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, να βρεθεί κάτι άξιο δίκαιης επίκρισης, το οποίο διακρίνεται από τη γνώση του Νομοθέτη, μολονότι διαφεύγει από το δικό μας βλέμμα». [45] «Ας είναι κάποιος δίκαιος», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «αλλά ακόμη κι αν είναι χίλιες φορές δίκαιος (κἂν μυριάκις ᾖ δίκαιος) και έχει ανέβει στην ίδια την κορυφή, ώστε να απαλλαγεί από τις αμαρτίες, δεν μπορεί να είναι καθαρός από τον μολυσμό· ακόμη κι αν είναι χίλιες φορές δίκαιος, παραμένει άνθρωπος». [46]
Πού υπάρχει λοιπόν εδώ η δυνατότητα να απαιτούμε από τον Θεό οποιαδήποτε ανταμοιβή, οποιαδήποτε ικανοποίηση, όταν από τη δική μας πλευρά υπάρχει μόνο παραβίαση της διαθήκης με τον Θεό, μόνο αύξηση του ήδη μεγάλου χρέους; «Να γνωρίζεις», λέει ο άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ, «ότι δεν έχουμε αξιωθεί με τα έργα μας κανένα αγαθό από τον Θεό, αλλά αντιθέτως είμαστε άξιοι κάθε τιμωρίας· και όποια κι αν είναι η τιμωρία, οι αμαρτίες μας αξίζουν ακόμη μεγαλύτερη». [47] «Αν αυτή η κατάσταση — δηλαδή η κατάσταση στην κόλαση μετά τη γενική κρίση — αποτελούσε τη μοίρα όλων, ακόμη και τότε κανείς δεν θα είχε το δικαίωμα να κατηγορήσει τη δικαιοσύνη του εκδικητή Θεού», λέει απολύτως ορθά, από αυστηρά νομική άποψη, ο μακάριος Αυγουστίνος. [48]
Αλλά, ακόμη κι αν τα ξεχάσουμε όλα αυτά, αν ξεχάσουμε και τη μηδαμινότητα και την αμαρτωλότητα του ανθρώπου, ούτε και τότε μπορούμε να εξηγήσουμε τη σωτηρία του ανθρώπου από νομική άποψη: δεν τηρείται η θεμελιώδης αρχή της νομικής σχέσης — η ισότητα μεταξύ θυσίας και ανταπόδοσης, κόπου και ανταμοιβής. Τι είναι η επίγεια ζωή σε σύγκριση με τη μεταθανάτια μακαριότητα; Μια ασήμαντη σταγόνα σε σύγκριση με έναν ολόκληρο ωκεανό. Αν, επομένως, τα έργα του ανθρώπου έχουν κάποια αξία, αυτή πάντως δεν επαρκεί για την απόκτηση της αιώνιας μακαριότητας. «Αν ο Αβραάμ», λέει ο άγιος απόστολος Παύλος, «δικαιώθηκε από τα έργα, έχει καύχημα, αλλά όχι ενώπιον του Θεού» (Ρωμ. 4:2). Από τη δική μας επίγεια οπτική και για επίγειους σκοπούς, η δικαιοσύνη του ανθρώπου έχει κάποια αξία και μπορεί στα μάτια των ανθρώπων να αξίζει κάποια ανταμοιβή· ενώπιον όμως του Δικαστηρίου του Θεού, όπου εκφέρεται η απόφαση για την τελική μοίρα του ανθρώπου, αυτή η δικαιοσύνη δεν έχει αξία, δεν αντιστοιχεί στο μεγαλείο της ανταμοιβής.
Αυτό συμβαίνει καταρχάς επειδή «ο χρόνος της μετάνοιας είναι σύντομος, ενώ η βασιλεία των ουρανών δεν έχει τέλος». [49] «Ο κόπος της άσκησης περνά γρήγορα σαν όνειρο, ενώ η ανάπαυση με την οποία ανταμείβεται αυτός ο κόπος είναι ατελεύτητη και απερίγραπτη». [50] «Η πρόσκαιρη θλίψη μας παράγει, σε ασύγκριτη υπερβολή, αιώνια δόξα» (Β΄ Κορ. 4:17–18). «Οι χιλιάδες των ετών αυτού του αιώνα είναι, σε σύγκριση με τον αιώνιο και άφθαρτο κόσμο, σαν να έπαιρνε κανείς έναν μόνο κόκκο άμμου από ολόκληρο το πλήθος της άμμου της θάλασσας». [51]
Αλλά ο χρόνος και η αιωνιότητα δεν αντιπαρατίθενται μεταξύ τους μόνο ως προς τη διάρκειά τους, ποσοτικά· πολύ περισσότερο είναι ασύγκριτοι ως προς το περιεχόμενό τους, ως προς την ποιοτική τους διαφορά. Όποιους κόπους κι αν αναλάβει ο άνθρωπος, όποια παθήματα κι αν υπομείνει, όλα αυτά είναι ένα τίποτε σε σύγκριση με τη μακαριότητα που λαμβάνει ως ανταμοιβή. «Κοίτα», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «πόσο μεγάλη είναι η δόξα που απολαμβάνουν όσοι ακολουθούν την αρετή· υπερβαίνει τα πάντα (ὡς νικᾶν αὐτὴν πάντα), όσα κι αν έχει επιτελέσει κάποιος· ας φτάσει στην ίδια την κορυφή, και πάλι θα μείνει πίσω. Τι μπορεί να επιτελέσει ο άνθρωπος ώστε να αξιωθεί πλήρως (ἐπαξίως ἀθλῆσαι) τις δωρεές του Δεσπότη;» [52] «Αν», λέει ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, «κάθε άνθρωπος, από τότε που δημιουργήθηκε ο Αδάμ μέχρι το τέλος του κόσμου, πολεμούσε τον σατανά και υπέμενε θλίψεις, δεν θα είχε κάνει τίποτε μεγάλο σε σύγκριση με τη δόξα που κληρονομεί, επειδή θα βασιλεύει με τον Χριστό στους ατελεύτητους αιώνες». [53]
Η αδυναμία να κατανοήσουμε τη σωτηρία από νομική άποψη φανερώνεται επιπλέον από ένα φαινόμενο απαράδεκτο και αδιανόητο μέσα σε μια νομική σχέση: ο ένας από όσους μετέχουν σε αυτήν — ο Θεός — όχι μόνο δεν έχει ανάγκη τους υπόλοιπους και δεν επιδιώκει να χρησιμοποιήσει τους κόπους και τις δυνάμεις τους προς όφελός Του, αλλά αποδεικνύεται διαρκής και απαραίτητος βοηθός τους σε όλα εκείνα με τα οποία αυτοί θέλουν να καταστήσουν υπόχρεο τον ίδιο. Κάθε μέλος μιας νομικής σχέσης έχει σκοπό τη δική του ευημερία και, όπως είναι φυσικό, επιθυμεί να την αποκτήσει με το μικρότερο δυνατό κόστος από τη δική του πλευρά. Ο Κύριος, όμως, διαθέτει τη μακαριότητα ανεξάρτητα από τον άνθρωπο· και παρ’ όλα αυτά, όχι μόνο αναγνωρίζει τον εαυτό Του ως οφειλέτη απέναντι σε καθέναν που πράττει το καλό, αλλά και επιδιώκει, για κάποιον λόγο, να αυξήσει το χρέος Του, εργαζόμενος ο ίδιος για τους ανθρώπους και λογαριάζοντας όσα έκανε Εκείνος ως έργα των ανθρώπων.
«Η αρετή», λέει ο μακάριος Αυγουστίνος, «όποια κι αν είναι, μολονότι ονομάζεται δική μας, μας παρέχεται από τη θεία χάρη». [54] «Τα προτερήματά σου», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «δεν προέρχονται από εσένα, αλλά από τη χάρη του Θεού. Θα αναφερθείς στην πίστη; Αυτή προέρχεται από την κλήση. Θα αναφερθείς στην άφεση των αμαρτιών, στα χαρίσματα, στη διδακτική ικανότητα, στις αρετές; Όλα από εκεί τα έλαβες. Πες μου, λοιπόν, τι έχεις που δεν το έλαβες, αλλά το απέκτησες μόνος σου; Δεν μπορείς να υποδείξεις τίποτε. Έλαβες και, παρ’ όλα αυτά, υπερηφανεύεσαι; Θα έπρεπε γι’ αυτό να ταπεινώνεσαι· επειδή ό,τι σου δόθηκε δεν ανήκει σε εσένα, αλλά σε Εκείνον που το έδωσε. Αν το έλαβες, το έλαβες από Εκείνον· αν το έλαβες από Εκείνον, δεν έλαβες κάτι δικό σου· αν δεν έλαβες κάτι δικό σου, γιατί υπερηφανεύεσαι σαν να τα είχες όλα από τον εαυτό σου;» [55] «Πώς μπορούμε με την υπακοή μας να κερδίσουμε ως ανταμοιβή την αιώνια ζωή, όταν και η αληθινή υπακοή δεν είναι δικό μας έργο, αλλά έργο της χάρης του Θεού, και σε εμάς καταλογίζεται μόνο το ότι δεν αντιστεκόμαστε στη χάρη του Θεού, αλλά συνεργούμε μαζί της καθώς ενεργεί μέσα μας;» [56]
Πώς μπορεί να γίνεται λόγος για αξιομισθία από την πλευρά του ανθρώπου, όταν αυτός δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα στην ηθική του ανάπτυξη χωρίς τη βοήθεια του Θεού; «Αν δεν με σκέπαζε το έλεός Σου», λέει ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, «θα είχα ήδη χαθεί σαν σκόνη μπροστά στον άνεμο, σαν να μην είχα εμφανιστεί ποτέ σε αυτή τη ζωή». [57] Χωρίς τον Θεό, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, όλοι μας είμαστε θνητά αθύρματα της ματαιότητας, ζωντανοί νεκροί που αποπνέουν τη δυσωδία των αμαρτιών. «Δεν είδες πουλί να πετά εκεί όπου δεν υπάρχει αέρας ούτε δελφίνι να κολυμπά εκεί όπου δεν υπάρχει νερό· έτσι και ο άνθρωπος χωρίς τον Χριστό δεν σηκώνει το πόδι του προς τα πάνω». [58] Επομένως, στην πραγματικότητα ο άνθρωπος όχι μόνο δεν καθιστά υπόχρεο τον Κύριο με τα αξιόμισθα έργα του, αλλά μάλλον τα οφείλει ο ίδιος σε Εκείνον.
Πώς λοιπόν να κατανοήσουμε, ύστερα από αυτά, τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, αν παραμένουμε αυστηρά στη νομική οπτική; Εγώ συνάπτω μια τέτοια σχέση όχι από επιθυμία να υπηρετήσω ή να βοηθήσω τον πλησίον μου, αλλά, αντίθετα, από επιθυμία να αξιοποιήσω τις δυνάμεις του πλησίον μου για τη δική μου ευημερία. Σκοπός μου, φυσικά, είναι να λάβω όσο το δυνατόν περισσότερα και να δώσω όσο το δυνατόν λιγότερα. Θα αναλάβω, επομένως, οποιεσδήποτε υποχρεώσεις, αν δεν ελπίζω να λάβω γι’ αυτές μεγαλύτερη ή, στη χειρότερη περίπτωση, ισόποση ανταμοιβή; Ο Κύριος, ωστόσο, όχι μόνο συνάπτει σχέση με τον άνθρωπο και αναλαμβάνει υποχρεώσεις, χωρίς ο ίδιος να έχει απολύτως καμία ανάγκη ούτε αυτή τη σχέση ούτε γενικά τον άνθρωπο· όχι μόνο αποδίδει στον άνθρωπο ανταμοιβή που υπερβαίνει απείρως τον κόπο του και λησμονεί όλες τις αδικίες του, χωρίς να απαιτεί πληρωμή γι’ αυτές· αλλά επιπλέον παράγει ο ίδιος το καλό μέσα στον άνθρωπο, για να καταστεί ο ίδιος υπόχρεος απέναντί του γι’ αυτό το καλό.
«Ο Θεός, ο οποίος δεν έχει ανάγκη από τίποτε», σύμφωνα με τον άγιο Ειρηναίο Λυώνος, «δέχεται τα καλά μας έργα με σκοπό να μας ανταμείψει με τα αγαθά Του, όπως λέει ο Κύριός μας: “Ελάτε, οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί από τη δημιουργία του κόσμου. Διότι πείνασα και μου δώσατε να φάω…” κ.λπ. “Εφόσον το κάνατε αυτό σε έναν από τους ελάχιστους αδελφούς μου, το κάνατε σε εμένα” (Ματθ. 25:34 κ.ε.). Δεν έχει ανάγκη από αυτά, επιθυμεί όμως να τα πράττουμε για τη δική μας ωφέλεια, ώστε να μη μένουμε άκαρποι». [59] Από νομική άποψη, αυτό το φαινόμενο είναι ακατανόητο, ακόμη και εντελώς παράλογο.
Σημειώσεις:
Η νομική αρχή δεν μπορεί να μας εξηγήσει αυτά τα «σπλάγχνα του ελέους» του Θεού, χάρη στα οποία «δεν υπέφερε να βλέπει το ανθρώπινο γένος να βασανίζεται από τον διάβολο» [37]. Εκεί όπου κυριαρχούν το δίκαιο και η ικανοποίηση, δεν υπάρχει θέση για μια τέτοια αναίτια και ανιδιοτελή αγαθότητα.
Ας θεωρήσουμε όμως τις σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου ως εμπειρικά δεδομένες, χωρίς να εξετάσουμε την αρχική τους θεμελίωση. Ας δεχθούμε ότι μεταξύ Θεού και ανθρώπου υπάρχει σήμερα μια νομική ένωση και ότι η αρετή του ανθρώπου αποτελεί το τίμημα που απαιτεί από αυτόν ο Κύριος για τις υποσχεμένες ανταμοιβές. Ακόμη και με αυτή την παραχώρηση, οι σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου δεν στέκουν από νομική άποψη. Προτού σκεφτεί οποιαδήποτε ανταμοιβή για τα έργα του, ο άνθρωπος οφείλει στον Θεό για όλες τις ευεργεσίες που έχει λάβει και εξακολουθεί να λαμβάνει.
«Αν ο Θεός», λέει ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, «ερχόταν σε κρίση μαζί μας, δεν θα βρισκόταν τίποτε που, σύμφωνα με την αληθινή δικαιοσύνη, να ανήκει στον άνθρωπο. Διότι και τα υπάρχοντα και όλα τα φαινομενικά επίγεια αγαθά, με τα οποία ο άνθρωπος μπορεί να κάνει το καλό, και η γη και όλα όσα υπάρχουν επάνω της, ακόμη και το ίδιο το σώμα και η ίδια η ψυχή, ανήκουν σε Εκείνον. Και όχι μόνον όλα τα υπόλοιπα, αλλά ακόμη και την ίδια την ύπαρξή του ο άνθρωπος την έχει κατά χάριν. Ποια ιδιοκτησία διαθέτει, λοιπόν, με την οποία θα μπορούσε δικαιωματικά να καυχηθεί και να δικαιωθεί;» [38]
Όπως δεν μπορεί κανείς να ξεπεράσει τη σκιά του, η οποία προχωρεί μπροστά όσο προχωρούμε κι εμείς και πάντοτε προηγείται σε ίση απόσταση· όπως το σώμα δεν μπορεί να υψωθεί πάνω από το κεφάλι, που πάντοτε βρίσκεται υψηλότερα από αυτό· έτσι κι εμείς δεν μπορούμε με τα δώρα μας να ξεπεράσουμε τον Θεό. Διότι δεν Του προσφέρουμε τίποτε που να μην Του ανήκει ή που να βρίσκεται έξω από τον κύκλο της γενναιοδωρίας Του. Σκέψου: από πού έχεις την ύπαρξη, την αναπνοή και τη νόηση; Από πού προέρχεται εκείνο το ύψιστο προνόμιο, ότι γνωρίζεις τον Θεό και ελπίζεις στη Βασιλεία των Ουρανών; [39]
«Τι θα ανταποδώσουμε στον ελεήμονα Θεό για όλα αυτά τα αγαθά και τα δώρα· για το ότι κατέβηκε από τον ουρανό από τον Πατέρα· για το ότι σαρκώθηκε για χάρη μας μέσα στη μήτρα· ή για το ότι ραπίστηκε για εμάς; Για να ανταποδώσουμε έστω και για εκείνο το ένα ράπισμα, ακόμη κι αν ζούσαμε χίλια χρόνια επάνω στη γη, δεν θα μπορούσαμε με τίποτε να ανταποδώσουμε αυτή τη θεία ευεργεσία» [40].
«Τα παιδιά», λέει ο άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ, «όση τιμή και ευαρέστηση κι αν προσφέρουν στον πατέρα τους, του αποδίδουν ό,τι του οφείλουν ως γεννήτορα, παιδαγωγό και φροντιστή τους· διαφορετικά θα ήταν αχάριστα. Έτσι και οι χριστιανοί, όσο κι αν προσπαθούν να ευαρεστήσουν τον ουράνιο Πατέρα, αποδίδουν εκείνο που οφείλουν και δεν μπορούν με αυτό να αποκτήσουν καμία αξιομισθία. Ό,τι λαμβάνουν από τον Θεό το λαμβάνουν δωρεάν. Διότι για την ευεργεσία που ο Θεός μάς έδειξε και εξακολουθεί να μας δείχνει δεν μπορούμε να Του ανταποδώσουμε με κανέναν τρόπο και με κανένα πράγμα, αλλά παραμένουμε πάντοτε οφειλέτες Του» [41].
Επομένως, ακόμη κι αν αναγνωρίσουμε ότι η αγαθοεργία μας έχει κάποια αξία, και πάλι δεν μπορεί να αξιώσει ανταμοιβή για τον άνθρωπο· θα κατευθυνθεί, τρόπον τινά, στην εξόφληση του χρέους. Έτσι, «αν δεν εκτελούμε όσα μας έχουν προσταχθεί, όχι μόνο στερούμαστε την ουράνια ανταμοιβή, αλλά δεν έχουμε καν το δικαίωμα να ονομαζόμαστε έστω και αχρείοι δούλοι» [42].
«Δεν δείχνεις χάρη στον Θεό αγωνιζόμενος για το αγαθό», λέει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «διότι εσύ ο ίδιος έλαβες πρώτος τη χάρη· αντιθέτως, ανταποδίδεις για τη χάρη, εξοφλώντας το χρέος προς Εκείνον που σταυρώθηκε για σένα στον Γολγοθά» [43].
Αλλά αυτό δεν αρκεί. Αν μετράμε τις σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου με νομικά κριτήρια και παραμένουμε συνεπείς σε αυτά μέχρι τέλους, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, όπως κάθε καλό έργο δίνει στον άνθρωπο έστω και μια σκιά δικαιώματος σε ανταμοιβή, έτσι, από την άλλη πλευρά, κάθε αμαρτία, κάθε παραβίαση της διαθήκης με τον Θεό, απαιτεί αναγκαστικά ικανοποίηση, ένα είδος πληρωμής, θα λέγαμε, για την ίδια — όπως πράγματι διδάσκουν οι καθολικοί — και, κατά συνέπεια, αφαιρεί ακόμη και την τελευταία σκιά δικαιώματος σε οποιαδήποτε ανταμοιβή από τον Θεό. «Το φθαρτό ανθρώπινο γένος είναι άξιο χιλίων θανάτων, εφόσον παραμένει στις αμαρτίες», λέει ο Μέγας Βασίλειος. [44]
Η αμαρτία δεν χαρακτηρίζει μόνο τους ατελείς· είναι καθολικό φαινόμενο, και καθένας μπορεί χωρίς κανέναν δισταγμό να πει για τον εαυτό του: «Πώς θα δικαιωθεί ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού; Να, Εκείνος δεν εμπιστεύεται ούτε τους δούλους Του και διακρίνει ελαττώματα ακόμη και στους αγγέλους Του· πόσο περισσότερο σε εκείνους που κατοικούν σε σπίτια από πηλό, που το θεμέλιό τους είναι χώμα και που αφανίζονται γρηγορότερα κι από τον σκόρο» (Ιώβ 9:2· 4:18–19). «Ακόμη και στην ανδρεία των εκλεκτών ανθρώπων μπορεί, σύμφωνα με τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, να βρεθεί κάτι άξιο δίκαιης επίκρισης, το οποίο διακρίνεται από τη γνώση του Νομοθέτη, μολονότι διαφεύγει από το δικό μας βλέμμα». [45] «Ας είναι κάποιος δίκαιος», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «αλλά ακόμη κι αν είναι χίλιες φορές δίκαιος (κἂν μυριάκις ᾖ δίκαιος) και έχει ανέβει στην ίδια την κορυφή, ώστε να απαλλαγεί από τις αμαρτίες, δεν μπορεί να είναι καθαρός από τον μολυσμό· ακόμη κι αν είναι χίλιες φορές δίκαιος, παραμένει άνθρωπος». [46]
Πού υπάρχει λοιπόν εδώ η δυνατότητα να απαιτούμε από τον Θεό οποιαδήποτε ανταμοιβή, οποιαδήποτε ικανοποίηση, όταν από τη δική μας πλευρά υπάρχει μόνο παραβίαση της διαθήκης με τον Θεό, μόνο αύξηση του ήδη μεγάλου χρέους; «Να γνωρίζεις», λέει ο άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ, «ότι δεν έχουμε αξιωθεί με τα έργα μας κανένα αγαθό από τον Θεό, αλλά αντιθέτως είμαστε άξιοι κάθε τιμωρίας· και όποια κι αν είναι η τιμωρία, οι αμαρτίες μας αξίζουν ακόμη μεγαλύτερη». [47] «Αν αυτή η κατάσταση — δηλαδή η κατάσταση στην κόλαση μετά τη γενική κρίση — αποτελούσε τη μοίρα όλων, ακόμη και τότε κανείς δεν θα είχε το δικαίωμα να κατηγορήσει τη δικαιοσύνη του εκδικητή Θεού», λέει απολύτως ορθά, από αυστηρά νομική άποψη, ο μακάριος Αυγουστίνος. [48]
Αλλά, ακόμη κι αν τα ξεχάσουμε όλα αυτά, αν ξεχάσουμε και τη μηδαμινότητα και την αμαρτωλότητα του ανθρώπου, ούτε και τότε μπορούμε να εξηγήσουμε τη σωτηρία του ανθρώπου από νομική άποψη: δεν τηρείται η θεμελιώδης αρχή της νομικής σχέσης — η ισότητα μεταξύ θυσίας και ανταπόδοσης, κόπου και ανταμοιβής. Τι είναι η επίγεια ζωή σε σύγκριση με τη μεταθανάτια μακαριότητα; Μια ασήμαντη σταγόνα σε σύγκριση με έναν ολόκληρο ωκεανό. Αν, επομένως, τα έργα του ανθρώπου έχουν κάποια αξία, αυτή πάντως δεν επαρκεί για την απόκτηση της αιώνιας μακαριότητας. «Αν ο Αβραάμ», λέει ο άγιος απόστολος Παύλος, «δικαιώθηκε από τα έργα, έχει καύχημα, αλλά όχι ενώπιον του Θεού» (Ρωμ. 4:2). Από τη δική μας επίγεια οπτική και για επίγειους σκοπούς, η δικαιοσύνη του ανθρώπου έχει κάποια αξία και μπορεί στα μάτια των ανθρώπων να αξίζει κάποια ανταμοιβή· ενώπιον όμως του Δικαστηρίου του Θεού, όπου εκφέρεται η απόφαση για την τελική μοίρα του ανθρώπου, αυτή η δικαιοσύνη δεν έχει αξία, δεν αντιστοιχεί στο μεγαλείο της ανταμοιβής.
Αυτό συμβαίνει καταρχάς επειδή «ο χρόνος της μετάνοιας είναι σύντομος, ενώ η βασιλεία των ουρανών δεν έχει τέλος». [49] «Ο κόπος της άσκησης περνά γρήγορα σαν όνειρο, ενώ η ανάπαυση με την οποία ανταμείβεται αυτός ο κόπος είναι ατελεύτητη και απερίγραπτη». [50] «Η πρόσκαιρη θλίψη μας παράγει, σε ασύγκριτη υπερβολή, αιώνια δόξα» (Β΄ Κορ. 4:17–18). «Οι χιλιάδες των ετών αυτού του αιώνα είναι, σε σύγκριση με τον αιώνιο και άφθαρτο κόσμο, σαν να έπαιρνε κανείς έναν μόνο κόκκο άμμου από ολόκληρο το πλήθος της άμμου της θάλασσας». [51]
Αλλά ο χρόνος και η αιωνιότητα δεν αντιπαρατίθενται μεταξύ τους μόνο ως προς τη διάρκειά τους, ποσοτικά· πολύ περισσότερο είναι ασύγκριτοι ως προς το περιεχόμενό τους, ως προς την ποιοτική τους διαφορά. Όποιους κόπους κι αν αναλάβει ο άνθρωπος, όποια παθήματα κι αν υπομείνει, όλα αυτά είναι ένα τίποτε σε σύγκριση με τη μακαριότητα που λαμβάνει ως ανταμοιβή. «Κοίτα», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «πόσο μεγάλη είναι η δόξα που απολαμβάνουν όσοι ακολουθούν την αρετή· υπερβαίνει τα πάντα (ὡς νικᾶν αὐτὴν πάντα), όσα κι αν έχει επιτελέσει κάποιος· ας φτάσει στην ίδια την κορυφή, και πάλι θα μείνει πίσω. Τι μπορεί να επιτελέσει ο άνθρωπος ώστε να αξιωθεί πλήρως (ἐπαξίως ἀθλῆσαι) τις δωρεές του Δεσπότη;» [52] «Αν», λέει ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, «κάθε άνθρωπος, από τότε που δημιουργήθηκε ο Αδάμ μέχρι το τέλος του κόσμου, πολεμούσε τον σατανά και υπέμενε θλίψεις, δεν θα είχε κάνει τίποτε μεγάλο σε σύγκριση με τη δόξα που κληρονομεί, επειδή θα βασιλεύει με τον Χριστό στους ατελεύτητους αιώνες». [53]
Η αδυναμία να κατανοήσουμε τη σωτηρία από νομική άποψη φανερώνεται επιπλέον από ένα φαινόμενο απαράδεκτο και αδιανόητο μέσα σε μια νομική σχέση: ο ένας από όσους μετέχουν σε αυτήν — ο Θεός — όχι μόνο δεν έχει ανάγκη τους υπόλοιπους και δεν επιδιώκει να χρησιμοποιήσει τους κόπους και τις δυνάμεις τους προς όφελός Του, αλλά αποδεικνύεται διαρκής και απαραίτητος βοηθός τους σε όλα εκείνα με τα οποία αυτοί θέλουν να καταστήσουν υπόχρεο τον ίδιο. Κάθε μέλος μιας νομικής σχέσης έχει σκοπό τη δική του ευημερία και, όπως είναι φυσικό, επιθυμεί να την αποκτήσει με το μικρότερο δυνατό κόστος από τη δική του πλευρά. Ο Κύριος, όμως, διαθέτει τη μακαριότητα ανεξάρτητα από τον άνθρωπο· και παρ’ όλα αυτά, όχι μόνο αναγνωρίζει τον εαυτό Του ως οφειλέτη απέναντι σε καθέναν που πράττει το καλό, αλλά και επιδιώκει, για κάποιον λόγο, να αυξήσει το χρέος Του, εργαζόμενος ο ίδιος για τους ανθρώπους και λογαριάζοντας όσα έκανε Εκείνος ως έργα των ανθρώπων.
«Η αρετή», λέει ο μακάριος Αυγουστίνος, «όποια κι αν είναι, μολονότι ονομάζεται δική μας, μας παρέχεται από τη θεία χάρη». [54] «Τα προτερήματά σου», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «δεν προέρχονται από εσένα, αλλά από τη χάρη του Θεού. Θα αναφερθείς στην πίστη; Αυτή προέρχεται από την κλήση. Θα αναφερθείς στην άφεση των αμαρτιών, στα χαρίσματα, στη διδακτική ικανότητα, στις αρετές; Όλα από εκεί τα έλαβες. Πες μου, λοιπόν, τι έχεις που δεν το έλαβες, αλλά το απέκτησες μόνος σου; Δεν μπορείς να υποδείξεις τίποτε. Έλαβες και, παρ’ όλα αυτά, υπερηφανεύεσαι; Θα έπρεπε γι’ αυτό να ταπεινώνεσαι· επειδή ό,τι σου δόθηκε δεν ανήκει σε εσένα, αλλά σε Εκείνον που το έδωσε. Αν το έλαβες, το έλαβες από Εκείνον· αν το έλαβες από Εκείνον, δεν έλαβες κάτι δικό σου· αν δεν έλαβες κάτι δικό σου, γιατί υπερηφανεύεσαι σαν να τα είχες όλα από τον εαυτό σου;» [55] «Πώς μπορούμε με την υπακοή μας να κερδίσουμε ως ανταμοιβή την αιώνια ζωή, όταν και η αληθινή υπακοή δεν είναι δικό μας έργο, αλλά έργο της χάρης του Θεού, και σε εμάς καταλογίζεται μόνο το ότι δεν αντιστεκόμαστε στη χάρη του Θεού, αλλά συνεργούμε μαζί της καθώς ενεργεί μέσα μας;» [56]
Πώς μπορεί να γίνεται λόγος για αξιομισθία από την πλευρά του ανθρώπου, όταν αυτός δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα στην ηθική του ανάπτυξη χωρίς τη βοήθεια του Θεού; «Αν δεν με σκέπαζε το έλεός Σου», λέει ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, «θα είχα ήδη χαθεί σαν σκόνη μπροστά στον άνεμο, σαν να μην είχα εμφανιστεί ποτέ σε αυτή τη ζωή». [57] Χωρίς τον Θεό, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, όλοι μας είμαστε θνητά αθύρματα της ματαιότητας, ζωντανοί νεκροί που αποπνέουν τη δυσωδία των αμαρτιών. «Δεν είδες πουλί να πετά εκεί όπου δεν υπάρχει αέρας ούτε δελφίνι να κολυμπά εκεί όπου δεν υπάρχει νερό· έτσι και ο άνθρωπος χωρίς τον Χριστό δεν σηκώνει το πόδι του προς τα πάνω». [58] Επομένως, στην πραγματικότητα ο άνθρωπος όχι μόνο δεν καθιστά υπόχρεο τον Κύριο με τα αξιόμισθα έργα του, αλλά μάλλον τα οφείλει ο ίδιος σε Εκείνον.
Πώς λοιπόν να κατανοήσουμε, ύστερα από αυτά, τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, αν παραμένουμε αυστηρά στη νομική οπτική; Εγώ συνάπτω μια τέτοια σχέση όχι από επιθυμία να υπηρετήσω ή να βοηθήσω τον πλησίον μου, αλλά, αντίθετα, από επιθυμία να αξιοποιήσω τις δυνάμεις του πλησίον μου για τη δική μου ευημερία. Σκοπός μου, φυσικά, είναι να λάβω όσο το δυνατόν περισσότερα και να δώσω όσο το δυνατόν λιγότερα. Θα αναλάβω, επομένως, οποιεσδήποτε υποχρεώσεις, αν δεν ελπίζω να λάβω γι’ αυτές μεγαλύτερη ή, στη χειρότερη περίπτωση, ισόποση ανταμοιβή; Ο Κύριος, ωστόσο, όχι μόνο συνάπτει σχέση με τον άνθρωπο και αναλαμβάνει υποχρεώσεις, χωρίς ο ίδιος να έχει απολύτως καμία ανάγκη ούτε αυτή τη σχέση ούτε γενικά τον άνθρωπο· όχι μόνο αποδίδει στον άνθρωπο ανταμοιβή που υπερβαίνει απείρως τον κόπο του και λησμονεί όλες τις αδικίες του, χωρίς να απαιτεί πληρωμή γι’ αυτές· αλλά επιπλέον παράγει ο ίδιος το καλό μέσα στον άνθρωπο, για να καταστεί ο ίδιος υπόχρεος απέναντί του γι’ αυτό το καλό.
«Ο Θεός, ο οποίος δεν έχει ανάγκη από τίποτε», σύμφωνα με τον άγιο Ειρηναίο Λυώνος, «δέχεται τα καλά μας έργα με σκοπό να μας ανταμείψει με τα αγαθά Του, όπως λέει ο Κύριός μας: “Ελάτε, οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί από τη δημιουργία του κόσμου. Διότι πείνασα και μου δώσατε να φάω…” κ.λπ. “Εφόσον το κάνατε αυτό σε έναν από τους ελάχιστους αδελφούς μου, το κάνατε σε εμένα” (Ματθ. 25:34 κ.ε.). Δεν έχει ανάγκη από αυτά, επιθυμεί όμως να τα πράττουμε για τη δική μας ωφέλεια, ώστε να μη μένουμε άκαρποι». [59] Από νομική άποψη, αυτό το φαινόμενο είναι ακατανόητο, ακόμη και εντελώς παράλογο.
Σημειώσεις:
[36] Θεία Λειτουργία του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου.
[37] Ακολουθία του Βαπτίσματος.
[38] De libertate mentis, VIII (Migne, τόμ. XXXIV, στ. 941)· ρωσική μετάφραση, Μόσχα 1852, σ. 597.
[39] Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ρωσ. μτφρ., τόμ. II, σ. 25· Λόγος 14.
[40] Άγιος Εφραίμ ο Σύρος, ρωσ. μτφρ., τόμ. I, σ. 280· Πρώτος κατανυκτικός λόγος.
Πρβλ. Μακάριο Αυγουστίνο, ρωσ. μτφρ., τόμ. III, σ. 386:
«Δεν είμαστε σε καμία περίπτωση ικανοί να Τον ευχαριστήσουμε όπως πρέπει ακόμη και για τις ευεργεσίες ότι υπάρχουμε, ότι ζούμε, ότι βλέπουμε τον ουρανό και ότι διαθέτουμε νου και λογικό, με τη βοήθεια των οποίων βρίσκουμε Εκείνον τον ίδιο που δημιούργησε όλα αυτά. Ποια όμως καρδιά και ποια γλώσσα είναι ικανή να Τον ευχαριστήσει επαρκώς για το ότι δεν μας εγκατέλειψε ολοκληρωτικά, ενώ ήμασταν καταβεβλημένοι και φορτωμένοι από τις αμαρτίες, αποστραμμένοι από το φως Του και σκοτισμένοι από την αγάπη προς το σκοτάδι, δηλαδή προς τις αισχρές πράξεις· αλλά απέστειλε προς εμάς τον Λόγο Του, ο οποίος είναι ο μονογενής Υιός Του, ώστε να μάθουμε από Αυτόν, που γεννήθηκε κατά σάρκα και έπαθε για εμάς, πόσο υψηλά εκτιμά ο Θεός τον άνθρωπο· ώστε με αυτή τη μοναδική θυσία να καθαρθούμε από όλες τις αμαρτίες και, αφού λάβουμε στις καρδιές μας την έκχυση της αγάπης από το Άγιο Πνεύμα, να φθάσουμε, παρά τις δυσκολίες, στην αιώνια ανάπαυση και στην ανείπωτη γλυκύτητα της θέας Του».
«Από ένα τέτοιο», λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης (De beatitudinibus, Λόγος VII· Migne, τόμ. XLIV, στ. 1280· ρωσ. μτφρ., τόμ. II, σ. 454), «και τόσο μεγάλο Ον —το οποίο είναι αδύνατον ούτε να το δει κανείς ούτε να το ακούσει ούτε να το συλλάβει με τη σκέψη— οικειώνεται ο άνθρωπος, ο οποίος θεωρείται μηδέν ανάμεσα στα όντα: αυτή η στάχτη, αυτό το χορτάρι, αυτή η ματαιότητα· και υιοθετείται από τον Θεό των όλων (εἰς υἱοῦ τάξιν). Τι θα μπορούσε να βρεθεί αντάξιο ως ευχαριστία γι’ αυτή την ευεργεσία; Πού υπάρχει τέτοιος λόγος, τέτοια σκέψη ή τέτοια κίνηση της διάνοιας, ώστε να δοξαστεί με αυτά τόσο μεγάλο πλήθος ελέους; Ο άνθρωπος υπερβαίνει τα όρια της φύσεώς του· από θνητός γίνεται αθάνατος, από φθαρτός γίνεται αμετάβλητα διαμένων, από εφήμερος γίνεται αιώνιος· με μία λέξη, από άνθρωπος γίνεται Θεός». Σημειώσεις
[41] Άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ, ρωσ. μτφρ., τόμ. IV, σ. 9· Πνευματικός θησαυρός, αρ. 3.
[42] Άγιος Εφραίμ ο Σύρος, ρωσ. μτφρ., τόμ. I, σ. 45· Λόγος για την κατάργηση της υπερηφάνειας.
[43] Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατήχηση XIII, 23, σ. 211.
[44] Τ. I, σ. 223. По. XXXII, 5. 3η έκδοση, 1891.
[45] Τ. I, σ. 204.
[46] Περὶ Λαζάρου, VI, 9 — Migne, τ. XLVIII, στ. 1041. Προς τον λαό της Αντιόχειας, τ. I, σ. 185.
[47] Τ. II, σ. 285. Περί αληθινού χριστιανισμού, §220.
[48] Τ. VI, σ. 298.
[49] Εφραίμ ο Σύρος, τ. I, σ. 64.
[50] Του ίδιου, τ. I, σ. 100. Λόγος 5.
[51] Του ίδιου, τ. III, σ. 319–320. Λόγος 75.
[52] Εἰς τὴν Γένεσιν, Ομιλία XXV, 7 — Migne, τ. LIII, στ. 229. Ομιλίες στη Γένεση, τ. II, σ. 53–54. Αγία Πετρούπολη, 1851–1853.
[53] Ομιλία XV, 29, σ. 167.
[54] Τ. IV, σ. 144.
[55] Εἰς τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους, Ομιλία XII, 2 — Migne, τ. LXI, στ. 98.
[56] Τ. IV, σ. 144.
[57] Τ. IV, σ. 1.
[58] Τ. IV, σ. 255.
[59] Κατὰ αἱρέσεων, βιβλίο IV, 18, 6. Βλ. την αγγλική μετάφραση στη «Library» του Clark, τ. V, σ. 436.
[37] Ακολουθία του Βαπτίσματος.
[38] De libertate mentis, VIII (Migne, τόμ. XXXIV, στ. 941)· ρωσική μετάφραση, Μόσχα 1852, σ. 597.
[39] Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ρωσ. μτφρ., τόμ. II, σ. 25· Λόγος 14.
[40] Άγιος Εφραίμ ο Σύρος, ρωσ. μτφρ., τόμ. I, σ. 280· Πρώτος κατανυκτικός λόγος.
Πρβλ. Μακάριο Αυγουστίνο, ρωσ. μτφρ., τόμ. III, σ. 386:
«Δεν είμαστε σε καμία περίπτωση ικανοί να Τον ευχαριστήσουμε όπως πρέπει ακόμη και για τις ευεργεσίες ότι υπάρχουμε, ότι ζούμε, ότι βλέπουμε τον ουρανό και ότι διαθέτουμε νου και λογικό, με τη βοήθεια των οποίων βρίσκουμε Εκείνον τον ίδιο που δημιούργησε όλα αυτά. Ποια όμως καρδιά και ποια γλώσσα είναι ικανή να Τον ευχαριστήσει επαρκώς για το ότι δεν μας εγκατέλειψε ολοκληρωτικά, ενώ ήμασταν καταβεβλημένοι και φορτωμένοι από τις αμαρτίες, αποστραμμένοι από το φως Του και σκοτισμένοι από την αγάπη προς το σκοτάδι, δηλαδή προς τις αισχρές πράξεις· αλλά απέστειλε προς εμάς τον Λόγο Του, ο οποίος είναι ο μονογενής Υιός Του, ώστε να μάθουμε από Αυτόν, που γεννήθηκε κατά σάρκα και έπαθε για εμάς, πόσο υψηλά εκτιμά ο Θεός τον άνθρωπο· ώστε με αυτή τη μοναδική θυσία να καθαρθούμε από όλες τις αμαρτίες και, αφού λάβουμε στις καρδιές μας την έκχυση της αγάπης από το Άγιο Πνεύμα, να φθάσουμε, παρά τις δυσκολίες, στην αιώνια ανάπαυση και στην ανείπωτη γλυκύτητα της θέας Του».
«Από ένα τέτοιο», λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης (De beatitudinibus, Λόγος VII· Migne, τόμ. XLIV, στ. 1280· ρωσ. μτφρ., τόμ. II, σ. 454), «και τόσο μεγάλο Ον —το οποίο είναι αδύνατον ούτε να το δει κανείς ούτε να το ακούσει ούτε να το συλλάβει με τη σκέψη— οικειώνεται ο άνθρωπος, ο οποίος θεωρείται μηδέν ανάμεσα στα όντα: αυτή η στάχτη, αυτό το χορτάρι, αυτή η ματαιότητα· και υιοθετείται από τον Θεό των όλων (εἰς υἱοῦ τάξιν). Τι θα μπορούσε να βρεθεί αντάξιο ως ευχαριστία γι’ αυτή την ευεργεσία; Πού υπάρχει τέτοιος λόγος, τέτοια σκέψη ή τέτοια κίνηση της διάνοιας, ώστε να δοξαστεί με αυτά τόσο μεγάλο πλήθος ελέους; Ο άνθρωπος υπερβαίνει τα όρια της φύσεώς του· από θνητός γίνεται αθάνατος, από φθαρτός γίνεται αμετάβλητα διαμένων, από εφήμερος γίνεται αιώνιος· με μία λέξη, από άνθρωπος γίνεται Θεός». Σημειώσεις
[41] Άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ, ρωσ. μτφρ., τόμ. IV, σ. 9· Πνευματικός θησαυρός, αρ. 3.
[42] Άγιος Εφραίμ ο Σύρος, ρωσ. μτφρ., τόμ. I, σ. 45· Λόγος για την κατάργηση της υπερηφάνειας.
[43] Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατήχηση XIII, 23, σ. 211.
[44] Τ. I, σ. 223. По. XXXII, 5. 3η έκδοση, 1891.
[45] Τ. I, σ. 204.
[46] Περὶ Λαζάρου, VI, 9 — Migne, τ. XLVIII, στ. 1041. Προς τον λαό της Αντιόχειας, τ. I, σ. 185.
[47] Τ. II, σ. 285. Περί αληθινού χριστιανισμού, §220.
[48] Τ. VI, σ. 298.
[49] Εφραίμ ο Σύρος, τ. I, σ. 64.
[50] Του ίδιου, τ. I, σ. 100. Λόγος 5.
[51] Του ίδιου, τ. III, σ. 319–320. Λόγος 75.
[52] Εἰς τὴν Γένεσιν, Ομιλία XXV, 7 — Migne, τ. LIII, στ. 229. Ομιλίες στη Γένεση, τ. II, σ. 53–54. Αγία Πετρούπολη, 1851–1853.
[53] Ομιλία XV, 29, σ. 167.
[54] Τ. IV, σ. 144.
[55] Εἰς τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους, Ομιλία XII, 2 — Migne, τ. LXI, στ. 98.
[56] Τ. IV, σ. 144.
[57] Τ. IV, σ. 1.
[58] Τ. IV, σ. 255.
[59] Κατὰ αἱρέσεων, βιβλίο IV, 18, 6. Βλ. την αγγλική μετάφραση στη «Library» του Clark, τ. V, σ. 436.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου