Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Άγιος Νικόλαος Αχρίδος και Ζίτσης † Κυριακή Δ’ Λουκᾶ (Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως)

 Το Ευαγγέλιο του Σπορέως


Εικοστή πρώτη Κυριακή μετά την Πεντηκοστή– Άγιος Νικόλαος Αχρίδος και Ζίτσης


Λουκ. 8,5–15. Περικοπή 35.

Ολόκληρος ο κόσμος είναι μια μεγάλη ιστορία, φτιαγμένη από αναρίθμητες ιστορίες.
Όπως μια ιστορία που ειπώθηκε, έτσι παροδικός είναι αυτός ο κόσμος και όλα όσα βρίσκονται μέσα του. Όμως ο πνευματικός πυρήνας, που κρύβεται μέσα στα περιβλήματα όλων των ιστοριών, παραμένει και δεν χάνεται.

Οι άνθρωποι που με αυτές τις ιστορίες τρέφουν μόνο τα μάτια και τα αυτιά τους μένουν πεινασμένοι στο πνεύμα. Διότι το πνεύμα τρέφεται από τον πυρήνα αυτών των ιστοριών, κι εκείνοι δεν μπορούν να φτάσουν ως αυτόν.
Ο άνθρωπος που δεν ζει πνευματικά, ο αισθησιακός άνθρωπος, τρέφεται από τα πράσινα φύλλα των αναρίθμητων ιστοριών και μένει πάντοτε πεινασμένος και βασανισμένος από την πείνα. Ο πνευματικός άνθρωπος αναζητεί τον πυρήνα αυτών των αναρίθμητων ιστοριών και, τρεφόμενος από αυτόν, χορταίνει και γεμίζει ειρήνη.

Ιστορίες είναι και όλα τα πράγματα που υπάρχουν, διότι όλα, σαν πράσινα φύλλα ή σαν περιβλήματα, τυλίγουν έναν κρυμμένο πυρήνα. Ιστορίες είναι και όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν, διότι κι αυτά είναι μονάχα το ένδυμα ενός πνευματικού περιεχομένου, ενός πνευματικού πυρήνα, μιας πνευματικής τροφής.
Τοποθετημένος μέσα σε αυτόν τον κόσμο, ο άνθρωπος είναι σαν να έχει βυθιστεί σε μια θάλασσα της σοφίας του Θεού, εκφρασμένης με ιστορίες. Όποιος όμως κοιτάζει αυτή τη σοφία μόνο με τα μάτια, δεν βλέπει τίποτε πέρα από το ένδυμα με το οποίο είναι ντυμένη· κοιτάζει και βλέπει το ένδυμα της φύσης, αλλά δεν βλέπει το πνεύμα και τον πυρήνα της· ακούει τη φύση, αλλά ακούει μόνο κενές φωνές και δεν καταλαβαίνει το νόημά τους. Ούτε με το μάτι μπορεί κανείς να δει τον πυρήνα της φύσης ούτε με το αυτί να ακούσει το νόημά της. Το πνεύμα βρίσκει το πνεύμα· το νόημα βλέπει το νόημα· ο νους συναντά τον νου· η αγάπη αισθάνεται την αγάπη.

Πράγματι, αυτός ο κόσμος είναι φτωχός και θλιβερός εξαιτίας του πόσο γρήγορα παρέρχεται, και όποιος προσκολληθεί σ’ αυτόν σαν να είναι κάτι ουσιώδες από μόνο του, αναγκαστικά θα πέσει και θα βογκήξει από πόνο και ντροπή. Όμως αυτός ο κόσμος είναι και πλούσιο θησαυροφυλάκιο διδαγμάτων μέσα από ιστορίες· και όποιος τον κατανοήσει έτσι και τον χρησιμοποιήσει με αυτή την έννοια, ούτε θα πέσει ούτε θα ντροπιαστεί.
Και ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς, για να διδάξει τους ανθρώπους, χρησιμοποιούσε συχνά ιστορίες από τη φύση, δηλαδή πράγματα και γεγονότα αυτού του κόσμου. Και συχνά έπαιρνε συνηθισμένα πράγματα και συνηθισμένα γεγονότα ως αφορμή για διδασκαλία, ώστε να δείξει τι θρεπτικός πυρήνας και πόσο βαθύ περιεχόμενο κρύβεται μέσα σε όλα αυτά. Στα ασυνήθιστα και σπάνια γεγονότα αναζητούν κάποια πνευματική σημασία ακόμη και οι συνηθισμένοι άνθρωποι, όπως στην πτώση των αστεριών, στους σεισμούς, στους μεγάλους πολέμους κ.λπ. Μόνο όμως ασυνήθιστοι άνθρωποι αναζητούν και βρίσκουν πνευματικό νόημα και στα συνηθισμένα, τα πιο κοινά, τα καθημερινά γεγονότα. Ο πιο ασυνήθιστος από όλους τους ασυνήθιστους που περπάτησαν ποτέ πάνω σ’ αυτή τη γη, ο Κύριος Ιησούς, έπαιρνε επίτηδες τα πιο συνηθισμένα πράγματα της ζωής για να αποκαλύψει στους ανθρώπους το μυστήριο της αιώνιας ζωής. Ιδού, τι πιο συνηθισμένο υπάρχει από το αλάτι, το προζύμι, το δέντρο της μουστάρδας, τον ήλιο, τα σπουργίτια, το χορτάρι και τα κρίνα του αγρού, το σιτάρι και τα ζιζάνια, την πέτρα και την άμμο; Κανένας από όσους βλέπουν καθημερινά αυτά τα πράγματα μόνο με τα μάτια του δεν θα σκεφτόταν να αναζητήσει μέσα τους τα κρυμμένα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού. Ο Χριστός όμως στάθηκε ακριβώς σε αυτά τα πράγματα και έστρεψε την προσοχή των ανθρώπων προς αυτά, αποκαλύπτοντας τα απέραντα ουράνια μυστήρια που κρύβονται κάτω από την εξωτερική τους όψη. Εξίσου απλά και συνηθισμένα είναι τα γεγονότα που χρησιμοποίησε ο Κύριος για να παρουσιάσει και να εξηγήσει ολόκληρη την πνευματική ζωή του ανθρώπου ή ολόκληρη την ιστορία της πτώσης και της σωτηρίας του ανθρώπου ή το τέλος του κόσμου και τη Φοβερή Κρίση ή το έλεος του Θεού προς τους αμαρτωλούς. Επί αιώνες οι άνθρωποι έβλεπαν συνηθισμένα γεγονότα, παρόμοια με εκείνα που περιγράφονται στις παραβολές του σπορέα και του σπόρου, του σιταριού και των ζιζανίων, των ταλάντων, του ασώτου υιού, των άδικων αμπελουργών· κανείς όμως ούτε που φανταζόταν ότι κάτω από τα φύλλα αυτών των γεγονότων κρύβεται ένας τόσο θρεπτικός πυρήνας για το ανθρώπινο πνεύμα, ώσπου ο Κύριος διηγήθηκε ο ίδιος αυτές τις παραβολές, ερμήνευσε το νόημά τους και φανέρωσε τον πυρήνα τους.

Το σημερινό Ευαγγέλιο παρουσιάζει τη γνωστή παραβολή του Χριστού για τον σπορέα. Στην εξωτερική της όψη παρουσιάζει ένα πολύ συνηθισμένο γεγονός· στον εσωτερικό της πυρήνα όμως κρύβει τον ίδιο τον Κύριο Ιησού, τις ανθρώπινες ψυχές, την ευαγγελική διδασκαλία, την αιτία της απώλειας και την οδό της σωτηρίας των ανθρώπινων ψυχών — όλα μαζί.

«Βγήκε ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του». Τι απλή και συνάμα πανηγυρική αρχή! Δηλαδή: ήρθε ο καιρός της σποράς, οι παγωνιές και τα χιόνια προετοίμασαν τη γη, οι γεωργοί την όργωσαν, έφτασε η άνοιξη και ο σπορέας βγήκε να σπείρει. Βγήκε ο σπορέας από το σπίτι του, πήγε στο χωράφι του, για να σπείρει τον σπόρο του — όχι ξένο, αλλά δικό του. Αυτή είναι η εξωτερική απλότητα· το εσωτερικό βάθος είναι τούτο: ο σπορέας είναι ο Χριστός και ο σπόρος είναι η ζωοποιός διδασκαλία του Ευαγγελίου. Το ανθρώπινο γένος είχε προετοιμαστεί και η γη του είχε αφρατέψει από χιλιόχρονους μόχθους και πάθη, περιπλανήσεις και κραυγές, ώστε να δεχθεί τον θεϊκό σπόρο της ζωοποιού διδασκαλίας· οι προφήτες όργωσαν το χωράφι των ανθρώπινων ψυχών, και ο Χριστός έλαμψε σαν την άνοιξη ύστερα από έναν μακρύ και παγωμένο χειμώνα και βγήκε σαν σπορέας να σπείρει. Οι προφήτες είναι οι γεωργοί που οργώνουν, ενώ Εκείνος είναι ο σπορέας. Αν οι προφήτες έσπειραν εδώ κι εκεί κάποιον σπόρο, αυτός δεν ήταν δικός τους, αλλά δανεισμένος από τον Θεό. Ο Χριστός όμως βγήκε να σπείρει τον δικό Του σπόρο. Οι ψευδοδιδάσκαλοι πριν από τον Χριστό έπαιρναν σπόρο από τον διάβολο και τον έσπερναν στον κόσμο σαν να ήταν δικός τους. Ο Χριστός όμως δεν δανείζεται από κανέναν, αλλά σπέρνει αληθινά τον δικό Του σπόρο. «Βγήκε ο σπορέας» — από πού όμως βγήκε και πού πήγε; Βγήκε ο Υιός του Θεού από τους αιώνιους κόλπους του Πατέρα Του, χωρίς ωστόσο να αποχωριστεί αυτούς τους κόλπους. Βγήκε με ανθρώπινη σάρκα, για να υπηρετήσει τους ανθρώπους ως άνθρωπος. Βγήκε όπως το φως βγαίνει από τον ήλιο, χωρίς όμως να αποχωρίζεται από τον ήλιο. Βγήκε όπως το δέντρο από τη ρίζα του, χωρίς να αποχωρίζεται από αυτήν. Οι ανθρώπινες ψυχές είναι το χωράφι Του· και Εκείνος βγήκε στο δικό Του χωράφι. Ο κόσμος έγινε μέσω Αυτού και Εκείνος ήρθε στον κόσμο — βγήκε, λοιπόν, στο δικό Του χωράφι. Οι ανθρώπινες ψυχές έγιναν μέσω Αυτού και Εκείνος ήρθε στους δικούς Του — βγήκε, λοιπόν, στο δικό Του χωράφι. Έτσι, από τη δική Του κατοικία βγήκε, στο δικό Του χωράφι ήρθε, για να σπείρει τον δικό Του σπόρο. Αυτός είναι ο αληθινός Σπορέας, περιβαλλόμενος από ειρήνη από όλες τις πλευρές, επειδή η ιδιοκτησία Του είναι αδιαμφισβήτητη και οι οδοί Του καθαρές και δίκαιες. Δεν μοιάζει με τους υπηρέτες που βγαίνουν από ξένο σπίτι, πηγαίνουν σε ξένο χωράφι και σπέρνουν ξένο σπόρο, και που κάποτε, μέσα στην κακία τους, ξεχνούν τον εαυτό τους, οικειοποιούνται τα ξένα και τα ονομάζουν δικά τους· γι’ αυτό και τους περιβάλλουν η ανησυχία και ο φόβος.

Καθώς έσπερνε, ένα μέρος του σπόρου έπεσε δίπλα στον δρόμο, καταπατήθηκε και το έφαγαν τα πουλιά του ουρανού. Άλλο έπεσε πάνω στην πέτρα και, αφού φύτρωσε, ξεράθηκε, επειδή δεν είχε υγρασία. Άλλο έπεσε μέσα στα αγκάθια· τα αγκάθια μεγάλωσαν μαζί του και το έπνιξαν. Και άλλο έπεσε στην καλή γη και, αφού φύτρωσε, έδωσε καρπό εκατονταπλάσιο. Λέγοντας αυτά, φώναξε: «Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει». Αυτά τα τελευταία λόγια δείχνουν ότι η παραβολή έχει κρυμμένο νόημα. Διότι όλοι οι άνθρωποι έχουν αυτιά και μπορούν εύκολα να ακούσουν τη φωνή και τα λόγια αυτής της παραβολής, αλλά δεν έχουν όλοι πνευματική ακοή, ώστε να ακούσουν το πνεύμα που πνέει μέσα της. Γι’ αυτό ο Κύριος λέει: «Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει».

Ολόκληρη αυτή η παραβολή είναι σαφής και αληθινή ακόμη κι αν τη δει κανείς μόνο ως περιγραφή ενός συνηθισμένου γεγονότος. Κάθε γεωργός θα μπορούσε να επιβεβαιώσει από την προσωπική του πείρα ότι έτσι ακριβώς συμβαίνουν όλα αυτά με τον σπόρο που σπέρνεται στο χωράφι. Και ο καθένας τους θα μπορούσε να σας διηγηθεί τους κόπους και τα βάσανά του για το χωράφι: πώς προσπαθεί να εμποδίσει το πέρασμα από μέσα του, να βγάλει τις πέτρες, να ξεριζώσει και να κάψει τα αγκάθια, ώστε να το κάνει ολόκληρο καλή γη. Η παραβολή όμως δεν ειπώθηκε για όσα γνωρίζει ο καθένας από αυτήν, αλλά για το κρυμμένο νόημά της, που κανείς δεν γνώριζε προηγουμένως. Ειπώθηκε για τη βαθιά, αιώνια και πνευματική αλήθεια που κρύβεται μέσα της.

Το χωράφι παριστάνει τις ανθρώπινες ψυχές· τα διαφορετικά μέρη του χωραφιού δηλώνουν τις διαφορετικές ανθρώπινες ψυχές. Άλλες ψυχές είναι σαν το έδαφος δίπλα στον δρόμο· άλλες σαν το πετρώδες έδαφος του χωραφιού· άλλες σαν το μέρος του χωραφιού που είναι γεμάτο αγκάθια· και άλλες σαν την καλή γη, που βρίσκεται μακριά από τον δρόμο και είναι καθαρή από πέτρες και αγκάθια. Γιατί όμως ο σπορέας δεν ρίχνει τον σπόρο μόνο στην καλή γη, αλλά και στον δρόμο, στις πέτρες και στα αγκάθια; Επειδή η ευαγγελική αγγελία είναι δημόσια και όχι μυστική· δεν είναι μυστική ούτε περιορισμένη σε έναν ορισμένο αριθμό ανθρώπων, όπως ήταν πολλές σκοτεινές και μαγικές, αυτοαποκαλούμενες διδασκαλίες των Ελλήνων και των Αιγυπτίων, που απέβλεπαν περισσότερο στην κυριαρχία ενός ανθρώπου ή μιας ομάδας ανθρώπων πάνω στους άλλους παρά στη σωτηρία των ανθρώπινων ψυχών. «Όσα σας λέω στο σκοτάδι, να τα πείτε στο φως· και όσα ακούτε να σας ψιθυρίζονται στο αυτί, να τα κηρύξετε από τις στέγες» (Ματθ. 10,27). Έτσι πρόσταξε ο Κύριος τους μαθητές Του — ο πρώτος Σπορέας τους άλλους σπορείς. Επιπλέον, ο Θεός επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπινων ψυχών, διότι θέλει «να σωθούν όλοι οι άνθρωποι» (Α΄ Τιμ. 2,4) και δεν θέλει «να χαθεί κανείς» (Β΄ Πέτρ. 3,9). Αν ο Κύριος είχε σπείρει τη θεία διδασκαλία Του μόνο ανάμεσα στους καλούς ανθρώπους, τότε οι κακοί θα είχαν δικαιολογία και θα έλεγαν ότι δεν είχαν ακούσει ποτέ το Ευαγγέλιο. Έτσι θα απέδιδαν την απώλειά τους στον Θεό και όχι στη δική τους αμαρτωλότητα. Δεν θα χαθούν όμως από υπαιτιότητα του Θεού, διότι ο Θεός είναι δίκαιος και καμία μομφή δεν μπορεί ούτε να πλησιάσει το φως της δικαιοσύνης Του.

Το ότι χάνονται τα τρία μέρη του σπόρου δεν οφείλεται ούτε στον σπορέα ούτε στον σπόρο, αλλά στην ίδια τη γη. Ούτε ο Χριστός ούτε η αγία διδασκαλία Του θα φταίνε αν χαθούν πολλοί άνθρωποι· θα φταίνε οι ίδιοι. Διότι δεν θα καταβάλουν κόπο και αγάπη για να καλλιεργήσουν τον σπόρο που δέχθηκαν, να τον προστατεύσουν από τα ζιζάνια, να τον βάλουν βαθιά στο γόνιμο βάθος της ψυχής τους και να τον φυλάξουν ώσπου να δώσει καρπό και να έρθει ο θερισμός. Αλλά ακόμη κι αν τα τρία μέρη του χωραφιού μείνουν άκαρπα, ο Θεός θα έχει πλούσιο θερισμό από τον λόγο Του. Όπως είπε μέσω του προφήτη: «Ο λόγος μου, όταν βγει από το στόμα μου, δεν θα επιστρέψει σ’ εμένα άδειος, αλλά θα πραγματοποιήσει ό,τι επιθυμώ και θα επιτύχει εκείνο για το οποίο τον στέλνω» (Ησ. 55,11). Το ότι κάποιοι άνθρωποι δεν θα ωφεληθούν από τον λόγο του Χριστού δεν σημαίνει ότι ο λόγος αυτός σπάρθηκε μάταια. Για τον Θεό όλα είναι δυνατά: μπορεί να κάνει γι’ αυτόν τον λόγο ακόμη πλουσιότερο τον θερισμό Του στην καλή γη. Στη χειρότερη περίπτωση, ο λόγος Του θα επιστρέψει σ’ Εκείνον, αν όχι αλλιώς, τότε σαν το τάλαντο που έθαψε ο κακός δούλος ή σαν την ειρήνη που προσφέρθηκε σε ένα σπίτι και δεν έγινε δεκτή από τους ενοίκους του. Διότι ο Κύριος είπε στους αποστόλους να χαιρετούν με ειρήνη κάθε σπίτι στο οποίο μπαίνουν: «Και αν το σπίτι είναι άξιο, η ειρήνη σας θα έρθει σ’ αυτό· αν όμως δεν είναι άξιο, η ειρήνη σας θα επιστρέψει σ’ εσάς» (Ματθ. 10,12–13).

Ας ακούσουμε όμως καλύτερα τον ίδιο τον Κύριο να αποκαλύπτει το εσωτερικό νόημα αυτής της παραβολής. Είναι μία από τις λίγες παραβολές του Ευαγγελίου που ερμήνευσε ο ίδιος ο Χριστός. Και την ερμήνευσε επειδή Τον ρώτησαν οι ίδιοι οι απόστολοι:
«Οι μαθητές Του Τον ρωτούσαν: “Τι σημαίνει αυτή η παραβολή;” Και Εκείνος είπε: “Σ’ εσάς έχει δοθεί να γνωρίσετε τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού· στους άλλους όμως δίνονται με παραβολές, ώστε ενώ βλέπουν να μη βλέπουν και ενώ ακούνε να μην καταλαβαίνουν”». Ακριβώς λόγω της απλότητάς της, αυτή η παραβολή φαινόταν στους μαθητές δύσκολη στην κατανόηση και δύσκολη στην εφαρμογή στην πνευματική ζωή. Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ματθαίο, οι μαθητές έθεσαν πρώτα το ερώτημα: «Γιατί τους μιλάς με παραβολές;». Ο ευαγγελιστής Λουκάς παραλείπει εκείνο το ερώτημα και παραθέτει το δεύτερο: «Τι σημαίνει αυτή η παραβολή;». Ο Χριστός απαντά και στα δύο ερωτήματα. Πρώτα διακρίνει τους μαθητές Του από τους υπόλοιπους ακροατές. Παρότι οι μαθητές ήταν απλοί άνθρωποι, η χάρη του Θεού ήταν μαζί τους· και παρότι εκείνον τον καιρό δεν ήταν ακόμη τέλειοι, η πνευματική τους όραση ήταν αρκετά ανοιχτή ώστε να γνωρίζουν τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού. Σ’ αυτούς μπορούσε κάποτε να μιλήσει και απευθείας, χωρίς παραβολές· στους άλλους όμως δεν μπορούσε να μιλήσει χωρίς παραβολές. Ότι δεν μπορούσε πάντοτε να μιλήσει ούτε στους αποστόλους χωρίς παραβολές φαίνεται από τα τελευταία λόγια που τους είπε: «Αυτά σας τα είπα με παραβολές· έρχεται όμως η ώρα που δεν θα σας μιλώ πλέον με παραβολές» (Ιω. 16,25). Και γιατί μιλά στον λαό με παραβολές; «Ώστε ενώ βλέπουν να μη βλέπουν και ενώ ακούνε να μην καταλαβαίνουν». Δηλαδή: αν τους μιλούσε απευθείας και χωρίς παραβολές, θα κοιτούσαν με τα σωματικά τους μάτια και δεν θα έβλεπαν τίποτε· θα άκουγαν με τα σωματικά τους αυτιά και δεν θα καταλάβαιναν τίποτε. Διότι τα πνευματικά πράγματα δεν τα βλέπει κανείς με τα σωματικά μάτια ούτε τα ακούει με τα σωματικά αυτιά. Ότι αυτά τα λόγια έχουν αυτή τη σημασία φαίνεται καθαρά από την ελαφρώς διαφορετική διατύπωση της ίδιας φράσης στον ευαγγελιστή Ματθαίο: «Επειδή ενώ βλέπουν δεν βλέπουν, και ενώ ακούνε δεν ακούνε ούτε καταλαβαίνουν». Δηλαδή: όταν ο Κύριος τους λέει τις πνευματικές αλήθειες γυμνές, χωρίς το ένδυμα των παραβολών και χωρίς να τις συγκρίνει με πράγματα και γεγονότα αυτού του αισθητού κόσμου, εκείνοι δεν βλέπουν αυτές τις αλήθειες, δεν τις ακούνε ούτε τις καταλαβαίνουν. Όλες οι πνευματικές αλήθειες προέρχονται από τον άλλο κόσμο — από τον πνευματικό, τον ουράνιο κόσμο — και μόνο με πνευματική όραση, ακοή και νόηση μπορεί κανείς να τις αντιληφθεί και να τις κατανοήσει. Μέσα σ’ αυτόν όμως τον κόσμο οι πνευματικές αλήθειες παρουσιάζονται ντυμένες με πράγματα και γεγονότα. Πολλοί άνθρωποι έχουν χάσει την όραση, την ακοή και τη νόηση για τις πνευματικές αλήθειες. Πολλοί βλέπουν μόνο το ένδυμα, ακούνε μόνο την εξωτερική φωνή και καταλαβαίνουν μόνο τις εξωτερικές ιδιότητες, τις μορφές και τη φύση των πραγμάτων και των γεγονότων. Αυτή είναι η σωματική όραση, η σωματική ακοή και η σωματική νόηση. Ο Κύριος Ιησούς γνώριζε την τύφλωση των ανθρώπων και γι’ αυτό, σαν πάνσοφος Δάσκαλος, τους οδηγεί από τα υλικά αντικείμενα στα πνευματικά πράγματα και από τα φυσικά γεγονότα στα πνευματικά. Γι’ αυτό τους μιλά με παραβολές, δηλαδή με τη μόνη μορφή που είναι προσιτή στην όραση, την ακοή και τη νόησή τους.

Αφού απάντησε έτσι στο πρώτο ερώτημα, ο Κύριος περνά στο δεύτερο:

«Η παραβολή σημαίνει το εξής: ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού. Εκείνοι δίπλα στον δρόμο είναι όσοι ακούνε· έπειτα όμως έρχεται ο διάβολος και παίρνει τον λόγο από την καρδιά τους, για να μην πιστέψουν και σωθούν». Στον λαό είπε ο Κύριος: «Καταπατήθηκε και το έφαγαν τα πουλιά του ουρανού», ενώ στους μαθητές λέει: «Έρχεται ο διάβολος και παίρνει τον λόγο από την καρδιά τους». Το πρώτο σημαίνει το δεύτερο, και το δεύτερο εξηγεί το πρώτο. Όπως οι περαστικοί καταπατούν τον σπόρο δίπλα στον δρόμο και τα πουλιά τον τρώνε, έτσι και ο διάβολος καταπατά και καταβροχθίζει τη σπορά του Θεού, τον λόγο του Θεού μέσα στην ανθρώπινη καρδιά. Γι’ αυτό ο συνετός νοικοκύρης περιφράζει το χωράφι του και εμποδίζει το πέρασμα του δρόμου μέσα από αυτό· και γι’ αυτό ο συνετός άνθρωπος φράζει τον δρόμο που περνά μέσα από την καρδιά του, ώστε το πονηρό πνεύμα να μη βαδίζει εκεί και να μην καταπατά και καταστρέφει όσα έσπειρε ο Θεός μέσα της. Όταν αφήνουμε έναν δρόμο να περνά μέσα από την καρδιά μας, τότε από εκεί πηγαινοέρχεται ένα πλήθος ανθρώπων και δαιμόνων. Ο θεϊκός σπόρος τότε τρίβεται και καταστρέφεται, ενώ το πλήθος άλλοτε καταπατά τον θεϊκό σπόρο και άλλοτε σπέρνει επιπλέον τον δικό του σπόρο της κακίας. Μια τέτοια αφύλακτη καρδιά, ανοιχτή στον καθένα, μοιάζει με μοιχαλίδα που απατά τον άντρα της και μετατρέπει τον εαυτό της σε δύσοσμο σκουπιδότοπο και άκαρπο δρόμο, όπου προσγειώνονται με ιδιαίτερη προθυμία τα αρπακτικά πουλιά του ουρανού, δηλαδή οι δαίμονες. Καμία ανθρώπινη ψυχή δεν τους είναι πιο αγαπητή από εκείνη που έχει γίνει ανοιχτός δρόμος. Στην πέτρα και στα αγκάθια ο σπόρος τουλάχιστον φυτρώνει· στον δρόμο όμως δεν μπορεί ούτε να φυτρώσει, εξαιτίας των οδοιπόρων και των περαστικών: οι πατούσες τους τον συνθλίβουν αμέσως και οι διάβολοι τον αρπάζουν. Ο θεϊκός σπόρος ευδοκιμεί και καρποφορεί μόνο σε ψυχή παρθενική, που δεν είναι ανοιχτός δρόμος, αλλά περιφραγμένο χωράφι όπου απαγορεύεται η είσοδος. Αν έπρεπε να εξηγήσουμε μια παραβολή με άλλη παραβολή, τότε η παραβολή για τον σπόρο στον δρόμο θα εξηγούνταν καλύτερα με την παραβολή για την πόρνη.

Γιατί ο διάβολος παίρνει τον θεϊκό λόγο από την καρδιά των ανθρώπων; Ο Κύριος το εξηγεί με τα λόγια: «Για να μην πιστέψουν και σωθούν». Από αυτό είναι φανερό ότι η πίστη στον λόγο του Θεού είναι το θεμέλιο της σωτηρίας μας. Όποιος δεν κρατά τον λόγο του Θεού στην καρδιά του για πολύ καιρό — και μάλιστα μόνο τον λόγο του Θεού — δεν μπορεί να θερμανθεί η καρδιά του από την πίστη και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να σωθεί η ψυχή του. Πριν ακόμη θερμανθεί η καρδιά από τον λόγο του Θεού, ο διάβολος σπεύδει να κλέψει και να πάρει τον λόγο του Θεού από μέσα της. Μακάριος εκείνος που φυλάει τον λόγο του Θεού στην καρδιά του σαν τον μεγαλύτερο θησαυρό και δεν αφήνει ούτε ανθρώπους ούτε δαίμονες να καταπατούν και να σκορπίζουν αυτή την άγια σπορά.

«Εκείνοι πάνω στην πέτρα είναι όσοι, όταν ακούσουν τον λόγο, τον δέχονται με χαρά· αυτοί όμως δεν έχουν ρίζα· πιστεύουν για λίγο καιρό, αλλά όταν έρθει ο καιρός της δοκιμασίας, απομακρύνονται». Πρώτα τον δέχονται με χαρά, έπειτα πιστεύουν για λίγο καιρό και τελικά απομακρύνονται από φόβο. Μοιάζουν με δούλο που έχει περάσει πολλά χρόνια στη φυλακή και, όταν βλέπει κάποιον να του ανοίγει την πόρτα και να του φωνάζει «Βγες, είσαι ελεύθερος!», χαίρεται στην αρχή και ετοιμάζεται να βγει. Όταν όμως σκεφτεί ότι πρέπει να συνηθίσει έναν νέο τρόπο ζωής και νέες εργασίες, φοβάται το καινούργιο και αβέβαιο και προτιμά να γυρίσει πάλι στο σκοτάδι, κλείνοντας ο ίδιος την πόρτα της φυλακής πίσω του.[ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΛΑΤΙΝΙΚΗ, ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΕΚΤΙΣΕ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΕΣΠΕΙΡΕ ΓΝΩΣΗ, ΟΧΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ]

Υπερβολικά γήινη είναι η ουσία της καρδιάς των φοβισμένων ανθρώπων, και από αυτή τη γήινη φύση έχει γίνει πέτρα. Ο λόγος του Θεού αναπτύσσεται καλύτερα μέσα σε εξωτερικές θύελλες και ανέμους, όπως τα πεύκα στο βουνό. Ο φοβισμένος άνθρωπος όμως, που δέχθηκε με χαρά τον λόγο του Θεού, τρομάζει από τις θύελλες και τους ανέμους· εγκαταλείπει τον λόγο του Θεού, τον απορρίπτει και προσκολλάται ξανά στη γήινη φύση του. Η γη δίνει γρήγορους καρπούς, ενώ τους καρπούς του λόγου του Θεού πρέπει κανείς να τους περιμένει. Παράλληλα, τον φοβισμένο άνθρωπο τον κατατρώει η αμφιβολία: «Αν αφήσω αυτούς τους γήινους καρπούς που κρατώ στα χέρια μου, ποιος ξέρει αν θα ζήσω για να γευτώ τους καρπούς που μου υπόσχεται ο λόγος του Θεού;». Έτσι ο φοβισμένος άνθρωπος αμφιβάλλει για τον Θεό και πιστεύει στη γη· αμφιβάλλει για την αλήθεια και πιστεύει στο ψέμα. Και η πίστη, αφού δεν μπόρεσε να ριζώσει στην πέτρινη καρδιά του, εξαφανίζεται, ενώ ο λόγος του Θεού που σπάρθηκε στην πέτρα επιστρέφει στον Σπορέα του.

Τέτοιοι φοβισμένοι άνθρωποι είναι πολλοί ανάμεσά μας και σήμερα. Στην επιφάνεια της καρδιάς τους πρασινίζει η πίστη στον Θεό. Το χώμα όμως είναι πολύ ρηχό και κάτω του βρίσκεται σκληρή πέτρα. Όταν τους φωτίσει ο μεγάλος ήλιος της αλήθειας του Θεού και με το φως του δουν ότι ο λόγος του Θεού ζητά βάθος και απλώνει τις ρίζες του ως τον πάτο της καρδιάς, ως τον πάτο της ψυχής και ως τον πάτο του νου, τότε φοβούνται. Ήταν πρόθυμοι να αφήσουν τον Θεό να μπει στον προθάλαμό τους, κρατώντας όλα τα υπόλοιπα δωμάτια για τον εαυτό τους. Όταν όμως είδαν πόσο μεγάλος ήλιος είναι ο Θεός και ότι κοντά Του κανένα δωμάτιο δεν μπορεί να μείνει στο σκοτάδι, τους κυρίευσε ο φόβος. Κι όταν ένας τέτοιος άνθρωπος βρεθεί επιπλέον σε δυσκολία ή διωχθεί εξαιτίας του λόγου του Θεού — αυτές είναι οι θύελλες και οι άνεμοι — αμέσως γυρίζει πίσω. Η ταλάντευση στην πίστη σημαίνει να υπηρετεί κανείς έναν κύριο και να υπόσχεται υπηρεσία σε άλλον. Όσοι ταλαντεύονται υπηρετούν στην πραγματικότητα τον διάβολο, ενώ υπόσχονται την υπηρεσία τους στον Θεό. Πώς όμως να πιστέψει ο Θεός την υπόσχεσή τους, αφού εκείνοι δεν πίστεψαν τη δική Του υπόσχεση, που περιέχεται στον λόγο Του;

«Εκείνοι που έπεσαν στα αγκάθια είναι όσοι ακούνε, αλλά καθώς πορεύονται, πνίγονται από τις μέριμνες, τον πλούτο και τις απολαύσεις αυτής της ζωής, και ο καρπός τους δεν ωριμάζει». Οι μέριμνες είναι αγκάθια, η αγάπη για τον πλούτο είναι αγκάθια, οι γήινες απολαύσεις είναι αγκάθια. Όταν ο λόγος του Θεού πέσει μέσα σε τέτοια αγκάθια, φυτρώνει· δεν μεγαλώνει όμως ούτε φτάνει σε ώριμο καρπό, γιατί τα αγκάθια τον πνίγουν. Ο λόγος του Θεού δεν μπορεί να ευδοκιμήσει κάτω από καμιά σκιά. Ευδοκιμεί μόνο στο χωράφι όπου αυτός είναι η μεγαλύτερη καλλιέργεια και ρίχνει τη σκιά του σε όλα τα άλλα. Με τον όρο «μέριμνες» εννοούνται εδώ οι μέριμνες για τη σωματική ζωή· με τον όρο «πλούτος», ο εξωτερικός πλουτισμός· και με τον όρο «απολαύσεις», οι κοσμικές, σωματικές, πρόσκαιρες και φθαρτές απολαύσεις. Αυτά είναι ζιζάνια μέσα στα οποία δεν μεγαλώνει το πάναγνο και τρυφερό φυτό του Θεού. Ο απόστολος Πέτρος λέει: «Ρίξτε πάνω Του όλες τις μέριμνές σας, γιατί Αυτός φροντίζει για σας» (Α΄ Πέτρ. 5,7). Μία μόνο μέριμνα μας αναθέτει ο Χριστός ο Κύριος: τη μέριμνα για την ψυχή, για τη σωτηρία της ψυχής. Αυτή όμως είναι η μεγαλύτερη μέριμνα· όταν τακτοποιηθεί αυτή, όλα τα υπόλοιπα τακτοποιούνται από μόνα τους. Όλες οι άλλες, μικρές μέριμνες πνίγουν τον σπόρο αυτής της μεγαλύτερης μέριμνας· και χωρίς αυτήν μένουν και οι ίδιες ατακτοποίητες, ακόμη κι αν ο άνθρωπος ζούσε μαζί τους χίλια χρόνια πάνω στη γη. Ο αληθινός πλούτος είναι δώρο του Θεού και όχι κάτι αρπαγμένο από τους ανθρώπους ή από τη φύση. «Όποιος στηρίζεται στον πλούτο του θα χαθεί» (Παροιμ. 11,28). Θα πεθάνει πικραμένος και ανικανοποίητος και θα παρουσιαστεί ενώπιον της Κρίσης του Θεού σαν ζητιάνος, δίχως απολύτως τίποτε. Και οι απολαύσεις; Δεν είναι κι αυτές ζιζάνια και αγκάθια που πνίγουν τον λόγο του Θεού; Και είναι άραγε οι γήινες απολαύσεις αληθινά όπως τις φαντάζονται εκείνοι που τις λαχταρούν; Ας ακούσουμε κάποιον που λουζόταν ολόκληρος μέσα στις γήινες απολαύσεις· ας ακούσουμε τι ομολογεί για τον εαυτό του ο βασιλιάς Σολομών: «Ό,τι επιθυμούσαν τα μάτια μου δεν τους το αρνήθηκα, ούτε στέρησα από την καρδιά μου καμιά χαρά, αλλά η καρδιά μου χαιρόταν — κι όταν κοίταξα, ιδού, όλα ήταν ματαιότητα και κόπος του πνεύματος, και δεν υπάρχει όφελος κάτω από τον ήλιο» (Εκκλ. 2,10–11). Ιδού όμως τι λέει ο πατέρας του Σολομώντα, σοφότερος από τον Σολομώντα: «Οι εντολές του Κυρίου είναι δίκαιες και ευφραίνουν την καρδιά» (Ψαλμ. 18[19],9)· «Έκανα τις μαρτυρίες Σου κτήμα μου για πάντα, γιατί είναι η χαρά της καρδιάς μου» (Ψαλμ. 118[119],111)· «Χαίρομαι για τον λόγο Σου όπως εκείνος που βρίσκει πολλά λάφυρα» (Ψαλμ. 118[119],162). Η αληθινή απόλαυση, λοιπόν, ο πλούτος, η χαρά και η ευφροσύνη βρίσκονται στον λόγο του Θεού. Όλος ο πλούτος αυτού του κόσμου, η απόλαυση και η χαρά του είναι μόνο μια ιστορία από φύλλα μπροστά στον πλούτο, στην απόλαυση και στη χαρά του πνευματικού κόσμου, της Βασιλείας του Θεού.

«Εκείνοι στην καλή γη είναι όσοι ακούνε τον λόγο, τον κρατούν σε καλή και καθαρή καρδιά και καρποφορούν με υπομονή». Αφού είπε αυτά, ο Ιησούς φώναξε: «Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει». Καλή γη είναι οι καλές ψυχές, οι ψυχές που διψούν για αλήθεια και πεινούν για αγάπη. Όπως το διψασμένο ελάφι τρέχει αναζητώντας νερό, έτσι κι αυτές οι καλές ψυχές τρέχουν μέσα στην ξερή έρημο αυτού του κόσμου, αναζητώντας να σβήσουν τη δίψα και την πείνα τους με την αιώνια αλήθεια και την αγάπη που δεν περνά. Κι όταν πάνω σε τέτοιες ψυχές πέσει από το στόμα του Χριστού η ουράνια δροσιά και το μάννα, εκείνες λούζονται στη χαρά, υψώνονται ως τους ουρανούς και φέρνουν αμέτρητο καρπό. Μέσα από αυτές τις ψυχές περνά μόνο ένας δρόμος, και σ’ αυτόν βαδίζει μόνο ο Χριστός· για όλους τους άλλους οδοιπόρους και περαστικούς ο δρόμος αυτός είναι κλειστός. Μέσα σ’ αυτές τις ψυχές δεν υπάρχουν ούτε πέτρες ούτε αγκάθια, παρά μόνο καθαρή, γόνιμη και απαλή γη, όπου μεγαλώνει μία μόνο καλλιέργεια: εκείνη που σπέρνει ο Χριστός ο Κύριος. Λέει: «Και τον κρατούν σε καλή και καθαρή καρδιά». Οι καλοί άνθρωποι δεν κρατούν τον λόγο του Χριστού γραμμένο σε χαρτί, γιατί το χαρτί βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο και μπορεί να χαθεί· ούτε τον κρατούν μόνο στη μνήμη τους, γιατί η μνήμη βρίσκεται στην περιφέρεια του ανθρώπου και μπορεί να ξεχάσει. Τον κρατούν στο ίδιο τους το κέντρο, στην καρδιά τους, στην καλή και καθαρή καρδιά, όπου ούτε χάνεται ούτε ξεχνιέται, αλλά φουσκώνει σαν προζύμι, δίνει καρπό σαν σιτάρι, ευφραίνει τον άνθρωπο σαν κλήμα και αλείφει σαν ελαιόλαδο ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου, ώστε αυτή να λάμπει σαν ήλιος.

Πόσο καρπό φέρνει ο λόγος του Χριστού στην καλή γη; Άλλος εκατό, άλλος εξήντα και άλλος τριάντα φορές περισσότερο. Αυτό το είπε ο Κύριος από την απέραντη ευσπλαχνία και τη συγκατάβασή Του προς τους ανθρώπους. Δεν ζητά από όλους το ίδιο, αλλά από άλλον περισσότερα και από άλλον λιγότερα, ώστε να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότερες ψυχές και να κληρονομήσουν τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει μόνο τον εκατονταπλάσιο καρπό — «έδωσε καρπό εκατονταπλάσιο» — για να δείξει γενικά πόσο μεγάλος είναι ο καρπός στην καλή γη. Ο Ματθαίος και ο Μάρκος, αντίθετα, δεν μιλούν γενικά για το μέγεθος του καρπού, αλλά για τρεις διαφορετικές ποσότητές του που ικανοποιούν τον Κύριο του χωραφιού. Εδώ εκφράζεται η ίδια σκέψη όπως και στην παραβολή των ταλάντων. Τόσο τον δούλο με τα δέκα τάλαντα όσο και τον δούλο με τα τέσσερα τάλαντα ο Κύριος τους προσφώνησε με τα ίδια λόγια και τους αντάμειψε με την ίδια ανταμοιβή: «Δούλε αγαθέ και πιστέ — μπες στη χαρά του κυρίου σου» (Ματθ. 25,21–23)! Διότι και στη Βασιλεία των Ουρανών υπάρχουν βαθμίδες μεγαλείου και εξουσίας, και όλα τα πλάσματα που σώζονται δεν βρίσκονται στην ίδια βαθμίδα, παρότι όλα βρίσκονται μέσα σε ανείπωτη λαμπρότητα και ανέκφραστη χαρά.

«Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει!» Με αυτά τα λόγια ολοκλήρωσε ο Κύριος την ερμηνεία της παραβολής, όπως προηγουμένως είχε ολοκληρώσει με τα ίδια λόγια την ίδια την παραβολή ενώπιον του λαού. Και μάλιστα φώναξε. Δύο φορές επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια και τις δύο φορές αναφέρεται ότι φώναξε! Γιατί; Για να ξυπνήσει την εσωτερική ακοή των ανθρώπων που είχαν κουφαθεί. Για να αντηχήσει η ζωοποιός σοφία Του μέσα στους αιώνες και να την ακούσουν όλες οι ανθρώπινες γενιές ως το τέλος του χρόνου. Γι’ αυτό φώναξε ξανά και είπε ξανά: «Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει». Φώναξε ο φιλάνθρωπος Φίλος των ανθρώπων, ο μοναδικός Φίλος εκείνων πάνω στους οποίους είχαν ορμήσει τα μαύρα αρπακτικά πουλιά του ουρανού σαν πάνω σε εγκαταλειμμένο πτώμα· φώναξε για να υποδείξει τον κίνδυνο· φώναξε για να δείξει τον έναν και μοναδικό στενό δρόμο της σωτηρίας από τη φθορά, τη φωτιά και τον καπνό αυτού του κόσμου. Φώναξε ο πράος και αγαθός Κύριος, διότι εδώ διακυβεύεται κάτι που δεν είναι λιγότερο από τη σωτηρία της ζωής των ανθρώπων: δεν πρόκειται για ρούχα ούτε για σπίτι ούτε για περιουσία, αλλά για τη ζωή. Η κραυγή Του δεν προέρχεται από οργή κατά των ανθρώπων· είναι η κραυγή μιας τρυφερής μητέρας που βλέπει τα παιδιά της ανάμεσα σε φίδια και τους φωνάζει! Τα παιδιά παίζουν και δεν βλέπουν τα φίδια, ενώ η μητέρα τα βλέπει. Κι όταν ακόμη τα παιδιά δουν τα φίδια, δεν ξέρουν από ποιον δρόμο να ξεφύγουν, ενώ η μητέρα ξέρει. Γι’ αυτό η μητέρα φωνάζει στα παιδιά της. Γι’ αυτό και ο Χριστός φωνάζει στους ανθρώπους, από τη μια άκρη της ιστορίας ως την άλλη: «Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει!».

Δόξα και ευχαριστία στον ζωντανό και ζωοποιό Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα — την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα — τώρα και πάντοτε, σε όλο τον χρόνο και σε όλη την αιωνιότητα. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: