Συνέχεια από Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026
Ησυχασμός και Προσευχή 14
ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176
IRÉNÉE HAUSHERR S.I.
ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176
IRÉNÉE HAUSHERR S.I.
Ο ησυχασμός
Μελέτη πνευματικότητας (1)
ΕΝΑΣ ΟΡΙΣΜΟΣ, ΜΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ
1. Ένας ορισμός
Ο όρος «ησυχασμός», στη βυζαντινή γλώσσα, δηλώνει ένα σύστημα πνευματικότητας που έχει ως αρχή την υπεροχή, ακόμη και την αναγκαιότητα, της ησυχίας.
Ησυχία σημαίνει γενικά γαλήνη. Η ετυμολογία της λέξης είναι αβέβαιη. Ίσως συνδέεται με το ἦσθαι: το να κάθεται κανείς. Για τους συντάκτες των Vitae Patrum, αυτό το ρήμα ή τα συνώνυμά του, χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση, σημαίνει ότι κάποιος διάγει τον βίο του ησυχαστή.
Υπάρχουν πολλά είδη ησυχίας: από την απουσία πολέμων μέχρι την αναστολή των ψυχικών δυνάμεων κατά τη μυστική ανάπαυση, περνώντας από την αδράνεια και την οκνηρία, τη σιωπή των πραγμάτων και των προσώπων, την καταλλαγή του νου και της καρδιάς. Όσα είναι τα όντα, τα σύνολα ή τα μέρη των όντων που επιδέχονται αναστάτωση, τόσες είναι και οι μορφές γαλήνης, οι οποίες μπορούν όλες να ονομαστούν ησυχία.
Για όλες αυτές τις σημασίες θα μπορούσαν να παρατεθούν παραδείγματα από τους θύραθεν συγγραφείς. Παντού, ωστόσο, ακόμη και όταν πρόκειται για τη σιωπή των πραγμάτων, διαπιστώνουμε ότι αυτή εξετάζεται σε σχέση με τον άνθρωπο. Και εδώ δεν υπάρχει λόγος να επικαλεστούμε τον ελληνικό ανθρωποκεντρισμό: αν δεν υπάρχει κανείς για να την αντιληφθεί και να την απολαύσει, θα ήταν άραγε ακόμη ορθό να μιλάμε για «την ειρήνη των πραγμάτων»; Θα ήταν προτιμότερο να μιλάμε για την ακινησία τους ή για την εύτακτη διάταξη των κινήσεών τους και να επιφυλάσσουμε την ονομασία της ειρήνης για την εντύπωση που προκαλεί στον άνθρωπο αυτή η ακινησία ή αυτή η τάξη. Αυτό ακριβώς κάνουν οι Έλληνες κατά τη χρήση του όρου «ησυχία». Τον χρησιμοποιούν αναφερόμενοι στον άνθρωπο και στις δυνάμεις του, στο σύνολο της ανθρώπινης ζωής ή σε ένα μέρος της, καθώς και στη γαλήνη που ακολουθεί την παύση του πολέμου. Κατέχει κανείς την ησυχία, διάγει έναν βίο ησυχίας ή περνά μια περίοδο ησυχίας. Πρόκειται, εν ολίγοις, για ένα είδος ασφάλειας και προφύλαξης από τις αιτίες της ταραχής: τις υποθέσεις, τις στάσεις μεταξύ των πολιτών, τις εχθροπραξίες μεταξύ των πολιτειών. Καθώς, εξάλλου, ο επιμέρους άνθρωπος αποτελεί εικόνα της πολιτικής κοινωνίας —ή και το αντίστροφο—, υπάρχει επίσης μια ψυχική ησυχία, η οποία προκύπτει από την ιεράρχηση των δυνάμεων της ψυχής, όταν αυτή έχει εγκαθιδρυθεί και διατηρείται. Οι ευυπόληπτοι άνθρωποι (κόσμιοι) είναι πάντοτε διατεθειμένοι να διάγουν τον βίο της ησυχίας (ἥσυχον βίον), λέει ο Πλάτων (1). Οι ιεροί συγγραφείς δεν είχαν κανέναν λόγο να αλλάξουν οτιδήποτε σε αυτό το λεξιλόγιο.
Στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, η ησυχία και τα παράγωγά της διατηρούν όλες τις σημασίες που είχαν στην κοινή γλώσσα· πρωτίστως την εξωτερική ειρήνη, την απουσία εθνικών ή εμφύλιων πολέμων, στον βαθμό που αυτή απαλλάσσει τους πολίτες από την αγωνία και τους παρέχει ασφάλεια.
Αυτή η ευχάριστη κατάσταση ονομάζεται, όπως και στους θύραθεν συγγραφείς, ἡσυχίαν ἄγειν ή ἔχειν και, σε σχέση με τους άλλους, παρέχειν. Αυτό το αίσθημα ασφάλειας δεν εξαρτάται, ωστόσο, αποκλειστικά από τις εξωτερικές καταστάσεις· μπορεί να παραμένει ακόμη και ενώπιον της απειλής του πολέμου, χάρη στην πίστη στον Θεό. Έτσι, όταν ο Ρασίν, βασιλιάς της Συρίας, ανέβηκε εναντίον της Ιερουσαλήμ για να της επιτεθεί, «η καρδιά του βασιλιά και η καρδιά του λαού του ταράχθηκαν, όπως τα δέντρα του δάσους ταράζονται από τον άνεμο». Αλλά ο Γιαχβέ έστειλε τον Ησαΐα να του πει: «Πρόσεχε, μείνε ήσυχος, μη φοβάσαι» (φύλαξαι τοῦ ἡσυχάσαι καὶ μὴ φοβοῦ) κ.λπ. (*).
Η καλύτερη εγγύηση της εσωτερικής γαλήνης είναι ο φόβος του Θεού, η υποταγή στο θέλημά Του, η σοφία: «Εκείνος που με ακούει θα αναπαύεται με ασφάλεια, θα ζει ήσυχος χωρίς να φοβάται τη συμφορά» (κατασκηνώσει ἐπ᾿ ἐλπίδι καὶ ἡσυχάσει ἀπὸ παντὸς κακοῦ) (*).[Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΧΘΡΑ ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ. ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ]
Ας προσέξουμε αυτή τη σύνταξη: ἡσυχάσαι ἀπό τινος. Η ησυχία είναι αφ’ εαυτής μια αρνητική έννοια, η οποία αποκλείει από την ψυχή ορισμένα οδυνηρά συναισθήματα και θεμελιώνει αυτή την εσωτερική καταλλαγή στη βεβαιότητα ότι βρίσκεται κανείς προφυλαγμένος από το κακό.
Μπορεί επίσης κανείς, εκουσίως, να προφυλαχθεί από ένα κακό, να αρνηθεί να κάνει εκείνο που θεωρεί κακό, με μια λέξη, να απέχει από κάτι· ιδιαίτερα από τον λόγο, απ’ όπου προέρχεται η συχνή σημασία «σιωπώ», ή από την κίνηση, απ’ όπου η σημασία «παραμένω». Και οι δύο αυτές σημασίες, οι οποίες απαντούν συχνά, ταιριάζουν πολύ καλά με τον ησυχασμό.
Στην Καινή Διαθήκη η λέξη είναι σπάνια και απαντά ιδιαιτέρως στον άγιο Λουκά (1) και στον άγιο Παύλο (*), καθώς και μία φορά στο Α΄ Πέτρ. 3, 4. Η κυριότερη σημασία της είναι «παραμένω ήσυχος», δηλαδή σιωπώ, τηρώ την ανάπαυση του Σαββάτου, αφήνω τους άλλους ήσυχους. Στις Πράξεις 11, 18: ἡσύχασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεόν· «σιώπησαν και δόξασαν τον Θεό», δηλαδή έπαψαν να προβάλλουν αντιρρήσεις στον άγιο Πέτρο σχετικά με το βάπτισμα του Κορνηλίου. Με λίγη όμως καλή διάθεση, δεν διαθέτει άραγε αυτό το χωρίο κάτι που θα μπορούσε να αρέσει στους ησυχαστές;
Πολύ περισσότερο, και χωρίς καμία τάση προσαρμοστικής ερμηνείας, το Α΄ Θεσσ. 4, 11: «Σας προτρέπουμε, αδελφοί, να θεωρείτε τιμή σας το να ζείτε ήσυχα (φιλοτιμεῖσθαι ἡσυχάσαι), να ασχολείστε με τις δικές σας υποθέσεις και να εργάζεστε με τα χέρια σας, όπως σας παραγγείλαμε, ώστε να συμπεριφέρεστε ευπρεπώς απέναντι στους έξω και να μην έχετε ανάγκη από κανέναν». Το Β΄ Θεσσ. 3, 12 προσφέρει ακόμη μία δυνατότητα εφαρμογής στον ησυχασμό, όταν συνιστά να εργάζεται κανείς «μετά ησυχίας» (μετὰ ἡσυχίας ἐργαζόμενοι), πράγμα που θα πραγματοποιήσουν κατεξοχήν οι ησυχαστές ακολουθώντας τον άγιο Αρσένιο.
Δεν θα υποστηρίξουμε ασφαλώς ότι ο ησυχασμός γεννήθηκε από αυτά τα χωρία. Το προοίμιο αυτό αποβλέπει μόνο στον καθορισμό της σημασίας του όρου στα αρχαία κείμενα, τόσο στα θύραθεν όσο και στα ιερά· δευτερευόντως, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο δικαιολογείται από την Αγία Γραφή η χρήση του ησυχαστικού λεξιλογίου.
Ο όρος «ησυχία» δεσπόζει σε ολόκληρο αυτό το λεξιλόγιο. Υπάρχουν όμως και άλλοι, περισσότερο ή λιγότερο συνώνυμοι όροι, τους οποίους θα συναντήσουμε στην πορεία. Εδώ θα αρκεστούμε να επισημάνουμε ορισμένους από τους συνηθέστερους. Αναφέραμε ήδη το ρήμα sedere, καθέζεσθαι. Πλάι στο ἔρημος βρίσκεται και συχνά συγχέεται με αυτό το ἤρεμος, καθώς και το ἠρεμία. Πρβλ. Α΄ Τιμ. 2, 2: ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγειν, δηλαδή να διάγει κανείς ειρηνικό και ήσυχο βίο. Η ἠρεμία απαντά στη γραμματεία μας σπανιότερα από την ησυχία, αλλά θα μπορούσαν να γίνουν γι’ αυτήν οι ίδιες παρατηρήσεις: πρόκειται πρωτίστως για τη γαλήνη μιας ψυχής απαλλαγμένης από την εσωτερική ταραχή, αλλά επίσης ελεύθερης από τις εξωτερικές αιτίες αναστάτωσης (2).
Όσο για τους όρους φιλοσοφικής προέλευσης, όπως η απάθεια, η αταραξία, η γαλήνη, η ἐποχή κτλ., αυτοί σχεδόν δεν απαντούν στα συγγράμματα των Πατέρων. Εάν εισαχθούν αργότερα, δεν θα αποκτήσουν ποτέ ουσιώδη σημασία στο σύστημα πνευματικότητας των ησυχαστών. Ακόμη και η «απάθεια», την οποία καθιέρωσε ο Ευάγριος, θα απουσιάζει από έργα αυθεντικά ησυχαστών συγγραφέων και δεν θα επικρατήσει ποτέ έναντι του ευαγγελικού όρου ἀμεριμνία. Επιπλέον, το περιεχόμενο αυτών των φιλοσοφικών όρων μεταβάλλεται σημαντικά όταν αυτοί εισέρχονται στη χριστιανική γλώσσα.
Ο ησυχασμός είναι, επομένως, ένα σύστημα πνευματικότητας θεμελιωμένο στην ησυχία. Δεν βλέπει όμως σε αυτήν τον τελικό σκοπό, όπως βλέπει ο στωικισμός στην απάθεια ή ο επικουρισμός στην αταραξία. Η ησυχία είναι, όπως καθετί στον χριστιανισμό, ένα μέσο· ίσως το κατεξοχήν μέσο, και σε κάθε περίπτωση ένα εξαιρετικό μέσο για να φθάσει κανείς στον σκοπό, ο οποίος είναι η ένωση με τον Θεό και η αδιάλειπτη προσευχή. Για να μιλήσουμε με τον Cassianus: donec omnis volutatio cordis una et jugis efficiatur oratio, «έως ότου κάθε κίνηση της καρδιάς καταστεί μία και αδιάλειπτη προσευχή» (2), ή ad perpetuam Dei memoriam possidendam, «για την απόκτηση της αδιάλειπτης μνήμης του Θεού» (3).
Και γι’ αυτό, στον βαθμό που θεωρεί κανείς ότι μπορεί να φθάσει ή να διατηρήσει αυτή την ένωση και αυτή την προσευχή μέσα στις αιτίες των περισπασμών, η αναχώρηση χάνει τη σημασία της.
(1) Πρβλ. Alph. (Apophthegmata Patrum, αλφαβητική συλλογή), Σισώης, αρ. 26· ακολουθεί στον Εὐεργετινό, IV, κεφ. 5, σ. 22, η εξής παρατήρηση: «Δες πώς, ύστερα από τόσο μακρά άσκηση, ἐπόθει τὴν ἔρημον διὰ τὸ ἤρεμον — ποθούσε την έρημο εξαιτίας της γαλήνης».
(2) Coll. X, 7.
(3) Στο ίδιο, 10.
Μια διάκριση
Η διάκριση αυτή προκύπτει καθαρά από όσα προηγήθηκαν. Θα μπορούσε μάλιστα να είχε διατυπωθεί και a priori. Υπάρχουν δύο είδη γαλήνης, δύο ειρήνες, δύο είδη ησυχίας: μία εξωτερική και μία εσωτερική· μία μέσα στα πράγματα και μία μέσα στον άνθρωπο· μία σιωπή των δυνάμεων της φύσης και μία σιωπή των δυνάμεων της ψυχής.
Οι δύο αυτές μορφές δεν συμβαδίζουν κατ’ ανάγκην. Κάποιος ταράζεται εσωτερικά ενώ γύρω του τίποτε δεν κινείται· κάποιος άλλος διατηρεί τη γαλήνια αυτοκυριαρχία του ενώ ο κόσμος φαίνεται να καταρρέει. Αυτή ήταν η αξίωση των Στωικών· αποτελεί επίσης διαπιστωμένο γεγονός σε ορισμένους βίους αγίων.
Το σημαντικότερο είναι προφανώς η γαλήνη της ψυχής. «Non turbetur cor vestrum — Ας μην ταράζεται η καρδιά σας». Ακόμη και οι ησυχαστές που ήταν περισσότερο προσκολλημένοι στη μοναχική τους απομόνωση το γνώριζαν πολύ καλά. Γνώριζαν όμως επίσης πόσο πολύ επιδρά το εξωτερικό στο εσωτερικό. Δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με τη συστηματική ψυχολογία· θα δούμε μάλιστα ότι βρίσκονταν πολύ μακριά από την υπερβολικά μεταφυσική ηθική των Στωικών. Αντιθέτως, ασκούσαν σε μεγάλο βαθμό την ψυχανάλυση, αναζητώντας στα βάθη της ψυχής τους τα πάθη που γνώριζαν ότι κρύβονταν εκεί. Διέθεταν αρχές διάκρισης που τους επέτρεπαν να αναλύουν ένα ψυχικό σύμπλεγμα στα συστατικά του και να αποδίδουν σε καθένα από αυτά την αληθινή ή πιθανή αιτία του: τον Θεό, τα αγαθά ή τα πονηρά πνεύματα, τις παρούσες αισθητηριακές αντιλήψεις ή εκείνες που αναδύονταν εκ νέου από τους θησαυρούς της μνήμης, την πολύμορφη υποκειμενική συναισθηματικότητα, τις ιδέες και τις βουλήσεις της νοητικής τάξης.
Θα χρειαστεί ασφαλώς να εκθέσουμε λεπτομερέστερα τους νόμους αυτής της διακρίσεως, της diakrisis. Προς το παρόν αρκεί να δηλώσουμε ότι η διάκριση μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού —η οποία είναι άλλωστε ουσιώδης για κάθε ηθική διδασκαλία και διακηρύχθηκε πανηγυρικά, αν και με διαφορετικές σημασίες, τόσο από τους Στωικούς όσο και από το Ευαγγέλιο— δεν ήταν άγνωστη ακόμη και στους λιγότερο μορφωμένους ασκητές.
Ωστόσο, αυτή η διάκριση μεταξύ της ησυχίας ως αναχωρήσεως και της ψυχικής ησυχίας θα χρειαστεί πολύ χρόνο για να διατυπωθεί με σαφήνεια και να επιβληθεί στην πράξη.
Σε αρκετούς συγγραφείς δημιουργείται η εντύπωση ότι η μοναξιά και η γαλήνη συγχέονται· σαν να μην υπήρχε τελικά καμία ελπίδα ησυχίας μέσα στην κοινωνία αυτών των θορυβωδών και αδιάκριτων ενοχλητικών όντων που είναι οι άνθρωποι, ακριβώς επειδή στερούνται την εσωτερική ησυχία. Η ψυχική τους πτωχεία τούς ωθεί να τσιμπολογούν παντού, αναζητώντας κατασίγαση, περισπασμό, διασκέδαση ή διαφυγή, όπως η ανάγκη για τροφή ωθεί τα κοτοπουλάκια και τις κότες να σκαλίζουν ακούραστα το χώμα αναζητώντας σκουλήκια, σταματώντας μόνο κατά διαστήματα για να κακαρίσουν ή να κοιμηθούν.
Η συνωνυμία των λέξεων «αναχώρηση» και «ησυχία» εμφανίζεται συχνά, ακόμη και σε μεταγενέστερες εποχές που γνωρίζουν πολύ καλά τη διάκριση μεταξύ των δύο πραγμάτων· είναι βέβαια διακριτά, αλλά τόσο στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους! «Ο αββάς Μωυσής είπε στον αββά Μακάριο στη Σκήτη —σημειωτέον, στην κατεξοχήν περιοχή του μετριοπαθούς αναχωρητισμού—: “Θέλω ἡσυχάσαι, να βρω την ησυχία, αλλά οι αδελφοί δεν με αφήνουν”. Ο αββάς Μακάριος του είπε: “Βλέπω ότι έχεις ευαίσθητο χαρακτήρα και ότι δεν είσαι ικανός να απομακρύνεις έναν αδελφό. Εάν επιθυμείς την ησυχία, πήγαινε στην έρημο, πολύ βαθιά, στην Πέτρα, και εκεί θα αναπαυθείς”. Το έκανε και βρήκε την ειρήνη» (1). Δηλαδή, όποιος δεν έχει ειρήνη και υποφέρει από περισπασμούς πρέπει να αυξήσει τον βαθμό της μοναξιάς του. Για ορισμένους συνομιλητές του αγίου Αρσενίου, οι ησυχαστές είναι μοναχοί που αποφεύγουν κάθε συνάντηση με οποιονδήποτε: τῶν ἡσυχαζόντων καὶ μηδενὶ ἀπαντώντων (*).
Οι εγκωμιαστές της ερήμου θα έχουν πάντοτε την τάση να επιστρέφουν σε αυτή τη συνωνυμία. Έχουν άλλωστε από πού να την κληρονομήσουν. Στον Ωριγένη η ησυχία ισοδυναμεί με την ἐρημία (). Ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός δεν θα κουραστεί να επαναλαμβάνει την αγάπη του «για εκείνο το αγαθό που είναι η ησυχία και η αναχώρηση» (). Για τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης η ησυχία είναι, για παράδειγμα, η παραμονή του Μωυσή στην έρημο (). Ο Αμμωνάς δεν μιλά διαφορετικά όταν γράφει περὶ ἡσυχίας () ή περὶ τῶν θελόντων ἡσυχάσαι (). Το ίδιο συμβαίνει και με τον Θεοδώρητο, για παράδειγμα όταν αναφέρεται στην αγάπη του αγίου Συμεών του Πρεσβυτέρου για την ησυχία (). Ο Διονύσιος επίσης δεν προβαίνει σε μεγαλύτερη διάκριση: η φυγή του αγίου Ιωσήφ στην Αίγυπτο είναι αναχώρηση, προφανώς με την υλική σημασία· και λίγο πιο πάνω οι άγγελοι ευαγγελίζονται στους ποιμένες, επειδή εκείνοι έχουν καθαρθεί μέσω της αναχωρήσεως-ησυχίας: τῇ τῶν πολλῶν ἀναχωρήσει καὶ ἡσυχίᾳ —με ένα μόνο άρθρο για τις δύο λέξεις! (*).
Η επιμονή αυτής της συνωνυμίας μπορεί άλλωστε να εξηγηθεί με δύο τρόπους: είτε μέσω της ταύτισης της ησυχίας με τη μοναξιά είτε μέσω της εξασθένησης της σημασίας του όρου «αναχώρηση». Αυτή τη δεύτερη σημασία καθιερώνει ο Ιουστινιανός στη Νεαρά που διαιρεί τους μοναχούς σε κοινοβιάτες και ησυχαστές: η συνήθεια ονομάζει τους τελευταίους τόσο αναχωρητές όσο και ησυχαστές: οὓς δὴ καλεῖν ἀναχωρητάς τε καὶ ἡσυχαστὰς εἰώθασιν (10). Από την εποχή αυτή και εξής δεν πρέπει ποτέ να κατανοούμε τους δύο όρους με τη ριζική τους σημασία, εκτός εάν το επιβάλλουν τα συμφραζόμενα.
Έτσι γράφει ο Θαλάσσιος: «Η συναναστροφή με τους ανθρώπους είναι ωφέλιμη μόνο στους πνευματικούς· για όλους τους άλλους η ησυχία είναι προτιμότερη» (). Στο Τυπικό του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη (), για να διατηρηθεί η ισχυρή σημασία της λέξης «ησυχία», αυτή προσδιορίζεται με τη λέξη μόνωσις, δηλαδή απομόνωση.
Και η ζωή των λέξεων βρίσκεται επίσης σε κίνηση· η ακριβής σημασιολογική τους απόχρωση αποκαλύπτεται μόνο μέσω της προσεκτικής μελέτης του περιβάλλοντος στο οποίο χρησιμοποιούνται. Στον Ψευδο-Εφραίμ, για παράδειγμα (3), ο ἡσυχαστής αντιπαρατίθεται προς τον ἐρημίτη: ο ησυχαστής είναι έγκλειστος, ενώ ο ερημίτης είναι ένας μοναχικός ασκητής που δεν ζει έγκλειστος.
Ένα ερώτημα........
Μελέτη πνευματικότητας (1)
ΕΝΑΣ ΟΡΙΣΜΟΣ, ΜΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ
1. Ένας ορισμός
Ο όρος «ησυχασμός», στη βυζαντινή γλώσσα, δηλώνει ένα σύστημα πνευματικότητας που έχει ως αρχή την υπεροχή, ακόμη και την αναγκαιότητα, της ησυχίας.
Ησυχία σημαίνει γενικά γαλήνη. Η ετυμολογία της λέξης είναι αβέβαιη. Ίσως συνδέεται με το ἦσθαι: το να κάθεται κανείς. Για τους συντάκτες των Vitae Patrum, αυτό το ρήμα ή τα συνώνυμά του, χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση, σημαίνει ότι κάποιος διάγει τον βίο του ησυχαστή.
Υπάρχουν πολλά είδη ησυχίας: από την απουσία πολέμων μέχρι την αναστολή των ψυχικών δυνάμεων κατά τη μυστική ανάπαυση, περνώντας από την αδράνεια και την οκνηρία, τη σιωπή των πραγμάτων και των προσώπων, την καταλλαγή του νου και της καρδιάς. Όσα είναι τα όντα, τα σύνολα ή τα μέρη των όντων που επιδέχονται αναστάτωση, τόσες είναι και οι μορφές γαλήνης, οι οποίες μπορούν όλες να ονομαστούν ησυχία.
Για όλες αυτές τις σημασίες θα μπορούσαν να παρατεθούν παραδείγματα από τους θύραθεν συγγραφείς. Παντού, ωστόσο, ακόμη και όταν πρόκειται για τη σιωπή των πραγμάτων, διαπιστώνουμε ότι αυτή εξετάζεται σε σχέση με τον άνθρωπο. Και εδώ δεν υπάρχει λόγος να επικαλεστούμε τον ελληνικό ανθρωποκεντρισμό: αν δεν υπάρχει κανείς για να την αντιληφθεί και να την απολαύσει, θα ήταν άραγε ακόμη ορθό να μιλάμε για «την ειρήνη των πραγμάτων»; Θα ήταν προτιμότερο να μιλάμε για την ακινησία τους ή για την εύτακτη διάταξη των κινήσεών τους και να επιφυλάσσουμε την ονομασία της ειρήνης για την εντύπωση που προκαλεί στον άνθρωπο αυτή η ακινησία ή αυτή η τάξη. Αυτό ακριβώς κάνουν οι Έλληνες κατά τη χρήση του όρου «ησυχία». Τον χρησιμοποιούν αναφερόμενοι στον άνθρωπο και στις δυνάμεις του, στο σύνολο της ανθρώπινης ζωής ή σε ένα μέρος της, καθώς και στη γαλήνη που ακολουθεί την παύση του πολέμου. Κατέχει κανείς την ησυχία, διάγει έναν βίο ησυχίας ή περνά μια περίοδο ησυχίας. Πρόκειται, εν ολίγοις, για ένα είδος ασφάλειας και προφύλαξης από τις αιτίες της ταραχής: τις υποθέσεις, τις στάσεις μεταξύ των πολιτών, τις εχθροπραξίες μεταξύ των πολιτειών. Καθώς, εξάλλου, ο επιμέρους άνθρωπος αποτελεί εικόνα της πολιτικής κοινωνίας —ή και το αντίστροφο—, υπάρχει επίσης μια ψυχική ησυχία, η οποία προκύπτει από την ιεράρχηση των δυνάμεων της ψυχής, όταν αυτή έχει εγκαθιδρυθεί και διατηρείται. Οι ευυπόληπτοι άνθρωποι (κόσμιοι) είναι πάντοτε διατεθειμένοι να διάγουν τον βίο της ησυχίας (ἥσυχον βίον), λέει ο Πλάτων (1). Οι ιεροί συγγραφείς δεν είχαν κανέναν λόγο να αλλάξουν οτιδήποτε σε αυτό το λεξιλόγιο.
Στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, η ησυχία και τα παράγωγά της διατηρούν όλες τις σημασίες που είχαν στην κοινή γλώσσα· πρωτίστως την εξωτερική ειρήνη, την απουσία εθνικών ή εμφύλιων πολέμων, στον βαθμό που αυτή απαλλάσσει τους πολίτες από την αγωνία και τους παρέχει ασφάλεια.
Αυτή η ευχάριστη κατάσταση ονομάζεται, όπως και στους θύραθεν συγγραφείς, ἡσυχίαν ἄγειν ή ἔχειν και, σε σχέση με τους άλλους, παρέχειν. Αυτό το αίσθημα ασφάλειας δεν εξαρτάται, ωστόσο, αποκλειστικά από τις εξωτερικές καταστάσεις· μπορεί να παραμένει ακόμη και ενώπιον της απειλής του πολέμου, χάρη στην πίστη στον Θεό. Έτσι, όταν ο Ρασίν, βασιλιάς της Συρίας, ανέβηκε εναντίον της Ιερουσαλήμ για να της επιτεθεί, «η καρδιά του βασιλιά και η καρδιά του λαού του ταράχθηκαν, όπως τα δέντρα του δάσους ταράζονται από τον άνεμο». Αλλά ο Γιαχβέ έστειλε τον Ησαΐα να του πει: «Πρόσεχε, μείνε ήσυχος, μη φοβάσαι» (φύλαξαι τοῦ ἡσυχάσαι καὶ μὴ φοβοῦ) κ.λπ. (*).
Η καλύτερη εγγύηση της εσωτερικής γαλήνης είναι ο φόβος του Θεού, η υποταγή στο θέλημά Του, η σοφία: «Εκείνος που με ακούει θα αναπαύεται με ασφάλεια, θα ζει ήσυχος χωρίς να φοβάται τη συμφορά» (κατασκηνώσει ἐπ᾿ ἐλπίδι καὶ ἡσυχάσει ἀπὸ παντὸς κακοῦ) (*).[Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΧΘΡΑ ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ. ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ]
Ας προσέξουμε αυτή τη σύνταξη: ἡσυχάσαι ἀπό τινος. Η ησυχία είναι αφ’ εαυτής μια αρνητική έννοια, η οποία αποκλείει από την ψυχή ορισμένα οδυνηρά συναισθήματα και θεμελιώνει αυτή την εσωτερική καταλλαγή στη βεβαιότητα ότι βρίσκεται κανείς προφυλαγμένος από το κακό.
Μπορεί επίσης κανείς, εκουσίως, να προφυλαχθεί από ένα κακό, να αρνηθεί να κάνει εκείνο που θεωρεί κακό, με μια λέξη, να απέχει από κάτι· ιδιαίτερα από τον λόγο, απ’ όπου προέρχεται η συχνή σημασία «σιωπώ», ή από την κίνηση, απ’ όπου η σημασία «παραμένω». Και οι δύο αυτές σημασίες, οι οποίες απαντούν συχνά, ταιριάζουν πολύ καλά με τον ησυχασμό.
Στην Καινή Διαθήκη η λέξη είναι σπάνια και απαντά ιδιαιτέρως στον άγιο Λουκά (1) και στον άγιο Παύλο (*), καθώς και μία φορά στο Α΄ Πέτρ. 3, 4. Η κυριότερη σημασία της είναι «παραμένω ήσυχος», δηλαδή σιωπώ, τηρώ την ανάπαυση του Σαββάτου, αφήνω τους άλλους ήσυχους. Στις Πράξεις 11, 18: ἡσύχασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεόν· «σιώπησαν και δόξασαν τον Θεό», δηλαδή έπαψαν να προβάλλουν αντιρρήσεις στον άγιο Πέτρο σχετικά με το βάπτισμα του Κορνηλίου. Με λίγη όμως καλή διάθεση, δεν διαθέτει άραγε αυτό το χωρίο κάτι που θα μπορούσε να αρέσει στους ησυχαστές;
Πολύ περισσότερο, και χωρίς καμία τάση προσαρμοστικής ερμηνείας, το Α΄ Θεσσ. 4, 11: «Σας προτρέπουμε, αδελφοί, να θεωρείτε τιμή σας το να ζείτε ήσυχα (φιλοτιμεῖσθαι ἡσυχάσαι), να ασχολείστε με τις δικές σας υποθέσεις και να εργάζεστε με τα χέρια σας, όπως σας παραγγείλαμε, ώστε να συμπεριφέρεστε ευπρεπώς απέναντι στους έξω και να μην έχετε ανάγκη από κανέναν». Το Β΄ Θεσσ. 3, 12 προσφέρει ακόμη μία δυνατότητα εφαρμογής στον ησυχασμό, όταν συνιστά να εργάζεται κανείς «μετά ησυχίας» (μετὰ ἡσυχίας ἐργαζόμενοι), πράγμα που θα πραγματοποιήσουν κατεξοχήν οι ησυχαστές ακολουθώντας τον άγιο Αρσένιο.
Δεν θα υποστηρίξουμε ασφαλώς ότι ο ησυχασμός γεννήθηκε από αυτά τα χωρία. Το προοίμιο αυτό αποβλέπει μόνο στον καθορισμό της σημασίας του όρου στα αρχαία κείμενα, τόσο στα θύραθεν όσο και στα ιερά· δευτερευόντως, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο δικαιολογείται από την Αγία Γραφή η χρήση του ησυχαστικού λεξιλογίου.
Ο όρος «ησυχία» δεσπόζει σε ολόκληρο αυτό το λεξιλόγιο. Υπάρχουν όμως και άλλοι, περισσότερο ή λιγότερο συνώνυμοι όροι, τους οποίους θα συναντήσουμε στην πορεία. Εδώ θα αρκεστούμε να επισημάνουμε ορισμένους από τους συνηθέστερους. Αναφέραμε ήδη το ρήμα sedere, καθέζεσθαι. Πλάι στο ἔρημος βρίσκεται και συχνά συγχέεται με αυτό το ἤρεμος, καθώς και το ἠρεμία. Πρβλ. Α΄ Τιμ. 2, 2: ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγειν, δηλαδή να διάγει κανείς ειρηνικό και ήσυχο βίο. Η ἠρεμία απαντά στη γραμματεία μας σπανιότερα από την ησυχία, αλλά θα μπορούσαν να γίνουν γι’ αυτήν οι ίδιες παρατηρήσεις: πρόκειται πρωτίστως για τη γαλήνη μιας ψυχής απαλλαγμένης από την εσωτερική ταραχή, αλλά επίσης ελεύθερης από τις εξωτερικές αιτίες αναστάτωσης (2).
Όσο για τους όρους φιλοσοφικής προέλευσης, όπως η απάθεια, η αταραξία, η γαλήνη, η ἐποχή κτλ., αυτοί σχεδόν δεν απαντούν στα συγγράμματα των Πατέρων. Εάν εισαχθούν αργότερα, δεν θα αποκτήσουν ποτέ ουσιώδη σημασία στο σύστημα πνευματικότητας των ησυχαστών. Ακόμη και η «απάθεια», την οποία καθιέρωσε ο Ευάγριος, θα απουσιάζει από έργα αυθεντικά ησυχαστών συγγραφέων και δεν θα επικρατήσει ποτέ έναντι του ευαγγελικού όρου ἀμεριμνία. Επιπλέον, το περιεχόμενο αυτών των φιλοσοφικών όρων μεταβάλλεται σημαντικά όταν αυτοί εισέρχονται στη χριστιανική γλώσσα.
Ο ησυχασμός είναι, επομένως, ένα σύστημα πνευματικότητας θεμελιωμένο στην ησυχία. Δεν βλέπει όμως σε αυτήν τον τελικό σκοπό, όπως βλέπει ο στωικισμός στην απάθεια ή ο επικουρισμός στην αταραξία. Η ησυχία είναι, όπως καθετί στον χριστιανισμό, ένα μέσο· ίσως το κατεξοχήν μέσο, και σε κάθε περίπτωση ένα εξαιρετικό μέσο για να φθάσει κανείς στον σκοπό, ο οποίος είναι η ένωση με τον Θεό και η αδιάλειπτη προσευχή. Για να μιλήσουμε με τον Cassianus: donec omnis volutatio cordis una et jugis efficiatur oratio, «έως ότου κάθε κίνηση της καρδιάς καταστεί μία και αδιάλειπτη προσευχή» (2), ή ad perpetuam Dei memoriam possidendam, «για την απόκτηση της αδιάλειπτης μνήμης του Θεού» (3).
Και γι’ αυτό, στον βαθμό που θεωρεί κανείς ότι μπορεί να φθάσει ή να διατηρήσει αυτή την ένωση και αυτή την προσευχή μέσα στις αιτίες των περισπασμών, η αναχώρηση χάνει τη σημασία της.
(1) Πρβλ. Alph. (Apophthegmata Patrum, αλφαβητική συλλογή), Σισώης, αρ. 26· ακολουθεί στον Εὐεργετινό, IV, κεφ. 5, σ. 22, η εξής παρατήρηση: «Δες πώς, ύστερα από τόσο μακρά άσκηση, ἐπόθει τὴν ἔρημον διὰ τὸ ἤρεμον — ποθούσε την έρημο εξαιτίας της γαλήνης».
(2) Coll. X, 7.
(3) Στο ίδιο, 10.
Μια διάκριση
Η διάκριση αυτή προκύπτει καθαρά από όσα προηγήθηκαν. Θα μπορούσε μάλιστα να είχε διατυπωθεί και a priori. Υπάρχουν δύο είδη γαλήνης, δύο ειρήνες, δύο είδη ησυχίας: μία εξωτερική και μία εσωτερική· μία μέσα στα πράγματα και μία μέσα στον άνθρωπο· μία σιωπή των δυνάμεων της φύσης και μία σιωπή των δυνάμεων της ψυχής.
Οι δύο αυτές μορφές δεν συμβαδίζουν κατ’ ανάγκην. Κάποιος ταράζεται εσωτερικά ενώ γύρω του τίποτε δεν κινείται· κάποιος άλλος διατηρεί τη γαλήνια αυτοκυριαρχία του ενώ ο κόσμος φαίνεται να καταρρέει. Αυτή ήταν η αξίωση των Στωικών· αποτελεί επίσης διαπιστωμένο γεγονός σε ορισμένους βίους αγίων.
Το σημαντικότερο είναι προφανώς η γαλήνη της ψυχής. «Non turbetur cor vestrum — Ας μην ταράζεται η καρδιά σας». Ακόμη και οι ησυχαστές που ήταν περισσότερο προσκολλημένοι στη μοναχική τους απομόνωση το γνώριζαν πολύ καλά. Γνώριζαν όμως επίσης πόσο πολύ επιδρά το εξωτερικό στο εσωτερικό. Δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με τη συστηματική ψυχολογία· θα δούμε μάλιστα ότι βρίσκονταν πολύ μακριά από την υπερβολικά μεταφυσική ηθική των Στωικών. Αντιθέτως, ασκούσαν σε μεγάλο βαθμό την ψυχανάλυση, αναζητώντας στα βάθη της ψυχής τους τα πάθη που γνώριζαν ότι κρύβονταν εκεί. Διέθεταν αρχές διάκρισης που τους επέτρεπαν να αναλύουν ένα ψυχικό σύμπλεγμα στα συστατικά του και να αποδίδουν σε καθένα από αυτά την αληθινή ή πιθανή αιτία του: τον Θεό, τα αγαθά ή τα πονηρά πνεύματα, τις παρούσες αισθητηριακές αντιλήψεις ή εκείνες που αναδύονταν εκ νέου από τους θησαυρούς της μνήμης, την πολύμορφη υποκειμενική συναισθηματικότητα, τις ιδέες και τις βουλήσεις της νοητικής τάξης.
Θα χρειαστεί ασφαλώς να εκθέσουμε λεπτομερέστερα τους νόμους αυτής της διακρίσεως, της diakrisis. Προς το παρόν αρκεί να δηλώσουμε ότι η διάκριση μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού —η οποία είναι άλλωστε ουσιώδης για κάθε ηθική διδασκαλία και διακηρύχθηκε πανηγυρικά, αν και με διαφορετικές σημασίες, τόσο από τους Στωικούς όσο και από το Ευαγγέλιο— δεν ήταν άγνωστη ακόμη και στους λιγότερο μορφωμένους ασκητές.
Ωστόσο, αυτή η διάκριση μεταξύ της ησυχίας ως αναχωρήσεως και της ψυχικής ησυχίας θα χρειαστεί πολύ χρόνο για να διατυπωθεί με σαφήνεια και να επιβληθεί στην πράξη.
Σε αρκετούς συγγραφείς δημιουργείται η εντύπωση ότι η μοναξιά και η γαλήνη συγχέονται· σαν να μην υπήρχε τελικά καμία ελπίδα ησυχίας μέσα στην κοινωνία αυτών των θορυβωδών και αδιάκριτων ενοχλητικών όντων που είναι οι άνθρωποι, ακριβώς επειδή στερούνται την εσωτερική ησυχία. Η ψυχική τους πτωχεία τούς ωθεί να τσιμπολογούν παντού, αναζητώντας κατασίγαση, περισπασμό, διασκέδαση ή διαφυγή, όπως η ανάγκη για τροφή ωθεί τα κοτοπουλάκια και τις κότες να σκαλίζουν ακούραστα το χώμα αναζητώντας σκουλήκια, σταματώντας μόνο κατά διαστήματα για να κακαρίσουν ή να κοιμηθούν.
Η συνωνυμία των λέξεων «αναχώρηση» και «ησυχία» εμφανίζεται συχνά, ακόμη και σε μεταγενέστερες εποχές που γνωρίζουν πολύ καλά τη διάκριση μεταξύ των δύο πραγμάτων· είναι βέβαια διακριτά, αλλά τόσο στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους! «Ο αββάς Μωυσής είπε στον αββά Μακάριο στη Σκήτη —σημειωτέον, στην κατεξοχήν περιοχή του μετριοπαθούς αναχωρητισμού—: “Θέλω ἡσυχάσαι, να βρω την ησυχία, αλλά οι αδελφοί δεν με αφήνουν”. Ο αββάς Μακάριος του είπε: “Βλέπω ότι έχεις ευαίσθητο χαρακτήρα και ότι δεν είσαι ικανός να απομακρύνεις έναν αδελφό. Εάν επιθυμείς την ησυχία, πήγαινε στην έρημο, πολύ βαθιά, στην Πέτρα, και εκεί θα αναπαυθείς”. Το έκανε και βρήκε την ειρήνη» (1). Δηλαδή, όποιος δεν έχει ειρήνη και υποφέρει από περισπασμούς πρέπει να αυξήσει τον βαθμό της μοναξιάς του. Για ορισμένους συνομιλητές του αγίου Αρσενίου, οι ησυχαστές είναι μοναχοί που αποφεύγουν κάθε συνάντηση με οποιονδήποτε: τῶν ἡσυχαζόντων καὶ μηδενὶ ἀπαντώντων (*).
Οι εγκωμιαστές της ερήμου θα έχουν πάντοτε την τάση να επιστρέφουν σε αυτή τη συνωνυμία. Έχουν άλλωστε από πού να την κληρονομήσουν. Στον Ωριγένη η ησυχία ισοδυναμεί με την ἐρημία (). Ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός δεν θα κουραστεί να επαναλαμβάνει την αγάπη του «για εκείνο το αγαθό που είναι η ησυχία και η αναχώρηση» (). Για τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης η ησυχία είναι, για παράδειγμα, η παραμονή του Μωυσή στην έρημο (). Ο Αμμωνάς δεν μιλά διαφορετικά όταν γράφει περὶ ἡσυχίας () ή περὶ τῶν θελόντων ἡσυχάσαι (). Το ίδιο συμβαίνει και με τον Θεοδώρητο, για παράδειγμα όταν αναφέρεται στην αγάπη του αγίου Συμεών του Πρεσβυτέρου για την ησυχία (). Ο Διονύσιος επίσης δεν προβαίνει σε μεγαλύτερη διάκριση: η φυγή του αγίου Ιωσήφ στην Αίγυπτο είναι αναχώρηση, προφανώς με την υλική σημασία· και λίγο πιο πάνω οι άγγελοι ευαγγελίζονται στους ποιμένες, επειδή εκείνοι έχουν καθαρθεί μέσω της αναχωρήσεως-ησυχίας: τῇ τῶν πολλῶν ἀναχωρήσει καὶ ἡσυχίᾳ —με ένα μόνο άρθρο για τις δύο λέξεις! (*).
Η επιμονή αυτής της συνωνυμίας μπορεί άλλωστε να εξηγηθεί με δύο τρόπους: είτε μέσω της ταύτισης της ησυχίας με τη μοναξιά είτε μέσω της εξασθένησης της σημασίας του όρου «αναχώρηση». Αυτή τη δεύτερη σημασία καθιερώνει ο Ιουστινιανός στη Νεαρά που διαιρεί τους μοναχούς σε κοινοβιάτες και ησυχαστές: η συνήθεια ονομάζει τους τελευταίους τόσο αναχωρητές όσο και ησυχαστές: οὓς δὴ καλεῖν ἀναχωρητάς τε καὶ ἡσυχαστὰς εἰώθασιν (10). Από την εποχή αυτή και εξής δεν πρέπει ποτέ να κατανοούμε τους δύο όρους με τη ριζική τους σημασία, εκτός εάν το επιβάλλουν τα συμφραζόμενα.
Έτσι γράφει ο Θαλάσσιος: «Η συναναστροφή με τους ανθρώπους είναι ωφέλιμη μόνο στους πνευματικούς· για όλους τους άλλους η ησυχία είναι προτιμότερη» (). Στο Τυπικό του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη (), για να διατηρηθεί η ισχυρή σημασία της λέξης «ησυχία», αυτή προσδιορίζεται με τη λέξη μόνωσις, δηλαδή απομόνωση.
Και η ζωή των λέξεων βρίσκεται επίσης σε κίνηση· η ακριβής σημασιολογική τους απόχρωση αποκαλύπτεται μόνο μέσω της προσεκτικής μελέτης του περιβάλλοντος στο οποίο χρησιμοποιούνται. Στον Ψευδο-Εφραίμ, για παράδειγμα (3), ο ἡσυχαστής αντιπαρατίθεται προς τον ἐρημίτη: ο ησυχαστής είναι έγκλειστος, ενώ ο ερημίτης είναι ένας μοναχικός ασκητής που δεν ζει έγκλειστος.
Ένα ερώτημα........
ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΥΤΙΜΟΤΕΡΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου