Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 15

Συνέχεια από Παρασκευή18. Σεπτεμβρίου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 15

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ


Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori

Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016

Κατηγορίες
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις
της Marina Bernardini

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

3. Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ


Η έννοια της ουσίας είναι μία από τις σημαντικότερες στο πλαίσιο της αριστοτελικής σκέψης, δεδομένου ότι, όπως υποστηρίζει ο ίδιος ο φιλόσοφος, το ίδιο το ον δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά μόνο σε σχέση με την ουσία. Η πεποίθηση αυτή προσδίδει στην έννοια έναν διάχυτο χαρακτήρα, καθώς απαντά ευρύτατα στα έργα του Σταγειρίτη. Από μια εξέταση που αποσκοπεί στην αναζήτηση των εμφανίσεων του όρου οὐσία, σε όλες τις μορφές του και τόσο με τη σημασία της υπόστασης όσο και με εκείνη της ουσίας, στο Corpus Aristotelicum, προκύπτει ότι το λήμμα απαντά 394 φορές στα Μεταφυσικά, 52 στα Πολιτικά, 48 στις Κατηγορίες και 47 στα Φυσικά· ακολουθούν το Περὶ Ψυχῆς και τα Ἀναλυτικὰ ὕστερα, με 28 εμφανίσεις το καθένα, και κατόπιν όλα τα υπόλοιπα έργα με μικρότερους αριθμούς.

Παρατηρείται εύκολα ότι η ουσία τυγχάνει ιδιαίτερης προσοχής στο πλαίσιο μιας μελέτης όπως τα Μεταφυσικά, η οποία έχει ως σκοπό να διερευνήσει το ον ως ον και τις «πρώτες αιτίες του όντος (ως όντος)»⁷⁷. Ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά επιτεύγματα του αριστοτελικού στοχασμού συνοψίζεται στη διατύπωση: «τὸ ὂν λέγεται πολλαχῶς». Στο πέμπτο βιβλίο των Μεταφυσικών ο Φιλόσοφος διακρίνει τέσσερις ομάδες σημασιών του όντος: το κατά συμβεβηκός ον, το καθ’ αὑτό ον —δηλαδή σύμφωνα με τα σχήματα των κατηγοριών—, το ον ως αληθές, με το οποίο συσχετίζεται το μη ον ως ψευδές, και το δυνάμει και ἐνεργείᾳ ον (Μεταφυσικά V, 1017a7–b8). Η δεύτερη ομάδα σημασιών, εκείνη του καθ’ αὑτό όντος, διαρθρώνεται με τη σειρά της σύμφωνα με τα σχήματα των κατηγοριών, τα οποία δηλώνουν τις πρώτες και θεμελιώδεις σημασίες του όντος. Το ον έχει πολλές σημασίες, όλες όμως αναφέρονται σε μία κοινή αρχή: την ουσία. «Η ενότητα που υπάρχει, κατά τον Αριστοτέλη, μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών, η οποία εμποδίζει τον όρο “ον” να είναι καθαρά ομώνυμος και, επομένως, εμποδίζει τα όντα να είναι εντελώς “ομώνυμα” —να έχουν δηλαδή κοινό μόνο το όνομα και τίποτε άλλο—, εξαρτάται από το γεγονός ότι μεταξύ των κατηγοριών υπάρχει μία, εκείνη της ουσίας ή της υπόστασης (ousia), η οποία λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για όλες τις άλλες. Όλες οι υπόλοιπες βρίσκονται σε σχέση με αυτήν, προφανώς καθεμία με διαφορετικό τρόπο».

Πρώτη μεταξύ όλων των κατηγοριών, η ουσία εμφανίζεται ως έννοια πρωταρχική και έσχατη, θεμελιώδης για την κατανόηση ολόκληρου του κατηγοριακού συστήματος. Στο πέμπτο κεφάλαιο των Κατηγοριών προσδιορίζεται, με την κυριότερη, πρώτη και πρωταρχική σημασία, ως εκείνο που ούτε λέγεται για κάποιο υποκείμενο («μήτε καθ’ ὑποκειμένου τινὸς λέγεται») ούτε βρίσκεται μέσα σε κάποιο υποκείμενο («μήτε ἐν ὑποκειμένῳ τινί ἐστιν») —αποτελεί δηλαδή την τέταρτη ομάδα όντων που παρουσιάζεται στις Κατηγορίες 2, 1b3–5—, αλλά λειτουργεί ως υποκείμενο όλων των άλλων πραγματικοτήτων. Η ουσία αποτελεί το υπόστρωμα τόσο της κατηγόρησης όσο και της ενύπαρξης. Εκείνο, λοιπόν, που δεν χρειάζεται να κατηγορηθεί για τίποτε άλλο —με την ευρεία έννοια, η οποία περιλαμβάνει τόσο το «λέγεσθαι καθ’ ὑποκειμένου» όσο και το «εἶναι ἐν ὑποκειμένῳ»— αποδεικνύεται ότι είναι κάτι καθορισμένο καθ’ εαυτό και ότι δεν οφείλει την ύπαρξή του σε κάτι άλλο. Η ουσία, με την κυριότερη σημασία της, διαμορφώνεται ως ένα έσχατο υπόστρωμα, το οποίο δεν μπορεί πλέον να κατηγορηθεί για κάτι άλλο, θεμελιώνεται στον εαυτό του και διαθέτει αυτονομία. Όλες οι άλλες πραγματικότητες αποκτούν νόημα μόνο στον βαθμό που είτε λέγονται για την πρώτη ουσία είτε βρίσκονται μέσα στην πρώτη ουσία:

Οι πρώτες ουσίες γι’ αυτόν τον λόγο λέγονται ουσίες κατά κύριο λόγο: επειδή λειτουργούν ως υποκείμενο όλων των άλλων πραγματικοτήτων και επειδή όλες οι άλλες πραγματικότητες είτε κατηγορούνται γι’ αυτές είτε βρίσκονται μέσα σε αυτές (Κατηγορίες 5, 2b15–17).

Εάν, λοιπόν, δεν υπήρχαν οι πρώτες ουσίες, θα ήταν αδύνατον να υπάρχουν και οι άλλες πραγματικότητες. Πράγματι, όλες οι άλλες πραγματικότητες είτε λέγονται γι’ αυτές ως υποκείμενα είτε βρίσκονται μέσα σε αυτές ως υποκείμενα (Κατηγορίες 5, 2b5–6).

Πρόκειται για μια έννοια που επαναλαμβάνεται σε πολλά σημεία των Κατηγοριών⁸¹ και επαναβεβαιώνεται, με παρόμοιους όρους, και στα βιβλία VII και XII των Μεταφυσικών⁸². Χωρίς το ισχυρό οντολογικό θεμέλιο των πρώτων ουσιών, ούτε οι άλλες κατηγορίες ούτε οι «δεύτερες» ουσίες θα μπορούσαν να υφίστανται, διότι αυτές αποτελούν, από δομική άποψη, προσδιορισμούς της πρώτης ουσίας. Με τον όρο «υποκείμενο» αποδίδεται η ελληνική λέξη ὑποκείμενον (hypokeimenon), μετοχή που προέρχεται από το ρήμα ὑπόκειμαι (hypokeimai), το οποίο σημαίνει κυριολεκτικά «κείμαι από κάτω», «βρίσκομαι από κάτω», αλλά και «παραμένω», «εξακολουθώ να υπάρχω» και, ακόμη, «είμαι θεμέλιο, βάση». Όλες αυτές οι σημασίες συνέκλιναν στους λατινικούς όρους subjectum —από το ρήμα subicere, σύνθετο από τα sub και iacere—⁸³, substratus —από το ρήμα substernere, σύνθετο από τα sub και sternere, «απλώνω από κάτω»— και substantia —από το substare, «στέκομαι από κάτω». Η ιταλική γλώσσα παρέλαβε την κληρονομιά αυτών των τριών λατινικών όρων, μετασχηματίζοντάς τους αντιστοίχως στις λέξεις soggetto, sostrato, sostanza: «υποκείμενο», «υπόστρωμα», «ουσία». Σε αυτές έχουν συγκλίνει ετυμολογικά οι σημασίες του «βρίσκομαι από κάτω, ως θεμέλιο», μολονότι οι αιώνες της φιλοσοφικής και επιστημονικής σκέψης συνέβαλαν στη μεταξύ τους διαφοροποίηση.

Ο όρος «υποκείμενο» βαρύνεται από τη συνειδησιοκρατική, ψυχολογική και ανθρωπολογική παρακαταθήκη που αναπτύχθηκε από τη νεότερη εποχή και έπειτα. Στο πλαίσιο, όμως, της αριστοτελικής φιλοσοφίας, η έννοια του υποκειμένου «διατάσσεται σύμφωνα με δύο τάξεις: τη λογική και την πραγματική. […] Το πλαίσιο μέσα στο οποίο διατυπώνεται η έννοια αφορά το σύστημα των κατηγορήσεων, θεωρούμενων τόσο υπό τη λογική μορφή της κρίσης όσο και υπό τη μορφή της πραγματικής υπαγωγής: της ενύπαρξης των προσδιορισμών στο ατομικό primum. Η κρίση εκφράζει και αναδεικνύει αυτή την υπαγωγή. Αφετηρία αποτελούν τα αντικείμενα, νοούμενα στην ατομική, συγκεκριμένη και αριθμήσιμη διάστασή τους: τα αντικείμενα εντάσσονται σε ένα σύστημα σχέσεων, οι οποίες εκφράζονται σύμφωνα με τρόπους σχετικής ή απόλυτης, συμβεβηκυίας ή ουσιώδους συνεπαγωγής. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός κατηγοριακού συστήματος και, επομένως, ενώπιον μιας θεωρίας της κρίσης: μιας λογικής δομής, της οποίας ο χαρακτήρας συνδέεται στενά με το πραγματικό δεδομένο, το οποίο το αριστοτελικό κείμενο ταυτίζει, στην κυριότερη διάστασή του, με το ατομικό ον ή με το απλό πράγμα».


Μολονότι η πρώτη ουσία παρουσιάζεται με τη χρήση διατυπώσεων που εκφράζουν και γλωσσικολογικές σχέσεις, όπως η σχέση του «λέγεσθαι για κάτι», στο οντολογικό επίπεδο δηλώνει τα συγκεκριμένα άτομα, τα οποία είναι παρόντα στο πεδίο των φαινομένων και υπάρχουν πραγματικά —για παράδειγμα, ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, ένα συγκεκριμένο άλογο— και τα οποία αποτελούν συγχρόνως τόσο την πραγματικότητα στην οποία αναφέρονται όλα τα άλλα πράγματα όσο και το υποκείμενο στο οποίο αναφέρεται κάθε λόγος: «δεδομένου ότι κάθε προσδιορισμός της γλώσσας εκφράζει έναν προσδιορισμό της πραγματικότητας ή, με άλλα λόγια, δεδομένου ότι κάθε προσδιορισμός της πραγματικότητας, διαφορετικός από την ατομική ουσία, μπορεί να αναχθεί σε κατηγόρημα της ατομικής ουσίας, τότε και ολόκληρη η πραγματικότητα εξαρτάται από την ατομική ουσία». Το έσχατο υποκείμενο της κατηγόρησης και το έσχατο υπόστρωμα της ενύπαρξης «ταυτίζονται στην ατομική ουσία, όπου το επίπεδο των ουσιών και το επίπεδο των υπάρξεων συμπίπτουν». Η πρώτη ουσία είναι εκείνη που διαθέτει συγχρόνως λογική και οντολογική προτεραιότητα⁸⁷.

Στην ουσία που ονομάζεται πρώτη προστίθεται μια δεύτερη σημασία της ουσίας, η οποία λαμβάνει ακριβώς την ονομασία «δεύτερη ουσία» και της οποίας η έννοια παράγεται από την πρώτη. Δεύτερες ουσίες (δεύτεραι οὐσίαι) είναι, κατά τον Αριστοτέλη, τα είδη και τα γένη αυτών των ειδών. Αυτά ταυτίζονται με την πρώτη ομάδα της ταξινόμησης των όντων, δηλαδή με τα όντα που λέγονται για κάποιο υποκείμενο, αλλά δεν βρίσκονται μέσα σε κανένα υποκείμενο (Κατηγορίες 2, 1a20–1b5): πράγματι, το είδος λέγεται για το άτομο, ενώ το γένος λέγεται τόσο για το είδος όσο και για το άτομο. Επομένως, οι πρώτες ουσίες δεν λέγονται για κάποιο υποκείμενο και δεν βρίσκονται μέσα σε κανένα υποκείμενο· οι δεύτερες ουσίες, όπως και οι πρώτες, δεν βρίσκονται μέσα σε κάποιο υποκείμενο, διαφοροποιούνται όμως από αυτές ως προς το ότι λέγονται για κάποιο υποκείμενο. Στο σημείο αυτό μπορούν να εντοπιστούν, σε διαφορετικά επίπεδα, τρία είδη ασυμμετρίας:

Σε ένα πρώτο επίπεδο, η κατηγορία της ουσίας διαθέτει ένα είδος προτεραιότητας έναντι των άλλων εννέα κατηγοριών, διότι είναι η μόνη που δηλώνει κάτι καθορισμένο καθ’ εαυτό, ενώ όλοι οι προσδιορισμοί που υπάγονται σε καθεμία από τις άλλες κατηγορίες, για να υφίστανται, έχουν αναγκαστικά ανάγκη από αυτήν ως υποκείμενο της κατηγόρησης και ως υπόστρωμα της ενύπαρξης.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, στο εσωτερικό της ίδιας της κατηγορίας της ουσίας, οι πρώτες και οι δεύτερες ουσίες διακρίνονται ιεραρχικά.
Σε ένα περαιτέρω επίπεδο, μεταξύ των δεύτερων ουσιών αναδεικνύεται μια «προτεραιότητα» του είδους έναντι του γένους, για δύο κατηγορίες λόγων. Το είδος είναι περισσότερο ουσία από το γένος:
α) Από την άποψη της έννοιας και του ορισμού, πράγμα που μπορεί να εξηγηθεί με όρους περιεχομένου και έκτασης. Το είδος έχει πλούσιο περιεχόμενο αλλά περιορισμένη έκταση —η έννοια του ανθρώπου, για παράδειγμα, περιλαμβάνει πολλούς προσδιορισμούς, οι οποίοι όμως μπορούν να αποδοθούν μόνο στους ανθρώπους—· αντιθέτως, το γένος έχει μεγάλη έκταση αλλά περιορισμένο περιεχόμενο —η έννοια του έμβιου όντος μπορεί να αποδοθεί σε πολλά όντα, μεταξύ των οποίων και ο άνθρωπος, και γι’ αυτό είναι περισσότερο «κοινή», δηλαδή μπορεί να αποδοθεί σε μεγαλύτερο αριθμό ατόμων, αλλά περιλαμβάνει λίγους προσδιορισμούς. Όσο μεγαλύτερο είναι το περιεχόμενο, τόσο μικρότερη είναι η έκταση, και αντιστρόφως.
β) Από την άποψη της κατηγόρησης: όπως οι πρώτες ουσίες λειτουργούν ως υποκείμενο όλων των άλλων πραγμάτων —είτε αυτά είναι στοιχεία άλλων κατηγοριών είτε δεύτερες ουσίες—, έτσι και το είδος λειτουργεί ως υπόστρωμα του γένους. Μεταξύ, επομένως, των δεύτερων ουσιών, το είδος επιτελεί έναντι του γένους την ίδια λειτουργία που επιτελεί η πρώτη ουσία έναντι των δεύτερων ουσιών γενικά, δηλαδή τη λειτουργία του θεμελίου (Κατηγορίες 5, 2b7–22).


Οι παρατηρήσεις αυτές, μολονότι εκτίθενται συνοπτικά, επαρκούν για να καταδείξουν ότι η έννοια της ουσίας παρουσιάζεται ως εξαιρετικά σύνθετη, τόσο στο ίδιο το κείμενο των Κατηγοριών όσο και σε σχέση με έργα που βρίσκονται ακόμη και εκτός του Οργάνου. Πράγματι, στα διάφορα συγγράμματα παρέχονται διαφορετικές αναλύσεις της έννοιας αυτής, σύμφωνα με ποικίλα επίπεδα και διαφορετικές οπτικές γωνίες, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν σχεδόν έως την αντίφαση μεταξύ των επιμέρους σχημάτων. Έχει ήδη αναφερθεί, πράγματι, ότι ακριβώς εξαιτίας της αντίθεσης μεταξύ της διδασκαλίας περί ουσίας που παρουσιάζεται στις Κατηγορίες και εκείνης που παρουσιάζεται στα Μεταφυσικά, το πρώτο από τα δύο έργα θεωρήθηκε νόθο⁸⁸.

Μια οδός συμφιλίωσης, χωρίς να είναι αναγκαία η προσφυγή στην εξελικτική εξήγηση, συνίσταται στην προσεκτική διάκριση των διαφορετικών πραγματεύσεων, έχοντας «κατά νου ότι το επίθετο “πρώτος” έχει πάντοτε σχετική σημασία, δηλώνει δηλαδή το πρώτο στοιχείο μιας σειράς· επομένως, όταν μεταβάλλεται η εξεταζόμενη σειρά, μεταβάλλεται και η σημασία εκείνου που είναι πρώτο». Γι’ αυτό, στις Κατηγορίες, όπου εξετάζονται τα κατηγορήματα και οι μορφές της κατηγόρησης, ονομάζονται «πρώτες» οι ουσίες που δεν μπορούν περαιτέρω να κατηγορηθούν για κάτι άλλο, δηλαδή τα συγκεκριμένα άτομα, τα οποία ούτε λέγονται για κάποιο υποκείμενο ούτε βρίσκονται μέσα σε κάποιο υποκείμενο. Αντιθέτως, στα Μεταφυσικά, «πρώτη ουσία» είναι, αφενός, η μορφή, η οποία είναι πρώτη σε σχέση με την ύλη και με το ίδιο το σύνθετο, επειδή αποτελεί την αιτία που τα προσδιορίζει, και, αφετέρου, η χωρισμένη από την ύλη μορφή, η οποία είναι ακίνητη, αιώνια και θεία. Εάν οι δύο διδασκαλίες αναγνωσθούν ως δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες επί της πραγματικότητας, η αντίφαση εξαλείφεται, διότι διαφορετικός είναι κάθε φορά ο λόγος βάσει του οποίου κάτι θεωρείται «πρώτη ουσία».

Η συμφιλίωση αυτή συνδέεται με τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσαν ήδη οι αρχαίοι για να εξηγήσουν τη φαινομενική αντίφαση μεταξύ των δύο αριστοτελικών κειμένων. Από τη μία πλευρά, πρόκειται για ένα επιχείρημα οντολογικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το οποίο —με τη βοήθεια μιας διάκρισης που εξηγείται ρητά από τον Αριστοτέλη— η ουσία για την οποία γίνεται λόγος στις Κατηγορίες είναι «πρώτη» σε σχέση με εμάς, ενώ η ουσία στην οποία γίνεται αναφορά στο ενδέκατο βιβλίο των Μεταφυσικών είναι «πρώτη» κατά φύσιν. Από την άλλη πλευρά, πρόκειται για ένα επιχείρημα μεθοδολογικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το οποίο τα δύο συγγράμματα κατέχουν εντελώς διαφορετικές θέσεις στο πλαίσιο της αριστοτελικής διδασκαλίας: η διάρθρωσή τους και η έρευνα που διεξάγεται σε αυτά είναι διαφορετικές· επομένως, δεν είναι παράλογο να παρουσιάζουν διδασκαλίες που δεν συμπίπτουν.

Το θεωρητικό και ερμηνευτικό σχήμα της πολυεστιακής προσέγγισης (multifocal approach), το οποίο θα εξετάσουμε στην επόμενη παράγραφο, επικεντρώνοντας την προσοχή στον ρόλο που διαδραματίζει στο εσωτερικό των Κατηγοριών, κατορθώνει στη συγκεκριμένη περίπτωση να επιλύσει ένα ερμηνευτικό πρόβλημα σχετικό με μια θεμελιώδη έννοια της αριστοτελικής σκέψης, στηριζόμενο στη διαφορετική κλίση της προοπτικής εντός της οποίας τοποθετείται κάθε φορά ο Φιλόσοφος.


4. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΩΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΕΣΤΙΑΚΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ (MULTIFOCAL APPROACH)


Σημειώσεις:


⁷⁴ Πρβλ. Μεταφυσικά VII, 1028b2–7.

⁷⁵ Τα δεδομένα προέρχονται από έρευνα που πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια του R. Radice – R. Bombacigno, Aristoteles. Con CD-ROM (Lexicon 3), Biblia, Milano 2005.

⁷⁶ Πρβλ. Μεταφυσικά IV, 1003a20.

⁷⁷ Πρβλ. Μεταφυσικά IV, 1003a31–32.

⁷⁸ Πρβλ. Φυσικά I, 185a21· Φυσικά I, 186a24–25· Μεταφυσικά VI, 1026a33–b2· Μεταφυσικά VII, 1028a10–11.

⁷⁹ E. Berti, In principio era la meraviglia. Le grandi questioni della filosofia antica, Laterza, Roma 2008, σ. 62· πρβλ. επίσης E. Berti, «L’essere e le sue regioni da Parmenide ad Aristotele», στο M. Barbanti – G. Giardina – P. Manganaro (επιμ.), ΕΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑ. Unione e amicizia. Omaggio a Francesco Romano, CUECM, σσ. 25–41, ιδίως σ. 39.

⁸⁰ Πρβλ. E. Napoli, «Significato e ontologia», στο C. Bianchi – A. Bottani (επιμ.), Significato e ontologia, FrancoAngeli, Milano 2003, σσ. 145–160, σ. 147: «Η διαφορά μεταξύ των ατόμων και των γνωρισμάτων συνίσταται, για να το πούμε με τον Αριστοτέλη, στο γεγονός ότι ένα άτομο, σε αντίθεση με ένα καθόλου, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για τίποτε. Τα άτομα είναι όντα που δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κατηγορήματα, ενώ οι ιδιότητες και οι σχέσεις είναι όντα που μπορούν να λειτουργήσουν ως κατηγορήματα. Επειδή ένα ον που μπορεί να λειτουργήσει ως κατηγόρημα μπορεί με τη σειρά του να αποτελέσει όρο κατηγόρησης, οι όροι δεν μπορούν να ταυτιστούν με τα άτομα και όσα μπορούν να λειτουργήσουν ως κατηγορήματα δεν μπορούν να ταυτιστούν με τα κατηγορήματα».

⁸¹ Κατηγορίες 5, 2b34–35· Κατηγορίες 5, 2b3–5· Κατηγορίες 5, 2b37–3a1.

⁸² Πρβλ. Μεταφυσικά VII, 1028b36–37· VII, 1029a7–9· V, 1017b13–14.

⁸³ «Στην έννοια του sub-iectum αντηχεί ακόμη η ελληνική ουσία του Είναι, το ὑποκεῖσθαι του ὑποκειμένου» (M. Heidegger, Holzwege, Klostermann, Frankfurt am Main 1950· ιταλ. μτφρ. «L’epoca dell’immagine del mondo», στο Sentieri interrotti, La Nuova Italia, Firenze 1984²⁴, σ. 92, σημ. 8).

⁸⁴ S. Natoli, Soggetto e fondamento. Il sapere dell’origine e la scientificità della filosofia, Feltrinelli, Milano 2010, σ. 73.

⁸⁵ F. Guadalupe Masi, «Sostanza prima e sostanze seconde», στο Bonelli – Guadalupe Masi (επιμ.), Studi sulle Categorie di Aristotele, σσ. 95–112, σ. 103.

⁸⁶ D. Pesce, Aristotele, Le categorie, εισαγωγή και σχολιασμός D. Pesce, Liviana, Padova 1966, σ. 8.

⁸⁷ Πρβλ. E. Berti, «Priorità logica e priorità ontologica fra i generi di sostanza in Aristotele», στο E. Berti, Studi aristotelici, L.U. Japadre editore, L’Aquila 1975, σσ. 261–273, σ. 261, σημ. 3: «Με τον όρο “οντολογική προτεραιότητα” (φύσει ή οὐσίᾳ) εννοώ τη δυνατότητα ορισμένων πραγμάτων να υπάρχουν ανεξάρτητα από άλλα, ενώ τα άλλα αυτά πράγματα δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς εκείνα […]· με τον όρο “λογική προτεραιότητα” (λόγῳ) εννοώ το γεγονός ότι η έννοια ορισμένων πραγμάτων περιέχεται αναγκαστικά στην έννοια ή στον ορισμό άλλων, ενώ η έννοια αυτών των άλλων δεν περιέχεται στον ορισμό των πρώτων». Για τη διάκριση αυτή βλ. επίσης G.E.L. Owen, «Logic and Metaphysics in Some Earlier Works of Aristotle», στο I. Düring – G.E.L. Owen (επιμ.), Aristotle and Plato in the Mid-Fourth Century, Elanders Boktryckeri Aktiebolag, Göteborg 1960, σσ. 170–172.

⁸⁸ Πρβλ. ανωτέρω, στην παράγραφο «Το ζήτημα της γνησιότητας», σσ. 13–22.

⁸⁹ E. Berti, «Il concetto di “sostanza prima” nel libro Z della Metafisica», Rivista di Filosofia 80, αρ. 1 (1989), σσ. 3–23, σ. 7.

⁹⁰ Πρβλ. Μεταφυσικά V 11, 1018b30–37.

Δεν υπάρχουν σχόλια: