Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ - ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 1


Μόνο για συνδρομητές

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ - ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 1

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου (Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου) ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ στο Καλογεροπούλειο Ίδρυμα (Αράτου 74, Κόρινθος) Με τους:


π. Πέτρο Μαριάτο, Δρ. Ιατρικής,
Δημήτριο Μαυρόπουλο, Εκδότη - Συγγραφέα
Ευάγγελο Μπαρτζή, Δρ. Θεολογίας - Εκπαιδευτικό
π. Ανδρέα Ανδρεόπουλο, Πανεπιστημιακό Καθηγητή
Συντονίζει ο εκδότης Θεόδωρος Παντούλας

https://www.youtube.com/watch?v=K5GER9Ut3A4


«Αν σας ζητούσαν να γράψετε κάτι για τον Χρήστο Γιανναρά, τι θα γράφατε;»
«Μα έχω γράψει. Μου ζήτησαν να γράψω και έχω γράψει». Και πράγματι, είχε γράψει στο αφιέρωμα «Αχ, κύριε Χρήστο μας».
Αυτός με τον οποίο συνομιλούσαμε ήταν ο πατήρ Βασίλειος Ιβηρίτης, στις 5 Ιανουαρίου 2025, λίγους μήνες πριν από την τελευτή του.

«Και τι έχετε να πείτε;» συνεχίζονται οι ερωτήσεις.

«Κοιτάξτε, ένα από τα πιο σημαντικά για τον Χρήστο ήταν ότι τόλμησε να γράψει για την ορθόδοξη θεολογία στις επιφυλλίδες του Βήματος, δίπλα σε έναν Πλωρίτη και έναν Μαρωνίτη, που [ακατάληπτο] ειρωνεύονταν λίγο όλα αυτά».

Απόψε υπάρχει σίγουρα ο κίνδυνος να εγκλωβιστούμε στις αναμνήσεις, στο παρελθόν, στο μνημόσυνο. Στην πραγματικότητα, η εκδήλωση γίνεται χάριν του παρόντος και του μέλλοντος. Στον Χρήστο Γιανναρά πολλοί οφείλουμε το ότι περάσαμε από την παιδική θρησκευτικότητα της ηθικολογίας και των άπειρων «μη» στην εφηβεία.

Αποκτήσαμε μια καλή υποψία ότι υπάρχει και κάτι άλλο. Υπάρχει ουσία, υπάρχει ένας ευρύς ορίζοντας, υπάρχει η ελευθερία του ήθους, υπάρχει ο τρόπος, [ακατάληπτο], η αγάπη. Και αποκτήσαμε κίνητρα και προϋποθέσεις να ενηλικιωθούμε.
Αυτό του το οφείλουμε. Από εκεί και μετά, τι δρόμο πήρε ο καθένας και αν ενηλικιώθηκε ή όχι είναι προσωπική υπόθεση του καθενός μας.

Απόψε, λοιπόν, για τον Χρήστο Γιανναρά έχουν έρθει, μας τιμούν και θα μιλήσουν ο πατήρ Πέτρος Μαριάτος, που είχε προσωπική γνωριμία με τον Χρήστο Γιανναρά και ήταν αυτός που έζησε τις τελευταίες στιγμές του, όταν, όπως έγραψε ο πατήρ Βασίλειος Ιβηρίτης, έφυγε όχι θλιβόμενος, αλλά ψάλλοντας την εξόδιο ακολουθία.

Ο κύριος Δημήτρης Μαυρόπουλος είναι ουσιαστικά ο άνθρωπος που περισσότερο από όλους έχει καταλάβει και έχει νιώσει τον Χρήστο Γιανναρά [ακατάληπτο]. Έχουμε ανάγκη τα όρια μεταξύ ερμηνείας και παρερμηνείας, παραλείψεων και παραναγνώσεων. Αυτά τα όρια μπορεί να μας τα δώσει ο κύριος Μαυρόπουλος.
Ο Βαγγέλης Μπάρτης, ο Κορίνθιος Βαγγέλης Μπάρτης, τον οποίο εκτιμούσε ο Χρήστος Γιανναράς και ο οποίος είχε το προνόμιο να συζητήσει αρκετά μαζί του. Και ο πατήρ Ανδρέας Ανδρεόπουλος, κι αυτός γνώριμος του Χρήστου Γιανναρά. Μια φράση του σε ένα κήρυγμα του πατρός Ανδρέα ήταν κομβική. Είπε: «Κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη», στο Άσμα Ασμάτων, στην Παλαιά Διαθήκη. Τώρα η αγάπη είναι κραταιότερη του θανάτου. Έτσι, πάτερ; Και ποιος δεν θυμάται τα σχόλια στο Άσμα Ασμάτων του Χρήστου Γιανναρά;
Συντονιστής της εκδήλωσης είναι ο κύριος Θεόδωρος Παντούλας, συγγραφέας και εκδότης, τον οποίο σε πολλές ευκαιρίες και με πολλούς τρόπους είχε επαινέσει ο Χρήστος Γιανναράς. Ο κύριος Παντούλας, σε τακτά χρονικά διαστήματα, γράφει στην Καθημερινή, στη στήλη που είχε ο Χρήστος Γιανναράς. Και το λέμε εμείς, ας μην το λέει ο ίδιος: με τη γραφίδα του είναι σαν να φέρει παρόντα τον Χρήστο Γιανναρά ακόμα και τώρα, ακόμα και αύριο.


Να ευχαριστήσουμε το Καλογεροπούλειο και την πρόεδρό του, την κυρία Χρυσταρά, που φιλοξενεί την αποψινή εκδήλωση, και όλους εσάς που [ακατάληπτο]. Και να δώσουμε τον λόγο στον συντονιστή της αποψινής εκδήλωσης, στον κύριο Παντούλα. Σας ευχαριστώ.

Καλησπέρα σας. Εκφράζοντας τους ομιλητές, νομίζω ότι θα πρέπει κι εμείς να ξεκινήσουμε με ευχαριστίες για την πρόσκληση και για την παρουσία σας. Εγώ είμαι συντονιστής, αλλά [ακατάληπτο]. Λέω και τίποτα παραπάνω, γιατί έρχονται και εκλογές.
Λοιπόν, έχω την αίσθηση ότι για τον Γιανναρά, όσο ζούσε, δεν έγινε σοβαρή κουβέντα για το έργο του. Δεν είχε και θεσμική, ας πούμε, αναγνώριση για το έργο του. Αν και το έργο αυτό [ακατάληπτο], οι διανοούμενοι είναι τσιγκούνηδες και στις καλές κουβέντες. Δεν κουβεντιάστηκε, αλλά νομίζω ότι δεν οφείλεται μόνο στην τσιγκουνιά: δεν είχαν τρόπο να προσλάβουν αυτό το έργο και να συνομιλήσουν μαζί του.
Το 2005, νομίζω, κάναμε μέσα στο Μανιφέστο ένα μικρό αφιέρωμα στον Χρήστο Γιανναρά. Το 2014, αν θυμάμαι καλά, έγινε αυτό το βιβλιαράκι· προσθέσαμε κάποια κείμενα. Πριν από την εκδημία του, ξεκίνησε το Φρέαρ να κάνει ένα ηλεκτρονικό αφιέρωμα στον Γιανναρά. Το καλοκαίρι εκείνο, τέλος Ιουλίου, βρεθήκαμε και του γνωστοποιήσαμε την επιθυμία που είχαμε από το περιοδικό να του κάνουμε ένα αφιέρωμα. Μετά την εκδημία του προστέθηκαν και άλλα κείμενα και βγήκε αυτό το βιβλιαράκι. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του βγάλαμε το Αχ, κύριε Χρήστο μας, όπου οι αναφορές στο πρόσωπο του Γιανναρά είναι πιο προσωπικές. Πριν από λίγο καιρό βγήκε και αυτό του Σωτήρη Γουνελά, που περιέχει κείμενα μετά την εκδημία του Γιανναρά. Έχουν γίνει αφιερώματα σε κάνα δυο περιοδικά, στον Άνθρωπο και σε ένα άλλο στη Θεσσαλονίκη, και νομίζω ότι θα συνεχίσει να μας απασχολεί το έργο του Χρήστου Γιανναρά.

Όπως σας είπα, εγώ είμαι έτσι τεμπέλης και θέλω να κάνω αυτό το [ακατάληπτο], αλλά τελικά μου βγήκαν ορισμένα πράγματα που θέλω να πω. Θα τα πω τηλεγραφικά· ελπίζω να μη σας κουράσω.

Νομίζω ότι όλοι συμφωνούμε πως ο Γιανναράς δεν ήταν απλώς ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος, ένας γραφέας, ένας διανοούμενος. Ήταν και ένα δημόσιο πρόσωπο, χωρίς αυτή η ιδιότητα να δικαιολογεί αυτό που συνέβη μετά την εκδημία του. Τι συνέβη μετά την εκδημία του; Εκδηλώθηκε μια συσσωρευμένη [ακατάληπτο] κακότητα. Ακούστηκαν και γράφτηκαν απρέπειες σε πρωτοφανή έκταση. Υποθέτω ότι τον ίδιο θα τον ξένιζε όλη αυτή η εμπάθεια, αλλά νομίζω ότι θα την προσπερνούσε.
Μπορεί η πατροκτονία να θεωρείται προοίμιο ενηλικίωσης, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν είναι σοφό να ανοίγεις κουβέντες μαζί της. Είναι αλήθεια ότι η δριμύτητα κάποιων εκφράσεων του Γιανναρά έδωσε πάτημα για επιπόλαιες αντιπάθειες. Η πολεμική, όμως, δεν ήταν αυτοσκοπός του. Σκοπός του ήταν η υπεράσπιση της μίας και μοναδικής ζωής που έχουμε όλοι μας, και αυτό ήταν κάτι που μας το θύμιζε διαρκώς, σε πολλές ευκαιρίες. Οι ρήξεις, δηλαδή, δεν ήταν επιδίωξη του Γιανναρά, κατά την κρίση μου, [ακατάληπτο].
Τώρα, στους αντίποδες αυτής της μικροψυχίας, που εκδηλώθηκε και πριν από την κηδεία του, εγώ νομίζω ότι τον έκλαψε κόσμος και κοσμάκης. Προφανώς δεν αναφέρομαι στο συνάφι των διανοουμένων, που είναι, όπως σας είπα, συναισθηματικά φειδωλό και δεν χρωστά καλή κουβέντα σε κανέναν. Αναφέρομαι στον απλό κόσμο που ακουμπούσε στην παρουσία του Γιανναρά και [ακατάληπτο] με τα γραφτά του. Αυτό νομίζω ότι είναι πρωτόγνωρο. Επίσης, είναι ένα φορτίο που ο Γιανναράς το σήκωσε με καρτερία, γνωρίζοντας ότι στη ζωή δεν έχουν σημασία οι ρήξεις που αφήνουμε πίσω μας, αλλά η αγάπη. Και ο ίδιος αγάπησε πολύ και αγαπήθηκε πολύ, από πολλούς. Δεν μου αρέσει η σύγκριση, αλλά αγαπήθηκε από πολύ περισσότερους απ’ όσους [ακατάληπτο].
Η συνήθης διαφωνία, που υπάρχει ακόμη και σήμερα, είναι αν ο Γιανναράς είναι φιλόσοφος ή θεολόγος. Αυτή η διαφωνία, κατά τη γνώμη μου, υποκρύπτει μια ακαδημαϊκής κοπής μικρότητα. Αυτό που ενοχλεί όλους τους επικριτές είναι η περί έρωτος πίστη του. «Η Εκκλησία ή είναι γιορτή ή δεν είναι Εκκλησία»· τέτοια πράγματα ισχυριζόταν. Οι κοσμικοί, λοιπόν, τον έβρισκαν θεολόγο και οι θεολόγοι τον έβρισκαν κοσμικό.
Υποθέτω ότι ο ίδιος δεν [ακατάληπτο] σε αυτή τη συζήτηση, σε αυτή την αντιμαχία, για δύο λόγους. Ο προφανής είναι ότι θέλησε να κρατηθεί μακριά από τη μικρότητα μιας τέτοιας θεώρησης. Ο δεύτερος είναι γιατί δεν αντιλαμβανόταν την κακότητα· ήταν ξένες οι κακοκαρδίες αυτές. Τον ξάφνιαζε η απόδοση διατυπώσεων και πεποιθήσεων που δεν ήταν δικές του.
Οι σεβαστικοί άνθρωποι ακόμη και σήμερα ομολογούν τις οφειλές τους. Και οι [ακατάληπτο] ότι ο Γιανναράς συνομιλεί με εχέγγυα πρωτοτυπίας σε ένα διεθνές [ακατάληπτο]. Ευτυχώς, όμως, υπάρχει το ασύλληπτης έκτασης και επιπέδου έργο του, για όποιον ξέρει από ψιλοβελονιές, που γεφυρώνει τα διιστάμενα, τα υποτιθέμενα διιστάμενα, θεολογίας και φιλοσοφίας.
Όπως ξέρετε, οι καλοί καπεταναίοι καπετανεύουν πρωτίστως διά του παραδείγματός τους. Σε όλους τους καιρούς ο Γιανναράς αυτό επιτέλεσε. Η κυριολεξία, που έχει αθέατους κόπους, δεν ήταν σχολαστικισμός, γιατί ο σχολαστικισμός δεν κατορθώνει ένταση και ομορφιά. Ήταν έγνοια να μη χαθεί ο μπούσουλας.
Επίσης, όπως θα ξέρετε, ο δάσκαλος είναι τίτλος τιμής, που ο Γιανναράς τον αξιώθηκε. Δεν τον [ακατάληπτο], όχι γιατί η πείνα και η δίψα υπήρξαν η αφετηρία του, αλλά γιατί η πείνα και η δίψα υπήρξαν οι διά βίου συνοδοί του. Ακόμη και τα μικρά σε έκταση βιβλία του, αυτά τα τελευταία, εκπλήσσουν με την ακόρεστη λαχτάρα του να κοινωνήσει τα ουσιώδη.
Τελειώνοντας, θέλω να θυμίσω ότι πολλοί λένε πως ο Γιανναράς δεν έβγαλε μαθητές. Το λένε κυρίως κάποιοι μαθητές, εννοώντας ότι ο Γιανναράς δεν έβγαλε [ακατάληπτο]. Και η αλήθεια είναι ότι δεν έβγαλε καμία κόπια. Νομίζω, όμως, ότι η δουλειά ενός καλού δασκάλου είναι να σε μάθει να πετάς και όχι να σου δώσει το σχέδιο πτήσης.
Θέλω ακόμη να πω ότι όσοι μένουν στον Γιανναρά των επιφυλλίδων κάνουν το ίδιο λάθος με αυτούς που μένουν στον Γιανναρά των μεγάλων συνθέσεων: τον κολοβώνουν για να τον φέρουν βόλτα, να τον φέρουν στα μέτρα τους. Ολόκληρος ο Γιανναράς είναι όλο του το έργο, αλλά και πάλι κάτι περισσεύει. Περισσεύει ότι, εκτός από δάσκαλος και συγγραφέας, υπήρξε και άνθρωπος. Υπήρξε, δηλαδή, παιδί, υπήρξε σύζυγος, υπήρξε πατέρας, υπήρξε φίλος.
Αν έχει κάποια αξία η μαρτυρία μου από τη συναναστροφή μαζί του τις τελευταίες δεκαετίες, μπορώ να σας βεβαιώσω ότι ήταν άνθρωπος σπάνιας ποιότητας· γι’ αυτό ευγενής, συγχωρητικός και γενναιόδωρος με όλους τους γύρω του. Μου λείπει η φωνή του. Μου λείπει το βλέμμα του.

Μου λείπουν οι ερωτήσεις του, μου λείπει η έγνοια του, μου λείπουν οι υποδείξεις του, ακόμα και οι διακριτικές αποδοκιμασίες του. Αλλά ταυτόχρονα η απουσία του μετριάζεται από μια άλλη, [ακατάληπτο] παρουσία. Ο ίσκιος του βρίσκει τον τρόπο και δροσίζει την καθημερινότητά μας. Ελπίζω να δροσίζει την καθημερινότητα όλων μας.
Σας ευχαριστώ που είχατε υπομονή. Θέλω επίσης να πω ότι ανάμεσά σας είναι και ο Σπύρος Γιανναράς. Ο πατέρας του, «ο Σπυριδώνης», όπως τον έλεγε, καμάρωνε πάρα πολύ για τους συγγραφικούς και μεταφραστικούς του κόπους.
Τον πατέρα Πέτρο Μαριάττο τον γνωρίζω σήμερα. Έχω όμως πληροφορίες ότι είναι δεινός αφηγητής, έχει πολλές ιστορίες να πει και τις λέει ωραία. Θα είναι χαρά μας να τον ακούσουμε. Ευχαριστώ και πάλι.

Ο τίτλος της εισήγησής μου είναι: «Ποιος είναι αυτός ο ξένος; Ανεμοδείκτης ή πυξίδα;»

Μπούσουλας, καθώς είπες τώρα. Ευχαριστώ τον Πέτρο Θωμαΐδη που με [ακατάληπτο], γιατί δύσκολα μιλάς για τον Γιανναρά. Δεν θα [ακατάληπτο] στη μικρή εισαγωγή μου και στο θέμα, για να μην καθυστερούμε.
«Ἀρχὴ σοφίας ὀνομάτων ἐπίσκεψις». Δηλαδή, να καταλαβαίνουμε τι λέμε με μια λέξη: «ξένος». Αφού είπα «ποιος είναι αυτός ο ξένος», η λέξη «ξένος» έχει δύο έννοιες στη γλώσσα που μιλάμε. Η μία δηλώνει αυτόν που είναι έξω από εμάς και έρχεται ως άνθρωπος στον δικό μας ορίζοντα. Η άλλη δηλώνει τον παράξενο· αυτή είναι και η αρχαία έννοια. Υπενθυμίζω ότι στον δέκατο ένατο οίκο των Χαιρετισμών λέμε: «Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου». Δηλαδή, όταν δούμε μια παράξενη γέννηση, τον ξένο τόκο της Παναγίας, να ξενωθούμε από τον κόσμο. Εμείς θα χρησιμοποιήσουμε την έννοια του παράξενου. Αυτό σημαίνει εδώ «ξένος».
Ο ανεμοδείκτης δεν είναι ο άνθρωπος που αλλάζει κάθε τόσο γνώμη, που λέγαμε, πιο λαϊκά, «όπου φυσάει ο άνεμος». Εννοούμε το πολύτιμο εργαλείο που μας δείχνει ανά πάσα στιγμή την κατεύθυνση του ανέμου. Η πυξίδα είναι το εργαλείο των παλαιών ναυτικών που δείχνει αμετάκλητα, σταθερά και αταλάντευτα τον Πολικό Αστέρα, περίπου τον Βορρά. Ξέρετε, όλες οι ανακαλύψεις των θαλασσοπόρων έγιναν με τέτοια κατεύθυνση, με τέτοια οδηγία.
Να θυμίσω ένα πολύ ωραίο ιαμβικό τροπάριο των Χριστουγέννων. Είναι η πρώτη [ακατάληπτο] του Ιωάννη του Δαμασκηνού: «Ἔσωσε λαὸν θαυματουργῶν Δεσπότης, ὑγρὸν θαλάσσης…» Και λέει μετά για τον Χριστό, «ὁ τεχθεὶς ἐκ Κόρης», ότι μας δείχνει μια βατή τρίβο. Προς ποιον πόλο; Λέμε για τον Πολικό Αστέρα του βόρειου ουρανού. Μας δείχνει, λοιπόν, μια ασφαλή οδό, ένα βατό μονοπάτι. Μονοπάτι είναι, δεν είναι άσφαλτος. Μας δείχνει έναν δρόμο σίγουρο για τον ουρανό, δηλαδή για τη Βασιλεία του Θεού. Αυτό, λοιπόν, είναι η πυξίδα. Αλλά τι είναι ο Γιανναράς; Ανεμοδείκτης ή πυξίδα; Ας τα δούμε λίγο.
Θα με συγχωρήσετε για το προσωπικό ύφος, αλλά αυτό δεν είναι [ακατάληπτο], γιατί δεν μπορώ αλλιώς να μιλήσω. Και επίσης θα με συγχωρήσετε που δεν είναι δυνατόν να μιλήσεις για τον Γιανναρά και να μην επαναλάβεις κάτι που είτε είπες εσύ είτε θα πουν οι άλλοι. Δεν γίνεται. Είναι τόσο πληθωρική η παρουσία του, ώστε θα συμπέσουν σε κάποια σημεία οι ομιλητές.
Για τους τεθνεώτες είμαστε λίγο επιφυλακτικοί. Αποφεύγουμε και αποκρύπτουμε τα μειονεκτήματά τους από ευγένεια, από νοσταλγία, από ό,τι θέλετε, αλλά κυρίως γιατί άλλος είναι ο κριτής μετά τον θάνατο. Επομένως, τα μειονεκτήματα τα χαμηλώνουμε, τα αποσβένουμε όσο μπορούμε και μιλάμε για τα πλεονεκτήματα. Γι’ αυτό κι εγώ, όταν αναφερθώ σε μειονεκτήματα του Γιανναρά, θα το κάνω υπαινικτικά.

Κατ’ ανάγκην, εγώ θα είμαι προσωπικός, γιατί ο άνθρωπος εκείνος, ο Χρήστος Γιανναράς, ήταν μια μεγάλη πέτρα στη λίμνη της εφηβικής αναζήτησης που είχα όταν τον πρωτογνώρισα. Πιστεύω ότι, από όλους τους συνδαιτυμόνες, ίσως τον γνώρισα πρώτος.

Να πω μια λεπτομέρεια. Ήμασταν στο οικοτροφείο του Αποστόλου Παύλου, φοιτητές. Ξέρετε, τα οικοτροφεία εκείνα [ακατάληπτο]. Ήταν παιδιά από όλα τα μέρη, και από την Κύπρο. [Ακατάληπτο] η Πάτρα δεν είχε πανεπιστήμιο και πήγαμε να [ακατάληπτο] στην Αθήνα. Πήγα στο οικοτροφείο· είχε εξήντα παιδιά.
Κάθε βράδυ ερχόταν ένας υπεύθυνος να διευθύνει το δείπνο και τη συζήτηση. Ένα βράδυ, λοιπόν, ήρθε ένας νέος, κάπως ζωηρός, που εμφανίστηκε χωρίς μουστάκι — γιατί όλοι οι «ζωικοί» είχαν μουστάκι τότε. Όταν λέω «ζωικοί», τους εκτιμώ απέραντα και έχουν κατασυκοφαντηθεί, αλλά είχαν ένα καλούπι.
Μόλις ήρθε αυτός χωρίς μουστάκι, τα παιδιά κοιτάχτηκαν: «Τώρα», λένε, «τι είναι αυτός;» Κάθισε στο κεντρικό τραπέζι της τραπεζαρίας και λέει: «Καλησπέρα σας. Είμαι ο Χρήστος Γιανναράς. Καλή όρεξη». Τίποτα άλλο. Και αρχίσαμε να τρώμε.

Μόλις μισοφάγαμε, αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε, πολύ ζωηρά. Αυτός δεν συμμετείχε. Μετά από λίγο έγινε φασαρία, γιατί κάθε παρέα στην τραπεζαρία έλεγε τα δικά της, φωναχτά, για διάφορα θέματα. Και λέει ο Χρήστος: «Παιδιά, ένα λεπτό, παρακαλώ. Αν θέλετε, μην μιλάτε όλοι μαζί, αλλά πέντε πέντε, για να καταλαβαίνω τι λέτε».
Ήταν μια χιουμοριστική υπόδειξη [ακατάληπτο]. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση και τον παρακολούθησα στα κηρύγματα. Εκείνο το βράδυ δεν κήρυξε τίποτα· μόνο κάθισε με αγάπη και ταπείνωση, έφαγε μαζί μας και τελείωσε το βράδυ. Τον παρακολούθησα στα κηρύγματα. Πήγαινα στην Αγία Φιλοθέη, όπου κήρυττε, και αλλού, όπου τον έβαζε η Μητρόπολη.

Μετά από έναν χρόνο είχα εγώ μια ομάδα — χριστιανικές μαθητικές ομάδες — και ήμουν ομαδάρχης. Τα παιδιά αυτά έτυχε να είναι [ακατάληπτο]· άλλα ήταν μαθητές και άλλα φοιτητές. Ήταν να μας κάνει φροντιστήριο ο Χρήστος Γιανναράς. Πήγαμε, λοιπόν, στο φροντιστήριο και μας έλεγε όσα λίγο πολύ ξέρουμε: πώς να μιλάμε στα παιδιά, τι να λέμε για τούτο, τι να λέμε για εκείνο.

Μια στιγμή, ο Γιώργος Δημητρακόπουλος, που είναι καθηγητής στην Πάτρα [ακατάληπτο], του έφερε κάποια αντίρρηση γι’ αυτό που έλεγε. Εκνευρίστηκε ο Χρήστος και του λέει: «Υπάρχουν και γραμμές». Κατάλαβα, από τον τρόπο που μίλησε, ότι θα φύγει από τη «Ζωή». Δεν το πίστευε αυτό που έλεγε.

Πέρασαν τα χρόνια. Έμαθα μετά ότι έφυγε από τη «Ζωή», μαζί με τον Γιαννουλάτο, τον [μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο] Αλβανίας, τον Παπαζάχο κι άλλους, τον [ακατάληπτο], τον Νικόλαο κι άλλους. Εγώ με την οικογένεια [ακατάληπτο]. Περνούσαν τα χρόνια, παντρευτήκαμε, πήγα στο αγροτικό ιατρείο. Πέρασαν τα χρόνια και δεν ήξερα για τον Γιανναρά πολλά.
Κάποτε ήρθε η ώρα, αφού πήρα ειδικότητα στη θεραπευτική στο «Αλεξάνδρα» και πήγα στα Κύθηρα. Να μην πολυλογώ: στα Κύθηρα, όπου πήγα ξένος, μόνος, ένα καλοκαίρι —αν θυμάμαι καλά, το ’77—, στην εκκλησία του Ποταμού, όπου πήγα με τα παιδιά μου, βλέπω ένα παιδί στα σκαλοπάτια, πέντε έξι χρονών. Λέω: «Αυτός είναι του Γιανναρά· τόσο πολύ του μοιάζει».
Μπήκαμε στην εκκλησία· το παιδί ήταν ακόμα στα σκαλοπάτια. Έκατσα στη θέση όπου κάθομαι, κοντά στο δεσποτικό, και βλέπω να μπαίνει από την πόρτα ο Χρήστος. [Ακατάληπτο.] Βγήκαμε έξω και από τότε γνωριστήκαμε πάρα πολύ, πολύ οικογενειακά. Πέρασαν τα χρόνια: σαράντα επτά χρόνια γνώριζα τον Γιανναρά, από τότε μέχρι που κοιμήθηκε. Κάναμε πολλή παρέα.
Κάναμε πολλή παρέα. Οι συζητήσεις μας ήταν ομηρικές. Το να πω τι κέρδισα και σε τι ίσως διαφώνησα είναι μάταιο· δεν επαρκεί ο χρόνος. [Ακατάληπτο.]
Υπήρξαν δύσκολες ώρες, και δικές του και δικές μου. Είχε δυσκολίες στη ζωή του, είχα κι εγώ· όλοι μας έχουμε. Η συναντίληψη υπήρξε αμοιβαία. Δηλαδή, όταν ήξερε ότι είχα κάποια στενοχώρια, με έπαιρνε το βράδυ στο κελί της εκκλησίας και μου έλεγε: «Μην το βάζεις κάτω. Θάρρος. Τίποτα δεν χάνεται. Όσο υπάρχει Χριστός, δεν χάνεται τίποτα». Ήταν λόγια παρηγοριάς για μένα και, βέβαια, συντροφιάς πνευματικής.

Μια φορά είχε χτυπήσει η [Ντωτιάννα] στο πόδι της, θυμάμαι. Την πήρε αγκαλιά, την πήρε με το αμάξι και την έφερε στο νοσοκομείο όπου δούλευα, στα Κύθηρα. Εκείνη φώναζε, η καημένη· πονούσε. Κάποια στιγμή [ακατάληπτο]. Εντάξει, δεν ήταν τίποτα σπουδαίο και πέρασε. Μετά ήρθε η μεγάλη αρρώστια, με την οποία έφυγε η [Ντωτιάννα], και ο Χρήστος πέρασε πολλά.
Εκείνη τη φορά, με το διάστρεμμα του ποδιού, μου λέει: «Τι να κάνεις, παιδί μου;» Ήμουν λαϊκός. «Τι να κάνεις, παιδί μου; Όσοι περάσαμε από τις οργανώσεις έχουμε κάποια υπομονή μεγαλύτερη από τους άλλους». Με αυτό, σαν να αναγνώριζε ότι από τις οργανώσεις είχε διδαχτεί. Τέλος πάντων, αυτά είναι λεπτομέρειες από την προσωπική μου ζωή.
Η μεγάλη στενοχώρια ήταν η απόρριψη της διατριβής του από τη Θεολογική Σχολή της Αθήνας. Ήταν «ανάξιος» ο Χρήστος να γίνει διδάκτορας της θεολογίας, επειδή έγραφε στη δημοτική, στη νέα ελληνική, ενώ η Θεσσαλονίκη —που για μένα έχει την καλύτερη, εκκλησιαστικότερη θεολογική σχολή— τον έκανε διδάκτορα με μεγάλους [ακατάληπτο].
Έγινε στο Πάντειο· πέρασε πολλά. Θα τα πω όλα. Στο Πάντειο, όπου έγινε [ακατάληπτο], με υπόδειξη κάποιου φίλου του έβαλε υποψηφιότητα για τη φιλοσοφία. Είχε φιλοσοφικές σπουδές [ακατάληπτο], και φοβήθηκαν οι καθηγητές να μη γίνει [ακατάληπτο]. «Τι θέλει ένας θεολόγος ανάμεσά μας; Η θεολογία δεν είναι φιλοσοφία», και τέτοια. Ακολούθησαν μικρές συκοφαντίες. Βέβαια, ήρθε [ακατάληπτο] στην ψηφοφορία και η ψήφος της Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, και έτσι βγήκε ο Χρήστος καθηγητής.
Πέρασε πολλά τον πρώτο χρόνο, διότι οι ακραίοι των ακραίων, δηλαδή οι ακραίοι αριστεροί και όργανα άλλων, δεν τον άφηναν να κάνει μάθημα. Ήταν η εποχή εκείνη, το ’82–’83, που πέρασε δύσκολα. Μετά κέρδισε τον κόσμο. Πήγαιναν ακροατές όχι μόνο από τη σχολή του αλλά και από άλλες σχολές.
Αυτή ήταν η μεγάλη στενοχώρια. Σε αυτό είχαν πρωταγωνιστήσει ένας δυο πολύ διάσημοι καθηγητές. Δύο θα πω, αφού είναι δεδομένα· δεν συκοφαντώ κανέναν. Ήταν ο Σάκης Καραγιώργας και ο καθηγητής [ακατάληπτο], ο Φίλης. Αυτοί ήταν οι δύο.
Τρώγαμε μαζί στον Ποταμό. Είχε έρθει ο καθηγητής στο σπίτι μου, στον Ποταμό, στην Αγία Πελαγία όπου κατοικώ, και μαθαίνω από το ραδιόφωνο ότι πέθανε ο Καραγιώργας. Πριν αρχίσουμε να τρώμε, του λέω: «Χρήστο, πέθανε ο Καραγιώργας». Για δυο στιγμές σταμάτησε και λέει: «Τον καημένο τον Σάκη. Καλή ψυχή». Αυτό είπε. Δεν κρατούσε κακία σε αυτούς που διαφωνούσαν μαζί του ή τον εχθρεύονταν.
Άλλη απόρριψη που τον στενοχώρησε, και αυτή τελευταία, ήταν της Ακαδημίας. Φρόντισαν —όχι η Ακαδημία στο σύνολό της— να μη μπει ούτε καν στο τριπρόσωπο. Γιατί, αν έμπαινε στο τριπρόσωπο, [ακατάληπτο] θα έβγαινε. Το μεθόδευσαν κάποιοι φιλόσοφοι και έβγαλαν άλλον. Μπορεί να είναι ικανός φιλόσοφος, [ακατάληπτο]. Κι εκεί έχω μια πίκρα, διότι δύο γνωστοί μου, φίλοι μου μάλλον, υποσχέθηκαν να τον υποστηρίξουν και [ακατάληπτο].
Είχαμε προσωπικές εξομολογήσεις. Μια εξομολόγηση —δεν θα πω τώρα [ακατάληπτο]— ήταν για τις χαρές που απολάμβανε στη φύση. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανένας καλλιτέχνης παγκοσμίως —δεν έχω διαβάσει όλους— που να εξύμνησε τόσο πολύ ένα μπάνιο στη θάλασσα. Είχε καλή πένα, ωραία, και του άρεσαν όλα: το καλό φαγητό, το όμορφο αμάξι του· οτιδήποτε, το απολάμβανε.
Όμως, σε εξομολογητικό ύφος, όταν του είπα κάποτε «Πάμε να φάμε κάνα καλό φαγητό», κάτι τέτοιο, μου λέει: «Έλα, [ακατάληπτο] τώρα. Τι σχέση έχω εγώ με αυτά, με τα σπουδαία αυτά [ακατάληπτο];» Τα έβλεπε δεύτερα. Μπορεί να έδειχνε κοσμικός, με την καλή έννοια, αλλά τα έβλεπε δεύτερα.
Υπέστη μια κατασυκοφάντηση σε όλη τη διάρκεια, από τότε που έφυγε από τη «Ζωή» μέχρι που πέθανε, από τους «καλούς αδελφούς», χριστιανούς θρησκευτικούς. Κατασυκοφάντηση που, για την εξυπηρέτηση και προσωπικών σκοπών, έφτασε —ο Σπύρος δεν το ξέρει αυτό— μέχρι το σημείο να λένε για ανηθικότητες εξωσυζυγικές και τα λοιπά. Έφτασε κάποια διακεκριμένη μοναχή να μου πει: «Φίλε, [ακατάληπτο], ο Χρήστος δεν πάει καλά».
Ταράχτηκα. Τον ξεμονάχιασα και του λέω: «Χρήστο, σε εξορκίζω, θα μου πεις ειλικρινά, αν είσαι φίλος, το και το». «Πέτρο, ούτε μία στιγμή. Τίποτα. Μια φορά μου άρεσε μια κοπέλα· μου άρεσε. Τίποτα, τίποτα, τίποτα». Ήταν τελείως καθαρός και είχε υποστεί τέτοια συκοφαντία, και άλλες παρόμοιες.
Έφτασε ένας από τους πρώην αδελφούς της «Ζωής» να πει: «Αν έρθει σε συγκέντρωσή μας, εγώ θα τον δείρω». Βλέπετε ότι η άλογη αντίθεση κατασκευάζει βία· μια βία που θεωρείται απαραίτητη για τη στήριξη έωλων επιχειρημάτων. Αυτά που έλεγαν, ότι έχει αιρετικές απόψεις, δεν ήταν τίποτα· έπρεπε να τα στηρίξουν και με συκοφαντίες. Τα υπέμενε ο άνθρωπος. Δεν κρατούσε κακία.
Πολλές φορές [ακατάληπτο] τα τελευταία χρόνια, είτε στις εκδηλώσεις είτε στη λειτουργία. Δεν τον παινεύω σε όλα. Είχε κατά καιρούς εμμονές. Έλεγε, ας πούμε, [ακατάληπτο]· ή έλεγε «το κρατίδιο των Αθηνών»· ή έλεγε για την πατρότητα, και το έλεγε δύο χρόνια συνέχεια. Σε όλα τα θέματα που έθιγε είχε εμμονές σε μερικά σημεία του λόγου του.
Εκτός από τις εμμονές, εκείνο που νομίζω ότι τον αδίκησε και χάλασε τη δημόσια εικόνα του ήταν οι προσωπικές επιθέσεις. Έλεγε: «Ο Διαμαντής Παπαδόπουλος έκανε εκείνο και τούτο και τ’ άλλο». Έλεγε για άλλον ότι είναι ανάξιος του ονόματος που φέρει. Αυτά ήταν κάτι που τον ζημίωνε και τον μείωνε: τον έκανε δημοσιογράφο, όχι φιλόσοφο. Είχε επίσης μια περίτεχνη ειρωνεία που νομίζω ότι δεν χρειαζόταν, γιατί ο λόγος του ήταν, στον πυρήνα του, ευθύς.
Τα χαρίσματά του τολμώ να τα [ακατάληπτο]. Όταν τον ρώτησα: «Ποιος ήταν ο πρώτος μαθητής στο γυμνάσιο, στην τάξη σας;», μου λέει: «Ήμουν λίγο καλύτερος από τον Αγγελόπουλο». [Ακατάληπτο.] Είχε άριστη χρήση [της γλώσσας] και, από αυτή την άριστη χρήση, έφτασε στη δική του ιδιόμορφη γλώσσα, όπου πολλές φορές πρέπει να βρούμε το υποκείμενο και το αντικείμενο. Έχει μια ιδιόμορφη γλώσσα, με την οποία χρειάζεται εξοικείωση για να δεις τι εννοεί. Έχει [ακατάληπτο], αλλά όχι στείρο λογιωτατισμό.
Ήταν άνθρωπος που συζητούσε τα πάντα: αμφιβολίες, αρνήσεις, όλα τα συζητούσε. Ήταν [ακατάληπτο]. Δεν μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει την ορθότητα, την ορθοδοξία του και τη συμφωνία του με το δόγμα. Δεν ήταν αιρετικός ο Χρήστος Γιανναράς. Όσοι τον ζήσαμε, ξέρουμε.
Ας πάμε τώρα στα κηρύγματά του και στις επιφυλλίδες. Οι επιφυλλίδες ήταν ένα δημόσιο βήμα, με τα τρωτά κάθε δημόσιου βήματος. Καυτηρίαζε τα στραβά του τόπου μας, πάλι πολλές φορές με προσωπικές επιθέσεις. Όμως οι επιφυλλίδες των Χριστουγέννων και του Πάσχα ήταν άλλο πράγμα. Έβλεπες εκεί τι ζούμε, τι πιστεύουμε, τι βιώνουμε. Ήταν γραμμένες από έναν άνθρωπο πιστό, ομολογητή, και άνθρωπο με δεινό χάρισμα λόγου. Ήταν πολύ ωραίες, γιορτινές επιφυλλίδες.
Οι διαπιστώσεις του Χρήστου για τα κακώς κείμενα ήταν σοφές και εύστοχες. Γι’ αυτό ο Χρήστος ήταν ένας πνευματικός ανεμοδείκτης. Οι υποδείξεις του ήταν ανθρώπινες και μερικές φορές προσωπικές. Δεν έλεγε «ας μαζευτούμε εκατό χιλιάδες στο Σύνταγμα να αλλάξουμε πολιτικό [ακατάληπτο]». Ήταν λίγο [ακατάληπτο]. Ήταν, λοιπόν, ανεμοδείκτης.
Η συμμετοχή του, όμως, στη θεία λατρεία ήταν σταθερή υπόδειξη του τι ζούμε οι χριστιανοί και πώς πρέπει να ζούμε. Ο Χρήστος μετείχε στις λειτουργίες —όσες είχα την τύχη να είμαι μαζί του— ως απλός χριστιανός, με πιστότητα και ορθόδοξο φρόνημα. Πέντε μέρες πριν φύγει από τη ζωή είχε έρθει στον Ποταμό Κυθήρων, όπου λειτουργούσα, και είχε μεταλάβει. Μεταλάμβανε σε κάθε λειτουργία. Αυτή η υπόδειξη του τι ζούμε και πώς ζούμε, μέσα στην ελευθερία —που είναι το σπουδαιότερο για μένα—, ήταν η πυξίδα. Ο Γιανναράς, λοιπόν, ήταν και ανεμοδείκτης και πυξίδα.
Να κλείσω με ελάχιστα που έχω σκεφτεί. Η σημερινή βραδιά, κατά τη γνώμη μου, υπερβαίνει τα όρια ενός φιλολογικού μνημοσύνου. Τα υπερβαίνει καθώς οι φίλοι του, στερημένοι από τη φυσική παρουσία του, [ακατάληπτο] στον παρόντα αιώνα, μαζεύονται με αγάπη και προσοχή, κοινωνούν μεταξύ τους, «ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν», έχοντας ανεμοδείκτη και πυξίδα τον Χρήστο Γιανναρά, τον τολμητία δάσκαλο και, εις ό,τι με αφορά, τον φίλο μου.

Τι είναι Διαφωτισμός; 

IMMANUEL KANT

«Νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θὰ πεῖ: νὰ γίνει σῶος, ὁλόκληρος, νὰ πραγματώσει ἀκέραια τὴ δυνατότητα τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ζωῆς πέρα ἀπὸ τὸν χῶρο, τὸν χρόνο καὶ τὶς συμβατικὲς σχέσεις — νὰ νικήσει τὸν θάνατο».

Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, 3η αναθεωρημένη έκδοση, Ίκαρος, Αθήνα 2002· επανέκδοση 2011, κεφ. 1, §3 «Η ελευθερία του ήθους», σ.13.

...ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητα για την οποία ευθύνεται ο ίδιος. Ανωριμότητα είναι η ανικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς τη διάνοια του χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Ο ίδιος ευθύνεται γι’ αυτή την ανωριμότητα, όταν η αιτία της δεν βρίσκεται στην έλλειψη της διάνοιας, αλλά στην έλλειψη απόφασης και θάρρους να τήν χρησιμοποιήσει χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Sapere aude! Έχε το θάρρος να χρησιμοποιείς τη δική σου διάνοια! Αυτό είναι, επομένως, το σύνθημα του Διαφωτισμού.[ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ]

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ.


Η εκκλη­σιολογία του προσφέρεται κατ’ αρχάς στη σελ. 311! “Το εκκλησιαστικό γεγονός συνεχίζει τον τρόπο της ενανθρώ­πισης του Θεού (ο τόπος αποφεύγεται, επειδή στην Θεοτόκο είναι αφιερωμένη η σελ. 200 και επειδή συνορεύει με την θρησκεία, από την οποί­α επιθυμεί ο συγγραφέας να μας απελευθερώσει). Η Εκκλη­σία λοιπόν προσλαμβάνει τη σάρ­κα του κόσμου, τον πολιτι­σμό!, την προσλαμβάνει και την μεταποιεί σε αγαπητική – ευχαριστιακή σχέση”. Αυτό είναι: Δυστυχώς αυτός ο νέος μικρός Χριστός μεταποιεί! Όπως η βιομηχανική επανάστα­ση προσλαμβάνει τις πρώτες ύλες του κόσμου και τις μετα­ποιεί σε τρόπο ζωής!
Στην σελ. 11 μαθαίνουμε νωρίς – νωρίς την ανθρωπολο­γία μας! “Η θρησκευτικότητα είναι μία φυσική ανάγκη του ανθρώπου, ορμέμφυτη, ενστικτώδης και εξ’ ορισμού ατομο­κεντρική. Ανάλογη με την πείνα, τη δίψα, τον φόβο για την αρρώστια και την οδύνη, τον τρόμο μπροστά στον θάνατο. Ανάγκη που εμπεριέχεται νομοτελειακά στις λειτουργίες της βιολογικής υπόστασης! Ανάγκες που ανήκουν στην ζωώδη πλευρά του ανθρώπου!”

Φτάνουμε λοιπόν εμβρόντητοι στη σελ. 200! Σαν ψυχο­λογικά υγιής χριστιανός, ο νέος – προφήτης καταλαβαίνει πως το αειπάρθενο της Θεοτόκου κρύβει σοβαρά προβλή­ματα! Χρήζει ψυχαναλύσεως! [ΛΑΚΑΝ;]Από κάτω υπάρχει σεξουαλι­κή στέρηση! Πάμε για αυθυπέρβαση λοιπόν! Πώς; Εάν, “σαν ψυχολογικά υγιής ο χριστιανός κατανοήσει την πρόσ­ληψη της ανθρώπινης φύσεως από τον Υιό ως γεγονός απόλυτης ελευθερίας από τις αναγκαιότητες – προδιαγραφές της κτιστότητας!” Νά η νέα θεότης! Η απόλυτη ελευθερία! Γεννήθηκε στα μουσικά παλάτια του Ρήνου και σιγοτραγου­δώντας Βάγκνερ χειραφετήθηκε με τον Χίτλερ, εξολοθρεύ­οντας όλους τους εχθρούς της απόλυτης ελευθερίας, τους Εβραίους, τα αρχέτυπα του θρησκειοποιημένου ανθρώπου! Από ολοκληρωτισμό σε ολοκληρωτισμό, από την Γερμανία, διαμέσου της Ρωσίας, της Ελλάδος του εμφυλίου, ρυθμίζει τις μοίρες της ανθρωπότητας σήμερα στους πάλλευκους οίκους ναούς των Η.Π.Α. Αυτή είναι η νέα θεότης! Προσκυ­νήστε την! Πριν να είναι αργά! Η δόξα και το χρήμα είναι εξασφαλισμένα!

Τελειώνοντας την εναντίωσή του στη θρησκεία ο κ. Γιαν­ναράς, εναντιώνεται και στο Άγιον Όρος. Δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στους κεραυνούς που εξαπέλυσε ο νέος Δίας της δικαιοσύνης στο Άγιον Όρος και στην μεγάλη του αγάπη, τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη (και εδώ όμως χωρά μια εύλογη απορία: Πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος, ο οποίος ομολογεί με ειλικρίνεια ότι τα δύο πιο σημαντικά του βιβλία είναι επηρεασμένα από τον Χάιντεγκερ και τον Βιτγκενστάιν αντίστοιχα, να κατηγορεί με μένος τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη ότι πρόδωσε την Ορθοδοξία πα­ραφράζοντας βιβλία Δυτικών συγγραφέων!).



Η Παναγία του Ραφαήλ για ψυχολογικά υγιείς χριστιανούς χωρίς το αειπάρθενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: