Περί των οκτώ λογισμών της πονηρίας
De Octo Vitiosis Cogitationibus
Greek text from Migne PG, Vol. 40, Col. 1271
Ευάγριος Ποντικός
https://earlychurchtexts.com/main/evagriusponticus/eight_logismoi.shtml
Αʹ. Ὀκτώ εἰσι πάντες οἱ γενικώτατοι λογισμοὶ , ἐν οἷς περιέχεται πᾶς λογισμός. Πρῶτος ὁ τῆς γαστριμαργίας, καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ τῆς πορνείας· τρίτος ὁ τῆς φιλαργυρίας· τέταρτος ὁ τῆς λύπης· πέμπτος ὁ τῆς ὀργῆς· ἕκτος ὁ τῆς ἀκηδίας· ἕβδομος ὁ τῆς κενοδοξίας· ὄγδοος ὁ τῆς ὑπερηφανίας. Τούτους πάντας παρενοχλεῖν μὲν τῇ ψυχῇ ἢ μὴ παρενοχλεῖν, τῶν οὐκ ἐφ’ ἡμῖν ἐστι· τὸ δὲ χρονίζειν αὐτοὺς, ἢ μὴ χρονίζειν, ἢ πάθη κινεῖν, ἢ μὴ κινεῖν, τῶν ἐφ’ ἡμῖν ἐστιν.
Βʹ. Ὁ μὲν τῆς γαστριμαργίας λογισμὸς ἔκπτωσιν ταχεῖαν τῷ μοναχῷ τῆς ἀσκήσεως ὑποβάλλει· στόμαχον, ἢ ἧπαρ, καὶ σπλῆνα, καὶ ὕδρωπα διαγράφων, καὶ νόσον μακράν, καὶ σπάνιν τῶν ἐπιτηδείων, καὶ ἰατρῶν ἀπορίαν. Φέρει δὲ αὐτοὺς πολλάκις καὶ εἰς μνήμην ἀδελφῶν τινων, τούτοις περιπεσόντων τοῖς πάθεσιν. Ἔστι δὲ ὅτε καὶ αὐτοὺς ἐκείνους τοὺς πεπονθότας παραβάλλειν ἀναπείθει τοῖς ἐγκρατευομένοις, καὶ τὰς ἑαυτῶν ἐκδιηγεῖσθαι συμφοράς, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοιοῦτοι γεγόνασιν.
Γʹ. Ὁ τῆς πορνείας δαίμων, σωμάτων καταναγκάζει διαφόρων ἐπιθυμεῖν, καὶ σφοδρότερος τοῖς ἐγκρατευομένοις ἐφίσταται, ἵν’ ὡς μηδὲν ἀνύοντες παύσωνται· καὶ τὴν ψυχὴν μιαίνων, περὶ ἐκείνας κατακάμπτει τὰς ἐργασίας, λέγειν τε αὐτήν τινα ῥήματα, καὶ πάλιν ἀκούειν ποιεῖ, ὡς ὁρωμένου δῆθεν καὶ παρόντος τοῦ πράγματος.
Δʹ. Ἡ φιλαργυρία, γῆρας μακρὸν ὑποβάλλει, καὶ πρὸς ἐργασίαν ἀδυναμίαν χειρῶν, λιμούς τε ἐσομένους, καὶ νόσους συμβησομένας, καὶ τὰ τῆς πενίας πικρά, καὶ ὡς ἐπονείδιστον τὸ παρ’ ἑτέρων λαμβάνειν τὰ πρὸς τὴν χρείαν.
De Octo Vitiosis Cogitationibus
Greek text from Migne PG, Vol. 40, Col. 1271
Ευάγριος Ποντικός
https://earlychurchtexts.com/main/evagriusponticus/eight_logismoi.shtml
Αʹ. Ὀκτώ εἰσι πάντες οἱ γενικώτατοι λογισμοὶ , ἐν οἷς περιέχεται πᾶς λογισμός. Πρῶτος ὁ τῆς γαστριμαργίας, καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ τῆς πορνείας· τρίτος ὁ τῆς φιλαργυρίας· τέταρτος ὁ τῆς λύπης· πέμπτος ὁ τῆς ὀργῆς· ἕκτος ὁ τῆς ἀκηδίας· ἕβδομος ὁ τῆς κενοδοξίας· ὄγδοος ὁ τῆς ὑπερηφανίας. Τούτους πάντας παρενοχλεῖν μὲν τῇ ψυχῇ ἢ μὴ παρενοχλεῖν, τῶν οὐκ ἐφ’ ἡμῖν ἐστι· τὸ δὲ χρονίζειν αὐτοὺς, ἢ μὴ χρονίζειν, ἢ πάθη κινεῖν, ἢ μὴ κινεῖν, τῶν ἐφ’ ἡμῖν ἐστιν.
Βʹ. Ὁ μὲν τῆς γαστριμαργίας λογισμὸς ἔκπτωσιν ταχεῖαν τῷ μοναχῷ τῆς ἀσκήσεως ὑποβάλλει· στόμαχον, ἢ ἧπαρ, καὶ σπλῆνα, καὶ ὕδρωπα διαγράφων, καὶ νόσον μακράν, καὶ σπάνιν τῶν ἐπιτηδείων, καὶ ἰατρῶν ἀπορίαν. Φέρει δὲ αὐτοὺς πολλάκις καὶ εἰς μνήμην ἀδελφῶν τινων, τούτοις περιπεσόντων τοῖς πάθεσιν. Ἔστι δὲ ὅτε καὶ αὐτοὺς ἐκείνους τοὺς πεπονθότας παραβάλλειν ἀναπείθει τοῖς ἐγκρατευομένοις, καὶ τὰς ἑαυτῶν ἐκδιηγεῖσθαι συμφοράς, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοιοῦτοι γεγόνασιν.
Γʹ. Ὁ τῆς πορνείας δαίμων, σωμάτων καταναγκάζει διαφόρων ἐπιθυμεῖν, καὶ σφοδρότερος τοῖς ἐγκρατευομένοις ἐφίσταται, ἵν’ ὡς μηδὲν ἀνύοντες παύσωνται· καὶ τὴν ψυχὴν μιαίνων, περὶ ἐκείνας κατακάμπτει τὰς ἐργασίας, λέγειν τε αὐτήν τινα ῥήματα, καὶ πάλιν ἀκούειν ποιεῖ, ὡς ὁρωμένου δῆθεν καὶ παρόντος τοῦ πράγματος.
Δʹ. Ἡ φιλαργυρία, γῆρας μακρὸν ὑποβάλλει, καὶ πρὸς ἐργασίαν ἀδυναμίαν χειρῶν, λιμούς τε ἐσομένους, καὶ νόσους συμβησομένας, καὶ τὰ τῆς πενίας πικρά, καὶ ὡς ἐπονείδιστον τὸ παρ’ ἑτέρων λαμβάνειν τὰ πρὸς τὴν χρείαν.
Εʹ. Ἡ λύπη ποτὲ μὲν ἐπισυμβαίνει κατὰ στέρησιν τῶν ἐπιθυμιῶν, ποτὲ δὲ καὶ παρέπεται τῇ ὀργῇ. Κατὰ στέρησιν οῦν τῶν ἐπιθυμιῶν οὕτως ἐπισυμβαίνει· Λογισμοί τινες προλαβόντες εἰς μνήμην ἄγουσι τὴν ψυχὴν οἴκου τε καὶ γονέων καὶ τῆς προτέρας διαγωγῆς. Καὶ ὅταν αὐτὴν μὴ ἀνθισταμένην, ἀλλ’ ἐπακολουθεῖσαν θεάσωνται καὶ διαχεομένην ἐν ταῖς κατὰ διάνοιαν ἡδοναῖς, τότε λαμβάνοντες αὐτὴν, ἐν τῇ λύπῃ βαπτίζουσιν, καὶ οὐχ ὑπαρχόντων τῶν προτέρων πραγμάτων, οὐδὲ δυναμένων λοιπὸν διὰ τὸν παρόντα βίον ὑπάρξαι· καὶ ἡ ταλαίπωρος ψυχή, ὅσον διεχύθη ἐπὶ τοῖς προτέροις λογισμοῖς, τοσοῦτον ἐπὶ τοῖς δευτέροις συνεστάλη ταπεινωθεῖσα.
ςʹ. Ἡ ὀργὴ πάθος ἐστὶν ὀξύτατον· Θυμοῦ γὰρ λέγεται ζέσις καὶ κίνησις κατὰ ἠδικηκότος ἢ δοκοῦντος ἠδικηκέναι· Ἥτις πανημέριον μὲν ἐξαγριοῖ τὴν ψυχὴν, μάλιστα δὲ ἐν ταῖς προσευχαῖς συναρπάζει τὸν νοῦν, τὸ τοῦ λελυπηκότος πρόσωπον ἐπισείουσα. Ἔστι δὲ ὅτε καὶ χρονίζουσα, καὶ μεταβαλλομένη εἰς μῆνιν, ταραχὰς νύκτωρ παρέχει, τῆξίν τε τοῦ σώματος καὶ ὠχρότητα, καὶ θηρίων ἰοβόλων ἐπιδρομάς. Ταῦτα δὲ τὰ τέσσαρα, τὰ μετὰ τὴν μῆνιν συμβαίνοντα, εὑροίη ἄν τις παρακολουθοῦντα πλείοσι λογισμοῖς.
Ζʹ. Ὁ τῆς ἀκηδίας δαίμων, ὃς καὶ μεσημβρινὸς καλεῖται, πάντων τῶν δαιμόνων ἐστὶ βαρύτερος· καὶ ἐφίσταται μὲν τῷ μοναχῷ περὶ ὥραν τετάρτην, κυκλοῖ δὲ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ μέχρις ὥρας ὀγδόης. Καὶ πρῶτον μὲν τὸν ἥλιον καθορᾶσθαι ποιεῖ δυσκίνητον ἢ ἀκίνητον, πεντηκοντάωρον τὴν ἡμέραν δεικνύς. Ἔπειτα δὲ συνεχῶς ἀφορᾷν πρὸς τὰς θυρίδας, καὶ τῆς κέλλης ἐκπηδᾷν ἐκβιάζεται, τῷ τε ἡλίῳ ἐνατενίζειν, πόσον τῆς ἐννάτης ἀφέστηκε, καὶ περιβλέπεσθαι τῇδε κἀκεῖσε, μή τις τῶν ἀδελφῶν. . . Ἔτι δὲ μῖσος πρὸς τὸν τόπον, ἐκβάλλει καὶ πρὸς τὸν βίον αὐτόν, καὶ πρὸς τὸ ἔργον τὸ τῶν χειρῶν· καὶ ὅτι ἐκλέλοιπε παρὰ τοῖς ἀδελφοῖς ἡ ἀγάπη, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν. Εἰ δὲ καί τις κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας εἴη λυπήσας τὸν μοναχόν, καὶ τοῦτο εἰς αὔξησιν τοῦ μίσους ὁ δαίμων προστίθησιν. Ἄγει δὲ αὐτὸν καὶ εἰς ἐπιθυμίαν τόπων ἑτέρων, ἐν οἷς ῥᾳδίως τὰ πρὸς τὴν χρείαν ἔστιν εὑρεῖν, καὶ τέχνην μετελθεῖν εὐκοπωτέραν μᾶλλον καὶ προχωροῦσαν. Καὶ ὡς οὐκ ἔστιν ἐν τόπῳ τὸ εὐαρεστεῖν τῷ Κυρίῳ προστίθησιν. Πανταχοῦ γάρ, φησί, τὸ θεῖον προσκυνητόν. Συνάπτει δὲ τούτοις καὶ μνήμην τῶν οἰκείων καὶ τῆς προτέρας διαγωγῆς· χρόνον τῆς ζωῆς ὑπογράφει μακρόν, τοὺς τῆς ἀσκήσεως πόνους φέρων πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ πᾶσαν, τὸ δὴ λεγόμενον, κινεῖ μηχανὴν, ἵνα καταλελοιπὼς ὁ μοναχὸς τὴν κέλλαν, φύγῃ τὸ στάδιον. Τούτῳ τῷ δαίμονι ἄλλος μὲν εὐθὺς δαίμων οὐχ ἕπεται· ἐρημικὴ δέ τις κατάστασις, καὶ χαρὰ ἀνεκλάλητος μετὰ τὸν ἀγῶνα τὴν ψυχὴν διαδέχεται.
Ηʹ. Ὁ τῆς κενοδοξίας λογισμὸς, λεπτότατός τίς ἐστι καὶ παρυφίσταται τοῖς κατορθοῦσι ῥᾳδίως, δημοσιεύειν αὐτῶν τοὺς ἀγῶνας βουλόμενος, καὶ τὰς παρὰ τῶν ἀνθρώπων δόξας θηρώμενος, δαίμονάς τε κράζοντας ἀναπλάττων, καὶ θεραπευόμενα γύναια, καὶ ὄχλον τινὰ τῶν ἱματίων ἐφαπτόμενον· μαντεύεται δὲ αὐτῷ καὶ ἱερωσύνην λοιπὸν, καὶ τοὺς ζητοῦντας αὐτὸν ταῖς θύραις ἐφίστησι· καὶ ὃς εἰ μὴ βούλοιτο, δέσμιος ἀπαχθήσεται· καὶ οὕτως αὐτὸν μετέωρον ταῖς κεναῖς ἐλπίσι ποιήσας, ἀφίσταται καταλιπὼν, ἢ τῷ τῆς ὑπερηφανίας δαίμονι πειράζειν αὐτὸν, ἢ τῷ τῆς λύπης· ὅστις ἐπάγει καὶ λογισμοὺς αὐτῷ, ταῖς ἐλπίσιν ἐναντιουμένους. Ἔστι δὲ ὅτε καὶ τῷ τῆς πορνείας δαίμονι παραδίδωσι τὸν πρὸ ὀλίγου αἰδέσιμον καὶ ἅγιον ἱερέα.
Θʹ. Ὁ τῆς ὑπερηφανίας δαίμων, χαλεπωτάτης πτώσεως τῇ ψυχῇ πρόξενος γίνεται· Ἀναπείθει γὰρ αὐτὴν, Θεὸν μὲν μὴ ὁμολογεῖν βοηθόν, ἑαυτὴν δὲ τὴν κατορθουμένον εἶναι καὶ νομίζειν, καὶ φυσιοῦσθαι κατὰ τῶν ἀδελφῶν ὡς ἀνοήτων, διότι μὴ τοῦτο περὶ αὐτῆς πάντες ἐπίστανται. Παρακολουθεῖ δὲ ταύτῃ ὀργὴ καὶ λύπη, καὶ τὸ τελευταῖον κακὸν, ἔκστασις φρενῶν, καὶ μανία, καὶ δαιμόνων ἐν τῷ ἀέρι πλῆθος ὁρώμενον.
Μετάφραση
Αʹ. Οκτώ είναι συνολικά οι πιο γενικοί λογισμοί, στους οποίους περιλαμβάνεται κάθε λογισμός. Πρώτος είναι ο λογισμός της γαστριμαργίας και ύστερα από αυτόν της πορνείας· τρίτος της φιλαργυρίας, τέταρτος της λύπης, πέμπτος της οργής, έκτος της ακηδίας, έβδομος της κενοδοξίας και όγδοος της υπερηφάνειας. Το αν αυτοί οι λογισμοί θα ενοχλήσουν την ψυχή ή όχι δεν εξαρτάται από εμάς. Από εμάς όμως εξαρτάται αν θα παραμείνουν ή όχι, και αν θα κινήσουν πάθη ή όχι.
Βʹ. Ο λογισμός της γαστριμαργίας υποβάλλει στον μοναχό τη σκέψη να εγκαταλείψει γρήγορα την άσκηση. Του παρουσιάζει αρρώστιες του στομάχου, του συκωτιού και της σπλήνας, υδρωπικία, μακρόχρονη ασθένεια, έλλειψη των αναγκαίων και δυσκολία να βρει γιατρούς. Συχνά του φέρνει στη μνήμη και αδελφούς που έπαθαν τέτοιες αρρώστιες. Κάποτε μάλιστα παρακινεί εκείνους που τις έπαθαν να επισκεφθούν όσους ασκούνται στην εγκράτεια και να τους διηγηθούν τις συμφορές τους, λέγοντας πως έφτασαν σε αυτή την κατάσταση εξαιτίας της άσκησης.
Γʹ. Ο δαίμονας της πορνείας αναγκάζει τον άνθρωπο να επιθυμεί διάφορα σώματα. Επιτίθεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα σε όσους εγκρατεύονται, ώστε να πάψουν να αγωνίζονται, νομίζοντας πως δεν κατορθώνουν τίποτε. Μολύνοντας την ψυχή, την παρασύρει σε τέτοιες πράξεις και την κάνει να λέει ορισμένα λόγια και να τα ακούει πάλι, σαν να έβλεπε μπροστά της αυτό που φαντάζεται και σαν αυτό να ήταν παρόν.
Δʹ. Η φιλαργυρία υποβάλλει τη σκέψη ότι τα γηρατειά θα διαρκέσουν πολύ, ότι τα χέρια θα αδυνατούν να εργαστούν, ότι θα έρθουν πείνες και αρρώστιες, ότι η φτώχεια είναι πικρή και ότι είναι ντροπή να παίρνει κανείς από άλλους όσα χρειάζεται.
Εʹ. Η λύπη εμφανίζεται άλλοτε όταν δεν εκπληρώνονται οι επιθυμίες και άλλοτε ως επακόλουθο της οργής. Όταν προέρχεται από τη στέρηση όσων επιθυμεί κανείς, συμβαίνει ως εξής: κάποιοι λογισμοί έρχονται πρώτα και θυμίζουν στην ψυχή το σπίτι, τους γονείς και τον προηγούμενο τρόπο ζωής της. Όταν τη δουν να μην αντιστέκεται, αλλά να τους ακολουθεί και να παρασύρεται από τις νοερές απολαύσεις, την κυριεύουν και τη βυθίζουν στη λύπη, επειδή τα παλιά εκείνα πράγματα δεν υπάρχουν πια γι’ αυτήν ούτε μπορούν, με τον τωρινό τρόπο ζωής της, να υπάρξουν ξανά. Και η ταλαίπωρη ψυχή, όσο αφέθηκε να παρασυρθεί από τους πρώτους λογισμούς, τόσο συνθλίβεται και ταπεινώνεται από τους δεύτερους.
Ϛʹ. Η οργή είναι πάθος πολύ οξύ. Είναι, όπως λέγεται, το ξέσπασμα και η κίνηση του θυμού εναντίον εκείνου που μας αδίκησε ή που νομίζουμε ότι μας αδίκησε. Όλη την ημέρα αγριεύει την ψυχή· προπάντων όμως την ώρα της προσευχής αρπάζει τον νου, φέρνοντάς του μπροστά το πρόσωπο εκείνου που τον λύπησε. Κάποτε, όταν διαρκεί και μετατρέπεται σε μνησικακία, προκαλεί νυχτερινές ταραχές, εξάντληση και ωχρότητα του σώματος, καθώς και οράματα επιθέσεων από δηλητηριώδη θηρία. Αυτά τα τέσσερα που ακολουθούν τη μνησικακία μπορεί κανείς να τα συναντήσει και μαζί με πολλούς άλλους λογισμούς.
Ζʹ. Ο δαίμονας της ακηδίας, που ονομάζεται και «μεσημβρινός», είναι ο βαρύτερος από όλους τους δαίμονες. Επιτίθεται στον μοναχό γύρω στην τέταρτη ώρα και περικυκλώνει την ψυχή του μέχρι την όγδοη. Πρώτα τον κάνει να βλέπει τον ήλιο να κινείται αργά ή να μένει ακίνητος, σαν να διαρκεί η ημέρα πενήντα ώρες. Έπειτα τον σπρώχνει να κοιτάζει συνεχώς προς τα παράθυρα και να πετάγεται έξω από το κελί, να παρατηρεί τον ήλιο για να δει πόσο απέχει ακόμη η ένατη ώρα και να κοιτάζει εδώ κι εκεί μήπως φανεί κάποιος από τους αδελφούς…
Ακόμη, του γεννά αποστροφή για τον τόπο, για τον ίδιο του τον τρόπο ζωής και για το εργόχειρό του. Του υποβάλλει τη σκέψη ότι χάθηκε η αγάπη ανάμεσα στους αδελφούς και ότι δεν υπάρχει κανείς να τον παρηγορήσει. Αν μάλιστα κάποιος τον λύπησε εκείνες τις ημέρες, ο δαίμονας προσθέτει και αυτό για να δυναμώσει την αποστροφή του. Τον κάνει επίσης να επιθυμεί άλλους τόπους, όπου θα μπορεί να βρίσκει εύκολα τα αναγκαία και να ασκεί ένα ευκολότερο και πιο αποδοτικό επάγγελμα. Προσθέτει ότι η ευαρέστηση του Κυρίου δεν εξαρτάται από τον τόπο: «Ο Θεός», του λέει, «μπορεί να λατρεύεται παντού».
Μαζί με αυτά του φέρνει στη μνήμη τους δικούς του ανθρώπους και την προηγούμενη ζωή του. Του παρουσιάζει τη ζωή του να απλώνεται για πολλά ακόμη χρόνια και βάζει μπροστά στα μάτια του τους κόπους της άσκησης. Κινεί, όπως λέμε, κάθε μέσο για να εγκαταλείψει ο μοναχός το κελί του και να φύγει από τον αγώνα. Ύστερα από αυτόν τον δαίμονα δεν ακολουθεί αμέσως άλλος· μετά τον αγώνα, μια κατάσταση ερημιάς και ανείπωτη χαρά διαδέχονται τον αγώνα της ψυχής.
Ηʹ. Ο λογισμός της κενοδοξίας είναι πολύ λεπτός και τρυπώνει εύκολα σε όσους έχουν επιτυχίες στον αγώνα τους. Θέλει να δημοσιοποιούν τους κόπους τους και να κυνηγούν τη δόξα των ανθρώπων. Τους βάζει να φαντάζονται δαίμονες να κραυγάζουν, γυναίκες να θεραπεύονται και πλήθος ανθρώπων να αγγίζει τα ρούχα τους. Προλέγει μάλιστα στον μοναχό ότι θα γίνει ιερέας και παρουσιάζει ανθρώπους να στέκονται στην πόρτα του αναζητώντας τον· κι αν εκείνος δεν θέλει, θα τον πάρουν με το ζόρι.
Αφού έτσι τον αφήσει μετέωρο μέσα σε κενές ελπίδες, ο λογισμός απομακρύνεται και τον αφήνει να τον πειράξει είτε ο δαίμονας της υπερηφάνειας είτε ο δαίμονας της λύπης, ο οποίος του φέρνει σκέψεις αντίθετες προς τις ελπίδες του. Κάποτε μάλιστα παραδίνει στον δαίμονα της πορνείας αυτόν που πριν από λίγο φανταζόταν τον εαυτό του σεβάσμιο και άγιο ιερέα.
Θʹ. Ο δαίμονας της υπερηφάνειας γίνεται αιτία να υποστεί η ψυχή την πιο οδυνηρή πτώση. Την πείθει να μην αναγνωρίζει τον Θεό ως βοηθό της, αλλά να θεωρεί πως η ίδια κατορθώνει όσα πετυχαίνει. Την κάνει επίσης να υπεροψεύεται(υπερόπτης!) απέναντι στους αδελφούς, σαν να είναι ανόητοι επειδή δεν αναγνωρίζουν όλοι την αξία της. Την υπερηφάνεια ακολουθούν η οργή και η λύπη και, ως έσχατο κακό, η απώλεια των λογικών δυνάμεων, η μανία και η θέα πλήθους δαιμόνων στον αέρα.
ςʹ. Ἡ ὀργὴ πάθος ἐστὶν ὀξύτατον· Θυμοῦ γὰρ λέγεται ζέσις καὶ κίνησις κατὰ ἠδικηκότος ἢ δοκοῦντος ἠδικηκέναι· Ἥτις πανημέριον μὲν ἐξαγριοῖ τὴν ψυχὴν, μάλιστα δὲ ἐν ταῖς προσευχαῖς συναρπάζει τὸν νοῦν, τὸ τοῦ λελυπηκότος πρόσωπον ἐπισείουσα. Ἔστι δὲ ὅτε καὶ χρονίζουσα, καὶ μεταβαλλομένη εἰς μῆνιν, ταραχὰς νύκτωρ παρέχει, τῆξίν τε τοῦ σώματος καὶ ὠχρότητα, καὶ θηρίων ἰοβόλων ἐπιδρομάς. Ταῦτα δὲ τὰ τέσσαρα, τὰ μετὰ τὴν μῆνιν συμβαίνοντα, εὑροίη ἄν τις παρακολουθοῦντα πλείοσι λογισμοῖς.
Ζʹ. Ὁ τῆς ἀκηδίας δαίμων, ὃς καὶ μεσημβρινὸς καλεῖται, πάντων τῶν δαιμόνων ἐστὶ βαρύτερος· καὶ ἐφίσταται μὲν τῷ μοναχῷ περὶ ὥραν τετάρτην, κυκλοῖ δὲ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ μέχρις ὥρας ὀγδόης. Καὶ πρῶτον μὲν τὸν ἥλιον καθορᾶσθαι ποιεῖ δυσκίνητον ἢ ἀκίνητον, πεντηκοντάωρον τὴν ἡμέραν δεικνύς. Ἔπειτα δὲ συνεχῶς ἀφορᾷν πρὸς τὰς θυρίδας, καὶ τῆς κέλλης ἐκπηδᾷν ἐκβιάζεται, τῷ τε ἡλίῳ ἐνατενίζειν, πόσον τῆς ἐννάτης ἀφέστηκε, καὶ περιβλέπεσθαι τῇδε κἀκεῖσε, μή τις τῶν ἀδελφῶν. . . Ἔτι δὲ μῖσος πρὸς τὸν τόπον, ἐκβάλλει καὶ πρὸς τὸν βίον αὐτόν, καὶ πρὸς τὸ ἔργον τὸ τῶν χειρῶν· καὶ ὅτι ἐκλέλοιπε παρὰ τοῖς ἀδελφοῖς ἡ ἀγάπη, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν. Εἰ δὲ καί τις κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας εἴη λυπήσας τὸν μοναχόν, καὶ τοῦτο εἰς αὔξησιν τοῦ μίσους ὁ δαίμων προστίθησιν. Ἄγει δὲ αὐτὸν καὶ εἰς ἐπιθυμίαν τόπων ἑτέρων, ἐν οἷς ῥᾳδίως τὰ πρὸς τὴν χρείαν ἔστιν εὑρεῖν, καὶ τέχνην μετελθεῖν εὐκοπωτέραν μᾶλλον καὶ προχωροῦσαν. Καὶ ὡς οὐκ ἔστιν ἐν τόπῳ τὸ εὐαρεστεῖν τῷ Κυρίῳ προστίθησιν. Πανταχοῦ γάρ, φησί, τὸ θεῖον προσκυνητόν. Συνάπτει δὲ τούτοις καὶ μνήμην τῶν οἰκείων καὶ τῆς προτέρας διαγωγῆς· χρόνον τῆς ζωῆς ὑπογράφει μακρόν, τοὺς τῆς ἀσκήσεως πόνους φέρων πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ πᾶσαν, τὸ δὴ λεγόμενον, κινεῖ μηχανὴν, ἵνα καταλελοιπὼς ὁ μοναχὸς τὴν κέλλαν, φύγῃ τὸ στάδιον. Τούτῳ τῷ δαίμονι ἄλλος μὲν εὐθὺς δαίμων οὐχ ἕπεται· ἐρημικὴ δέ τις κατάστασις, καὶ χαρὰ ἀνεκλάλητος μετὰ τὸν ἀγῶνα τὴν ψυχὴν διαδέχεται.
Ηʹ. Ὁ τῆς κενοδοξίας λογισμὸς, λεπτότατός τίς ἐστι καὶ παρυφίσταται τοῖς κατορθοῦσι ῥᾳδίως, δημοσιεύειν αὐτῶν τοὺς ἀγῶνας βουλόμενος, καὶ τὰς παρὰ τῶν ἀνθρώπων δόξας θηρώμενος, δαίμονάς τε κράζοντας ἀναπλάττων, καὶ θεραπευόμενα γύναια, καὶ ὄχλον τινὰ τῶν ἱματίων ἐφαπτόμενον· μαντεύεται δὲ αὐτῷ καὶ ἱερωσύνην λοιπὸν, καὶ τοὺς ζητοῦντας αὐτὸν ταῖς θύραις ἐφίστησι· καὶ ὃς εἰ μὴ βούλοιτο, δέσμιος ἀπαχθήσεται· καὶ οὕτως αὐτὸν μετέωρον ταῖς κεναῖς ἐλπίσι ποιήσας, ἀφίσταται καταλιπὼν, ἢ τῷ τῆς ὑπερηφανίας δαίμονι πειράζειν αὐτὸν, ἢ τῷ τῆς λύπης· ὅστις ἐπάγει καὶ λογισμοὺς αὐτῷ, ταῖς ἐλπίσιν ἐναντιουμένους. Ἔστι δὲ ὅτε καὶ τῷ τῆς πορνείας δαίμονι παραδίδωσι τὸν πρὸ ὀλίγου αἰδέσιμον καὶ ἅγιον ἱερέα.
Θʹ. Ὁ τῆς ὑπερηφανίας δαίμων, χαλεπωτάτης πτώσεως τῇ ψυχῇ πρόξενος γίνεται· Ἀναπείθει γὰρ αὐτὴν, Θεὸν μὲν μὴ ὁμολογεῖν βοηθόν, ἑαυτὴν δὲ τὴν κατορθουμένον εἶναι καὶ νομίζειν, καὶ φυσιοῦσθαι κατὰ τῶν ἀδελφῶν ὡς ἀνοήτων, διότι μὴ τοῦτο περὶ αὐτῆς πάντες ἐπίστανται. Παρακολουθεῖ δὲ ταύτῃ ὀργὴ καὶ λύπη, καὶ τὸ τελευταῖον κακὸν, ἔκστασις φρενῶν, καὶ μανία, καὶ δαιμόνων ἐν τῷ ἀέρι πλῆθος ὁρώμενον.
Μετάφραση
Αʹ. Οκτώ είναι συνολικά οι πιο γενικοί λογισμοί, στους οποίους περιλαμβάνεται κάθε λογισμός. Πρώτος είναι ο λογισμός της γαστριμαργίας και ύστερα από αυτόν της πορνείας· τρίτος της φιλαργυρίας, τέταρτος της λύπης, πέμπτος της οργής, έκτος της ακηδίας, έβδομος της κενοδοξίας και όγδοος της υπερηφάνειας. Το αν αυτοί οι λογισμοί θα ενοχλήσουν την ψυχή ή όχι δεν εξαρτάται από εμάς. Από εμάς όμως εξαρτάται αν θα παραμείνουν ή όχι, και αν θα κινήσουν πάθη ή όχι.
Βʹ. Ο λογισμός της γαστριμαργίας υποβάλλει στον μοναχό τη σκέψη να εγκαταλείψει γρήγορα την άσκηση. Του παρουσιάζει αρρώστιες του στομάχου, του συκωτιού και της σπλήνας, υδρωπικία, μακρόχρονη ασθένεια, έλλειψη των αναγκαίων και δυσκολία να βρει γιατρούς. Συχνά του φέρνει στη μνήμη και αδελφούς που έπαθαν τέτοιες αρρώστιες. Κάποτε μάλιστα παρακινεί εκείνους που τις έπαθαν να επισκεφθούν όσους ασκούνται στην εγκράτεια και να τους διηγηθούν τις συμφορές τους, λέγοντας πως έφτασαν σε αυτή την κατάσταση εξαιτίας της άσκησης.
Γʹ. Ο δαίμονας της πορνείας αναγκάζει τον άνθρωπο να επιθυμεί διάφορα σώματα. Επιτίθεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα σε όσους εγκρατεύονται, ώστε να πάψουν να αγωνίζονται, νομίζοντας πως δεν κατορθώνουν τίποτε. Μολύνοντας την ψυχή, την παρασύρει σε τέτοιες πράξεις και την κάνει να λέει ορισμένα λόγια και να τα ακούει πάλι, σαν να έβλεπε μπροστά της αυτό που φαντάζεται και σαν αυτό να ήταν παρόν.
Δʹ. Η φιλαργυρία υποβάλλει τη σκέψη ότι τα γηρατειά θα διαρκέσουν πολύ, ότι τα χέρια θα αδυνατούν να εργαστούν, ότι θα έρθουν πείνες και αρρώστιες, ότι η φτώχεια είναι πικρή και ότι είναι ντροπή να παίρνει κανείς από άλλους όσα χρειάζεται.
Εʹ. Η λύπη εμφανίζεται άλλοτε όταν δεν εκπληρώνονται οι επιθυμίες και άλλοτε ως επακόλουθο της οργής. Όταν προέρχεται από τη στέρηση όσων επιθυμεί κανείς, συμβαίνει ως εξής: κάποιοι λογισμοί έρχονται πρώτα και θυμίζουν στην ψυχή το σπίτι, τους γονείς και τον προηγούμενο τρόπο ζωής της. Όταν τη δουν να μην αντιστέκεται, αλλά να τους ακολουθεί και να παρασύρεται από τις νοερές απολαύσεις, την κυριεύουν και τη βυθίζουν στη λύπη, επειδή τα παλιά εκείνα πράγματα δεν υπάρχουν πια γι’ αυτήν ούτε μπορούν, με τον τωρινό τρόπο ζωής της, να υπάρξουν ξανά. Και η ταλαίπωρη ψυχή, όσο αφέθηκε να παρασυρθεί από τους πρώτους λογισμούς, τόσο συνθλίβεται και ταπεινώνεται από τους δεύτερους.
Ϛʹ. Η οργή είναι πάθος πολύ οξύ. Είναι, όπως λέγεται, το ξέσπασμα και η κίνηση του θυμού εναντίον εκείνου που μας αδίκησε ή που νομίζουμε ότι μας αδίκησε. Όλη την ημέρα αγριεύει την ψυχή· προπάντων όμως την ώρα της προσευχής αρπάζει τον νου, φέρνοντάς του μπροστά το πρόσωπο εκείνου που τον λύπησε. Κάποτε, όταν διαρκεί και μετατρέπεται σε μνησικακία, προκαλεί νυχτερινές ταραχές, εξάντληση και ωχρότητα του σώματος, καθώς και οράματα επιθέσεων από δηλητηριώδη θηρία. Αυτά τα τέσσερα που ακολουθούν τη μνησικακία μπορεί κανείς να τα συναντήσει και μαζί με πολλούς άλλους λογισμούς.
Ζʹ. Ο δαίμονας της ακηδίας, που ονομάζεται και «μεσημβρινός», είναι ο βαρύτερος από όλους τους δαίμονες. Επιτίθεται στον μοναχό γύρω στην τέταρτη ώρα και περικυκλώνει την ψυχή του μέχρι την όγδοη. Πρώτα τον κάνει να βλέπει τον ήλιο να κινείται αργά ή να μένει ακίνητος, σαν να διαρκεί η ημέρα πενήντα ώρες. Έπειτα τον σπρώχνει να κοιτάζει συνεχώς προς τα παράθυρα και να πετάγεται έξω από το κελί, να παρατηρεί τον ήλιο για να δει πόσο απέχει ακόμη η ένατη ώρα και να κοιτάζει εδώ κι εκεί μήπως φανεί κάποιος από τους αδελφούς…
Ακόμη, του γεννά αποστροφή για τον τόπο, για τον ίδιο του τον τρόπο ζωής και για το εργόχειρό του. Του υποβάλλει τη σκέψη ότι χάθηκε η αγάπη ανάμεσα στους αδελφούς και ότι δεν υπάρχει κανείς να τον παρηγορήσει. Αν μάλιστα κάποιος τον λύπησε εκείνες τις ημέρες, ο δαίμονας προσθέτει και αυτό για να δυναμώσει την αποστροφή του. Τον κάνει επίσης να επιθυμεί άλλους τόπους, όπου θα μπορεί να βρίσκει εύκολα τα αναγκαία και να ασκεί ένα ευκολότερο και πιο αποδοτικό επάγγελμα. Προσθέτει ότι η ευαρέστηση του Κυρίου δεν εξαρτάται από τον τόπο: «Ο Θεός», του λέει, «μπορεί να λατρεύεται παντού».
Μαζί με αυτά του φέρνει στη μνήμη τους δικούς του ανθρώπους και την προηγούμενη ζωή του. Του παρουσιάζει τη ζωή του να απλώνεται για πολλά ακόμη χρόνια και βάζει μπροστά στα μάτια του τους κόπους της άσκησης. Κινεί, όπως λέμε, κάθε μέσο για να εγκαταλείψει ο μοναχός το κελί του και να φύγει από τον αγώνα. Ύστερα από αυτόν τον δαίμονα δεν ακολουθεί αμέσως άλλος· μετά τον αγώνα, μια κατάσταση ερημιάς και ανείπωτη χαρά διαδέχονται τον αγώνα της ψυχής.
Ηʹ. Ο λογισμός της κενοδοξίας είναι πολύ λεπτός και τρυπώνει εύκολα σε όσους έχουν επιτυχίες στον αγώνα τους. Θέλει να δημοσιοποιούν τους κόπους τους και να κυνηγούν τη δόξα των ανθρώπων. Τους βάζει να φαντάζονται δαίμονες να κραυγάζουν, γυναίκες να θεραπεύονται και πλήθος ανθρώπων να αγγίζει τα ρούχα τους. Προλέγει μάλιστα στον μοναχό ότι θα γίνει ιερέας και παρουσιάζει ανθρώπους να στέκονται στην πόρτα του αναζητώντας τον· κι αν εκείνος δεν θέλει, θα τον πάρουν με το ζόρι.
Αφού έτσι τον αφήσει μετέωρο μέσα σε κενές ελπίδες, ο λογισμός απομακρύνεται και τον αφήνει να τον πειράξει είτε ο δαίμονας της υπερηφάνειας είτε ο δαίμονας της λύπης, ο οποίος του φέρνει σκέψεις αντίθετες προς τις ελπίδες του. Κάποτε μάλιστα παραδίνει στον δαίμονα της πορνείας αυτόν που πριν από λίγο φανταζόταν τον εαυτό του σεβάσμιο και άγιο ιερέα.
Θʹ. Ο δαίμονας της υπερηφάνειας γίνεται αιτία να υποστεί η ψυχή την πιο οδυνηρή πτώση. Την πείθει να μην αναγνωρίζει τον Θεό ως βοηθό της, αλλά να θεωρεί πως η ίδια κατορθώνει όσα πετυχαίνει. Την κάνει επίσης να υπεροψεύεται(υπερόπτης!) απέναντι στους αδελφούς, σαν να είναι ανόητοι επειδή δεν αναγνωρίζουν όλοι την αξία της. Την υπερηφάνεια ακολουθούν η οργή και η λύπη και, ως έσχατο κακό, η απώλεια των λογικών δυνάμεων, η μανία και η θέα πλήθους δαιμόνων στον αέρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου