Συνέχεια από Δευτέρα 5. Οκτωβρίου 2026
Πνευματικά Γυμνάσματα 10β
Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου
ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.
ΜΕΛΕΤΗ Ι΄.
Α΄. Περὶ τῆς μερικῆς κολάσεως ὅπου ἤδη λαμβάνουν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ᾅδην καὶ περὶ τῆς δεινότητος τῆς φυλακῆς τοῦ ᾅδου.
Β΄. Περὶ τῆς λύπης ὅπου ἔχουν ἐκεῖ οἱ ἁμαρτωλοὶ διὰ τὸ παρόν.
Γ΄. Περὶ τοῦ φόβου ὅπου ἔχουν διὰ τὸ μέλλον.
β.
Συλλογίσου ἀδελφὲ τὴν ἀπαρηγόρητον λύπην καὶ πόνον ὅπου δοκιμάζει εἰς τὸ παρὸν ἡ ἁμαρτωλὴ ἐκείνη ψυχὴ ὅπου καταδικασθῇ εἰς τὸν ἅδην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν λύπην τόσον ἔχει νὰ καταβυθισθῇ, ὅπου νὰ μὴ δύναται τελείως νὰ ἐνθυμηθῇ ἄλλο τι, οὔτε αὐτὸν τὸν ἴδιον Θεὸν διότι ἂν Τὸν ἐνθυμεῖτο, βέβαια ἤθελε καὶ νὰ παρηγορηθῇ, κατὰ τὸν ψαλμῳδὸν ὅπου λέγει· «Εμνήσθην τοῦ Θεοῦ καὶ εὐφράνθην» (ψαλμ. ος. 3). Τὴν λύπην δὲ αὐτὴν ἔχουν νὰ προξενούν αἱ πολλαῖ ἁμαρτίαι καὶ τὰ πάθη. 38 μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ψυχὴ εὑρίσκεται ἐκεῖ καταφορτωμένη· διότι ἤξευρε, ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνῃ, εἴτε σωματικὴν ἁμαρτίαν, εἴτε ψυχικήν, ἢ ἔχει κανένα πάθος σαρκικὸν ἢ ψυχικόν, βάφεται μὲν ὁ νοῦς καὶ ἡ φαντασία τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν βαφὴν τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ πάθους ἐκείνου καὶ τυπώνεται καὶ μορφώνεται ἀπὸ τὸν τύπον καὶ τὴν μορφὴν αὐτῶν, ποιόνεται δὲ καὶ διατίθεται ἡ θέλησις τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν κλίσιν καὶ ὄρεξιν ὅπου ἔλαβεν εἰς τὰς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὰ πάθη· καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ὅλη ἡ ψυχὴ ἐνδύεται ὡσὰν ἕνα συγχαμερόν, βρωμερὸν καὶ σκοτεινὸν ἔνδυμα τὴν ἁμαρτίαν ὅπου πράξῃ, καὶ τὸ πάθος ὅπου ἔχει ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ· καθὼς ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐνδύεται ὅλη ὡσὰν ἕνα ένδυμα ποθεινὸν εὐωδιαστικὸν καὶ φωτεινὸν τὴν ἀρετὴν καὶ τὸ καλὸν ὅπου πράξῃ. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Θεία Γραφὴ εἰς πολλὰ μέρη παρομοιάζει μὲ τὰ ἐνδύματα τόσον τὴν ἀρετὴν ὅσον καὶ τὴν κακίαν· καὶ διὰ μὲν τὴν ἀρετὴν οὕτω λέγει «Ενδύσασθε οὖν ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι σπλάγχνα οἰκτιρμῶν, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν». (Κολασ. γ'. 12.) διὰ δὲ τὴν κακίαν οὕτω· «Μισοῦντες καὶ τὸν ἀπὸ τῆς σαρκὸς ἐσπιλωμένον χιτῶνα», (Ἰούδ. ἐπιστ. 23) καὶ διὰ τὰ δύο ὁμοῦ οὕτω λέγει ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». (Κολασ. γ' 9).
Ὅθεν ἐὰν δὲν προφθάσῃ ἀπ' ἐδῶ ἡ ψυχὴ νὰ ἐκδυθῇ τὸ σκοτεινὸν ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας ὅπου ἐφόρεσε καὶ νὰ ἐνδυθῇ τὸ φωτεινὸν ἔνδυμα τῆς ἀρετῆς, ὅταν εὔγῃ ἀπὸ τὸ σῶμα, εὑρίσκεται ἡ ταλαίπωρος ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλού φερομένη μὲ αὐτό· καθὼς ἐξ ἐναντίας ἡ ψυχὴ τῶν ἐναρέτων εὐγαίνει ἀπὸ τὸ σῶμα φορεμένη μὲ τὸ λαμπρὸν ἔνδυμα τῆς ἀρετῆς 40 καὶ ἡ μὲν ἁμαρτία ὅπου ἔπραξε, στέρησις οὖσα τοῦ καλοῦ θέλει ἀφανισθῆ καὶ δὲν θέλει εὑρεθῆ· καθὼς εἶναι γεγραμμένον «Ζητηθήσεται ἡ ἁμαρτία αὐτοῦ καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ» (ψαλμ. θ' 15), ἡ δὲ βαφὴ καὶ ἡ μορφὴ καὶ ὁ τύπος ὁ ἐμπαθὴς τῆς ἁμαρτίας, ἂν δὲν ἐξαλειφθῇ ἀπ᾿ ἐδῶ μὲ τὴν τελείαν μετάνοιαν, θέλει μένει εἰς τὴν ψυχὴν καὶ δι΄ αὐτὴν θέλει μένει εἰς αὐτὴν καὶ ἡ κόλασις, ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος : «Η ἁμαρτία ἐν τοῖς ὁρῶσιν αὐτὴν μᾶλλον ἢ ἐν τοῖς ὁρωμένοις κακῶς τὴν ὕπαρξιν ἔχει· πεπαυμένων οὖν τῶν πονηρῶν πράξεων καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς ἁμαρτίας συναφανίζετα:... κἂν ἡ ἐπὶ τοῖς ἁμαρτήμασι τιμωρία τεταμιευμένη τύχοι τοῖς ἁμαρτάνουοι καὶ ἄλυτος ἤ ἐπὶ τοῖς ἀδικήμασι κόλασις» (Ἀσκητικ. διατάξ. δ'). Καὶ λοιπόν, πῶς ἡ ἀθλία ἐκείνη ψυχὴ νὰ μὴ λυπῆται, βλέπουσα τὸν ἑαυτόν της ὅλον μεμορφωμένον καὶ τυπωμένον μὲ τὴν αἰσχρὰν καὶ δυσειδή μορφὴν καὶ τὸν τύπον τῆς ἁμαρτίας; Πῶς νὰ μὴ θλίβεται ἡ δυστυχής, βλέπουσα ὅτι εἶναι ὅλη βουτημένη καὶ βεβαμμένη μέσα εἰς τὴν αἱματώδη βαφὴν τοῦ διαβόλου, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ξεβαφῇ καθὼς δὲν ξεβάφεται καὶ τὸ ροῦχον ὅπου εἶναι βουτημένον μέσα εἰς τὸ αἷμα; Ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, έρμηνεύοντας τὸ ρητὸν ἐκεῖνο τοῦ Ἡσαΐου· «Ον τρόπον ἱμάτιον ἐν αἵματι πεφυρμένον οὐκ ἔσται καθαρόν, οὕτως οὐδὲ σὺ ἔσει καθαρός». (ιδ'. 19). Τί λέγω; ἀσυγκρίτως περισσότερον δὲν ξεβάφεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, παρὰ τὸ ροῦχον ἀπὸ τὸ αἷμα· διότι ὅσον ἡ ψυχὴ εἶναι λεπτοτέρα ἀπὸ κάθε ροῦχον καὶ τὸ πλέον λεπτότατον, τόσον βαθύτερα ἔλαβε τὴν βαφήν τῆς ἁμαρτίας καὶ ὅλη ὅλως ἔγινεν ἕνα. μὲ αὐτήν. Πῶς νὰ μὴν ἀναστενάζῃ ἡ ἐλεεινὴ καὶ νὰ μὴν κλαίῃ, βλέπουσα πῶς εἶναι ἐνδεδυμένη ἕνα φόρεμα κατάμαυρον λελεπρωμένον, βρωμισμένον, γεμᾶτον ἀπὸ μυριάδας ἀκαθαρσίας καὶ λέρας, Καὶ τὸ μεγαλύτερον εἶναι, ὅπου νὰ θέλῃ νὰ τὸ ἐκδυθῇ καὶ νὰ μὴ δύναται. Ὅθεν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια πάθη της ἔχει ἐκεῖ νὰ κολάζεται καὶ νὰ καταφλέγεται· ἔχει νὰ ἀδολεσχῇ καὶ νὰ ἐνοχλῆται πάντοτε, καθὼς λέγει ὁ διακριτικώτατος ἐκεῖνος ἅγιος Δωρόθεος, οὕτω γράφων. «Ὅταν ἐξέλθη ἐκ τοῦ σώματος ἡ ψυχή, μονοῦται αὐτὴ καὶ τὰ πάθη αὐτῆς καὶ λοιπὸν κολάζεται ὑπ' αὐτῶν, πάντοτε εἰς αὐτὰ ἀδολεσχοῦσα καὶ φλεγομένη ὑπὸ τῆς ὀχλήσεως αὐτῶν καὶ διασπαραττομένη ὑπ' αὐτῶν, ὥστε μὴ μνημονεύσαι τοῦ Θεοῦ δύνασθαι». Καὶ «Πάντοτε ἡ ἐμπαθὴς ψυχὴ κολάζεται ἡ ἀθλία ὑπὸ τῆς ἰδίας καχεξίας πάλιν, ἔχουσα ἀεὶ τὴν πικρὰν μνήμην καὶ τὴν ἐπώδυνον ἀδολεσχίαν τῶν παθῶν καιόντων ἀεὶ καὶ καταφλεγόντων αὐτήν». (παρὰ τῇ συλλογῇ Ἰωάννου Ἀντιοχείας ἐν τῇ α'. ὑποθέσει). 41
Ὦ ἀλλοίμονον! Τότε ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἡ τρισαθλία θέλει ἰδεῖ συμμαζωμένα εἰς τὸν ἑαυτόν της, ὡσὰν εἰς μίαν βρωμερὰν ἀποθήκην ὅλα τὰ πονηρὰ ἔργα, ὅλα τὰ κακὰ λόγια καὶ ὅλους τοὺς αἰσχροὺς λογισμούς, ὅπου ἔπραξε καὶ ἐλάλησε καὶ ἐσυλλογίσθη εἰς ὅλον τὸν καιρὸν τῆς ζωῆς της· καὶ εἰς τὴν νεότητάν της καὶ εἰς τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν καὶ εἰς τὸ γηρατεῖον της, εἰς τὸ ὁποῖον πολλάς φοράς μᾶς ἀφίνει ἡ ἁμαρτία, ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν ἀφίνομεν τὴν ἁμαρτίαν καὶ θέλει εἰπῇ ἐκεῖνο τοῦ Ἰώβ. «Κατέβαλον με πτῶμα ἐπὶ πτώματι». (ις'. 14). Τότε θέλει ἰδῆ τὴν κάθε ἁμαρτίαν ὅπου ἔκαμεν, ὄχι καθὼς τώρα τὴν βλέπει καὶ τὴν μετρᾷ ὠσὰν ἕνα πράγμα ἐλαφρὸν καὶ σχεδὸν ὡσὰν ἕνα παιγνίδι, ἀλλὰ καθὼς τὴν βλέπει καὶ τὴν μετρᾷ ὁ Θεός· ἤγουν ὡσὰν ἕνα πράγμα φρικωδέστατον καὶ φοβερὸν ὡσὰν ἕνα πέλαγος πονηρίας, ὡσὰν μίαν ἄπειρον ὕβριν τοῦ Παντοκράτορος καὶ ὡς μίαν ἀποστασίαν κατὰ τῆς ἰδίας θεότητος, καθὼς γέγραπται· «Ήρκε χεῖρας ἐναντίον τοῦ Κυρίου ἔναντι δὲ Κυρίου Παντοκράτορος ἐτραχηλίασεν· ἔδραμε δὲ ἐναντίον αὐτοῦ ὕβρει». (Ἰὼβ ιε'. 25). Τότι θέλει ἰδῆ τὰς ἁμαρτίας ὅπου ἔκαμαν ἄλλοι πῶς ἔγιναν ἰδικαί της ἢ διότι αὐτὴ συνήργησεν εἰς αὐτὰς μὲ τὸ κακόν της παράδειγμα, ἢ διότι ἔδωκε συμβουλὴν εἰς τὸ νὰ τὰς κάμουν ἢ καὶ διότι δὲν τὰς ἐμπόδισε καθὼς ἀπαιτοῦσε τὸ χρέος τοῦ ἐπαγγέλματός της· καθὼς περὶ τῶν τοιούτων ἁμαρτιῶν λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ὅτι ἀκολουθοῦν μετὰ θάνατον «Τινῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι πρόδηλοί εἰσι προάγουσαι εἰς κρίσιν, τισὶ δὲ καὶ ἐπακολουθοῦσιν». (Α΄. Τιμόθ. ε'. 24).
Τότε θέλει γνωρίσει καὶ τὰ καλὰ ὅπου ἔπραξε, μὰ μὲ κακὸν σκοπὸν καὶ σχεδὸν μεμιγμένα μὲ περισσοτέρας ἁμαρτίας· ἤγουν τὰς προσευχὰς ὅπου ἔκαμεν ἐμπρὸς εἰς τὸν Θεόν, χωρὶς καμμίαν προσοχὴν καὶ εὐλάβειαν, τὰς διδαχὰς ὅπου ἤκουσε διὰ μόνην περιέργειαν καὶ ὄχι διὰ κανένα ὄφελος καὶ καρπὸν μετανοίας· τὰς ἐκκλησίας ὅπου ἐμόλυνε μὲ τὰς καταλαλιὰς καὶ ψιθυρισμούς, τὰς ἑορτὰς ὅπου ἐκαταφρόνησε, τὰ μυστήρια ὅπου ἀναξία ούσα ἐμεταχειρίσθη. Ἀκόμη θέλει γνωρίσει καὶ τὰ καλὰ ὅπου ἠδύνατο νὰ κάμῃ καὶ δὲν τὰ ἔκαμεν ἀπὸ ἀμέλειάν της, καὶ μάλιστα τὸν χρυσοῦν καιρὸν ὅπου εἶχεν εἰς τὰς χεῖρας της καὶ τὸν ἐξώδευσεν εἰς τὰ κακὰ καὶ δὲν τὸν ἐξώδευσεν εἰς τὸ νὰ ἐργασθῇ τὰς ἀρετὰς καὶ νὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὴν καταδίκην τοῦ ᾅδου. Ὅλα αὐτὰ θέλει τὰ ἰδῆ τότε ἡ ψυχὴ καὶ τόσον θέλει συγχαθῆ τὸν ἑαυτόν της, ὅπου νὰ τῆς φαίνεται πλέον φοβερὰ ἡ ἰδική της ἀσχημάδα, παρὰ ἐὰν ἔβλεπε τὴν ἀσχημάδα ὅλων ὁμοῦ τῶν δαιμόνων ὦ πόσον τότε θέλει ἀναστενάξει ἀπὸ τὸ ὑπερβολικὸν πλάκωμα ὅπου ἔχει νὰ τῆς κάμνῃ τὸ συνειδὸς καὶ νὰ εἰπῇ· «Αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ.» (ψαλμ. λζ'. 4) Ὦ καὶ μὲ πόσην ἐπιθυμίαν θέλει ἀγαπήσει τότε, νὰ ἦτο τρόπος νὰ μεταγυρίσῃ δεύτερον εἰς τοῦτον τὸν κόσμον καὶ νὰ κλαίῃ ὅλον τὸν ὑπόλοιπον καιρὸν τῆς ζωῆς της, διὰ νὰ ἀποπλύνῃ μὲ τὰ δάκρυά της ὅλας τὰς ἀκαθαρσίας τῶν ἁμαρτιῶν ὅπου ἐνεδύθη, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτήν.
Φοβεῖσαι ἀδελφὲ ἐσὺ ὅπου μελετᾷς ταῦτα; ἀλλ' ἐὰν τὰ φοβῆσαι, διατὶ δὲν πολιτεύεσαι κατὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου διὰ νὰ μὴ πάθῃς καὶ ἐσὺ τὰ ὅμοια; Διατὶ ἀφὶνεις τὴν διάνοιαν καὶ φαντασίαν σου νὰ τρέχῃ καὶ νὰ γλυκαίνεται εἰς τοὺς αἰσχροὺς καὶ πονηροὺς λογισμοὺς καὶ δὲν ἀγωνίζεσαι νὰ τυπώνῃς πάντοτε τὸν νοῦν σου μὲ πνευματικὰ καὶ θεῖα νοήματα; Δὲν ἠξεύρεις πὼς βάφεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὰ νοήματα ὅπου νοεῖ, καθὼς λέγει ὁ ἐκ Δαμασκού Ὅσιος Πέτρος; Καὶ ἂν μὲν αὐτὰ εἶναι θεῖα, γίνεται καὶ αὐτὸς θεῖος, ἂν δὲ σαρκικὰ καὶ ὑλικά, γίνεται καὶ αὐτὸς σαρκικὸς καὶ ὑλικός; Διατὶ ἀφίνεις τὴν κλίσιν καὶ ὄρεξιν τῆς καρδίας σου νὰ ὀρέγεται τὰ πάθη καὶ τὰς ἁμαρτίας καὶ δὲν τὴν βιάζεις νὰ ὀρέγεται τὰς ἀρετὰς καὶ τὰ οὐράνια πράγματα; Δὲν ἠξεύρεις πὼς ἂν ὀρέγεσαι τὰ ἄλογα πάθη, γίνεσαι παρόμοιος μὲ τὰ ἄλογα ζῶα, εἰ δὲ καὶ ἀγαπᾶς τὰς ἀρετάς, γίνεσαι ὅμοιος μὲ τοὺς ἀγγέλους,
Τί μεγάλη τυφλότης εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδική σου; Νὰ ἠξεύρῃς πὼς μόνον τὰ καλὰ ἔργα ἔχουν τότε νὰ σοὶ βοηθήσουν καὶ ἐσὺ νὰ ἐξοδεύῃς τὴν ζωήν σου εἰς τὸ νὰ φορτώνεσαι μὲ ἁμαρτίας; Νὰ ἠξεύρῃς πὼς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἴδια, ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος (ὅρα κατ' ἐπιτομὴν π΄.) τὸ νὰ καθαρισθῇ ἀπὸ κάθε μολυσμὸν σαρκὸς καὶ πνεύματος ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ· τὸ νὰ ἐπιτελῇ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ καὶ ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ· τὸ νὰ μὴν ἔχῃ κανένα σπίλον ἤ ρυτίδα εἰς τὴν ψυχήν, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἅγιος καὶ ἄμωμος καὶ ἐσὺ νὰ κάμνῃς ὅλα τὰ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἀπίστων ἴδια; Καὶ νὰ μολύνεσαι καθ' ἑκάστην ἀπὸ ἀκαθαρσίας σαρκικὰς καὶ ψυχικὰς καὶ νὰ μαζώνῃς εἰς τὴν ψυχήν σου κάθε λέραν καὶ μολυσμόν; Καὶ νὰ εἶσαι ὅλος ἄναγνος καὶ λελεπρωμένος ἀπὸ κεφαλῆς ἔως ποδῶν; νὰ ἠξεύρῃς πὼς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχουν τόπον οἱ πόρνοι καὶ ἀκάθαρτοι καὶ οἱ φαρμακοὶ καὶ κάθε ἄλλος ὅπου ἀγαπᾶ τὸ ψεῦδος· «Ἔξω οἱ κύνες καὶ οἱ φαρμακοὶ καὶ οἱ πόρνοι καὶ οἱ φονεῖς καὶ οἱ εἰδωλολάτραι καὶ πᾶς ὁ φιλῶν καὶ ποιῶν ψεῦδος». (Αποκ. κβ΄. 15). Καὶ πὼς μόνον εἰσέρχονται εἰς αὐτὴν οἱ ποιοῦντες τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου· «Μακάριοι οἱ ποιοῦντες τὰς ἐντολὰς Αὐτοῦ· ἵνα ἔσται ἡ ἐξουσία αὐτῶν ἐπὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς καὶ τοῖς πυλῶσιν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν» (Ἀποκ. κβ΄ 14) καὶ ἐσὺ νὰ θέλῃς νὰ μιμῆσαι τοὺς πρώτους μὲ τὰς ἁμαρτίας καὶ νὰ μὴ μιμῆσαι τοὺς δευτέρους μὲ τὰ καλὰ ἔργα; Ὤ τυφλότης παράδοξος! Καὶ τὶς ἄλλος εἶναι τυφλότερός σου ἀγαπητέ; «Τις τυφλός, ἀλλ' ἢ οἱ παϊδές μου; Λέγει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἡσαΐου καὶ ἐτυφλώθησαν οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ» (μβ΄. 19). Ἡξεύρω ὅτι ὁ Νάας ἐκεῖνος ὁ Ἀμμανίτης ἠθέλησε νὰ βγάλῃ μόνον τὸ δεξιὸν ὀμμάτι τῶν Ἰαβιτῶν Ἰουδαίων «Ἐν ταύτῃ διαθήσομαι διαθήκην ὑμῖν ἐν τῷ ἐξορύξαι ὑμῶν πάντα ὀφθαλμὸν δεξιόν.» (Α΄. βασιλ. ια΄. 2) Ἀλλ' ἐσένα ἀδελφέ, φαίνεται ὅτι σοῦ ἔβγαλε καὶ τὰ δύο ὀμμάτια ὁ νοητὸς Νάας ὁ διάβολος καὶ σὲ ἔκαμεν ὁλότελα τυφλόν.
Ὅθεν ἄνοιξε ἀγαπητὲ τὰ ὀμμάτια τῆς ψυχῆς σου, διὰ νὰ ἰδῇς πῶς νὰ γλυτώσῃς ἀπὸ ἐκείνην τὴν ἀπαρηγόρητον λύπην τῆς φοβεράς φυλακῆς τοῦ ᾅδου καὶ νὰ ἐπιτύχῃς τὴν ἐν οὐρανοῖς χαρὰν τῶν δικαίων. Ἐμόλυνες τὸν καθαρὸν χιτῶνα τῆς ψυχῆς σου μὲ διάφορας ἀκαθαρσίας, Ἰδού, ἔχεις ἕτοιμον πρῶτον τὸ λουτρὸν τῆς θείας ἐξομολογήσεως, καὶ ἀποφάσισε νὰ πηγαίνῃς νὰ λούεσαι εἰς αὐτὸ συνεχῶς· ἔχεις καὶ δεύτερον λουτρὸν τὰ δάκρυα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀποπλύνεται κάθε μολυσμὸς τῆς ψυχῆς. «Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκουσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω», (ψάλμ. 5΄. 6) 43 Ἔχεις καὶ τρίτον λουτρὸν τοὺς ἰδρῶτας καὶ κόπους τοῦ σώματος, μὲ τοὺς ὁποίους γίνεται ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν ὑπὸ τοῦ Κυρίου. «Ἵδε τὴν ταπείνωσίν μου καὶ τὸν κόπον μου καὶ ἄφες πάσας τὰς ἁμαρτίας μου» (ψαλμ. κδ΄ 19) ἔχεις καὶ τέταρτον λουτρόν, τὴν μετ' εὐχαριστίας ὑπομονὴν ὅλων τῶν ἀκουσίων πειρασμῶν καὶ θλίψεων ὅπου σοῦ ἀκολουθήσουν ἐκ τοῦ διαβόλου ἢ ἐξ ἀνθρώπων ἢ ἐκ τῆς διεφθαρμένης φύσεως· διότι καὶ μὲ τὴν ὑπομονὴν τούτων λαμβάνεις συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν σου καθὼς λέγει ἡ Ἁγία Συγκλητική «Πάσης ἀκουσίου θλίψεως ἀναλογίζου τὴν ἔκβασιν καὶ εὑρήσεις ἐν αὐτῇ ἁμαρτίας ἀναίρεσιν». Μὲ τὰ τοιαῦτα λουτρά πλύνονται καὶ λευκαίνονται τὰ ἱμάτια καὶ γίνονται ἄξια διὰ τὸν οὐράνιον γάμον· ἐπειδὴ ὅποιος έχει λερωμένα ῥούχα δὲν ἐμβαίνει εἰς τὴν χαρὰν ἐκείνου τοῦ γάμου, ἀλλ' οὔτε δύνανται νὰ ἔμβουν εἰς αὐτὸν ὅσοι εἶναι ἀσθενεῖς ἢ τυφλοὶ ἢ χωλοὶ ἢ μισερωμόνοι ἐπειδὴ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν σπητάλιον καὶ νοσοκομεῖον δὲν γινεται· διὰ τοῦτο ὅσοι ἀποθάνουν, ἔχοντες τοιαῦτα λειψίματα καὶ μισερώματα καὶ δὲν εἶναι ὑγιεῖς καὶ τέλειοι εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς ψυχῆς, καταβαίνουν εἰς τὸν ἅδην καὶ δὲν ἀνέρχονται εἰς τοὺς οὐρανοὺς καθὼς εἶναι γεγραμμένον. «Τυφλοὶ καὶ χωλοὶ οὐκ εἰσελεύσονται εἰς τὸν Οἶκον Κυρίου». (Β΄. Βασιλ. ε΄ 8).
Ἐντράπου πὼς πολλὰς φορὰς ἔγινες ἄξιος μὲ τὰς ἁμαρτίας σου νὰ δοκιμάσῃς τὴν ἀπαρηγόρητον λύπην ἐκείνης τῆς φοβεράς φυλακῆς. Εὐχαρίστησε τὸν Κύριον ὅπου σοῦ ἔδωκε καιρὸν διὰ νὰ ἐκδυθῇς τὸν χιτῶνα τῆς ἁμαρτίας μὲ μίαν τελείαν καὶ συντετριμμένην μετάνοιαν καὶ νὰ ἐνδυθῇς τὰ ἱμάτια τῆς σωτηρίας καὶ οὕτω νὰ ἀξιωθῇς τῆς οὐρανίου χαρᾶς· καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἴδιος σὲ συμβουλεύει νὰ σοῦ πωλήσῃ τοιαῦτα καθαρὰ ἱμάτια μὲ τὴν τιμὴν τῶν καλῶν ἔργων, παρακάλεσε Τον ἀπὸ καρδίας νὰ σὲ δυναμώσῃ μὲ τὴν χάριν Του, διὰ νὰ δυνηθῇς νὰ τὰ ἐξαγοράσῃς ἀπὸ Αὐτὸν διὰ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν Του καὶ διὰ νὰ μὴν εὑρεθῇς γυμνὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ «Συμβουλεύω σοι ἀγορᾶσαι παρ' ἐμοῦ... ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καί μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου». (Αποκ. γ΄. 18).
γ. Συνεχίζεται
Σημειώσεις:
38 Ἄλλο εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ἄλλο εἶναι τὸ πάθος τῆς ἁμαρτίας· καὶ ἁμαρτία μὲν εἶναι ἡ ἐνέργεια καὶ πρᾶξις τῆς ἁμαρτίας, πάθος δὲ εἶναι αὐτὴ ἡ ρίζα ἡ ἐσωτερικῶς ριζωμένη εἰς τὴν καρδίαν καὶ τὴν ψυχήν, ἥτις βλαστάνει τὴν κατὰ πρᾶξιν ἁμαρτίαν· καὶ κατὰ ἄλλον τρόπον, τὸ πάθος εἶναι ὡσὰν μία πληγὴ ὅπου ἔγινε μέσα εἰς τὴν ψυχὴν ἀπὸ τὰς πολλὰς πράξεις τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία πληγὴ ἐσωτερικῶς καὶ πάντοτε μὲν ἐνοχλεῖ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ἕλκει εἰς τὸ νὰ τυπώνῃ τὴν ἁμαρτίαν μὲ τὴν φαντασίαν της καὶ νὰ τὴν ὀρέγεται μὲ τὴν καρδίαν καὶ θέλησίν της ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν εἶναι παρὸν τὸ αἴτιον τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν δὲ ἀπαντήσῃ καὶ τὸν αἴτιον τῆς ἁμαρτίας τότε μάλιστα ή πληγὴ ἐκείνη ὡσὰν νὰ κτυπᾶται καὶ πονῇ τυραννικῶς βιάζει τὴν ψυχὴν εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ κάμνει ἄλλην ἀλλοίωσιν καὶ εἰς τὴν ἔξω τοῦ προσώπου ἐπιφάνειαν· διὰ τοῦτο βλέπομεν καὶ πολλοὺς ἀνθρώπους ὅπου ἔχουν πάθος ἔρωτος, ἤ μίσους πρὸς τίνας, οἱ ὁποῖοι εὐθὺς ὅπου τοὺς ἰδοῦν ἐν τῷ ἅμα κινεῖται καὶ τὸ πάθος τοῦ μίσους ἢ τοῦ ἔρωτος καὶ τοὺς προξενεῖ μίαν ταραχὴν καὶ ἀλλοίωσιν ὥστε ὅπου κάμνουν νὰ τοὺς γνωρίζουν πῶς ἐταράχθηκαν καὶ ὅσοι στέκονται κοντὰ τους ὁ δὲ ἅγιος Ἰσαὰκ λέγει «Πάθη εἰσὶ καθάπερ οὐοία τις σκληρὰ ἄπερ μεσιτεύουσι μεταξὺ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς θεωρίας, καὶ κωλύουσιν ἐξ αὐτῆς τὴν διάκρισιν τῆς διαφορᾶς τῶν πραγμάτων» (λόγ. ξθ'. σελ. 400).
39 Ὅτι δὲ ἡ ἁμαρτία σκότος ἐντυπώνει εἰς τὴν ψυχὴν μαρτυρεῖ καὶ ὁ μέγας Βασίλειος λέγων· «Η ἁμαρτία ἐν τῇ ἀπολείψει τοῦ καλοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχουσα σκότος τυποῦται τοῖς ἀδικήμασι νοερὸν (Διατάξ͵ ἀσκητ. δ'.) καὶ ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής· «Ὁ τοῖς πονηροῖς λογισμοῖς φησὶ περιεχόμενος, πῶς ἴδῃ τὴν ὑπὸ τούτων καλυπτομένην ἁμαρτίαν ἐνυπόστατον; ἤτις ἐστὶ σκότος καὶ ὁμίχλη ψυχῆς ἐξ ἐννοιῶν πονηρῶν καὶ λόγων καὶ πράξεων ἐμπεσοῦσα;
40 Καὶ πρῶτον μὲν ἡ τεθεωμένη ψυχὴ τοῦ Κυρίου μας, ὅταν εὐγῆκεν ἀπὸ τὸ θεοϋπόστατον σῶμα της καὶ κατέβη εἰς τὸν ἅδην γυμνὴ τῆς σαρκὸς διὰ νὰ κουρσεύσῃ τὰς ἐκεῖ εὐρισκομένας ψυχὰς εἶχεν εἰς τὸν ἑαυτόν της καὶ τοὺς τύπους τῶν παθῶν καὶ τῶν πληγῶν ὅπου ἔλαβεν ἐν τῷ σώματι ἐπὶ τοῦ σταυροῦ εἰς δόξαν καὶ καύχημά της καθὼς ὁ σοφὸς Νικόλαος ὁ Ἐπίσκοπος Ἰδροῦντος ἐν τινι τροπαρίῳ τοῦ κανόνος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τούτο λέγει ἐπὶ λέξει οὕτως «Ὁ ἅδης Λόγε συναντήσας σοι, ἐπικράνθη βροτὸν ὁρῶν τεθεωμένον, κατάστικτον τοῖς. μώλωψι καὶ πανσθενουργὸν κτλ.» ὁ γὰρ ἅδης ψυχῶν ἐστι τόπος γυμνῶν ἀπὸ σώματα· ὁ δὲ τάφος σωμάτων μόνον νεκρῶν. Ὅθεν ὁ ᾅδης ἐδῶ δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἀντὶ τοῦ τάφου, ὡς καὶ ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν Κανόνων πτωχὸς Πρόδρομος οὕτως ἑρμηνεύει. Ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ἐν τῇ Καινῇ Κυριακῇ λέγει, ὅτι οἱ μάρτυρες φέρουν εἰς τὸν ἑαυτόν τους τύπους τῶν πληγῶν καὶ παθημάτων ὅπου ὑπέμειναν διὰ τὸν Χριστόν καὶ θέλουν τὰς ἔχει εἰς δόξαν τους καὶ καλλωπισμόν
41 Συμφώνως καὶ ὁ μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος λέγει, ὅτι τὸ μόνιμον σκότος καὶ ἡ ἀσχημάδα ὅπου ἤθελε τυπώσῃ εἰς τὸν ἑαυτόν της ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα ταῦτα καὶ αἰσθητὰ τοῦ κόσμου πράγματα, ἔχουν νὰ κολάζουν αὐτὴν λέγων, «Σφόδρα θαυμάζειν ἄξιον καὶ κατασκοπεῖν πως ἀπὸ τῶν προσκαίρων καὶ αἰσθητῶν μόνιμον ἐγγίνεται τῇ ψυχῇ κάλλος ἢ αἶσχος· πλοῦτος ἢ πενία, δόξα ἢ ἀδοξία καὶ ἁπλῶς, ἢ νοητὸν φῶς, ζωῆς αἰωνίου παρεκτικόν, ἢ νοητὸν καὶ κολαστήριον σκότος». (Κεφ. ιη'. τῶν φυσικῶν).
42 Ὅρα καὶ τὰ λοιπὰ ἴδια τοῦ Χριστιανοῦ εἰς τὸν γ΄. Συλλογισμὸν τῆς Μελέτης περὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου.
43 Περὶ τῶν δακρύων ὄρα εἰς χὸν β΄. Συλλογισμὸν τῆς Μελέτης, εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου.
44 Ἐπειδὴ γὰρ διὰ τοῦ ὑγροῦ τοῦ σώματος ἤγουν τῆς ἐμπαθοῦς καὶ ἐνηδόνου ῥεύσεως τοῦ σπέρματος, τὸ σῶμα ὁμοῦ καὶ ἡ ψυχὴ μολύνεται, πάλιν διὰ τῶν ὑγρῶν τοῦ αὐτοῦ σώματος, αὐτὸ σὺν ψυχῇ καθαρίζεται· καὶ α΄΄ μὲν ὑγρὸν εἶναι τὸ αἷμα ὅπερ ἐν καιρῷ ἀνάγκης χεόμενον ὑπὲρ τῆς πίστεως, λουτρὸν καὶ βάπτισμα γίνεται τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος β'. ὑγρὸν εἶναι τὰ δάκρυα ἐκ τοῦ αἵματος ἐξατμιζόμενα· ὅθεν καὶ ἱδρῶτα καρδίας ὁ Αὐγουστῖνος ταῦτα ὠνόμασε γ. δὲ ὑγρὸν εἶναι οἱ ἐκ τῶν κόπων καὶ μόχθων ἱδρῶτες ὅλου τοῦ σώματος· ὅποιος λοιπὸν δὲν δύναται νὰ χύσῃ αἷμα, διὰ νὰ καθαρισθῇ πρέπει νὰ χύσῃ κἄν δάκρυα· εἰδὲ καὶ ταῦτα νὰ χύσῃ δὲν δύναται τὸ ἐλάχιστον πρέπει νὰ χύνῃ ἱδρῶτας ὑπέρ τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν, καὶ τῆς ἀρετῆς.
Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου
ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.
ΜΕΛΕΤΗ Ι΄.
Α΄. Περὶ τῆς μερικῆς κολάσεως ὅπου ἤδη λαμβάνουν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ᾅδην καὶ περὶ τῆς δεινότητος τῆς φυλακῆς τοῦ ᾅδου.
Β΄. Περὶ τῆς λύπης ὅπου ἔχουν ἐκεῖ οἱ ἁμαρτωλοὶ διὰ τὸ παρόν.
Γ΄. Περὶ τοῦ φόβου ὅπου ἔχουν διὰ τὸ μέλλον.
β.
Συλλογίσου ἀδελφὲ τὴν ἀπαρηγόρητον λύπην καὶ πόνον ὅπου δοκιμάζει εἰς τὸ παρὸν ἡ ἁμαρτωλὴ ἐκείνη ψυχὴ ὅπου καταδικασθῇ εἰς τὸν ἅδην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν λύπην τόσον ἔχει νὰ καταβυθισθῇ, ὅπου νὰ μὴ δύναται τελείως νὰ ἐνθυμηθῇ ἄλλο τι, οὔτε αὐτὸν τὸν ἴδιον Θεὸν διότι ἂν Τὸν ἐνθυμεῖτο, βέβαια ἤθελε καὶ νὰ παρηγορηθῇ, κατὰ τὸν ψαλμῳδὸν ὅπου λέγει· «Εμνήσθην τοῦ Θεοῦ καὶ εὐφράνθην» (ψαλμ. ος. 3). Τὴν λύπην δὲ αὐτὴν ἔχουν νὰ προξενούν αἱ πολλαῖ ἁμαρτίαι καὶ τὰ πάθη. 38 μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ψυχὴ εὑρίσκεται ἐκεῖ καταφορτωμένη· διότι ἤξευρε, ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνῃ, εἴτε σωματικὴν ἁμαρτίαν, εἴτε ψυχικήν, ἢ ἔχει κανένα πάθος σαρκικὸν ἢ ψυχικόν, βάφεται μὲν ὁ νοῦς καὶ ἡ φαντασία τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν βαφὴν τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ πάθους ἐκείνου καὶ τυπώνεται καὶ μορφώνεται ἀπὸ τὸν τύπον καὶ τὴν μορφὴν αὐτῶν, ποιόνεται δὲ καὶ διατίθεται ἡ θέλησις τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν κλίσιν καὶ ὄρεξιν ὅπου ἔλαβεν εἰς τὰς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὰ πάθη· καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ὅλη ἡ ψυχὴ ἐνδύεται ὡσὰν ἕνα συγχαμερόν, βρωμερὸν καὶ σκοτεινὸν ἔνδυμα τὴν ἁμαρτίαν ὅπου πράξῃ, καὶ τὸ πάθος ὅπου ἔχει ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ· καθὼς ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐνδύεται ὅλη ὡσὰν ἕνα ένδυμα ποθεινὸν εὐωδιαστικὸν καὶ φωτεινὸν τὴν ἀρετὴν καὶ τὸ καλὸν ὅπου πράξῃ. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Θεία Γραφὴ εἰς πολλὰ μέρη παρομοιάζει μὲ τὰ ἐνδύματα τόσον τὴν ἀρετὴν ὅσον καὶ τὴν κακίαν· καὶ διὰ μὲν τὴν ἀρετὴν οὕτω λέγει «Ενδύσασθε οὖν ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι σπλάγχνα οἰκτιρμῶν, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν». (Κολασ. γ'. 12.) διὰ δὲ τὴν κακίαν οὕτω· «Μισοῦντες καὶ τὸν ἀπὸ τῆς σαρκὸς ἐσπιλωμένον χιτῶνα», (Ἰούδ. ἐπιστ. 23) καὶ διὰ τὰ δύο ὁμοῦ οὕτω λέγει ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». (Κολασ. γ' 9).
Ὅθεν ἐὰν δὲν προφθάσῃ ἀπ' ἐδῶ ἡ ψυχὴ νὰ ἐκδυθῇ τὸ σκοτεινὸν ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας ὅπου ἐφόρεσε καὶ νὰ ἐνδυθῇ τὸ φωτεινὸν ἔνδυμα τῆς ἀρετῆς, ὅταν εὔγῃ ἀπὸ τὸ σῶμα, εὑρίσκεται ἡ ταλαίπωρος ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλού φερομένη μὲ αὐτό· καθὼς ἐξ ἐναντίας ἡ ψυχὴ τῶν ἐναρέτων εὐγαίνει ἀπὸ τὸ σῶμα φορεμένη μὲ τὸ λαμπρὸν ἔνδυμα τῆς ἀρετῆς 40 καὶ ἡ μὲν ἁμαρτία ὅπου ἔπραξε, στέρησις οὖσα τοῦ καλοῦ θέλει ἀφανισθῆ καὶ δὲν θέλει εὑρεθῆ· καθὼς εἶναι γεγραμμένον «Ζητηθήσεται ἡ ἁμαρτία αὐτοῦ καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ» (ψαλμ. θ' 15), ἡ δὲ βαφὴ καὶ ἡ μορφὴ καὶ ὁ τύπος ὁ ἐμπαθὴς τῆς ἁμαρτίας, ἂν δὲν ἐξαλειφθῇ ἀπ᾿ ἐδῶ μὲ τὴν τελείαν μετάνοιαν, θέλει μένει εἰς τὴν ψυχὴν καὶ δι΄ αὐτὴν θέλει μένει εἰς αὐτὴν καὶ ἡ κόλασις, ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος : «Η ἁμαρτία ἐν τοῖς ὁρῶσιν αὐτὴν μᾶλλον ἢ ἐν τοῖς ὁρωμένοις κακῶς τὴν ὕπαρξιν ἔχει· πεπαυμένων οὖν τῶν πονηρῶν πράξεων καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς ἁμαρτίας συναφανίζετα:... κἂν ἡ ἐπὶ τοῖς ἁμαρτήμασι τιμωρία τεταμιευμένη τύχοι τοῖς ἁμαρτάνουοι καὶ ἄλυτος ἤ ἐπὶ τοῖς ἀδικήμασι κόλασις» (Ἀσκητικ. διατάξ. δ'). Καὶ λοιπόν, πῶς ἡ ἀθλία ἐκείνη ψυχὴ νὰ μὴ λυπῆται, βλέπουσα τὸν ἑαυτόν της ὅλον μεμορφωμένον καὶ τυπωμένον μὲ τὴν αἰσχρὰν καὶ δυσειδή μορφὴν καὶ τὸν τύπον τῆς ἁμαρτίας; Πῶς νὰ μὴ θλίβεται ἡ δυστυχής, βλέπουσα ὅτι εἶναι ὅλη βουτημένη καὶ βεβαμμένη μέσα εἰς τὴν αἱματώδη βαφὴν τοῦ διαβόλου, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ξεβαφῇ καθὼς δὲν ξεβάφεται καὶ τὸ ροῦχον ὅπου εἶναι βουτημένον μέσα εἰς τὸ αἷμα; Ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, έρμηνεύοντας τὸ ρητὸν ἐκεῖνο τοῦ Ἡσαΐου· «Ον τρόπον ἱμάτιον ἐν αἵματι πεφυρμένον οὐκ ἔσται καθαρόν, οὕτως οὐδὲ σὺ ἔσει καθαρός». (ιδ'. 19). Τί λέγω; ἀσυγκρίτως περισσότερον δὲν ξεβάφεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, παρὰ τὸ ροῦχον ἀπὸ τὸ αἷμα· διότι ὅσον ἡ ψυχὴ εἶναι λεπτοτέρα ἀπὸ κάθε ροῦχον καὶ τὸ πλέον λεπτότατον, τόσον βαθύτερα ἔλαβε τὴν βαφήν τῆς ἁμαρτίας καὶ ὅλη ὅλως ἔγινεν ἕνα. μὲ αὐτήν. Πῶς νὰ μὴν ἀναστενάζῃ ἡ ἐλεεινὴ καὶ νὰ μὴν κλαίῃ, βλέπουσα πῶς εἶναι ἐνδεδυμένη ἕνα φόρεμα κατάμαυρον λελεπρωμένον, βρωμισμένον, γεμᾶτον ἀπὸ μυριάδας ἀκαθαρσίας καὶ λέρας, Καὶ τὸ μεγαλύτερον εἶναι, ὅπου νὰ θέλῃ νὰ τὸ ἐκδυθῇ καὶ νὰ μὴ δύναται. Ὅθεν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια πάθη της ἔχει ἐκεῖ νὰ κολάζεται καὶ νὰ καταφλέγεται· ἔχει νὰ ἀδολεσχῇ καὶ νὰ ἐνοχλῆται πάντοτε, καθὼς λέγει ὁ διακριτικώτατος ἐκεῖνος ἅγιος Δωρόθεος, οὕτω γράφων. «Ὅταν ἐξέλθη ἐκ τοῦ σώματος ἡ ψυχή, μονοῦται αὐτὴ καὶ τὰ πάθη αὐτῆς καὶ λοιπὸν κολάζεται ὑπ' αὐτῶν, πάντοτε εἰς αὐτὰ ἀδολεσχοῦσα καὶ φλεγομένη ὑπὸ τῆς ὀχλήσεως αὐτῶν καὶ διασπαραττομένη ὑπ' αὐτῶν, ὥστε μὴ μνημονεύσαι τοῦ Θεοῦ δύνασθαι». Καὶ «Πάντοτε ἡ ἐμπαθὴς ψυχὴ κολάζεται ἡ ἀθλία ὑπὸ τῆς ἰδίας καχεξίας πάλιν, ἔχουσα ἀεὶ τὴν πικρὰν μνήμην καὶ τὴν ἐπώδυνον ἀδολεσχίαν τῶν παθῶν καιόντων ἀεὶ καὶ καταφλεγόντων αὐτήν». (παρὰ τῇ συλλογῇ Ἰωάννου Ἀντιοχείας ἐν τῇ α'. ὑποθέσει). 41
Ὦ ἀλλοίμονον! Τότε ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἡ τρισαθλία θέλει ἰδεῖ συμμαζωμένα εἰς τὸν ἑαυτόν της, ὡσὰν εἰς μίαν βρωμερὰν ἀποθήκην ὅλα τὰ πονηρὰ ἔργα, ὅλα τὰ κακὰ λόγια καὶ ὅλους τοὺς αἰσχροὺς λογισμούς, ὅπου ἔπραξε καὶ ἐλάλησε καὶ ἐσυλλογίσθη εἰς ὅλον τὸν καιρὸν τῆς ζωῆς της· καὶ εἰς τὴν νεότητάν της καὶ εἰς τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν καὶ εἰς τὸ γηρατεῖον της, εἰς τὸ ὁποῖον πολλάς φοράς μᾶς ἀφίνει ἡ ἁμαρτία, ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν ἀφίνομεν τὴν ἁμαρτίαν καὶ θέλει εἰπῇ ἐκεῖνο τοῦ Ἰώβ. «Κατέβαλον με πτῶμα ἐπὶ πτώματι». (ις'. 14). Τότε θέλει ἰδῆ τὴν κάθε ἁμαρτίαν ὅπου ἔκαμεν, ὄχι καθὼς τώρα τὴν βλέπει καὶ τὴν μετρᾷ ὠσὰν ἕνα πράγμα ἐλαφρὸν καὶ σχεδὸν ὡσὰν ἕνα παιγνίδι, ἀλλὰ καθὼς τὴν βλέπει καὶ τὴν μετρᾷ ὁ Θεός· ἤγουν ὡσὰν ἕνα πράγμα φρικωδέστατον καὶ φοβερὸν ὡσὰν ἕνα πέλαγος πονηρίας, ὡσὰν μίαν ἄπειρον ὕβριν τοῦ Παντοκράτορος καὶ ὡς μίαν ἀποστασίαν κατὰ τῆς ἰδίας θεότητος, καθὼς γέγραπται· «Ήρκε χεῖρας ἐναντίον τοῦ Κυρίου ἔναντι δὲ Κυρίου Παντοκράτορος ἐτραχηλίασεν· ἔδραμε δὲ ἐναντίον αὐτοῦ ὕβρει». (Ἰὼβ ιε'. 25). Τότι θέλει ἰδῆ τὰς ἁμαρτίας ὅπου ἔκαμαν ἄλλοι πῶς ἔγιναν ἰδικαί της ἢ διότι αὐτὴ συνήργησεν εἰς αὐτὰς μὲ τὸ κακόν της παράδειγμα, ἢ διότι ἔδωκε συμβουλὴν εἰς τὸ νὰ τὰς κάμουν ἢ καὶ διότι δὲν τὰς ἐμπόδισε καθὼς ἀπαιτοῦσε τὸ χρέος τοῦ ἐπαγγέλματός της· καθὼς περὶ τῶν τοιούτων ἁμαρτιῶν λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ὅτι ἀκολουθοῦν μετὰ θάνατον «Τινῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι πρόδηλοί εἰσι προάγουσαι εἰς κρίσιν, τισὶ δὲ καὶ ἐπακολουθοῦσιν». (Α΄. Τιμόθ. ε'. 24).
Τότε θέλει γνωρίσει καὶ τὰ καλὰ ὅπου ἔπραξε, μὰ μὲ κακὸν σκοπὸν καὶ σχεδὸν μεμιγμένα μὲ περισσοτέρας ἁμαρτίας· ἤγουν τὰς προσευχὰς ὅπου ἔκαμεν ἐμπρὸς εἰς τὸν Θεόν, χωρὶς καμμίαν προσοχὴν καὶ εὐλάβειαν, τὰς διδαχὰς ὅπου ἤκουσε διὰ μόνην περιέργειαν καὶ ὄχι διὰ κανένα ὄφελος καὶ καρπὸν μετανοίας· τὰς ἐκκλησίας ὅπου ἐμόλυνε μὲ τὰς καταλαλιὰς καὶ ψιθυρισμούς, τὰς ἑορτὰς ὅπου ἐκαταφρόνησε, τὰ μυστήρια ὅπου ἀναξία ούσα ἐμεταχειρίσθη. Ἀκόμη θέλει γνωρίσει καὶ τὰ καλὰ ὅπου ἠδύνατο νὰ κάμῃ καὶ δὲν τὰ ἔκαμεν ἀπὸ ἀμέλειάν της, καὶ μάλιστα τὸν χρυσοῦν καιρὸν ὅπου εἶχεν εἰς τὰς χεῖρας της καὶ τὸν ἐξώδευσεν εἰς τὰ κακὰ καὶ δὲν τὸν ἐξώδευσεν εἰς τὸ νὰ ἐργασθῇ τὰς ἀρετὰς καὶ νὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὴν καταδίκην τοῦ ᾅδου. Ὅλα αὐτὰ θέλει τὰ ἰδῆ τότε ἡ ψυχὴ καὶ τόσον θέλει συγχαθῆ τὸν ἑαυτόν της, ὅπου νὰ τῆς φαίνεται πλέον φοβερὰ ἡ ἰδική της ἀσχημάδα, παρὰ ἐὰν ἔβλεπε τὴν ἀσχημάδα ὅλων ὁμοῦ τῶν δαιμόνων ὦ πόσον τότε θέλει ἀναστενάξει ἀπὸ τὸ ὑπερβολικὸν πλάκωμα ὅπου ἔχει νὰ τῆς κάμνῃ τὸ συνειδὸς καὶ νὰ εἰπῇ· «Αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ.» (ψαλμ. λζ'. 4) Ὦ καὶ μὲ πόσην ἐπιθυμίαν θέλει ἀγαπήσει τότε, νὰ ἦτο τρόπος νὰ μεταγυρίσῃ δεύτερον εἰς τοῦτον τὸν κόσμον καὶ νὰ κλαίῃ ὅλον τὸν ὑπόλοιπον καιρὸν τῆς ζωῆς της, διὰ νὰ ἀποπλύνῃ μὲ τὰ δάκρυά της ὅλας τὰς ἀκαθαρσίας τῶν ἁμαρτιῶν ὅπου ἐνεδύθη, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτήν.
Φοβεῖσαι ἀδελφὲ ἐσὺ ὅπου μελετᾷς ταῦτα; ἀλλ' ἐὰν τὰ φοβῆσαι, διατὶ δὲν πολιτεύεσαι κατὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου διὰ νὰ μὴ πάθῃς καὶ ἐσὺ τὰ ὅμοια; Διατὶ ἀφὶνεις τὴν διάνοιαν καὶ φαντασίαν σου νὰ τρέχῃ καὶ νὰ γλυκαίνεται εἰς τοὺς αἰσχροὺς καὶ πονηροὺς λογισμοὺς καὶ δὲν ἀγωνίζεσαι νὰ τυπώνῃς πάντοτε τὸν νοῦν σου μὲ πνευματικὰ καὶ θεῖα νοήματα; Δὲν ἠξεύρεις πὼς βάφεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὰ νοήματα ὅπου νοεῖ, καθὼς λέγει ὁ ἐκ Δαμασκού Ὅσιος Πέτρος; Καὶ ἂν μὲν αὐτὰ εἶναι θεῖα, γίνεται καὶ αὐτὸς θεῖος, ἂν δὲ σαρκικὰ καὶ ὑλικά, γίνεται καὶ αὐτὸς σαρκικὸς καὶ ὑλικός; Διατὶ ἀφίνεις τὴν κλίσιν καὶ ὄρεξιν τῆς καρδίας σου νὰ ὀρέγεται τὰ πάθη καὶ τὰς ἁμαρτίας καὶ δὲν τὴν βιάζεις νὰ ὀρέγεται τὰς ἀρετὰς καὶ τὰ οὐράνια πράγματα; Δὲν ἠξεύρεις πὼς ἂν ὀρέγεσαι τὰ ἄλογα πάθη, γίνεσαι παρόμοιος μὲ τὰ ἄλογα ζῶα, εἰ δὲ καὶ ἀγαπᾶς τὰς ἀρετάς, γίνεσαι ὅμοιος μὲ τοὺς ἀγγέλους,
Τί μεγάλη τυφλότης εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδική σου; Νὰ ἠξεύρῃς πὼς μόνον τὰ καλὰ ἔργα ἔχουν τότε νὰ σοὶ βοηθήσουν καὶ ἐσὺ νὰ ἐξοδεύῃς τὴν ζωήν σου εἰς τὸ νὰ φορτώνεσαι μὲ ἁμαρτίας; Νὰ ἠξεύρῃς πὼς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἴδια, ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος (ὅρα κατ' ἐπιτομὴν π΄.) τὸ νὰ καθαρισθῇ ἀπὸ κάθε μολυσμὸν σαρκὸς καὶ πνεύματος ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ· τὸ νὰ ἐπιτελῇ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ καὶ ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ· τὸ νὰ μὴν ἔχῃ κανένα σπίλον ἤ ρυτίδα εἰς τὴν ψυχήν, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἅγιος καὶ ἄμωμος καὶ ἐσὺ νὰ κάμνῃς ὅλα τὰ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἀπίστων ἴδια; Καὶ νὰ μολύνεσαι καθ' ἑκάστην ἀπὸ ἀκαθαρσίας σαρκικὰς καὶ ψυχικὰς καὶ νὰ μαζώνῃς εἰς τὴν ψυχήν σου κάθε λέραν καὶ μολυσμόν; Καὶ νὰ εἶσαι ὅλος ἄναγνος καὶ λελεπρωμένος ἀπὸ κεφαλῆς ἔως ποδῶν; νὰ ἠξεύρῃς πὼς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχουν τόπον οἱ πόρνοι καὶ ἀκάθαρτοι καὶ οἱ φαρμακοὶ καὶ κάθε ἄλλος ὅπου ἀγαπᾶ τὸ ψεῦδος· «Ἔξω οἱ κύνες καὶ οἱ φαρμακοὶ καὶ οἱ πόρνοι καὶ οἱ φονεῖς καὶ οἱ εἰδωλολάτραι καὶ πᾶς ὁ φιλῶν καὶ ποιῶν ψεῦδος». (Αποκ. κβ΄. 15). Καὶ πὼς μόνον εἰσέρχονται εἰς αὐτὴν οἱ ποιοῦντες τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου· «Μακάριοι οἱ ποιοῦντες τὰς ἐντολὰς Αὐτοῦ· ἵνα ἔσται ἡ ἐξουσία αὐτῶν ἐπὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς καὶ τοῖς πυλῶσιν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν» (Ἀποκ. κβ΄ 14) καὶ ἐσὺ νὰ θέλῃς νὰ μιμῆσαι τοὺς πρώτους μὲ τὰς ἁμαρτίας καὶ νὰ μὴ μιμῆσαι τοὺς δευτέρους μὲ τὰ καλὰ ἔργα; Ὤ τυφλότης παράδοξος! Καὶ τὶς ἄλλος εἶναι τυφλότερός σου ἀγαπητέ; «Τις τυφλός, ἀλλ' ἢ οἱ παϊδές μου; Λέγει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἡσαΐου καὶ ἐτυφλώθησαν οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ» (μβ΄. 19). Ἡξεύρω ὅτι ὁ Νάας ἐκεῖνος ὁ Ἀμμανίτης ἠθέλησε νὰ βγάλῃ μόνον τὸ δεξιὸν ὀμμάτι τῶν Ἰαβιτῶν Ἰουδαίων «Ἐν ταύτῃ διαθήσομαι διαθήκην ὑμῖν ἐν τῷ ἐξορύξαι ὑμῶν πάντα ὀφθαλμὸν δεξιόν.» (Α΄. βασιλ. ια΄. 2) Ἀλλ' ἐσένα ἀδελφέ, φαίνεται ὅτι σοῦ ἔβγαλε καὶ τὰ δύο ὀμμάτια ὁ νοητὸς Νάας ὁ διάβολος καὶ σὲ ἔκαμεν ὁλότελα τυφλόν.
Ὅθεν ἄνοιξε ἀγαπητὲ τὰ ὀμμάτια τῆς ψυχῆς σου, διὰ νὰ ἰδῇς πῶς νὰ γλυτώσῃς ἀπὸ ἐκείνην τὴν ἀπαρηγόρητον λύπην τῆς φοβεράς φυλακῆς τοῦ ᾅδου καὶ νὰ ἐπιτύχῃς τὴν ἐν οὐρανοῖς χαρὰν τῶν δικαίων. Ἐμόλυνες τὸν καθαρὸν χιτῶνα τῆς ψυχῆς σου μὲ διάφορας ἀκαθαρσίας, Ἰδού, ἔχεις ἕτοιμον πρῶτον τὸ λουτρὸν τῆς θείας ἐξομολογήσεως, καὶ ἀποφάσισε νὰ πηγαίνῃς νὰ λούεσαι εἰς αὐτὸ συνεχῶς· ἔχεις καὶ δεύτερον λουτρὸν τὰ δάκρυα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀποπλύνεται κάθε μολυσμὸς τῆς ψυχῆς. «Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκουσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω», (ψάλμ. 5΄. 6) 43 Ἔχεις καὶ τρίτον λουτρὸν τοὺς ἰδρῶτας καὶ κόπους τοῦ σώματος, μὲ τοὺς ὁποίους γίνεται ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν ὑπὸ τοῦ Κυρίου. «Ἵδε τὴν ταπείνωσίν μου καὶ τὸν κόπον μου καὶ ἄφες πάσας τὰς ἁμαρτίας μου» (ψαλμ. κδ΄ 19) ἔχεις καὶ τέταρτον λουτρόν, τὴν μετ' εὐχαριστίας ὑπομονὴν ὅλων τῶν ἀκουσίων πειρασμῶν καὶ θλίψεων ὅπου σοῦ ἀκολουθήσουν ἐκ τοῦ διαβόλου ἢ ἐξ ἀνθρώπων ἢ ἐκ τῆς διεφθαρμένης φύσεως· διότι καὶ μὲ τὴν ὑπομονὴν τούτων λαμβάνεις συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν σου καθὼς λέγει ἡ Ἁγία Συγκλητική «Πάσης ἀκουσίου θλίψεως ἀναλογίζου τὴν ἔκβασιν καὶ εὑρήσεις ἐν αὐτῇ ἁμαρτίας ἀναίρεσιν». Μὲ τὰ τοιαῦτα λουτρά πλύνονται καὶ λευκαίνονται τὰ ἱμάτια καὶ γίνονται ἄξια διὰ τὸν οὐράνιον γάμον· ἐπειδὴ ὅποιος έχει λερωμένα ῥούχα δὲν ἐμβαίνει εἰς τὴν χαρὰν ἐκείνου τοῦ γάμου, ἀλλ' οὔτε δύνανται νὰ ἔμβουν εἰς αὐτὸν ὅσοι εἶναι ἀσθενεῖς ἢ τυφλοὶ ἢ χωλοὶ ἢ μισερωμόνοι ἐπειδὴ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν σπητάλιον καὶ νοσοκομεῖον δὲν γινεται· διὰ τοῦτο ὅσοι ἀποθάνουν, ἔχοντες τοιαῦτα λειψίματα καὶ μισερώματα καὶ δὲν εἶναι ὑγιεῖς καὶ τέλειοι εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς ψυχῆς, καταβαίνουν εἰς τὸν ἅδην καὶ δὲν ἀνέρχονται εἰς τοὺς οὐρανοὺς καθὼς εἶναι γεγραμμένον. «Τυφλοὶ καὶ χωλοὶ οὐκ εἰσελεύσονται εἰς τὸν Οἶκον Κυρίου». (Β΄. Βασιλ. ε΄ 8).
Ἐντράπου πὼς πολλὰς φορὰς ἔγινες ἄξιος μὲ τὰς ἁμαρτίας σου νὰ δοκιμάσῃς τὴν ἀπαρηγόρητον λύπην ἐκείνης τῆς φοβεράς φυλακῆς. Εὐχαρίστησε τὸν Κύριον ὅπου σοῦ ἔδωκε καιρὸν διὰ νὰ ἐκδυθῇς τὸν χιτῶνα τῆς ἁμαρτίας μὲ μίαν τελείαν καὶ συντετριμμένην μετάνοιαν καὶ νὰ ἐνδυθῇς τὰ ἱμάτια τῆς σωτηρίας καὶ οὕτω νὰ ἀξιωθῇς τῆς οὐρανίου χαρᾶς· καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἴδιος σὲ συμβουλεύει νὰ σοῦ πωλήσῃ τοιαῦτα καθαρὰ ἱμάτια μὲ τὴν τιμὴν τῶν καλῶν ἔργων, παρακάλεσε Τον ἀπὸ καρδίας νὰ σὲ δυναμώσῃ μὲ τὴν χάριν Του, διὰ νὰ δυνηθῇς νὰ τὰ ἐξαγοράσῃς ἀπὸ Αὐτὸν διὰ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν Του καὶ διὰ νὰ μὴν εὑρεθῇς γυμνὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ «Συμβουλεύω σοι ἀγορᾶσαι παρ' ἐμοῦ... ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καί μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου». (Αποκ. γ΄. 18).
γ. Συνεχίζεται
Σημειώσεις:
38 Ἄλλο εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ἄλλο εἶναι τὸ πάθος τῆς ἁμαρτίας· καὶ ἁμαρτία μὲν εἶναι ἡ ἐνέργεια καὶ πρᾶξις τῆς ἁμαρτίας, πάθος δὲ εἶναι αὐτὴ ἡ ρίζα ἡ ἐσωτερικῶς ριζωμένη εἰς τὴν καρδίαν καὶ τὴν ψυχήν, ἥτις βλαστάνει τὴν κατὰ πρᾶξιν ἁμαρτίαν· καὶ κατὰ ἄλλον τρόπον, τὸ πάθος εἶναι ὡσὰν μία πληγὴ ὅπου ἔγινε μέσα εἰς τὴν ψυχὴν ἀπὸ τὰς πολλὰς πράξεις τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία πληγὴ ἐσωτερικῶς καὶ πάντοτε μὲν ἐνοχλεῖ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ἕλκει εἰς τὸ νὰ τυπώνῃ τὴν ἁμαρτίαν μὲ τὴν φαντασίαν της καὶ νὰ τὴν ὀρέγεται μὲ τὴν καρδίαν καὶ θέλησίν της ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν εἶναι παρὸν τὸ αἴτιον τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν δὲ ἀπαντήσῃ καὶ τὸν αἴτιον τῆς ἁμαρτίας τότε μάλιστα ή πληγὴ ἐκείνη ὡσὰν νὰ κτυπᾶται καὶ πονῇ τυραννικῶς βιάζει τὴν ψυχὴν εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ κάμνει ἄλλην ἀλλοίωσιν καὶ εἰς τὴν ἔξω τοῦ προσώπου ἐπιφάνειαν· διὰ τοῦτο βλέπομεν καὶ πολλοὺς ἀνθρώπους ὅπου ἔχουν πάθος ἔρωτος, ἤ μίσους πρὸς τίνας, οἱ ὁποῖοι εὐθὺς ὅπου τοὺς ἰδοῦν ἐν τῷ ἅμα κινεῖται καὶ τὸ πάθος τοῦ μίσους ἢ τοῦ ἔρωτος καὶ τοὺς προξενεῖ μίαν ταραχὴν καὶ ἀλλοίωσιν ὥστε ὅπου κάμνουν νὰ τοὺς γνωρίζουν πῶς ἐταράχθηκαν καὶ ὅσοι στέκονται κοντὰ τους ὁ δὲ ἅγιος Ἰσαὰκ λέγει «Πάθη εἰσὶ καθάπερ οὐοία τις σκληρὰ ἄπερ μεσιτεύουσι μεταξὺ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς θεωρίας, καὶ κωλύουσιν ἐξ αὐτῆς τὴν διάκρισιν τῆς διαφορᾶς τῶν πραγμάτων» (λόγ. ξθ'. σελ. 400).
39 Ὅτι δὲ ἡ ἁμαρτία σκότος ἐντυπώνει εἰς τὴν ψυχὴν μαρτυρεῖ καὶ ὁ μέγας Βασίλειος λέγων· «Η ἁμαρτία ἐν τῇ ἀπολείψει τοῦ καλοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχουσα σκότος τυποῦται τοῖς ἀδικήμασι νοερὸν (Διατάξ͵ ἀσκητ. δ'.) καὶ ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής· «Ὁ τοῖς πονηροῖς λογισμοῖς φησὶ περιεχόμενος, πῶς ἴδῃ τὴν ὑπὸ τούτων καλυπτομένην ἁμαρτίαν ἐνυπόστατον; ἤτις ἐστὶ σκότος καὶ ὁμίχλη ψυχῆς ἐξ ἐννοιῶν πονηρῶν καὶ λόγων καὶ πράξεων ἐμπεσοῦσα;
40 Καὶ πρῶτον μὲν ἡ τεθεωμένη ψυχὴ τοῦ Κυρίου μας, ὅταν εὐγῆκεν ἀπὸ τὸ θεοϋπόστατον σῶμα της καὶ κατέβη εἰς τὸν ἅδην γυμνὴ τῆς σαρκὸς διὰ νὰ κουρσεύσῃ τὰς ἐκεῖ εὐρισκομένας ψυχὰς εἶχεν εἰς τὸν ἑαυτόν της καὶ τοὺς τύπους τῶν παθῶν καὶ τῶν πληγῶν ὅπου ἔλαβεν ἐν τῷ σώματι ἐπὶ τοῦ σταυροῦ εἰς δόξαν καὶ καύχημά της καθὼς ὁ σοφὸς Νικόλαος ὁ Ἐπίσκοπος Ἰδροῦντος ἐν τινι τροπαρίῳ τοῦ κανόνος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τούτο λέγει ἐπὶ λέξει οὕτως «Ὁ ἅδης Λόγε συναντήσας σοι, ἐπικράνθη βροτὸν ὁρῶν τεθεωμένον, κατάστικτον τοῖς. μώλωψι καὶ πανσθενουργὸν κτλ.» ὁ γὰρ ἅδης ψυχῶν ἐστι τόπος γυμνῶν ἀπὸ σώματα· ὁ δὲ τάφος σωμάτων μόνον νεκρῶν. Ὅθεν ὁ ᾅδης ἐδῶ δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἀντὶ τοῦ τάφου, ὡς καὶ ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν Κανόνων πτωχὸς Πρόδρομος οὕτως ἑρμηνεύει. Ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ἐν τῇ Καινῇ Κυριακῇ λέγει, ὅτι οἱ μάρτυρες φέρουν εἰς τὸν ἑαυτόν τους τύπους τῶν πληγῶν καὶ παθημάτων ὅπου ὑπέμειναν διὰ τὸν Χριστόν καὶ θέλουν τὰς ἔχει εἰς δόξαν τους καὶ καλλωπισμόν
41 Συμφώνως καὶ ὁ μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος λέγει, ὅτι τὸ μόνιμον σκότος καὶ ἡ ἀσχημάδα ὅπου ἤθελε τυπώσῃ εἰς τὸν ἑαυτόν της ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα ταῦτα καὶ αἰσθητὰ τοῦ κόσμου πράγματα, ἔχουν νὰ κολάζουν αὐτὴν λέγων, «Σφόδρα θαυμάζειν ἄξιον καὶ κατασκοπεῖν πως ἀπὸ τῶν προσκαίρων καὶ αἰσθητῶν μόνιμον ἐγγίνεται τῇ ψυχῇ κάλλος ἢ αἶσχος· πλοῦτος ἢ πενία, δόξα ἢ ἀδοξία καὶ ἁπλῶς, ἢ νοητὸν φῶς, ζωῆς αἰωνίου παρεκτικόν, ἢ νοητὸν καὶ κολαστήριον σκότος». (Κεφ. ιη'. τῶν φυσικῶν).
42 Ὅρα καὶ τὰ λοιπὰ ἴδια τοῦ Χριστιανοῦ εἰς τὸν γ΄. Συλλογισμὸν τῆς Μελέτης περὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου.
43 Περὶ τῶν δακρύων ὄρα εἰς χὸν β΄. Συλλογισμὸν τῆς Μελέτης, εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου.
44 Ἐπειδὴ γὰρ διὰ τοῦ ὑγροῦ τοῦ σώματος ἤγουν τῆς ἐμπαθοῦς καὶ ἐνηδόνου ῥεύσεως τοῦ σπέρματος, τὸ σῶμα ὁμοῦ καὶ ἡ ψυχὴ μολύνεται, πάλιν διὰ τῶν ὑγρῶν τοῦ αὐτοῦ σώματος, αὐτὸ σὺν ψυχῇ καθαρίζεται· καὶ α΄΄ μὲν ὑγρὸν εἶναι τὸ αἷμα ὅπερ ἐν καιρῷ ἀνάγκης χεόμενον ὑπὲρ τῆς πίστεως, λουτρὸν καὶ βάπτισμα γίνεται τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος β'. ὑγρὸν εἶναι τὰ δάκρυα ἐκ τοῦ αἵματος ἐξατμιζόμενα· ὅθεν καὶ ἱδρῶτα καρδίας ὁ Αὐγουστῖνος ταῦτα ὠνόμασε γ. δὲ ὑγρὸν εἶναι οἱ ἐκ τῶν κόπων καὶ μόχθων ἱδρῶτες ὅλου τοῦ σώματος· ὅποιος λοιπὸν δὲν δύναται νὰ χύσῃ αἷμα, διὰ νὰ καθαρισθῇ πρέπει νὰ χύσῃ κἄν δάκρυα· εἰδὲ καὶ ταῦτα νὰ χύσῃ δὲν δύναται τὸ ἐλάχιστον πρέπει νὰ χύνῃ ἱδρῶτας ὑπέρ τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν, καὶ τῆς ἀρετῆς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου