Συνέχεια από Τετάρτη 23. Σεπτεμβρίου 2026
Πνευματικά Γυμνάσματα 10α
Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου
ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.
ΜΕΛΕΤΗ Ι΄.
Α΄. Περὶ τῆς μερικῆς κολάσεως ὅπου ἤδη λαμβάνουν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ᾅδην καὶ περὶ τῆς δεινότητος τῆς φυλακῆς τοῦ ᾅδου.
Β΄. Περὶ τῆς λύπης ὅπου ἔχουν ἐκεῖ οἱ ἁμαρτωλοὶ διὰ τὸ παρόν.
Γ΄. Περὶ τοῦ φόβου ὅπου ἔχουν διὰ τὸ μέλλον.
α΄.
Συλλογίσου ἀδελφέ τὴν μερικὴν κόλασιν ὅπου ἀκουλουθεῖ τώρα μετὰ θάνατον εἰς κάθε ἁμαρτωλὴν ψυχήν, ἡ ὁποία δὲν ἔκαμε τὴν πρέπουσαν μετάνοιαν καὶ ἐξομολόγησιν καὶ τὸν ἀνάλογον Κανόνα διὰ τὰς ἁμαρτίας της· ἡ ὁποία δὲν ἔκαμε τελείαν ἀποχήν του κακοῦ· ἡ ὁποία εἶχεν ὅλως δι' ὅλου τὴν κλίσιν της καὶ τὴν θέλησίν της καὶ τὴν διάνοιάν της εἰς τὰ πάθη καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔλαβε τὴν τελείαν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν τῆς ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἡ τοιαύτη ψυχὴ εὐθὺς ὅπου εὔγῃ ἀπὸ τὸ σῶμα ἁρπάζεται ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας τοῦ σκότους καὶ φοβεροὺς δαίμονας καὶ καταδικάζεται εἰς τὸν ἄδην 34 διὰ νὰ λαμβάνῃ ἐκεῖ μερικὴν κόλασιν, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ διαιρεθῇ εἰς τρία, εἰς τὴν δεινότητα τῆς φυλακῆς ἐκείνης τοῦ ᾅδου, εἰς τὴν ἀπαρηγόρητον λύπην τοῦ παρόντος καὶ εἰς τὸν φόβον καὶ ἀγωνίαν τοῦ μέλλοντος· ἐκεῖ δὲ ἔχει νὰ μένῃ ἡ ψυχὴ ἕως οὗ νὰ γίνῃ ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ ἡ τελευταία Κρίσις, διὰ νὰ λάβῃ ὁμοῦ μὲ τὸ ἀναστηθὲν σῶμα της τὴν καθολικὴν καὶ τελείαν κόλασιν· καθὼς φρονεῖ ἡ καθολικὴ καὶ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία καὶ καθὼς λέγει ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἐν ταῖς πρὸς τὸν Ἀντίοχον ἀποκρίσεσιν. Ερωτηθεὶς γὰρ ἐκεῖ ὁ ἅγιος, ἂν ἀπέλαβον τώρα οἱ δίκαιοι τὰ ἀγαθὰ καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὴν κόλασιν ἀποκρίνεται, οὐδαμῶς «ὅμως δὲ αὐτὴ ἡ χαρά, ἣν ἔχουσι νῦν αἱ ψυχαὶ τῶν ἁγίων, μερικὴ ἀπόλαυσις ἐστί ὥσπερ καὶ ἡ λύπη, ἣν οἱ ἁμαρτωλοὶ ἔχουσι, μερικὴν κόλασις. Καὶ ὥσπερ μεταστέλλεται βασιλεὺς φίλους αὐτοῦ ἐπὶ τῷ συναριστῆσαι αὐτῷ, ὡσαύτως καὶ καταδίκους ἐπὶ τῷ κολάσαι αὐτούς, καὶ οἱ μέν, εἰς ἄριστον κληθέντες ἐν χαρᾷ εἰοὶν ἔμπροσθὲν τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως, ἕως τῆς ὥρας τοῦ ἀρίστου, οἱ δὲ κατάδικοι, ἐν φυλακῇ ἀποκεκλεισμένοι ἐν λύπῃ ὑπάρχουσιν, ἕως οὗ βουληθῇ ὁ Κοιτής· οὕτω δεῖ νοεῖν καὶ ἐπὶ τῶν ἐκεῖσε ἀφ᾽ ἡμῶν προλαβουσῶν ψυχῶν, λέγω δὴ δικαίων καὶ ἁμαρτωλῶν». (Ἀποκρ. κ'.) 35
Συλλογίσου λοιπὸν ἀγαπητὲ τὴν δεινότητα τῆς φυλακῆς ἐκείνης τοῦ ᾅδου, εἰς τὴν ὁποίαν καταδικάζεται ἡ ταλαίπωρος ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ στοχάσου τὸν τόπον αὐτῆς, ὅστις εἶναι ὑποκάτω ὅλης τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης, καθὼς λέγει ὁ ἰδιος μέγας Ἀθανάσιος· τόπος φοβερός, τόπος σκοτεινός, τόπος ἀπόκρυφος ὅπου μόνον νὰ τὸν φαντασθῇ ὁ ἄνθρωπος ἀνατριχιάζει καὶ παγώνει ἀπὸ τὸν φόβον του καὶ ἄλλος δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν καταλάβῃ τί εἶναι, πάρεξ μόνος ἐκεῖνος, ὅπου καταδικασθῇ εἰς αὐτόν. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ὁ τόπος ἐκεῖνος παρὰ ἕνα χωρίον ἀφεγγὲς σκότους αἰωνίου καὶ ζόφου πεπληρωμένον καθὼς τὸν ὀνομάζει ὁ θεῖος Νεῖλος; Τί ἄλλο εἶναι ὁ τόπος ἐκεῖνος παρὰ ἕνα καταστάλαγμα κάθε θλίψεως καὶ κάθε πικρίας, κατὰ σύγκρισιν τοῦ ὁποίου, ἡ πικρὰ ἐκείνη λίμνη τῆς Μερρᾶς ἦτο γλυκυτάτη, εἰς τὸν ὁποῖον τόπον ὅποιος ὑπάγει μίαν φορὰν εὐθὺς ὅλος πικρίζει καὶ φαρμακίζεται 36 καὶ διὰ τοῦτο πρέπει δικαίως νὰ ὀνομάζεται ὄχι τόπος πικρός, ἀλλ᾽ ἡ ἰδία πικρία «Διὰ τοῦτο ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου πικρία» (Ἔξοδ. ιε'. 23). Στοχάσου τὸ σκότος τῆς φυλακῆς ἐκείνης, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον παχὺ καὶ χονδρόν, ὅπου ἂν συγκριθῇ μὲ αὐτὸ τὸ ψηλαφητὸν ἐκεῖνο σκότος τῆς Αἰγύπτου, εἶναι ἕνα λαμπρὸν μεσημέρι διὰ τοῦτο ἔλεγεν ὁ Ἰὼβ : «Πρὸ τοῦ με πορευθῆναι εἰς γῆν σκοτεινὴν καὶ γνοφεράν, εἰς γῆν σκότους αἰωνίου, οὗ οὐκ ἐστι φέγγος, οὐδὲ ὁρᾶν ζωὴν βοοτῶν». (ι. 20) Καὶ τὶς δύναται νὰ παραστήσῃ ἀδελφὲ τὴν βρώμαν καὶ δυσωδίαν τῆς φυλακῆς ἐκείνης; Τὴν ὁποίαν ἂν ἦτο τρόπος νὰ τὴν ὀσφρανθῇ ἕνας ζωντανὸς ἄνθρωπος, δὲν ἤθελεν ὑποφέρει ἀλλ' ἐν τῷ ἅμα ἤθελε ξεψυχήσῃ; Τίς νὰ παραστήσῃ τοὺς ἀσχημοτάτους καὶ φοβερούς, τοὺς ἀπανθρώπους καὶ σκληροὺς ὑπηρέτας τῆς φυλακῆς ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι φωτίαν εὐγάνουν ἀπό τοὺς ὀφθαλμούς, φωτίαν ἀπὸ τοὺς μυκτῆρας, φωτίαν ἀπὸ τὸ στόμα, φωτίαν ἀπὸ κάθε μέρος; Καθὼς εἶναι γεγραμμένον περὶ τοῦ διαβόλου· «ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς εἶδος ἑωσφόρου· ἐκ στόματος αὐτοῦ ἐκπορεύονται ὡς λαμπάδες καιόμεναι, καὶ διαρρίπτονται ὡς ἐσχάραι πυρὸς· ἐκ μυκτήρων αὐτοῦ ἐκπορεύεται καπνὸς καμίνου καιομένης πυρὶ ἀνθράκων· ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἄνθρακες, φλὸξ δὲ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἐκπορεύεται». (Ἰὼβ μα΄. 18) Τις λόγος νὰ παραστήσῃ τὰ ἄλυτα δεσμὰ τῆς φυλακῆς ἐκείνης, μὲ τὰ ὁποῖα ἔχῃ νὰ δεθῇ ἡ ταλαίπωρος ψυχὴ ἀπὸ κάθε μέρος, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ ὁλότελα νὰ κινηθῇ εἰς καμμίαν πρᾶξιν; καθὼς γέγραπται «δήσαντες αὐτοῦ χεῖρας καὶ πόδας, ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον, ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων». (Ματθ. κβ'. 13) Τίς νὰ διηγηθῇ ὅλας τὰς ἄλλας κακοπαθείας ἐκείνης τῆς φυλακῆς, τὰς ὁποίας δίδει ὁ Θεὸς εἰς τὴν ψυχὴν ἐκείνην ὅπου τὸν ἐπαραπίκρανε μὲ τὴν παράβασιν τῶν ἐντολῶν Του, ὡσὰν ἕναν ἀρραβώναν καὶ προοίμιον τῆς μελλούσης κολάσεως;
Τώρα τί λέγεις ἐσὺ ἁμαρτωλὲ ὅπου ἀκούεις ταῦτα; Δὲν φοβεῖσαι τὴν καταδίκην τῆς φυλακῆς ἐκείνης; Ἢ σοῦ φαίνεται ἐλαφρά, μὲ τὸ νὰ ὀνομάζεται φυλακὴ καὶ ὄχι τελεία κόλασις; Ἄχ! ἀνόητος ὅπου εἶσαι καὶ δὲν ἠξεύρεις ὅτι φυλακὴ ναὶ ὀνομάζεται, ἀλλὰ τὰ βάσανα ὅπου ἔχει, ὑπερβαίνουν ὅλα τὰ βάσανα καὶ μαρτύρια ὅπου ἔκαμαν εἰς ὅλους τοὺς μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ οἱ Διοκλητιανοὶ καὶ Μαξιμιανοί, οἱ Ἀγριππῖνοι καὶ οἱ Ἀγρικόλαοι καὶ οἱ λοιποὶ τύραννοι; Διότι καθὼς ἡ τελεία κόλασις τῶν ἁμαρτωλῶν ἀσυγκρίτως ὑπερβαίνει καὶ τὰ βάσανα τῆς φυλακῆς ἐκείνης, ἔτσι καὶ ἡ φυλακὴ ἐκείνη, ἥτις εἶναι ἄρραβὼν τῆς τοιαύτης κολάσεως, ἀσυγκρίτως ὑπερβαίνει ὅλα τοῦ κόσμου τούτου τὰ παιδευτήρια. Καὶ πρὸς τούτοις, διότι καὶ τὰ πλέον ἐλαφρὰ παιδευτήρια μὲ τὰ ὁποῖα παιδεύει ὁ Θεὸς μίαν ἁμαρτωλὴν ψυχήν, ὑπερβαίνουν καὶ αὐτὰ τὰ πλέον βαρύτερα παιδευτήρια τῶν ἀνθρώπων. Διὰ τοῦτο καὶ πολλοὶ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου των φοβοῦνται, ἀγωνιῶσιν, ἱδρώνουν, ἀγριώνουν τοὺς ὀφθαλμούς, τρύζουν τοὺς ὀδόντας, πολλάκις δὲ καὶ πηδοῦν ἀπὸ τὴν κλίνην καὶ κάμνουν ὡσὰν δαιμονισμένοι καὶ δὲν θέλει νὰ εὔγῃ ἡ ψυχὴ των ἀπὸ τὸ σῶμα, ἐνθυμουμένη τὴν καταδίκην ὅπου ἔχει νὰ πάθῃ εἰς ἐκείνην τὴν φυλακήν.
Καὶ λοιπόν, ἂν μοναχὴ ἡ ἐνθύμησις τῆς καταδίκης ἐκείνης προξενῇ τόσον φόβον καὶ τόσην ἀγωνίαν, πόσον ἄρά γε φόβον καὶ πόσον τρόμον ἔχει νὰ προξενήσῃ εἰς ἐσένα αὐτὴ ἡ καταδίκη ὅταν μὲ τὸ ἔργον τὴν δοκιμάσῃς; Φρίξον ἀδελφέ καὶ φοβήθητι καὶ σπούδασον πῶς νὰ γλυτωσῃς ἀπὸ τὴν καταδίκην τῆς φυλακῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐφοβήθησαν τόσοι καὶ τόσοι ἅγιοι, διὰ τοῦτο καθημερινῶς ἔκλαιον. Τώρα ὅπου ἔχεις τὸν καιρὸν ἑτοίμασον τόπον εἰς τοὺς οὐρανοὺς” διὰ νὰ κατοικήσῃς μετὰ θάνατον, τόπον φωτεινόν, τόπον χλοερόν, τόπον ἀναψύξεως. Ετοίμασον δὲ αὐτὸν μὲ τὰ ἔργα τῆς ἐλεημοσύνης σκορπίζοντας τὸν πλοῦτον σου εἰς πτωχοὺς καὶ ὀρφανά, εἰς ἀσθενεῖς καὶ φυλακωμένους, εἰς ξένους καὶ γυμνούς, εἰς πεινασμένους καὶ διψασμένους καὶ ὄχι σκορπίζοντάς τον εἰς τὸ νὰ οἰκοδομῇς μεγάλα καὶ ὑψηλὰ σπήτια ὄχι εἰς τραπέζια πολυτελῆ καὶ εἰς φορέματα· ὄχι εἰς δούλους καὶ δούλας καὶ εἰς ἄλλα τοιαῦτα μάταια, μὲ τὰ ὁποῖα δὲν γλυτώνεις ἀπὸ τὴν φυλακήν, ἀλλὰ ἐμβαίνεις εἰς αὐτήν. Τώρα ὅπου ἔχεις τὸν καιρὸν κινήσου ἐπάνω καὶ κάτω· κάμε κάθε ἀγαθοεργίαν· σύχναζε εἰς τὸν πνευματικόν σου καὶ μὴν ἀφήσῃς καμμίαν ἁμαρτίαν ἀνεξομολόγητον· βίαζε τὴν καρδίαν σου διὰ νὰ μὴ κλίνῃ εἰς τὰ πάθη καὶ ἡδονάς, συντρίβοντάς την μὲ τὸν φόβον τῆς καταδίκης ἐκεινης καὶ μὲ τὴν συντετριμμένην μετάνοιαν· πρὸ τοῦ νὰ δεθοῦν αἱ χεῖρές σου καὶ οἱ πόδες σου καὶ πρὸ τοῦ νὰ κλεισθῇ ἡ θύρα τῆς ζωῆς ταύτης. Ἀγωνίσου νὰ παραλάβης μαζί σου συντρόφους τοὺς ἁγίους ἀγγέλους διὰ μέσου τῶν ἀρετῶν καὶ νὰ μὴ παραδοθῇς εἰς τὰς χεῖρας τῶν δαιμόνων διὰ μέσου τῶν πονηρῶν ἔργων· ἐνδύσου τὰ ὄπλα τοῦ φωτός, διὰ νὰ μὴ καταδικασθῇς εἰς τὸ ἐξώτερον σκότος, καθὼς ὁ Παῦλος σοῦ παραγγέλλει «Ἀποθώμεθα τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός, ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν» (Ῥωμ. ιγ' 12).
Ἐντράπου λοιπόν, ἐντράπου ἀδελφέ, πῶς τόσας καὶ τόσας φοράς ἔγινες ἄξιος μὲ τὰς ἁμαρτίας σου νὰ καταδικασθῇς εἰς ἐκείνην τὴν φοβερὰν φυλακήν, ἐὰν ὁ Θεὸς διὰ τὴν πολλήν Του ἀγαθότητα δὲν σὲ εὐσπλαγχνίζετο νὰ σοῦ δώσῃ ἀκόμη καιρὸν ζωῆς διὰ νὰ μετανοήσῃς καὶ νὰ ἐλευθερωθῆς ἀπὸ τὴν καταδίκην ἐκείνην. Καὶ περισσότερον ἔντράπου, ὅτι ἄλλοι μὲν χριστιανοὶ ὅπου ἔζησαν ὁμοῦ μὲ ἐσένα, δὲν ἁμάρτησαν ὡσὰν καὶ ἐσένα, ἡτοίμασαν εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἕνα τόπον φωτεινότατον, ἀναπαυτικώτατον καὶ χαριέστατον μὲ τὰ καλὰ ἔργα ὅπου ἔκαμαν, διὰ νὰ ὑπάγουν μετὰ θάνατον νὰ ἀναπαυθοῦν· ἐσὺ δὲ διὰ τὰς ἁμαρτίας σου ἡτοίμασας εἰς κατοικίαν σου τὴν σκοτεινὴν φυλακὴν τοῦ ᾅδου ἂχ ἀδελφέ, καὶ τί λογῆς καταισχύνην ἄρα γε θέλεις λάβει ὅταν ἰδῇς τους ἐναρέτους καὶ καλοὺς Χριστιανούς, εὐθὺς ὅπου ἀποθάνουν νὰ εἶναι συντροφευμένοι ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους ἐσὺ δὲ νὰ εἶσαι συντροφευμένος ἀπὸ τοὺς μιαροὺς δαίμονας; Τί λογῆς καταισχύνην θέλεις λάβει, ὅταν βλέπης ἐκείνους μὲν χαίροντας νὰ ἀναβαίνουν εἰς τὸν οὐρανὸν διὰ νὰ ἀναπαυθοῦν καὶ νὰ ἔχουν μερικὴν ἀπόλαυσιν καὶ μακαριότητα, ἕως οὗ νὰ γίνῃ ἡ Δευτέρα Παρουσία νὰ λάβουν καὶ τὴν τελείαν μακαριότητα, ἐσὺ δὲ νὰ μένῃς έξω ἄθλιος, ἐλεεινὸς καὶ κλαίωντας νὰ καταβῆς εἰς τὸν ἅδην καὶ νὰ μένῃς ἐκεῖ ἕως οὐ νὰ γίνῃ ἡ τελευταία κρίσις διὰ νὰ λάβης καὶ τὴν τελείαν κόλασιν; «Ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων, ὅταν ὄψησθε Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καὶ πάντας τοὺς προφήτας ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ, ὑμᾶς δὲ ἐκβαλλομένους έξω» (Λουκ. ιγ' 28).
Ὅθεν θαύμασαι ἀγαπητὲ διὰ τὴν τόσην μωρίαν ὅπου εἶχες ἕως τώρα καὶ ἔζησες μὲ τόσην ἀφοβίαν, ὡσὰν ἕνας ἄπιστος καὶ ἐθνικὸς καὶ ὡσὰν νὰ μὴν εἶχες νὰ λάβῃς παιδείαν καὶ κόλασιν διὰ τὰς ἁμαρτίας σου. Καὶ ἀποφάσισε εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ζήσῃς ὡσὰν καλὸς καὶ ἀληθινὸς Χριστιανός, ὅπου πιστεύει καὶ φρονεῖ τὰ τοιαῦτα καὶ προμήθευσε διὰ τὴν σωτηρίαν σου μίαν ὥραν προτήτερα διὰ νὰ γλυτώσῃς ἀπὸ τὴν μερικὴν κόλασιν, τὴν τόσον φοβερὰν ὅπου σὲ προσμένει, ἡ ὁποῖα εἶναι πολὺ κοντὰ καὶ ἐνδέχεται νὰ σοὺ ἀκολουθήσῃ τοῦτον τὸν μῆνα, ταύτην τὴν ἑβδομάδα, ταύτην τὴν ἡμέραν καὶ ταύτην τὴν ὥραν. Εὐχαρίστησε τὸν Κύριον ὅπου δὲν σὲ κατεδίκασεν ἕως τώρα εἰς τὴν φυλακὴν ἐκείνην τοῦ ᾅδου, ἀλλά σοῦ ἔδωκεν αὐτὰς τὰς ὀλίγας ἡμέρας τῆς ζωῆς διὰ νὰ διορθωθῇς καὶ ἀκουμβίζοντας τὸν ἑαυτόν σου εἰς τὸν σταυρὸν καὶ εἰς τὰς πληγὰς τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ παρακάλεσε Τον νὰ μὴν ἀφίσῃ τὴν ψυχήν σου νὰ ἀπωλεσθῇ, ἐπειδὴ τὴν ἔχει ἐξηγορασμένην μὲ τὸ πολύτιμον αἷμα Του· «ἄξιος εἶ λαβεῖν τὸ βιβλίον καὶ ἀνοῖξαι τὰς σφραγίδας αὐτοῦ, ὅτι ἐσφάγης καὶ ἠγόρασας τῷ Θεῷ ἡμᾶς ἐν τῷ αἵματί σου» (Ἀποκ. ε΄ 9).
β.
Συλλογίσου ἀδελφὲ τὴν ἀπαρηγόρητον λύπην καὶ πόνον ὅπου δοκιμάζει εἰς τὸ παρὸν ἡ ἁμαρτωλὴ ἐκείνη ψυχὴ ὅπου καταδικασθῇ εἰς τὸν ἅδην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν λύπην τόσον ἔχει νὰ καταβυθισθῇ, ὅπου νὰ μὴ δύναται τελείως νὰ ἐνθυμηθῇ ἄλλο τι, οὔτε αὐτὸν τὸν ἴδιον Θεὸν …
Σημειώσεις:
34 Ὅτι δὲ εἰς τὴν φυλακὴν τοῦ ᾅδου ἀπέρχονται τώρα αἱ ψυχαὶ τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι γνώμη κοινὴ ὅλων σχεδὸν τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας· ὅ τε γὰρ Μέγας Βασίλειος ἐν ταῖς εἰς τὴν Πεντηκοστὴν εὐχαῖς, τοῦτο μαρτυρεῖ λέγων· «Ὁ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ παντελεὶῳ ἑορτῆ καὶ σωτηριώδη, ίλασμοὺς καὶ ἱκεσίας ὑπὲρ τῶν κατεχομένων ἐν ὅδου καταξιώσας δέχεσθαι»· καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος ἐν τῇ περὶ Πόλεως τοῦ Θεοῦ· «Μηδεὶς ἡγείσθω,φησί, μετὰ θάνατον ὅλως τὰς ψυχὰς κρίνεσθαι· ἅπασαι γὰρ (ἴσως δὲ ἄπασαι, εἶπε, διότι εἶναι ἀμφίβολον ποῖαι εἶναι δίκαιαι καὶ ποῖαι ἁμαρτωλαί) ἐν μιᾷ κοινῇ φυλακῇ κατέχονται ἕως οὗ ἔλθῃ ὁ καιρός, καθ' ὂν μέγιστος Κριτὴς τῶν πεπραγμένων ποιήσεται τὴν ἐξέτασιν. Καὶ ὁ Τερτυλλιανὸς ἐν τῷ περὶ ψυχῆς «ἔστι σοι φησὶ παρἡμῶν βιβλίον, ἐν ᾧ πᾶσαν ψυχὴν ὡς ἐν εἰρκτῇ κατέχεσθαι, ἕως τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου ἀπεφηνάμεθα». Αὐτὸ τοῦτο λέγει καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Διάλογος ἐν ταῖς πρὸς Πέτρον ἀποκρίσεσι καὶ ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἐν ταῖς πρὸς Ἀντίοχον ἐρωταποκρίσεσιν. Ὅθεν καὶ κοινῶς ἡ καθόλου Ἐκκλησία τῶν Χριστιανῶν, τὰ μνημόσυνα ποιοῦσα τῶν ἐν Χριστῷ κοιμηθέντων, ἐπειδὴ εἶναι ἀμφίβολον ποῖοι ἀπέρχονται εἰς τὰς οὐράνιους μονὰς· διὰ τοῦτο πάντας κοινῶς ὑποθέτει ὅτι εὐρίσκονται εἰς τὴν φυλακὴν τοῦ ᾅδου, εἰς τόπον σκοτεινὸν καὶ λυπηρόν, δι' δ καὶ παρακαλεῖ ὑπὲρ αὐτῶν νὰ καταταχθοῦν εἰς τόπον φωτεινόν, εἰς τόπον χλοερόν, εἰς τόπον ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα ὁδύνη, λύπη καὶ στεναγμός.
35 Λέγουσι τινὲς ὅτι εἶναι νόθοι αἱ ἑρωταποκρίσεις αὗται τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου, ἐπειδὴ καὶ ἀναφέρουν μάρτυρας ὑστερινοὺς πατέρας, τὸν ἅγιον Ἐπιφάνειον καὶ τὸν Νύσσης Γρηγόριον οὐκ ὀρθῶς δὲ τοῦτο λέγουσι, καθ' ὅτι αὗται σώζονται εἰς παλαιοτάτας μεμβράνας καὶ Κώδικας· ἀναφέρει δὲ αὐτὰς ὡς γνησίας καὶ ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐν τῷ περὶ εἰκόνος. Περὶ δὲ τῶν ῥηθέντων ἁγίων λέγομεν, ἢ πῶς ὁ μέγας Ἀθανάσιος τοὺς ἔφθασε, καθ' ὅτι ἔζησεν ὑπὲρ τοὺς ἔνενήκοντα χρόνους ἕως τοῦ παραβάτου Ἰουλιανοῦ καὶ ἐπέκεινα· ἢ πῶς παρὰ τινων ἄλλων προσετέθησαν τὰ ὀνόματὰ των.
36 Πόση δὲ εἶναι ἡ πικρότης τοῦ ᾅδου ἑδήλωσεν ἀπὸ μέρους ὁ ἅγιος Λάζαρος, ὅστις διὰ τέσσαρας μόνον ἡμέρας ὅπου ἐστάθη ἡ ψυχή του εἰς τὸν τόπον τοῦ ᾅδου, τόσον ἐπικράνθη, ὅπου δὲν ἠδύνατο νὰ φάγῃ ψωμί, ἢ ἄλλο φαγητόν, χωρὶς νὰ φάγῃ ὑστερον καὶ κανένα γλύκισμα εἰς τριάκοντα ὁλοκλήρους χρόνους ὅπου ἔζησε μετὰ τὴν ἀνάστασίν του, καθὼς ἀναφέρει τοῦτο ἐν τῷ Συναξαριστῇ τὸν Τριωδίου ὁ Ξανθόπουλος.
37 Ὅτι μὲν αἱ ψυχαὶ τῶν δικαίων ἔχουν νὰ λάβουν μετὰ τὴν ἀνάοτασιν τὴν τελείαν ἀπόλαυσιν καὶ μακαριότητα εἰς τοὺς οὐρανούς, βέβαιοῖ αὐτὸς ὁ Κύριος λέγων· Ἐν γὰρ τῇ ἀναστάσει... ὡς ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσί» (Ματθ. κβ'. 30) αὐτὸ τοῦτο συνομολογεῖ καὶ ὁ θεῖος Μάξιμος φέρων τὸ ῥητὸν τοῦτο τοῦ Κυρίου εἰς βεβαίωσιν. Ὅτι δὲ καὶ πρὸ τῆς ἀναστάσεως, εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἔχουν νὰ λάβουν αἱ ψυχαὶ τῶν δικαίων τὴν μερικὴν ἀπόλαυσιν, μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος ἐν ταῖς πρὸς Πέτρον ἀποκρίσεσι λέγων : «Ὅτι τῶν τετελειωμένων δικαίων αἱ ψυχαὶ εὐθέως ἠνίκα ἐκ τῶν τῆς σαρκὸς κλείθρων ἐξέλθωσιν, ἐν ταῖς οὐρανίαις καθέδραις ὑποδέχονται, φανερώτερον τοῦ φωτὸς καθέστηκεν αὐτὴ γὰρ ἡ ἀλήθεια δε ἑαυτῆς μαρτυρεῖ λέγουσα : «Όπου τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοὶ» (Ματθ. κδ'. 28) τουτέστιν ἔνθα αὐτὸς ὁ λυτρωτὴς ἡμῶν, σὺν τῇ σαρκὶ ἡ ἀνέλαβεν ὑπάρχει, ἐκεῖ ἀδιστάκτως συναχθήσονται καὶ αἱ τῶν δικαίων ψυχαί. Καὶ ὁ Παῦλος δὲ ἐπεθύμει ἀναλύσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι ὅστις οὖν Χριστὸν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχειν οὐκ ἀπιστεῖ οὐδὲ τὴν τοῦ Παύλου ψυχὴν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχειν ἀρνεῖται, αὐτὸς γὰρ περὶ τῆς τοῦ σώματος διαλύσεως καὶ τῆς ἐν τῇ ἐπουρανίῳ πατρίδι κατοικίας λέγει· «οἴδαμεν ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν, οἰκίαν ἀχειροποίητον, αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» (Β'. Κορ. ε'. 1). (Ἐνῷ καὶ αὐτὸς ὁ θεῖος Γρηγόριος λέγει ὅτι αἱ ψυχαὶ τῶν δικαίων ὅπου εἶχον κάποιαν ἔλλειψιν εἰς τὴν καθόλου ἀρετήν, εὑρίσκονται χωρισμέναι τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως εἰς κάποιας μονάς.) Καὶ ὁ θεολόγος δὲ Γρηγόριος τοῦτο τὸ ἴδιον δοξάζει λέγων ἐν τῷ εἰς Καισάριον ἐπιταφείῳ. «Πείθομαι σοφῶν λόγοις, ὅτι ψυχὴ πᾶσα καλὴ τε καὶ θεοφιλὴς ἐπειδὸν τοῦ συνδεδεμένου σώματος ἐνθένδε ἀπαλλαγή... θαυμαοίαν τινὰ ἤδεται ἡδονὴν καὶ ἀγάλλεται καὶ ἵλεως χωρεῖ πρὸς τὸν ἑαυτῆς δεσπότην»· ποῦ δὲ εἶναι ὁ δεσπότης αὐτῆς, Φανερὸν ὅτι ἐν τῷ οὐρανῳ· λοιπὸν καὶ αὐτὴ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνέρχεται, καθὼς ὁ ἴδιος δεσπότης Χριστὸς ὑπεσχέθη λέγων ὅπου εἰμὶ ἐγὼ ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται (Ἰωάν, ιβ'. 26). (ὅπερ ἑρμηνεύων ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος λέγει· «ποῦ δὲ ὁ Χριστὸς ἐν οὐρανοῖς ὥστε ὁ διὰ τοῦ θανάτου αὐτῷ ἀκολουθών καὶ μὴ τῷ κόσμῳ τούτῳ προσηλωθείς ἐκεῖ ἔσται ἐν οὐρανοῖς»). Καὶ πάλιν «Πάτερ ους δέδωκάς μοι, θέλω, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ᾿ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν, ἣν δέδωκάς μοι» (Ἰωάν. ιζ'. 24) καὶ αὖθις καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἑμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ καὶ ὑμεῖς εἶσθε. (Ἰωάν. ιδ'. 3) Ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας Ἀθανάσιος προλαβὼν εἶπεν ὅτι αἱ ψυχαὶ τῶν δικαίων εὑρίσκονται τώρα ἔμπροσθεν τοῦ Οἴκου τοῦ Βασιλέως, ὅστις όμολογουμένως εἶναι ὁ οὐρανὸς Καὶ ὁ Νύσσης δὲ θεῖος Γρηγόριος εἰς τρεῖς τάξεις διαιρῶν τοὺς σωζομένους, εἰς τὴν τάξιν τῶν δούλων, τῶν μισθωτῶν καὶ τῶν υἱῶν, λέγει· ὅτι οὗτοι πάντες ἐν οὐρανῷ εἰσι καὶ οἱ μὲν δοῦλοι, δοξολογοῦσι τὸν Θεὸν ὁμοῦ μὲ τὴν τρίτην Ἱεραρχίαν τῶν ἀγγέλων, τοὺς ἀγγέλους δηλαδή, ἀρχαγγέλους καὶ ἀρχάς οἱ δὲ μισθωτοὶ μὲ τὰς ἐξουσίας, δυνάμεις, καὶ κυριότητας, οἱ δὲ υἱοὶ μὲ τὰ Σεραφείμ, Χερουβείμ, καὶ τοὺς θρόνους. Καὶ ὁ μέγας Ἀντώνιος, καὶ πολλοὶ ἄλλοι ὅσιοι, εἶδον ἐν ὁπτασίᾳ, ὅτι αἱ ψυχαὶ τῶν δικαίων ἀνήρχοντο εἰς τοὺς οὐρανούς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου