Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ - ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 2


ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ - ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 2

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου (Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου) ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ στο Καλογεροπούλειο Ίδρυμα (Αράτου 74, Κόρινθος) Με τους:

π. Πέτρο Μαριάτο, Δρ. Ιατρικής,
Δημήτριο Μαυρόπουλο, Εκδότη - Συγγραφέα
Ευάγγελο Μπαρτζή, Δρ. Θεολογίας - Εκπαιδευτικό
π. Ανδρέα Ανδρεόπουλο, Πανεπιστημιακό Καθηγητή

Συντονίζει ο εκδότης Θεόδωρος Παντούλας


Ευχαριστούμε πολύ τον πατέρα Πέτρο. Από βετεράνο σε βετεράνο θα πάμε. Πάμε στον Δημήτρη Μαυρόπουλο, που επίσης έχει πολλούς δεσμούς φιλίας με τον Χρήστο Γιανναρά. Ήταν για πάρα πολλά χρόνια [ακατάληπτο].

Στον Δημήτρη Μαυρόπουλο χρωστάμε πάρα πολλά για τις εκδόσεις Δόμος. Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια μάς ξάφνιασε όλους, γιατί είχε μια συγγραφική δεινότητα, κρυμμένη από εμάς τους πολλούς, που τη γνωρίσαμε τον τελευταίο καιρό. Είναι εδώ η γυναίκα του. Φαντάζομαι ότι θα έχει και αδυναμίες· δεν τις ξέρω εγώ, γι’ αυτό τις παραπέμπω στη σύζυγό του. Νομίζω όμως ότι, όπως μας καθηλώνει ως συγγραφέας, θα μας καθηλώσει και ως ομιλητής, γιατί όσες φορές τον έχω ακούσει έχει πει πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα. Κύριε Μαυρόπουλε, σας ακούμε.

Οι πρώτες εμφανίσεις του Γιανναρά στον δημόσιο λόγο εντοπίζονται το 1960. Τότε αρχίζει να δημοσιεύει μικρά άρθρα στο περιοδικό Ανάπλασις με το ψευδώνυμο «Γ. Κεδρινός». Είναι 25 ετών και μέλος της Αδελφότητας «Ζωή».
Παρένθεση: θα έχω πολλές παρενθέσεις, για να εξηγώ ορισμένα πράγματα. Το περιοδικό Ανάπλασις ιδρύθηκε το [1887;] και συνεχίζει την έκδοσή του μέχρι σήμερα. Βέβαια, κατά περιόδους έχει άλλη γραμμή πλεύσης. Ιδρύθηκε το [1877;] από την ομάδα του Μακράκη και συνεχίστηκε από την ομάδα του πατρός Ευσεβίου [Ματθόπουλου], μέσα στο περιβάλλον της Αδελφότητας «Ζωή». Την περίοδο που γράφει ο Γιανναράς στην Ανάπλαση, διευθυντής είναι ο Κωνσταντίνος Κούκκουλας, θεολόγος. Κλείνω αυτή την παρένθεση.
Το έτος 1960 είναι σημαντικό για τις χριστιανικές αδελφότητες, γιατί εκείνη τη χρονιά τελείωσε μια διαμάχη που είχε αρχίσει δύο χρόνια πριν μεταξύ των μελών της «Ζωής», με την οριστική διαίρεση και την ίδρυση της Αδελφότητας «Σωτήρ». Τα έγγραφα που κατατέθηκαν και δήλωναν επισήμως την απόσχιση μιας μεγάλης ομάδας από την Αδελφότητα κατατέθηκαν [ακατάληπτο], στις 20 Απριλίου του 1960.

Ο Γιανναράς έμεινε στην ομάδα με προϊστάμενο τον πατέρα Ηλία Μαστρογιαννόπουλο. Αυτό το πρόσωπο θα αναπληρώσει την απουσία του πατέρα του, τον οποίο έχασε σε ηλικία τεσσάρων ετών.
Δεύτερη παρένθεση: αν παρατηρήσει κανείς τον Χρήστο προσωπικά, θα δει ότι πάντα αναζητούσε έναν πατέρα. Ασφαλώς βρήκε τον Πατέρα στο πρόσωπο του Χριστού, αλλά ζητούσε και έναν επίγειο πατέρα. Γι’ αυτό κατά καιρούς συνδέθηκε με ανθρώπους πρεσβύτερούς του, ενίοτε και σοφούς. Όχι πάντα επιτυχώς. Μερικές φορές εμπιστευόταν ανθρώπους με ενθουσιασμό και μετά έλεγε: «Μα πώς την πάτησα;»

Θα σας πω ένα περιστατικό, ανεκδοτολογικό, να το πω έτσι. Σάββατο, ημέρα της ενθρόνισης του μακαριστού Χριστόδουλου. Είμαστε στη Θεσσαλονίκη με τον Χρήστο για μια εκδήλωση και εκκλησιαζόμαστε στον Άγιο Νικόλαο τον Ορφανό. Τελειώνει η λειτουργία· κάποια στιγμή βγαίνω. Ο Χρήστος είχε βγει προηγουμένως.
Εκείνο το Σάββατο, λοιπόν, δεν ακούσαμε τον λόγο της ενθρόνισης, αλλά ο Χρήστος τον άκουσε μαγνητοφωνημένο το βράδυ στο σπίτι του οικοδεσπότη μας. Μόλις με βλέπει, μου λέει: «Δημήτρη, έχουμε επιτέλους Αρχιεπίσκοπο!» Τέτοιος ενθουσιασμός. Αμέσως μπήκε σε μια ομάδα που ο Χριστόδουλος δημιούργησε για να συζητήσουν την ανανέωση της Εκκλησίας. Στη συνέχεια απογοητεύτηκε.

Αυτό το έκανε και με τον Ιερώνυμο, βέβαια λίγο πιο ήπια. Και προηγουμένως, με τον Σεραφείμ, είχε ανταποκριθεί σε μια πρόσκλησή του. Όταν έμπαινε σε τέτοιες ομάδες της Εκκλησίας, ήθελε οι προτάσεις του να υλοποιούνται. Ποιες προτάσεις όμως; Όχι πάντα προτάσεις [ακατάληπτο]. Παραδείγματος χάριν, ουσιαστική πρόταση και έμμονη ιδέα του ήταν να φύγουν οι ναζαρηνές εικόνες από τη Μητρόπολη και να μπουν βυζαντινές. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Θύμωνε, έφευγε και άρχιζε να επισημαίνει τα στραβά, για να αιτιολογήσει τη διακοπή της συνεργασίας του. [Ακατάληπτο.]

Από την Αδελφότητα θα αποχωρήσει τον Ιανουάριο του 1964. Πριν από την αποχώρησή του θα κυκλοφορήσουν δύο βιβλία του. Πρώτον, το βιβλίο Ο Ιησούς και το πρόβλημα των [φίλων;], έκδοση της Χριστιανικής Φοιτητικής Ένωσης, το 1964. Δεύτερον, το βιβλίο Στρατιώτης της αλήθειας: Ο Μέγας Αθανάσιος, με αναγραφή όχι ολόκληρου του ονόματός του αλλά των αρχικών «Χ. Σ. Γ.»: Χρήστος Σπύρου Γιανναράς. Έκδοση της Αδελφότητας Θεολόγων «Ζωή».

Υπήρχε μια τέτοια πρακτική στις αδελφότητες: να γράφουν αρχικά ονομάτων ή ψευδώνυμα, τα οποία ήξερε κάποιος μικρός κύκλος. Αλλά, όταν ένας δεύτερος μάθει ένα μυστικό, το μαθαίνουμε όλοι.

Η σημαντικότερη όμως προσφορά του —αναφέρομαι σε αυτή την εποχή, πριν από την αποχώρησή του από τη «Ζωή»— είναι η έκδοση του μηνιαίου περιοδικού Σκαπάνη, με υπότιτλο «Οι νέοι στον αγώνα για ένα καλύτερο αύριο». Κυκλοφόρησε τρία χρόνια, από το 1961 έως το 1963, και επιβλήθηκε η διακοπή της έκδοσής του από τα ανώτερα κλιμάκια.
Αυτή όμως η διακοπή θα ανοίξει τον δρόμο για την αποχώρηση του Γιανναρά από την Αδελφότητα, η οποία βέβαια ήδη εκκολαπτόταν. Και αυτή η αποχώρηση σηματοδοτεί, επιτρέψτε μου να πω, την αρχή μιας πορείας που θα επηρεάσει την εξέλιξη του εκκλησιαστικού βίου στον τόπο μας με εντυπωσιακό τρόπο.

Ήδη έχει γνωρίσει τον Δημήτριο Κουτρουμπή, μέσω του πατρός Ηλία Μαστρογιαννόπουλου [ακατάληπτο]. Τώρα του εμπιστεύεται το εγχείρημά του, το όνειρό του για ένα νέο περιοδικό, το Σύνορο, που θα στηριχτεί στην ίδια ομάδα η οποία εξέδιδε τη Σκαπάνη. Αναφέρονται δύο τρία ονόματα: [ακατάληπτο]. Το πρόσωπο όμως που κυριολεκτικά θα κατευθύνει το περιοδικό είναι ο Κουτρουμπής.

Υπάρχει μια συγκυρία: ο Γιανναράς τότε φεύγει στη Βόννη για σπουδές και αργότερα πηγαίνει στο Παρίσι για να τις συνεχίσει. Πρακτικά, κάποιος πρέπει να δουλεύει για το περιοδικό στην Ελλάδα. Υπήρχε βέβαια αλληλογραφία.

Το Σύνορο κράτησε τρία χρόνια, από το 1964 έως το 1967. Κυκλοφόρησαν δώδεκα τεύχη και η αρίθμησή τους ξεκίνησε από το τεύχος 29.
Στο νούμερο 28 είχε σταματήσει η Σκαπάνη. Η αρίθμηση του Συνόρου από το 29 δήλωνε ότι αποτελούσε συνέχειά της, όχι ως προς το περιεχόμενο αλλά ως προς τη δυναμική των ανθρώπων που αποτελούσαν τον κύριο πυρήνα της. Η έκδοσή του όμως σταμάτησε εξαιτίας της επιβολής της δικτατορίας.

Νέα παρένθεση: όσοι είστε άνω των εξήντα ή των εβδομήντα ετών θα θυμάστε ότι η δικτατορία κηρύχθηκε παραμονή του Λαζάρου. Η 21η Απριλίου ήταν παραμονή του Λαζάρου. Σταμάτησε η επικοινωνία κ.λπ. Το επόμενο τεύχος του περιοδικού, το νούμερο 41, θα κυκλοφορούσε τη Μεγάλη Πέμπτη, σε λίγες μέρες δηλαδή.
Όταν επετράπη η ελεύθερη κυκλοφορία —τη Μεγάλη Δευτέρα, νομίζω—, χωρίς συνεννόηση μαζευτήκαμε στο διαμέρισμα του Κουτρουμπή, στο Παγκράτι. Το θέμα ήταν τι θα γίνει με το περιοδικό. Λέμε: «Αναστέλλουμε την έκδοση μέχρι νεωτέρας». Κάποια στιγμή είδαμε πώς εξελίσσονταν τα πράγματα και διακόψαμε την έκδοση.

Έναν χρόνο μετά, απεσταλμένος του Ιερωνύμου μάς ειδοποίησε ότι αναλαμβάνει να μη χρειάζεται να περνάμε από λογοκρισία και να μας χρηματοδοτήσει, για να συνεχίσουμε την έκδοση. Του απαντήσαμε: «Ευχαριστούμε». Και εκεί σταμάτησε η κουβέντα.

Πάμε σε ένα άλλο, τεράστιο κεφάλαιο. Λέει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο Ευαγγέλιό του ότι, όταν ο Συμεών ο Θεοδόχος έλαβε το βρέφος στα χέρια του, είπε στη μητέρα του: «Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον».

Θα ήταν βλάσφημο να συγκρίνω τη ζωή του Γιανναρά με τη ζωή του Ιησού. Κρατώ όμως το «σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Υπήρξε ένα από τα κορυφαία «σημεία αντιλεγόμενα» στη νεοελληνική ιστορία. Ο πατήρ Ανδρέας είπε ότι περισσότεροι τον αγαπούν και λιγότεροι τον [ακατάληπτο]. Ναι, τον αγαπούν, καλώς. Με μια υποσημείωση: να έχουμε υπόψη ότι αρκετοί από αυτούς που εμφανίζονται να τον αγαπούν είναι υποκριτές.
Θα σας πω ένα παράδειγμα. Στη δεύτερη απόπειρα εκλογής του ως καθηγητή στη Φιλοσοφική Σχολή, δεν είχε υποβάλει τα χαρτιά του. Πήγε ένας καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής στη Γενεύη, όπου τότε ζούσε και δίδασκε στο πανεπιστήμιο, για να τον πείσει να υποβάλει υποψηφιότητα. «Και μη σε νοιάζει», του είπε, «είναι σίγουρη η εκλογή σου. Έχουμε αυτόν, έχουμε αυτόν, έχουμε αυτόν». Τον έπεισε και ο Χρήστος υπέβαλε τα χαρτιά του. Ένας από εκείνους που τον καταψήφισαν ήταν ο καθηγητής που τον είχε προσκαλέσει και εμφανιζόταν να τον αγαπά.
Θα χρησιμοποιήσω επίσης μια φράση του Αποστόλου Παύλου από τη Β΄ προς Κορινθίους Επιστολή, όπου περιγράφει το κλίμα μέσα στο οποίο πολεμείται: «Ἔξωθεν μάχαι, ἔσωθεν φόβοι». Αυτή ήταν η συνθήκη: απ’ έξω τον πολεμούσαν και από μέσα τον υπονόμευαν. Τι εννοώ με αυτό και γιατί τα λέω;

Μίλησε για το πρόσωπο. Κυρίως στο βιβλίο Το πρόσωπο και ο έρως, αλλά και σε όλα του τα βιβλία, το πρόσωπο είναι παρόν. Το πρόσωπο ως κοινωνία, όχι ως ατομικότητα. Τον κατηγόρησαν για περσοναλισμό φίλοι του, ακαδημαϊκοί και συγγραφείς. Τι σχέση έχει ο περσοναλισμός μιας δυτικής [ακατάληπτο] κοινωνίας με το χριστοκεντρικό ανθρώπινο πρόσωπο; Τον κατηγόρησαν· γράφτηκαν και άρθρα γι’ αυτό.

Εκμεταλλεύτηκαν ακόμα μια πραγματική διαφορά που εμφανίστηκε ανάμεσα στον Γιανναρά και στον Ζηζιούλα ως προς το πρόσωπο. Κανείς, φαινόταν, δεν καταλάβαινε —ή δεν ήθελε να καταλάβει— ότι ήταν διαφορετικές οι αφετηρίες τους, αλλά μιλούσαν για το ίδιο πρόσωπο: ως εικόνα του Θεού, ως κοινωνία προσώπων. Την ίδια ανθρωπολογία ακολουθούσαν. Ο Γιανναράς ξεκινούσε από την εμπειρία της Εκκλησίας, ενώ ο Ζηζιούλας ξεκινούσε από το πρότυπο της Αγίας Τριάδος. Ήταν δύο λίγο διαφορετικές αφετηρίες· το συμπέρασμα ήταν ίδιο.

Έγραψε και Το πρόσωπο και ο έρως. Ακόμα, μας έδωσε τα σχόλιά του στο Άσμα Ασμάτων. Πραγματικά, ο έρωτας είναι ένας άξονας που διατρέχει σχεδόν όλα τα γραπτά του. Για ποιον έρωτα μας μίλησε; Για τον έρωτα όπως τον διατυπώνει ο Άγιος Μάξιμος. Το τονίζει αυτό και γράφει αρκετά με αφορμή εκείνο το χωρίο. Έτσι έκανε και στη Μεταφυσική του σώματος, που είναι ένα σχόλιο σε χωρίο της Κλίμακας του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη. Εκεί ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει ότι ο όντως εραστής του ερωμένου αδολεσχεί ακόμη και στον ύπνο του. [Το υπόλοιπο χωρίο δεν αναγνωρίζεται με ασφάλεια στην απομαγνητοφώνηση.]

Αυτή είναι η κατάσταση. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τον έρωτα, ο έρωτας είναι θείος. Αυτός είναι ο άξονας του Γιανναρά. Τι διάβαζαν ορισμένοι όταν άκουγαν τη λέξη «έρωτας»; Διάβαζαν «σεξ» και «γενετήσια [ακατάληπτο]».

Θυμάστε τη διαμάχη που είχε ξεσπάσει για αρκετά χρόνια, δυστυχώς, μεταξύ του μακαριστού πατρός Θεοκλήτου Διονυσιάτη και του Γιανναρά, μέσα από την εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος, με αρνητικό πρόσημο. [Ακατάληπτο.]

Δύο χρόνια πριν εκδημήσει ο πατήρ Θεόκλητος —το 2006 έφυγε ο πατήρ Θεόκλητος—, το 2004, ήμασταν με τον Χρήστο στη Μονή Ιβήρων. Υπάρχει στο ισόγειο ένα μικρό κουζινάκι· εκεί γίνονται κάποιες φιλικές συναντήσεις, για να πιούμε έναν καφέ και να πούμε δυο κουβέντες. Ήμασταν ουσιαστικά οι τρεις μας και υπήρχε κι ένας μοναχός που μας εξυπηρετούσε.
Λέει, λοιπόν, ο Γιανναράς: «Βασίλειε, θα ήθελα να συναντήσω τον Θεόκλητο. Στην ηλικία που φτάσαμε, μπορεί να φύγουμε· να συγχωρεθούμε». Το ακούει ο Βασίλειος, σηκώνεται όρθιος και λέει: «Πάμε».
Μπαίνουμε οι τρεις μας σε ένα τζιπ, με οδηγό τον Βασίλειο. Φτάνουμε στη Δάφνη, παίρνουμε το καραβάκι και κατεβαίνουμε στη Μονή Διονυσίου. Έπρεπε να περάσουμε πρώτα από το μοναστήρι, γιατί ο Βασίλειος είχε διατελέσει προηγούμενός του και έπρεπε να χαιρετήσει τον ηγούμενο. Ο ηγούμενος έλειπε.

Πάμε στο κελί του Θεοκλήτου, ένα διώροφο κελί. Χτυπάμε το σήμαντρο. Βγαίνει ένα κεφαλάκι από το πάνω παράθυρο —διώροφο ήταν, όπως είπαμε—, μας βλέπει, τα χάνει και λέει: «Χρήστο, εσύ είσαι; Ο Γιανναράς;» Αρχίζουν τα χαμόγελα, τα γέλια. Μας βάζει μέσα. Μένουμε περίπου μισή ώρα, μιλάμε περί ανέμων και υδάτων, δεν αγγίζουμε το κύριο θέμα.

Κάποια στιγμή πρέπει να γυρίσουμε στο λιμανάκι, γιατί το καράβι θα κάνει το ταξίδι της επιστροφής και θα μας ξαναπάει στη Δάφνη. Τότε ο πατήρ Θεόκλητος και ο Γιανναράς ζήτησαν να απομακρυνθούν από την ομάδα των τεσσάρων και να μιλήσουν ιδιαιτέρως. Πήγαν σε ένα σημείο και τα είπαν.
Το μεταφέρω, αλλά δεν μπορώ να το περιγράψω. Γύρισαν πίσω δύο άνθρωποι χαρούμενοι. Είναι μια χαρά μυστηρίου. Ο Χρήστος μού εξομολογήθηκε ότι έφυγε ανακουφισμένος από αυτή τη συνάντηση. Ας την ονομάσουμε συνάντηση συμφιλίωσης.
Θυμάμαι ότι ο πατήρ Θεόκλητος είχε πει τότε πως, όσο έγραφε εκείνα τα κείμενα, δεν καταλάβαινε πόσο σκληρή ήταν η διατύπωσή του. Το κατάλαβε όταν διάβασε την Ερωτικών αμφιλογία, όπου ο Χρήστος τα είχε συγκεντρώσει σε μία έκδοση.


Κυκλοφορεί το βιβλίο Η απανθρωπία του δικαιώματος. Οι αντίπαλοί του, αλλά και αρκετοί φίλοι του, τον κατηγορούν ότι αναιρεί την ελευθερία του ανθρώπου. Αν διαβάσετε αυτό το βιβλίο, είναι μια εξήγηση της ελευθερίας που χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο: να μπορεί να πει «όχι» στην παρουσία Του. Αυτή είναι η ελευθερία· να μπορείς να πεις «όχι».

Μια παρένθεση. Είμαστε στο πατάρι του Αρμού και παρουσιάζουμε ένα βιβλίο. Είναι παρών και ο πατήρ Βασίλειος Γοντικάκης. Το βιβλίο έχει να κάνει με την αθεΐα και τη δυτική σκέψη. Κάποια στιγμή ο πατήρ Βασίλειος αρχίζει να επαινεί τον Νίτσε, και μάλιστα με χαρακτηριστικό τρόπο. Κάνοντας τον σταυρό του, λέει: «Ο εν Χριστώ ημών αδελφός Νίτσε σκότωσε τον ψευδή Θεό».
Ναι, ο Νίτσε είχε την ελευθερία από τον Δημιουργό Θεό να μπορέσει να σκοτώσει το κακέκτυπο του Θεού. Δεν έκανε το άλλο βήμα —ή νομίζουμε ότι δεν το έκανε· δεν ξέρουμε. Δεν έχουμε μαρτυρίες, πάντως.

Αλλά, αντίθετα, τι λέει στον κατηχητικό του λόγο ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος; Συγχαίρει αυτούς που ήρθαν στο τραπέζι της Ευχαριστίας από νεαρή ηλικία, από ώριμη ηλικία, από γεροντική ηλικία· εκείνους της δεκάτης ώρας, και προχωράει στην ενδεκάτη ώρα. Λέει και κάτι τολμηρό [ακατάληπτο].

Η ελευθερία του ήθους. Το βιβλίο αυτό πολεμήθηκε πάρα πολύ. Έγινε αφορμή να γράψει και η κοινότητα του Αγίου Όρους τότε μια πανταχούσα εναντίον του Γιανναρά. Τη δεύτερη την έγραψε όταν κυκλοφόρησε Η θεολογία στην Ελλάδα σήμερα και κάποια σχόλια για τον Άγιο Νικόδημο [ακατάληπτο].
Η ελευθερία του ήθους: τι διάβασαν οι αντίπαλοι; «Δουλεία στα πάθη». Ας τα αφήσουμε, λοιπόν, όλα αυτά. Τα ανέφερα για να δείξω τη διαδρομή του Χρήστου μέσα από τις αντιφάσεις. Ξέρετε και τις πολλές άλλες ταλαιπωρίες που είχε, παραδείγματος χάριν με την εκλογή του στις δύο θεολογικές σχολές.


Θυμάμαι στη νεκρώσιμη ακολουθία τον δεσπότη Ιωσήφ, που εκφώνησε τον λόγο. Σκέφτηκε και αποφάσισε να πει γι’ αυτό το σημείο: «Ήταν πολύ μικρή η πόρτα των θεολογικών σχολών για να τον χωρέσει».

Ας κάνω τώρα μια σύνοψη, για να τελειώνω. Ο Χρήστος Γιανναράς εμφανίστηκε, όπως είπαμε, στα γράμματα στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, κυρίως ως αρθρογράφος σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής: Καθημερινή, Σκαπάνη, Εποχές, Σύνορο, Χριστιανικό Συμπόσιο. Αργότερα απέκτησε μόνιμη εβδομαδιαία στήλη στην εφημερίδα Το Βήμα για δεκατρία χρόνια και από το 1993 συνέχισε στην Καθημερινή μέχρι τις παραμονές του θανάτου του.

Ένα από τα πρώτα βιβλία του ήταν το ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι Η κρίση της προφητείας, που περιείχε άρθρα δημοσιευμένα στην εφημερίδα Καθημερινή και εμφανίστηκε ως έκδοση του περιοδικού Σύνορο. Είχε ένα άσπρο εξώφυλλο· πολύ λεπτό βιβλιαράκι.
Στον πρόλογο αυτού του βιβλίου διαβάζουμε: «Η κρίση της προφητείας είναι το κεντρικό θέμα της παρούσας ώρας. Η εθνική Ορθοδοξία παρουσιάζεται ξένη στον συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο. Η μεγάλη της αδυναμία είναι να ενταχθεί ιστορικά, να ερμηνεύσει την απαίτηση της ιστορίας την παρούσα στιγμή. Είναι αυτή ακριβώς η απουσία του προφητικού λόγου. Ουσία της προφητείας δεν είναι η προαγγελία των γεγονότων που πρόκειται να συμβούν, αλλά η κατανόηση της πορείας της ιστορίας και του συγκεκριμένου ιστορικού χρέους που συνεπάγεται η κάθε στιγμή».


Επιτρέψτε μου να πω και το επόμενο: ο Γιανναράς υπήρξε ένας τέτοιος προφήτης.

Όχι με την έννοια ότι προλέγει τα μέλλοντα, αλλά με την έννοια ότι καταγγέλλει, παρουσιάζει, αναδεικνύει τον λόγο του Θεού. Σκεφτείτε επίσης ότι στην Παλαιά Διαθήκη ο προφήτης ονομάζεται «ο βλέπων», όχι «ο μαντεύων». Δεν είναι μάντης· είναι αυτός που βλέπει, βλέπει το φως.
«Η παρούσα ώρα, ως διαρκής παρουσία στη ζωή του Γιανναρά, αποτέλεσε τον άξονα αναφοράς του μέχρι τον θάνατό του, σε όλα τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε. Συγχρόνως, η προσέγγισή της απαιτούσε μια εγρήγορση, συνθήκη που δεν έλειψε ποτέ από τη ζωή του, έχοντας μάλιστα ως σημείο παρουσίας της το αποτύπωμά της στις εκφράσεις του προσώπου του».
Όσοι τον γνωρίσαμε θυμόμαστε αυτές τις εκφράσεις του προσώπου, τους συσπασμούς του κατά τη χαρά, κατά τη λύπη, κατά την έκπληξη· ίσως και τα μάτια του όταν εκκλησιαζόταν.
«Τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε, αλλά και η επεξεργασία και η ανάπτυξή τους, δεν ήταν θέματα ακαδημαϊκής ή σχολαστικής διαδικασίας, αλλά θέματα υπαρξιακού περιεχομένου, τα οποία απασχολούσαν τον ίδιο και πίστευε ότι επίσης απασχολούσαν τον άνθρωπο της εποχής του».

Κατά τούτο λειτούργησε, λοιπόν, ως προφήτης, δηλαδή ως «βλέπων» ή «ορών», κατά τη βιβλική ορολογία, τις συνέπειες από την απουσία αρχών [ακατάληπτο] στη σχέση του ανθρώπου με τη θεία δημιουργία.

Πέραν αυτού, θα πρέπει να επισημάνω ότι αποτελούσε πάντοτε προτεραιότητα στις προσεγγίσεις του η ανάδειξη της εμπειρικής γνώσης, σε αντιδιαστολή προς αναπτύξεις ιδεολογικές ή στοχαστικές. Η ανάδειξη, δηλαδή, της αλήθειας για τον Θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο ως γεγονότος.

Όσοι τον παρακολουθούσαν [ακατάληπτο], πολλές φορές τον άκουγαν να λέει ότι η Εκκλησία είναι ένα γεγονός. Σε αυτή την επιδίωξή του τον συνόδευαν η καλή γνώση της Αγίας Γραφής και της εκκλησιαστικής ιστορίας, αλλά και η διαρκής μελέτη μνημείων γραφής και τέχνης σπουδαίων δημιουργών. Κοντολογίς, τον ενδιέφεραν τα πρόσωπα και τα πράγματα, παραμένοντας συνεπής στις αρχές που έθεσαν οι Απόστολοι και οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Ανοίγω πάλι μια παρένθεση. Όταν ο Πέτρος και ο Ιωάννης ανέβαιναν στο ιερό και κήρυτταν τον Ιησού Χριστό, τους συνέλαβαν οι αρχιερείς, η άρχουσα τάξη. Τους κράτησαν μια νύχτα, αλλά δεν μπορούσαν να τους καταδικάσουν· [ακατάληπτο]. Τους άφησαν, απειλώντας τους ότι, αν το ξανακάνουν, θα έχουν συνέπειες.

Η απάντησή τους ήταν: «Δεν μπορούμε να μη λέμε αυτά που είδαμε και ακούσαμε». Αυτή είναι η ζωή της Εκκλησίας: αυτά που είδαμε και ακούσαμε.

Γι’ αυτό η Θεία Ευχαριστία αναδεικνύεται πραγματικά ως το κέντρο του εκκλησιαστικού μας βίου, ως πράξη. Υπάρχει ο λόγος, υπάρχει το μέλος, υπάρχουν τα δρώμενα ασφαλώς, αλλά είναι επικουρικά. Η πράξη έχει σημασία.

Στους πενήντα περίπου τίτλους που έχει δημοσιεύσει, χώρια οι σαράντα περίπου τίτλοι επιφυλλιδογραφικών συλλογών —άρα περίπου ενενήντα βιβλία—, κυρίαρχη θέση κατέχει το βιβλίο Το πρόσωπο και ο έρως. Ξεκίνησε ως διδακτορική διατριβή, με τίτλο Το οντολογικόν περιεχόμενον της θεολογικής εννοίας του προσώπου, το 1970, και κατέληξε στην οριστική έκδοσή του το 1987.


Θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου σε δύο λέξεις: «ελευθερία» και «κοινωνία». Θα έλεγα μάλιστα ότι με αυτές τις δύο λέξεις θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ίδια την παρουσία του Γιανναρά [ακατάληπτο].

Αυτό το βιβλίο αποτέλεσε τη μήτρα σχεδόν όλων των άλλων βιβλίων, τα οποία επεκτείνουν, διασαφηνίζουν, αναπτύσσουν και εξειδικεύουν τη θεματολογία του.
Οι παραπάνω πληροφορίες που σας έδωσα θα πρέπει να συμπληρωθούν από ένα καίριο στοιχείο: τη γλώσσα. Τη γλώσσα στην οποία έγραψε αυτά τα άρθρα και τις μελέτες και η οποία χαρακτηρίζει όλα τα κείμενα του Γιανναρά. Η γλώσσα αυτή, εκτός από την καλλιέπειά της, [ακατάληπτο] εκφράζει έναν αυστηρό, έλλογο λόγο και παρουσιάζει τα εξής χαρακτηριστικά.


Πρώτον, συνέπεια στη σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου.
Δεύτερον, έλλειψη αξιωματικής αυθεντίας, με συχνά παρόν ένα απορούμενο.
Τρίτον, διαλογική παρουσία καταφατικού και αποφατικού λόγου. Θυμίζω το σχόλιο του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού στην Έκδοσιν ἀκριβῆ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως: όταν μιλάει για την αποφατική θεολογία, καταλήγει σε ένα συμπέρασμα και λέει [το παράθεμα δεν αναγνωρίζεται με ασφάλεια στην απομαγνητοφώνηση].
Τέταρτον, ενσωμάτωση φράσεων ή προτάσεων κλασικών ή σημαντικών συγγραφέων της θεολογίας, της φιλοσοφίας και της πεζογραφίας, όχι τόσο ως αποδεικτικού στοιχείου του λόγου του, αλλά ως ακολουθίας και ολοκλήρωσης των δικών του προτάσεων.
Το κυριότερο όμως στοιχείο του λόγου και της γλώσσας του βρίσκεται στην αντίληψη της καθολικότητας του ανθρώπινου πολιτισμού και όχι στην αποσπασματικότητα του [ακατάληπτο]. Η ζωή του ανθρώπου δεν τέμνεται σε θρησκευτική, κοσμική, ερωτική, καλλιτεχνική, κοινωνική, επιχειρηματική κ.λπ.
Αυτή η αντίληψη της καθολικότητας του επέτρεψε να ενσωματώσει στη σπουδή και την ανάπτυξη του λόγου του τους Πατέρες της Εκκλησίας δίπλα στους αρχαίους και τους νεότερους δημιουργούς, αντιλαμβανόμενος τη φιλοσοφία ως έρωτα της σοφίας. Μόνο που, για τον Χρήστο Γιανναρά, αυτή η σοφία είναι ενυπόστατη και αφορά την τριαδική [ακατάληπτο] αρχή του κόσμου, που δοξάζεται στην Εκκλησία και η οποία, ως γεγονός, παίρνει την ιστορία και της δίνει νόημα και περιεχόμενο.
Οι σπουδαίοι στοχαστές του πολιτισμού θα αποτελέσουν αντικείμενο σπουδής ως ευσεβείς, ακόμη και χωρίς αυτεπίγνωση της ευσέβειάς τους, αρκεί να είναι αληθείς. Κατά τούτο ακούγεται να επαναλαμβάνεται ο λόγος του Αποστόλου Παύλου στους Αθηναίους: «Ὃ οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτο ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν».
Σήμερα η γλώσσα του Γιανναρά αποτελεί αυτονόητη συνθήκη του [ακατάληπτο]. [Ακατάληπτο] οι άνθρωποι που ασχολούνται με πνευματικά θέματα. Πριν από [ακατάληπτο] δεκαετίες δεν ήταν αυτονόητη· κάθε άλλο. Κατά τούτο, επιτρέψτε μου να πω, είμαστε όλοι μας παιδιά του.

Κλείνω με έξι μικρές προτάσεις, αντλημένες από δύο άρθρα —το πρώτο και το τελευταίο— που περιέχονται στο αφιέρωμα Χαιρετισμός στον Χρήστο Γιανναρά, εκδόσεις Μανιφέστο, Αθήνα, Μάρτιος 2025. Το πρώτο είναι του πατρός Βασιλείου Γοντικάκη, «Η παρουσία του Χρήστου Γιανναρά», και το τελευταίο του Σπύρου Γιανναρά, «Το περίγραμμα μιας σχέσης».

Από το άρθρο του πατρός Βασιλείου Γοντικάκη:

Πρώτον: «Ο πατήρ Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος μάς πήγε, κατά το τέλος της δεκαετίας του 1950, στον Δημήτρη Κουτρουμπή. Από αυτόν πολλά μάθαμε για την αξία της παραδόσεώς μας. Αυτός μας τόνισε ότι η αλήθεια δεν είναι μια ιδέα, αλλά ένα πρόσωπο: ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Μας έλεγε πόσο σπουδαίο είναι να γίνεται κάπου η Θεία Λειτουργία».
Δεύτερον: «Στην αρχή της δεκαετίας του 1960 άρχισε να γράφει επιφυλλίδες στην Καθημερινή. Τότε ακούστηκε ο λόγος της ορθόδοξης θεολογίας εκεί όπου επικρατούσε απόλυτα η [ακατάληπτο] πλάνη του δυτικού Διαφωτισμού».
Τρίτον: «Δεν έφτιαχνε εντυπώσεις [ακατάληπτο]. Δεν λάτρεψε τα χαρίσματά του. Δεν σταδιοδρόμησε ως ένας φιλόσοφος ή θεολόγος της σειράς. Ήταν συνεπαρμένος από τη χάρη της ορθόδοξης θεολογίας, στην οποία έδωσε τον εαυτό του ολόκληρο».
Περνάω σε τρεις προτάσεις του Σπύρου Γιανναρά:
Πρώτον: «Ένα από τα μέγιστα κληροδοτήματα που έλαβα από εκείνον ήταν η απέχθεια για παντός είδους ιδεολογία, η ψηλαφητή επίγνωση και πεποίθηση ότι η παγίωση των ιδεών σε άκαμπτα σχήματα γεννάει μόνο αρρώστια, πόνο και θάνατο».
«Όσοι τον έζησαν γνωρίζουν ότι υπήρξε ένας βαθιά καλόκαρδος και [ακατάληπτο] γενναιόδωρος άνθρωπος, ο οποίος κράτησε μέχρι το τέλος μια παιδική καρδιά και μια αντίστοιχη ευπιστία —ενίοτε και παραπλανητική αφέλεια— εξαιτίας της αμέριστης εμπιστοσύνης του προς τους άλλους».
Εκεί νομίζω ότι οφείλονται και πολλές από τις παραδρομές του. Κάπου το υπονόησα αυτό όταν μίλησα για τους σπουδαίους. Αυτός ήταν σπουδαίος, κυρίως σπουδαίος [ακατάληπτο], και εφάρμοσε το παράγγελμα του Χριστού.
«Τρίτον: Δεν τον ενδιέφερε η αόριστη θεωρητική αναζήτηση. Τα συγκεκριμένα οντολογικά ερωτήματα υπήρξαν ανέκαθεν η κινητήρια δύναμή του για το πώς και το γιατί του βίου».

Σας ευχαριστώ.

Σχόλιο στο κείμενο «ANANEOYMENH EΛΛHNIKOTHTA» του κ. Γιανναρά

"Συνειδητοποιούμε όχι μόνο την έκταση, αλλά και το βάθος ή την ποιότητα εξελληνισμού της ρωμαϊκής «οικουμένης», όταν διαβάζουμε τα ελληνικά κείμενα ενός φανατικά συντηρητικού Εβραίου: τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Οι Εβραίοι ήταν λαός πού αντιστάθηκε σθεναρά και με αιματηρό τίμημα στον εξελληνισμό του, και ο Παύλος άνηκε στην πιό συντηρητική κοινωνική ομάδα των Εβραίων, στους Φαρισαίους. Κι όμως ο εθνοφυλετικός συντηρητισμός του δεν τον εμποδίζει να χειρίζεται την ελληνική γλώσσα, τις ελληνικές φιλοσοφικές έννοιες, αλλά και κάποιους Έλληνες συγγραφείς, με μια ευχέρεια πού δύσκολα θα την συναγωνιζόταν οποιοσδήποτε Αλεξανδρινός ή και Αθηναίος της εποχής του."
Από το βιβλίο «Ελληνορθόδοξη Παράδοση. Ρίζωμα και Προοπτική» του κ. Γιανναρά.

Θα θέλαμε να σχολιάσουμε πως οι επιστολές του Αποστόλου Παύλου δεν έχουν γραφτεί από έναν φανατικό Εβραίο όπως ισχυρίζεται ο κ. Γιανναράς. Πώς είναι δυνατόν ο κ. Γιανναράς να κρατά για τον ευατό του την αυθυπέρβαση, την υπέρβαση της φύσεως, το “ πρόσωπο ” και να αποδίδει στον Απόστολο Παύλο εθνοφυλετικό συντηρητισμό, τον οποίο μάλιστα βρίσκει μέσα στις επιστολές του;
Αναρωτιόμαστε: Έχει άραγε για τον κ. Γιανναρά κάποιο περιεχόμενο το να είναι κάποιος χριστιανός; Από το κείμενο δεν φαίνεται να έχει κάποιο περιεχόμενο, δεν μπορεί να μεταμορφωθεί ο άνθρωπος ούτε εν Χριστώ.

Το εκπληκτικό όμως είναι ότι ούτε η τεράστια μόρφωση του Αποστόλου Παύλου προσθέτει κάτι στον εθνοφυλετικό του συντηρητισμό. Ματαίως άραγε αγωνίζεται με τέτοιο πάθος για την παιδεία, για την αληθινή πίστη σ’ αυτό εδώ τον τόπο ο κ. Γιανναράς ή μας κοροϊδεύει;


Δεν υπάρχουν σχόλια: