Συνέχεια από Τετάρτη 26. Αυγούστου 2026
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός ΝεοπλατωνισμόςΙστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 23
Όγδοος τόμος
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.
ΤΜΗΜΑ VI
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ
ΕΝΟΤΗΤΑ VII
Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΚΣΤΑΣΗ
Επιστροφή της ανθρώπινης Ψυχής στο Ένα-Αγαθό, επαφές και ένωση με Αυτό
1. Οι αρετές μέσω των οποίων η Ψυχή επιστρέφει στο Απόλυτο
Είναι φανερό ότι, μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, έπρεπε να επαναπροσδιοριστούν με νέο τρόπο οι οδοί που οδηγούν στην κατάκτηση των υπέρτατων αξιών και του Απολύτου.
Κατά πρώτον, ο Πλωτίνος περιορίζει τη σημασία της διδασκαλίας περί αρετής. Οι «πολιτικές αρετές», οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση της κλασικής ηθικής και επάνω στις οποίες ο ίδιος ο Πλάτων είχε θεμελιώσει την Πολιτεία του, αποτελούν για τον Πλωτίνο απλώς ένα σημείο αφετηρίας και όχι τον τελικό προορισμό. Η δικαιοσύνη, η φρόνηση, η ανδρεία και η σωφροσύνη, νοούμενες με την «πολιτική», δηλαδή την «πολιτειακή» έννοια, είναι ικανές μόνο να θέτουν όρια και μέτρο στις επιθυμίες και να εξαλείφουν τις ψευδείς δοξασίες· επομένως, αποτελούν απλώς ένα ίχνος του υπέρτατου Αγαθού. Αποτελούν προϋπόθεση για να γίνει κανείς όμοιος με τον Θεό, αλλά η «ομοίωση προς τον Θεό» είναι κάτι ανώτερο από αυτές.¹
Ανώτερες από τις «πολιτικές αρετές» είναι οι αρετές νοούμενες ως «καθάρσεις». Πράγματι, ενώ οι πολιτικές αρετές περιορίζονται στον μετριασμό των παθών, οι αρετές ως καθάρσεις μάς απελευθερώνουν από αυτά και, κατά συνέπεια, επιτρέπουν στην ψυχή να ενωθεί με εκείνο που είναι συγγενές προς αυτήν, δηλαδή με τον Νοῦ, δεδομένου ότι η ένωση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την απομάκρυνση από το αισθητό² και ακόμη και από την ίδια την ψυχή, δηλαδή από τα κατώτερα μέρη της.
Ο Πλωτίνος γράφει πράγματι:
Η αρετή, λοιπόν, αποτελεί ιδιότητα της Ψυχής και όχι του Νοῦ, και ακόμη λιγότερο εκείνου που βρίσκεται πάνω από αυτόν.³
Όταν η Ψυχή φθάσει στον Νοῦ και τον θεάται, τότε, μέσα σε αυτή τη θεωρία και τη μίμηση του Νοῦ, οι αρετές κατά κάποιον τρόπο μεταμορφώνονται.
Στον Νοῦ οι «αρετές» υπάρχουν ως «παραδείγματα», των οποίων οι αρετές της ψυχής αποτελούν «εικόνες» και «αντίγραφα».
Πράγματι, σε αυτό το ανώτερο επίπεδο η «σοφία» γίνεται επαφή της ψυχής με τον Νοῦ, η «δικαιοσύνη» γίνεται στροφή της ενέργειας της ψυχής προς τον Νοῦ, η «σωφροσύνη» γίνεται η εσωτερική προσήλωση της ψυχής στον Νοῦ και η «ανδρεία» γίνεται η απαθής παραμονή της ψυχής στην ένωση με τον Νοῦ, χωρίς να υφίσταται κανένα πάθος του σώματος.
Με λίγα λόγια, σε αυτό το επίπεδο οι «παραδειγματικές αρετές» αποτελούν ακριβώς τον τρόπο ζωής της ψυχής, η οποία, έχοντας απομακρυνθεί από τα αισθητά πράγματα και έχοντας επιστρέψει ολοκληρωτικά στον εαυτό της, ζει με απόλυτη καθαρότητα την ίδια τη ζωή των Θεών· δηλαδή, καθώς ομοιώνεται προς τον Νοῦ, ζει την ίδια τη ζωή του Νοῦ.⁴
2. Οι οδοί της «ερωτικής» και της «διαλεκτικής» που οδηγούν στο Απόλυτο
Οι αρετές, όμως, δεν αποτελούν τις μοναδικές οδούς που οδηγούν στην ένωση με το Θείο.
Πράγματι, ακολουθώντας τον Πλάτωνα, ο Πλωτίνος αναδεικνύει επίσης την «ερωτική» και τη «διαλεκτική», οι οποίες —αν και με διαφορετικό χαρακτήρα και σε διαφορετικό βαθμό— αποτελούν διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η ψυχή αποσπάται από το σωματικό, απελευθερώνεται και καθαίρεται από αυτό και πλησιάζει το Απόλυτο.
Η πλωτινική «ερωτική», όπως και η πλατωνική, συνδέεται στενά με την ομορφιά.⁵ Γνωρίζουμε ήδη ότι η ομορφιά είναι θεμελιωδώς μορφή, σε όλα τα επίπεδα. Ακόμη και η αισθητή ομορφιά είναι μορφή· είναι, ακριβέστερα, η φανέρωση της νοητής μορφής μέσα στο αισθητό. Στον βαθμό που το ωραίο είναι μορφή, είναι σύμφυτο προς την ψυχή και, επομένως, ικανό να οδηγήσει την ψυχή πίσω στον εαυτό της και να επαναφέρει στη μνήμη της τη θεϊκή της προέλευση. Και εκείνη η αίσθηση ότι «πληγώνεται» την οποία βιώνει ο εραστής αντικρίζοντας το ωραίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η «μεταφυσική ανάμνηση» της πνευματικής του προέλευσης.⁶
Και για τον Πλωτίνο, όπως και για τον Πλάτωνα, υπάρχει μια «κλίμακα της ομορφιάς», την οποία πρέπει να ανέλθει κανείς για να φθάσει στο Απόλυτο. Από το αισθητό ωραίο πρέπει να ανέλθει στα ωραία ήθη, στα έργα της αρετής και στην ομορφιά της καθαρμένης ψυχής, η οποία γίνεται Ιδέα και, επομένως, η ίδια ομορφιά, πραγματοποιώντας εκείνη την ταύτιση με Αυτόν που αποτελεί την πηγή κάθε ομορφιάς.
Με αυτή την οδό, λοιπόν, η Ψυχή ξεκινά από το ωραίο και —υπερβαίνοντας το αισθητό ωραίο μέσω των ενεργειών που το ίδιο το ωραίο αφυπνίζει μέσα της— προχωρεί διαμέσου των διαφόρων βαθμίδων του ασώματου ωραίου, έως ότου γίνει η ίδια απολύτως ωραία και ταυτιστεί με το απόλυτο Ωραίο του Νοῦ και με την ίδια την αρχή του Ωραίου, δηλαδή με το Αγαθό ή το Ένα.
Ιδού ένα ιδιαίτερα σαφές χωρίο σχετικά με αυτό:
Όταν η Ψυχή φθάσει στην καθαρότητά της, ανάγεται σε μορφή και μορφικό λόγο και γίνεται ένα ον εντελώς ασώματο και νοητικό, το οποίο μετέχει πλήρως στη θεία τάξη, από όπου το ωραίο και καθετί συγγενικό προς αυτό αναβλύζει σαν από πηγή. Έτσι, καθώς επανέρχεται στον Νοῦ, γίνεται ολοένα ωραιότερη, αφού η ομορφιά της δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο Νοῦς και ο κόσμος του· και η Ψυχή αισθάνεται ότι αυτά της ανήκουν και δεν είναι καθόλου ξένα προς αυτήν, διότι μόνο μαζί τους είναι αληθινά Ψυχή. Για τον λόγο αυτό λέγεται ορθά ότι το αγαθό και το ωραίο για την Ψυχή συνίστανται στο να γίνει όμοια με τον Θεό, διότι ακριβώς από τον Θεό προέρχονται το ωραίο και κάθε άλλη ανάλογη κατάσταση των όντων. Η ομορφιά, όμως, βρίσκεται στα όντως όντα και όχι στην άλλη φύση, η οποία είναι η ασχήμια, δηλαδή το κακό στην πρωταρχική του μορφή. Ιδού, λοιπόν, ότι στον Θεό το αγαθό και το ωραίο ταυτίζονται· ή, καλύτερα, το Αγαθό και η Ομορφιά ταυτίζονται. Κατά συνέπεια, πρέπει να διεξάγεται παράλληλα η μελέτη του ωραίου και του αγαθού και εκείνη του άσχημου και του κακού. Ας τοποθετήσουμε, λοιπόν, στην πρώτη θέση την Ομορφιά, η οποία συμπίπτει επίσης με το Αγαθό. Αμέσως μετά από αυτό προέρχεται ο Νοῦς ως Ομορφιά· ακολουθεί η Ψυχή, η οποία οφείλει την ομορφιά της στον Νοῦ. Τέλος, τα άλλα πράγματα που προκύπτουν από τη μορφοποιητική ενέργεια της Ψυχής αποτελούν τις ομορφιές που ανήκουν στις ανθρώπινες πράξεις και στα ανθρώπινα έργα. Ακόμη και τα σώματα που θεωρούνται ωραία οφείλουν την ομορφιά τους στην Ψυχή· πράγματι, χάρη στη θεϊκότητά της και στο ότι αποτελεί τμήμα του Ωραίου, αυτή καθιστά ωραία όλα τα όντα τα οποία αγγίζει και εξουσιάζει, στον βαθμό που αυτά κατορθώνουν να μετέχουν σε αυτήν.⁷
Ο Πλωτίνος, στο πλαίσιο αυτών των συλλογισμών, δεν διστάζει ακόμη και να αποκαλέσει το ίδιο το Απόλυτο Υπέρτατη και Πρωταρχική Ομορφιά·⁸ αμέσως μετά, όμως, διευκρινίζει ότι η Ομορφιά είναι ο Νοῦς και ότι το Ένα ή το Αγαθό —το οποίο βρίσκεται πάνω από τον Νοῦ— έχει ενώπιόν του το Ωραίο σαν προβολή του ίδιου του εαυτού του. Η Ομορφιά σε όλη της τη λαμπρότητα είναι ο τόπος των Ιδεών, ο νοητός κόσμος, ενώ το Αγαθό βρίσκεται πέρα από το Ωραίο και αποτελεί την πηγή και την αρχή του Ωραίου.⁹
Για τη διαλεκτική ως οδό προς το Απόλυτο έχουμε ήδη μιλήσει εκτενώς, δείχνοντας ότι διακρίνεται σε τρεις στιγμές: η πρώτη συνίσταται στη μετάβαση από το σωματικό στο ασώματο· η δεύτερη συνίσταται στη βαθμιαία πρόοδο μέσα στη σφαίρα του ασώματου· και η τρίτη συνίσταται στην ολοκλήρωση της διαδικασίας, δηλαδή στην πλήρη και τέλεια επίτευξη του έσχατου σκοπού, ο οποίος για τον Πλωτίνο είναι η εκστατική ένωση της ψυχής με το Απόλυτο. Για αυτήν απομένει ακόμη να μιλήσουμε.
3. Η διεύρυνση της ερωτικής στον Πλωτίνο και οι διάφορες μορφές του έρωτα
Υπενθυμίζουμε ότι στον Πλωτίνο η διαλεκτική και η ερωτική είναι στενά συνδεδεμένες, όχι λιγότερο απ’ ό,τι στον Πλάτωνα.
Στον Πλωτίνο, όμως, τόσο η διαλεκτική —όπως είδαμε— όσο και η ερωτική διευρύνονται στο πλαίσιο της διδασκαλίας περί υποστάσεων. Πρέπει πράγματι να επισημανθεί ότι ο Έρως, ως δύναμη η οποία πηγάζει από την τάση της ψυχής προς το ωραίο, όχι μόνο υποστασιοποιείται από τον Πλωτίνο πολύ εντονότερα απ’ ό,τι από τον Πλάτωνα, αλλά και πολλαπλασιάζεται.
Στην Πρώτη Ψυχή, δηλαδή την καθολική Ψυχή, η οποία αγαπά τον Νοῦ, αντιστοιχεί ο Θεός Έρως —ο υπέρτατος Έρως που ζει στη σφαίρα του Νοῦ—, ενώ στην Ψυχή του σύμπαντος αντιστοιχεί ένας δεύτερος Έρως, ο οποίος γεννιέται από την έφεσή της προς το ωραίο. Αυτός είναι ένας Δαίμων που περιλαμβάνεται μέσα στον κόσμο και συνοδεύει παντού την Ψυχή του κόσμου.¹⁰
Τέλος, στις ανθρώπινες ψυχές ο Πλωτίνος αντιστοιχίζει ισάριθμους «Έρωτες», ισάριθμους Δαίμονες-Έρωτες, οι οποίοι γεννιούνται από την έφεση καθεμιάς προς το ωραίο και συνοδεύουν τις επιμέρους ψυχές.
Ο Πλωτίνος γράφει:
Θα πρέπει, λοιπόν, να υποστηρίξουμε ότι κάθε Ψυχή έχει τον δικό της Έρωτα, με την ουσιαστική και πραγματική έννοια που προσδιορίσαμε; Άλλωστε, γιατί η Ψυχή του σύμπαντος και η καθολική Ψυχή θα έπρεπε να διαθέτουν αυτόν τον πραγματικό Έρωτα, ενώ η Ψυχή καθενός από εμάς ή εκείνη που υπάρχει σε κάθε άλλο έμβιο ον δεν θα έπρεπε να τον διαθέτει; Και επιπλέον, ένας τέτοιος Έρως δεν είναι άραγε ο δαίμων που λέγεται ότι συνοδεύει κάθε άνθρωπο, ο προσωπικός του Έρως; Αυτός ακριβώς είναι που του εμπνέει τις επιθυμίες, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση κάθε Ψυχής, η οποία διαθέτει ενστικτώδεις ροπές εξαρτώμενες από τη φύση της, και γι’ αυτό γεννά έναν Έρωτα ανάλογο προς την αξία και την ουσία της.¹¹
4. Η επανένωση με το Ένα
Σημειώσεις:
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.
ΤΜΗΜΑ VI
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ
ΕΝΟΤΗΤΑ VII
Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΚΣΤΑΣΗ
Επιστροφή της ανθρώπινης Ψυχής στο Ένα-Αγαθό, επαφές και ένωση με Αυτό
1. Οι αρετές μέσω των οποίων η Ψυχή επιστρέφει στο Απόλυτο
Είναι φανερό ότι, μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, έπρεπε να επαναπροσδιοριστούν με νέο τρόπο οι οδοί που οδηγούν στην κατάκτηση των υπέρτατων αξιών και του Απολύτου.
Κατά πρώτον, ο Πλωτίνος περιορίζει τη σημασία της διδασκαλίας περί αρετής. Οι «πολιτικές αρετές», οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση της κλασικής ηθικής και επάνω στις οποίες ο ίδιος ο Πλάτων είχε θεμελιώσει την Πολιτεία του, αποτελούν για τον Πλωτίνο απλώς ένα σημείο αφετηρίας και όχι τον τελικό προορισμό. Η δικαιοσύνη, η φρόνηση, η ανδρεία και η σωφροσύνη, νοούμενες με την «πολιτική», δηλαδή την «πολιτειακή» έννοια, είναι ικανές μόνο να θέτουν όρια και μέτρο στις επιθυμίες και να εξαλείφουν τις ψευδείς δοξασίες· επομένως, αποτελούν απλώς ένα ίχνος του υπέρτατου Αγαθού. Αποτελούν προϋπόθεση για να γίνει κανείς όμοιος με τον Θεό, αλλά η «ομοίωση προς τον Θεό» είναι κάτι ανώτερο από αυτές.¹
Ανώτερες από τις «πολιτικές αρετές» είναι οι αρετές νοούμενες ως «καθάρσεις». Πράγματι, ενώ οι πολιτικές αρετές περιορίζονται στον μετριασμό των παθών, οι αρετές ως καθάρσεις μάς απελευθερώνουν από αυτά και, κατά συνέπεια, επιτρέπουν στην ψυχή να ενωθεί με εκείνο που είναι συγγενές προς αυτήν, δηλαδή με τον Νοῦ, δεδομένου ότι η ένωση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την απομάκρυνση από το αισθητό² και ακόμη και από την ίδια την ψυχή, δηλαδή από τα κατώτερα μέρη της.
Ο Πλωτίνος γράφει πράγματι:
Η αρετή, λοιπόν, αποτελεί ιδιότητα της Ψυχής και όχι του Νοῦ, και ακόμη λιγότερο εκείνου που βρίσκεται πάνω από αυτόν.³
Όταν η Ψυχή φθάσει στον Νοῦ και τον θεάται, τότε, μέσα σε αυτή τη θεωρία και τη μίμηση του Νοῦ, οι αρετές κατά κάποιον τρόπο μεταμορφώνονται.
Στον Νοῦ οι «αρετές» υπάρχουν ως «παραδείγματα», των οποίων οι αρετές της ψυχής αποτελούν «εικόνες» και «αντίγραφα».
Πράγματι, σε αυτό το ανώτερο επίπεδο η «σοφία» γίνεται επαφή της ψυχής με τον Νοῦ, η «δικαιοσύνη» γίνεται στροφή της ενέργειας της ψυχής προς τον Νοῦ, η «σωφροσύνη» γίνεται η εσωτερική προσήλωση της ψυχής στον Νοῦ και η «ανδρεία» γίνεται η απαθής παραμονή της ψυχής στην ένωση με τον Νοῦ, χωρίς να υφίσταται κανένα πάθος του σώματος.
Με λίγα λόγια, σε αυτό το επίπεδο οι «παραδειγματικές αρετές» αποτελούν ακριβώς τον τρόπο ζωής της ψυχής, η οποία, έχοντας απομακρυνθεί από τα αισθητά πράγματα και έχοντας επιστρέψει ολοκληρωτικά στον εαυτό της, ζει με απόλυτη καθαρότητα την ίδια τη ζωή των Θεών· δηλαδή, καθώς ομοιώνεται προς τον Νοῦ, ζει την ίδια τη ζωή του Νοῦ.⁴
2. Οι οδοί της «ερωτικής» και της «διαλεκτικής» που οδηγούν στο Απόλυτο
Οι αρετές, όμως, δεν αποτελούν τις μοναδικές οδούς που οδηγούν στην ένωση με το Θείο.
Πράγματι, ακολουθώντας τον Πλάτωνα, ο Πλωτίνος αναδεικνύει επίσης την «ερωτική» και τη «διαλεκτική», οι οποίες —αν και με διαφορετικό χαρακτήρα και σε διαφορετικό βαθμό— αποτελούν διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η ψυχή αποσπάται από το σωματικό, απελευθερώνεται και καθαίρεται από αυτό και πλησιάζει το Απόλυτο.
Η πλωτινική «ερωτική», όπως και η πλατωνική, συνδέεται στενά με την ομορφιά.⁵ Γνωρίζουμε ήδη ότι η ομορφιά είναι θεμελιωδώς μορφή, σε όλα τα επίπεδα. Ακόμη και η αισθητή ομορφιά είναι μορφή· είναι, ακριβέστερα, η φανέρωση της νοητής μορφής μέσα στο αισθητό. Στον βαθμό που το ωραίο είναι μορφή, είναι σύμφυτο προς την ψυχή και, επομένως, ικανό να οδηγήσει την ψυχή πίσω στον εαυτό της και να επαναφέρει στη μνήμη της τη θεϊκή της προέλευση. Και εκείνη η αίσθηση ότι «πληγώνεται» την οποία βιώνει ο εραστής αντικρίζοντας το ωραίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η «μεταφυσική ανάμνηση» της πνευματικής του προέλευσης.⁶
Και για τον Πλωτίνο, όπως και για τον Πλάτωνα, υπάρχει μια «κλίμακα της ομορφιάς», την οποία πρέπει να ανέλθει κανείς για να φθάσει στο Απόλυτο. Από το αισθητό ωραίο πρέπει να ανέλθει στα ωραία ήθη, στα έργα της αρετής και στην ομορφιά της καθαρμένης ψυχής, η οποία γίνεται Ιδέα και, επομένως, η ίδια ομορφιά, πραγματοποιώντας εκείνη την ταύτιση με Αυτόν που αποτελεί την πηγή κάθε ομορφιάς.
Με αυτή την οδό, λοιπόν, η Ψυχή ξεκινά από το ωραίο και —υπερβαίνοντας το αισθητό ωραίο μέσω των ενεργειών που το ίδιο το ωραίο αφυπνίζει μέσα της— προχωρεί διαμέσου των διαφόρων βαθμίδων του ασώματου ωραίου, έως ότου γίνει η ίδια απολύτως ωραία και ταυτιστεί με το απόλυτο Ωραίο του Νοῦ και με την ίδια την αρχή του Ωραίου, δηλαδή με το Αγαθό ή το Ένα.
Ιδού ένα ιδιαίτερα σαφές χωρίο σχετικά με αυτό:
Όταν η Ψυχή φθάσει στην καθαρότητά της, ανάγεται σε μορφή και μορφικό λόγο και γίνεται ένα ον εντελώς ασώματο και νοητικό, το οποίο μετέχει πλήρως στη θεία τάξη, από όπου το ωραίο και καθετί συγγενικό προς αυτό αναβλύζει σαν από πηγή. Έτσι, καθώς επανέρχεται στον Νοῦ, γίνεται ολοένα ωραιότερη, αφού η ομορφιά της δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο Νοῦς και ο κόσμος του· και η Ψυχή αισθάνεται ότι αυτά της ανήκουν και δεν είναι καθόλου ξένα προς αυτήν, διότι μόνο μαζί τους είναι αληθινά Ψυχή. Για τον λόγο αυτό λέγεται ορθά ότι το αγαθό και το ωραίο για την Ψυχή συνίστανται στο να γίνει όμοια με τον Θεό, διότι ακριβώς από τον Θεό προέρχονται το ωραίο και κάθε άλλη ανάλογη κατάσταση των όντων. Η ομορφιά, όμως, βρίσκεται στα όντως όντα και όχι στην άλλη φύση, η οποία είναι η ασχήμια, δηλαδή το κακό στην πρωταρχική του μορφή. Ιδού, λοιπόν, ότι στον Θεό το αγαθό και το ωραίο ταυτίζονται· ή, καλύτερα, το Αγαθό και η Ομορφιά ταυτίζονται. Κατά συνέπεια, πρέπει να διεξάγεται παράλληλα η μελέτη του ωραίου και του αγαθού και εκείνη του άσχημου και του κακού. Ας τοποθετήσουμε, λοιπόν, στην πρώτη θέση την Ομορφιά, η οποία συμπίπτει επίσης με το Αγαθό. Αμέσως μετά από αυτό προέρχεται ο Νοῦς ως Ομορφιά· ακολουθεί η Ψυχή, η οποία οφείλει την ομορφιά της στον Νοῦ. Τέλος, τα άλλα πράγματα που προκύπτουν από τη μορφοποιητική ενέργεια της Ψυχής αποτελούν τις ομορφιές που ανήκουν στις ανθρώπινες πράξεις και στα ανθρώπινα έργα. Ακόμη και τα σώματα που θεωρούνται ωραία οφείλουν την ομορφιά τους στην Ψυχή· πράγματι, χάρη στη θεϊκότητά της και στο ότι αποτελεί τμήμα του Ωραίου, αυτή καθιστά ωραία όλα τα όντα τα οποία αγγίζει και εξουσιάζει, στον βαθμό που αυτά κατορθώνουν να μετέχουν σε αυτήν.⁷
Ο Πλωτίνος, στο πλαίσιο αυτών των συλλογισμών, δεν διστάζει ακόμη και να αποκαλέσει το ίδιο το Απόλυτο Υπέρτατη και Πρωταρχική Ομορφιά·⁸ αμέσως μετά, όμως, διευκρινίζει ότι η Ομορφιά είναι ο Νοῦς και ότι το Ένα ή το Αγαθό —το οποίο βρίσκεται πάνω από τον Νοῦ— έχει ενώπιόν του το Ωραίο σαν προβολή του ίδιου του εαυτού του. Η Ομορφιά σε όλη της τη λαμπρότητα είναι ο τόπος των Ιδεών, ο νοητός κόσμος, ενώ το Αγαθό βρίσκεται πέρα από το Ωραίο και αποτελεί την πηγή και την αρχή του Ωραίου.⁹
Για τη διαλεκτική ως οδό προς το Απόλυτο έχουμε ήδη μιλήσει εκτενώς, δείχνοντας ότι διακρίνεται σε τρεις στιγμές: η πρώτη συνίσταται στη μετάβαση από το σωματικό στο ασώματο· η δεύτερη συνίσταται στη βαθμιαία πρόοδο μέσα στη σφαίρα του ασώματου· και η τρίτη συνίσταται στην ολοκλήρωση της διαδικασίας, δηλαδή στην πλήρη και τέλεια επίτευξη του έσχατου σκοπού, ο οποίος για τον Πλωτίνο είναι η εκστατική ένωση της ψυχής με το Απόλυτο. Για αυτήν απομένει ακόμη να μιλήσουμε.
3. Η διεύρυνση της ερωτικής στον Πλωτίνο και οι διάφορες μορφές του έρωτα
Υπενθυμίζουμε ότι στον Πλωτίνο η διαλεκτική και η ερωτική είναι στενά συνδεδεμένες, όχι λιγότερο απ’ ό,τι στον Πλάτωνα.
Στον Πλωτίνο, όμως, τόσο η διαλεκτική —όπως είδαμε— όσο και η ερωτική διευρύνονται στο πλαίσιο της διδασκαλίας περί υποστάσεων. Πρέπει πράγματι να επισημανθεί ότι ο Έρως, ως δύναμη η οποία πηγάζει από την τάση της ψυχής προς το ωραίο, όχι μόνο υποστασιοποιείται από τον Πλωτίνο πολύ εντονότερα απ’ ό,τι από τον Πλάτωνα, αλλά και πολλαπλασιάζεται.
Στην Πρώτη Ψυχή, δηλαδή την καθολική Ψυχή, η οποία αγαπά τον Νοῦ, αντιστοιχεί ο Θεός Έρως —ο υπέρτατος Έρως που ζει στη σφαίρα του Νοῦ—, ενώ στην Ψυχή του σύμπαντος αντιστοιχεί ένας δεύτερος Έρως, ο οποίος γεννιέται από την έφεσή της προς το ωραίο. Αυτός είναι ένας Δαίμων που περιλαμβάνεται μέσα στον κόσμο και συνοδεύει παντού την Ψυχή του κόσμου.¹⁰
Τέλος, στις ανθρώπινες ψυχές ο Πλωτίνος αντιστοιχίζει ισάριθμους «Έρωτες», ισάριθμους Δαίμονες-Έρωτες, οι οποίοι γεννιούνται από την έφεση καθεμιάς προς το ωραίο και συνοδεύουν τις επιμέρους ψυχές.
Ο Πλωτίνος γράφει:
Θα πρέπει, λοιπόν, να υποστηρίξουμε ότι κάθε Ψυχή έχει τον δικό της Έρωτα, με την ουσιαστική και πραγματική έννοια που προσδιορίσαμε; Άλλωστε, γιατί η Ψυχή του σύμπαντος και η καθολική Ψυχή θα έπρεπε να διαθέτουν αυτόν τον πραγματικό Έρωτα, ενώ η Ψυχή καθενός από εμάς ή εκείνη που υπάρχει σε κάθε άλλο έμβιο ον δεν θα έπρεπε να τον διαθέτει; Και επιπλέον, ένας τέτοιος Έρως δεν είναι άραγε ο δαίμων που λέγεται ότι συνοδεύει κάθε άνθρωπο, ο προσωπικός του Έρως; Αυτός ακριβώς είναι που του εμπνέει τις επιθυμίες, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση κάθε Ψυχής, η οποία διαθέτει ενστικτώδεις ροπές εξαρτώμενες από τη φύση της, και γι’ αυτό γεννά έναν Έρωτα ανάλογο προς την αξία και την ουσία της.¹¹
4. Η επανένωση με το Ένα
Σημειώσεις:
1 Πρβλ. Ἐννεάδες, I, 2, 1.
2 Πρβλ. Ἐννεάδες, I, 2, 2 κ.ε.
3 Ἐννεάδες, I, 2, 3.
4 Πρβλ. Ἐννεάδες, I, 2, 7.
5 Πρβλ. βιβλίο III, σσ. 664 κ.ε.
6 Πρβλ. Ἐννεάδες, I, 6, 4· III, 5, passim.
7 Ἐννεάδες, I, 6, 6.
8 Πρβλ. Ἐννεάδες, I, 6, 6-7.
9 Πρβλ. Ἐννεάδες, I, 6, 9.
10 Ἐννεάδες, III, 5, 1-3.
11 Ἐννεάδες, III, 5, 4.
2106
2 Πρβλ. Ἐννεάδες, I, 2, 2 κ.ε.
3 Ἐννεάδες, I, 2, 3.
4 Πρβλ. Ἐννεάδες, I, 2, 7.
5 Πρβλ. βιβλίο III, σσ. 664 κ.ε.
6 Πρβλ. Ἐννεάδες, I, 6, 4· III, 5, passim.
7 Ἐννεάδες, I, 6, 6.
8 Πρβλ. Ἐννεάδες, I, 6, 6-7.
9 Πρβλ. Ἐννεάδες, I, 6, 9.
10 Ἐννεάδες, III, 5, 1-3.
11 Ἐννεάδες, III, 5, 4.
2106
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου