Συνέχεια από Τρίτη 29. Σεπτεμβρίου 2026
Το υπόμνημα του Heidegger στον Kant, 1925–1936 (γ)
Του Daniel O. Dahlstrom (Washington)
Philosophisches Jahrbuch, τόμ. 96, τεύχ. 2, το 1989, σσ. 343–366
2.1 «Η θεμελιώδης ανακάλυψη του Kant»: το οντολογικό νόημα της κοπερνίκειας στροφής
Όπως και σε άλλα κείμενά του για τον Kant, ο Heidegger υποστηρίζει την ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού λόγου ως «θεμελίωσης της μεταφυσικής». Στο PIK, όμως, ο Heidegger επιχειρεί, για να διασαφηνίσει αυτή τη θέση, να πραγματοποιήσει αρχικά «μια αυτοτελή και [...] μη προσανατολισμένη στον Kant φαινομενολογική θεώρηση» (PIK 17). Η θεώρηση αυτή εκκινεί από την υπαρκτική έννοια της επιστήμης ως αποκαλυπτικής συμπεριφοράς του ανθρώπου. Μόνο ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τα υλικά πράγματα της φύσης —με κάτι παρευρισκόμενο, όπως ένας λίθος— και με τα έμβια όντα —τα φυτά και τα ζώα—, σχετίζεται με έναν κόσμο. Επειδή αυτό το είναι-εντός-του-κόσμου συνιστά «πρωταρχικά και καταρχάς» μια πρακτική συναναστροφή με χρηστικά πράγματα, κινείται στον ορίζοντα μιας λανθάνουσας, προοντολογικής κατανόησης του Είναι. Η «ουσιώδης δομική στιγμή» της μεταβολής αυτής της συμπεριφοράς σε επιστημονική συμπεριφορά ονομάζεται «αντικειμενοποίηση».
Ο Heidegger εξηγεί τι σημαίνει «αντικειμενοποίηση» με βάση το αποφασιστικό επίτευγμα των νεότερων φυσικών επιστημών. Το επίτευγμα αυτό δεν βρίσκεται στην παρατήρηση των γεγονότων, στο πείραμα και στον υπολογισμό, αλλά στο σχεδίασμα μιας έννοιας της φύσης, η οποία καθιστά δυνατή τη μαθηματική προσδιορισιμότητα. Η αντικειμενοποίηση είναι το αντίστοιχο σχεδίασμα μιας συγκρότησης του Είναι που βρίσκεται στη βάση της επιστήμης.²³
Η θεμελίωση ενός τέτοιου σχεδιάσματος δεν πραγματοποιείται, ωστόσο, από τις ίδιες τις επιμέρους επιστήμες. Το Είναι, το οποίο νοείται μέσα στο σχεδίασμα της συγκρότησης του Είναι, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο στο όριο των συλλογισμών των επιστημών. «Η θεμελίωση των επιστημών των όντων είναι η ανάπτυξη της προοντολογικής κατανόησης του Είναι, η οποία ενυπάρχει ήδη κατ’ ανάγκην σε καθεμία από αυτές, σε έρευνα και επιστήμη του Είναι, δηλαδή σε οντολογία» (PIK 36). Ενώ η θεμελίωση και η ανάπτυξη της οντολογίας πραγματοποιεί τη θεμελίωση της αντίστοιχης επιστήμης των όντων, αυτές οι οντολογίες θεμελιώνονται με τη σειρά τους στη «θεμελιώδη οντολογία, η οποία αποτελεί το κέντρο της φιλοσοφίας» (PIK 39).
Για τη θεμελίωση της μεταφυσικής ως επιστήμης από τον ίδιο τον Kant, καθοριστική είναι εκείνη η επίγνωση των νεότερων φυσικών επιστημών (βλ. παραπάνω το δεύτερο δόγμα). Προτού δοθούν τα αντικείμενα, στις επιστήμες καθορίζεται κάτι σχετικά με αυτά· και μάλιστα κάτι χωρίς το οποίο τα αντικείμενα δεν μπορούν να μας δοθούν ως αυτό που είναι (PIK 45–46). Στην υπερβατολογική φιλοσοφία, αυτοί οι καθορισμοί ονομάζονται συνθετικές κρίσεις a priori ή αρχές.
«Η θεμελιώδης ανακάλυψη του Kant συνίσταται στο εξής: αυτές οι ιδιαίτερες γνώσεις —η προοντολογική κατανόηση του Είναι των όντων και κάθε οντολογική γνώση— είναι γνώσεις οι οποίες εμπεριέχουν μια διεύρυνση της γνώσης των όντων, παραμένουν όμως ανεξάρτητες από την εμπειρία και καθαρές· αυτές οι γνώσεις είναι οι συνθετικές κρίσεις a priori» (PIK 51).
Το θεμελιώδες ερώτημα της Κριτικής του καθαρού λόγου είναι το ερώτημα της δυνατότητας τέτοιων κρίσεων και, επομένως, σύμφωνα με την αντίληψη του Heidegger, το ερώτημα της δυνατότητας της οντολογικής γνώσης. Υπό το πρίσμα αυτού του οντολογικού ερωτήματος, ο Heidegger εξηγεί την κοπερνίκεια στροφή του Kant. «Το μόνο δυνατό νόημα» αυτής της στροφής είναι ότι μια εκ των προτέρων κατανόηση του Είναι, υπό τη μορφή των συνθετικών κρίσεων a priori, είναι καθοριστική για κάθε εμπειρία των όντων (PIK 55–56). Η Κριτική του καθαρού λόγου αποτελεί, συνεπώς, τη θεμελίωση της οντολογίας, η οποία, απέναντι στην παραδεδομένη μεταφυσική, συγχρόνως οριοθετεί —ασκεί κριτική σε— τη δυνατή γνώση a priori (PIK 61).
Η εισαγωγή ολοκληρώνεται με μια ερμηνεία της «Αρχιτεκτονικής του καθαρού λόγου», με βάση την οποία ο Heidegger διαφοροποιεί τη φαινομενολογική του ερμηνεία από άλλες προσεγγίσεις του Kant. Ενώ απορρίπτει σύντομα τις μεταφυσικές —φιχτιανές— και ψυχολογικές «παρανοήσεις», χωρίς να αρνείται «τα δικαιολογημένα κίνητρά τους μέσα στην ίδια την “Κριτική”», στρέφεται κυρίως εναντίον της ερμηνείας των νεοκαντιανών.
Για τον Heidegger, δεν είναι βέβαια τυχαίο το γεγονός ότι «ερευνητές τόσο απολύτως προσηλωμένοι στο αντικείμενό τους, όπως ο Cohen και ο Natorp», ερμηνεύουν την Κριτική ως γνωσιοθεωρία των μαθηματικών φυσικών επιστημών. Αρκεί να ληφθεί υπόψη ότι ο Kant προσανατολίζεται προς αυτές τις επιστήμες και ότι «το ον ταυτίζεται, επομένως, κατά κάποιον τρόπο με το ον της παρευρισκόμενης φύσης» (PIK 67, 43 κ.ε., 63). Στην «Αρχιτεκτονική» (B869, B873), όμως, ο Heidegger βρίσκει την απόδειξη ότι ο ίδιος ο Kant προτάσσει την υπερβατολογική φιλοσοφία ως οντολογία έναντι των μεταφυσικών που περιορίζονται σε ορισμένες περιοχές —φυσικές ή ψυχικές— του παρευρισκόμενου.
Κατηγορεί, επομένως, την αντίληψη των νεοκαντιανών ότι είναι «θεμελιωδώς εσφαλμένη από δύο απόψεις»: παραγνωρίζει αφενός «ότι πρόκειται για οντολογία και όχι για γνωσιοθεωρία» και αφετέρου «ότι αυτή η οντολογία της φύσης δεν αποτελεί οντολογία της υλικής φύσης, αλλά οντολογία του παρευρισκόμενου εν γένει» (PIK 66).
Δεν μπορώ να εξετάσω εδώ το αμφιλεγόμενο ερώτημα σε ποιον βαθμό ο Kant θα ήταν διατεθειμένος να αντιληφθεί την υπερβατολογική φιλοσοφία ως «οντολογία». Επιτρέπονται, όμως, δύο επισημάνσεις. Τα χωρία από την «Αρχιτεκτονική» και τις «Παραδόσεις Λογικής», τα οποία εξαίρει ο Heidegger, αποτελούν πρωτίστως μέρος της προσπάθειας του Kant να προσαρμοστεί στην ορολογία που ήταν οικεία στους περισσότερους αναγνώστες και ακροατές του. Σε αυτά θα έπρεπε να αντιπαρατεθεί η ακόλουθη διατύπωση του Kant, την οποία ο Heidegger δεν λαμβάνει υπόψη: «[...] η υπερήφανη ονομασία μιας οντολογίας [...] πρέπει να παραχωρήσει τη θέση της στη μετριοπαθέστερη ονομασία μιας απλής Αναλυτικής της καθαρής διάνοιας» (B303).
Σε κάθε περίπτωση, ο Heidegger δεν τρέφει αυταπάτες ότι ο Kant θα μπορούσε να αποτελέσει πλήρη εταίρο ενός οντολογικού εγχειρήματος. Κατά την ερμηνεία του της υπερβατολογικής αισθητικής και της υπερβατολογικής αναλυτικής, επικρίνει επανειλημμένα τις «ταλαντεύσεις» του Kant. Ο Kant ταλαντεύεται στις αντιλήψεις του για το πράγμα καθ’ εαυτό (PIK 100), τον πίνακα των κρίσεων (259, 289), τις κατηγορίες (301–302), την παραγωγή (305) και τα φαινόμενα (339). Υπάρχουν ταλαντεύσεις μεταξύ ψυχολογίας και λογικής (323–324), καθώς και μεταξύ ψυχολογικών και υπερβατολογικο-φιλοσοφικών προσανατολισμών (343).
Προπάντων, όμως, ο Kant «ταλαντεύεται» ως προς την αντίληψή του για τη φαντασία (280, 412: «η χαρακτηριστική ταλάντευση», 216). Από τη μία πλευρά, ο Heidegger διακρίνει στην υπερβατολογική φαντασία μια σαφή υπόδειξη της υπέρβασης του Dasein, δηλαδή της προοντολογικής ή σχεδιάζουσας το Είναι δομής της ανθρώπινης ύπαρξης. Συγχρόνως, όμως, αντί να εξηγήσει περαιτέρω τις καθαρά αισθητές και χρονικές συνθέσεις αυτής της φαντασίας ως θεμελιώδους πηγής της γνώσης, ο Kant τις αποδίδει στην ενέργεια μιας ανεξάρτητης δύναμης, δηλαδή της διάνοιας. Κατά την άποψη του Heidegger, ακριβώς αυτή η ταλάντευση είναι η πλέον μοιραία, επειδή εμποδίζει τον Kant να προχωρήσει σε μια γνήσια θεμελιωδώς οντολογική αφετηρία. Η ανάδειξη αυτής της ταλάντευσης αποτελεί το σημείο προσανατολισμού της ερμηνείας της υπερβατολογικής αισθητικής και της υπερβατολογικής αναλυτικής.
Γεν. 1 ,26 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ γῆς γῆς.
Του Daniel O. Dahlstrom (Washington)
Philosophisches Jahrbuch, τόμ. 96, τεύχ. 2, το 1989, σσ. 343–366
2.1 «Η θεμελιώδης ανακάλυψη του Kant»: το οντολογικό νόημα της κοπερνίκειας στροφής
Όπως και σε άλλα κείμενά του για τον Kant, ο Heidegger υποστηρίζει την ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού λόγου ως «θεμελίωσης της μεταφυσικής». Στο PIK, όμως, ο Heidegger επιχειρεί, για να διασαφηνίσει αυτή τη θέση, να πραγματοποιήσει αρχικά «μια αυτοτελή και [...] μη προσανατολισμένη στον Kant φαινομενολογική θεώρηση» (PIK 17). Η θεώρηση αυτή εκκινεί από την υπαρκτική έννοια της επιστήμης ως αποκαλυπτικής συμπεριφοράς του ανθρώπου. Μόνο ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τα υλικά πράγματα της φύσης —με κάτι παρευρισκόμενο, όπως ένας λίθος— και με τα έμβια όντα —τα φυτά και τα ζώα—, σχετίζεται με έναν κόσμο. Επειδή αυτό το είναι-εντός-του-κόσμου συνιστά «πρωταρχικά και καταρχάς» μια πρακτική συναναστροφή με χρηστικά πράγματα, κινείται στον ορίζοντα μιας λανθάνουσας, προοντολογικής κατανόησης του Είναι. Η «ουσιώδης δομική στιγμή» της μεταβολής αυτής της συμπεριφοράς σε επιστημονική συμπεριφορά ονομάζεται «αντικειμενοποίηση».
Ο Heidegger εξηγεί τι σημαίνει «αντικειμενοποίηση» με βάση το αποφασιστικό επίτευγμα των νεότερων φυσικών επιστημών. Το επίτευγμα αυτό δεν βρίσκεται στην παρατήρηση των γεγονότων, στο πείραμα και στον υπολογισμό, αλλά στο σχεδίασμα μιας έννοιας της φύσης, η οποία καθιστά δυνατή τη μαθηματική προσδιορισιμότητα. Η αντικειμενοποίηση είναι το αντίστοιχο σχεδίασμα μιας συγκρότησης του Είναι που βρίσκεται στη βάση της επιστήμης.²³
Η θεμελίωση ενός τέτοιου σχεδιάσματος δεν πραγματοποιείται, ωστόσο, από τις ίδιες τις επιμέρους επιστήμες. Το Είναι, το οποίο νοείται μέσα στο σχεδίασμα της συγκρότησης του Είναι, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο στο όριο των συλλογισμών των επιστημών. «Η θεμελίωση των επιστημών των όντων είναι η ανάπτυξη της προοντολογικής κατανόησης του Είναι, η οποία ενυπάρχει ήδη κατ’ ανάγκην σε καθεμία από αυτές, σε έρευνα και επιστήμη του Είναι, δηλαδή σε οντολογία» (PIK 36). Ενώ η θεμελίωση και η ανάπτυξη της οντολογίας πραγματοποιεί τη θεμελίωση της αντίστοιχης επιστήμης των όντων, αυτές οι οντολογίες θεμελιώνονται με τη σειρά τους στη «θεμελιώδη οντολογία, η οποία αποτελεί το κέντρο της φιλοσοφίας» (PIK 39).
Για τη θεμελίωση της μεταφυσικής ως επιστήμης από τον ίδιο τον Kant, καθοριστική είναι εκείνη η επίγνωση των νεότερων φυσικών επιστημών (βλ. παραπάνω το δεύτερο δόγμα). Προτού δοθούν τα αντικείμενα, στις επιστήμες καθορίζεται κάτι σχετικά με αυτά· και μάλιστα κάτι χωρίς το οποίο τα αντικείμενα δεν μπορούν να μας δοθούν ως αυτό που είναι (PIK 45–46). Στην υπερβατολογική φιλοσοφία, αυτοί οι καθορισμοί ονομάζονται συνθετικές κρίσεις a priori ή αρχές.
«Η θεμελιώδης ανακάλυψη του Kant συνίσταται στο εξής: αυτές οι ιδιαίτερες γνώσεις —η προοντολογική κατανόηση του Είναι των όντων και κάθε οντολογική γνώση— είναι γνώσεις οι οποίες εμπεριέχουν μια διεύρυνση της γνώσης των όντων, παραμένουν όμως ανεξάρτητες από την εμπειρία και καθαρές· αυτές οι γνώσεις είναι οι συνθετικές κρίσεις a priori» (PIK 51).
Το θεμελιώδες ερώτημα της Κριτικής του καθαρού λόγου είναι το ερώτημα της δυνατότητας τέτοιων κρίσεων και, επομένως, σύμφωνα με την αντίληψη του Heidegger, το ερώτημα της δυνατότητας της οντολογικής γνώσης. Υπό το πρίσμα αυτού του οντολογικού ερωτήματος, ο Heidegger εξηγεί την κοπερνίκεια στροφή του Kant. «Το μόνο δυνατό νόημα» αυτής της στροφής είναι ότι μια εκ των προτέρων κατανόηση του Είναι, υπό τη μορφή των συνθετικών κρίσεων a priori, είναι καθοριστική για κάθε εμπειρία των όντων (PIK 55–56). Η Κριτική του καθαρού λόγου αποτελεί, συνεπώς, τη θεμελίωση της οντολογίας, η οποία, απέναντι στην παραδεδομένη μεταφυσική, συγχρόνως οριοθετεί —ασκεί κριτική σε— τη δυνατή γνώση a priori (PIK 61).
Η εισαγωγή ολοκληρώνεται με μια ερμηνεία της «Αρχιτεκτονικής του καθαρού λόγου», με βάση την οποία ο Heidegger διαφοροποιεί τη φαινομενολογική του ερμηνεία από άλλες προσεγγίσεις του Kant. Ενώ απορρίπτει σύντομα τις μεταφυσικές —φιχτιανές— και ψυχολογικές «παρανοήσεις», χωρίς να αρνείται «τα δικαιολογημένα κίνητρά τους μέσα στην ίδια την “Κριτική”», στρέφεται κυρίως εναντίον της ερμηνείας των νεοκαντιανών.
Για τον Heidegger, δεν είναι βέβαια τυχαίο το γεγονός ότι «ερευνητές τόσο απολύτως προσηλωμένοι στο αντικείμενό τους, όπως ο Cohen και ο Natorp», ερμηνεύουν την Κριτική ως γνωσιοθεωρία των μαθηματικών φυσικών επιστημών. Αρκεί να ληφθεί υπόψη ότι ο Kant προσανατολίζεται προς αυτές τις επιστήμες και ότι «το ον ταυτίζεται, επομένως, κατά κάποιον τρόπο με το ον της παρευρισκόμενης φύσης» (PIK 67, 43 κ.ε., 63). Στην «Αρχιτεκτονική» (B869, B873), όμως, ο Heidegger βρίσκει την απόδειξη ότι ο ίδιος ο Kant προτάσσει την υπερβατολογική φιλοσοφία ως οντολογία έναντι των μεταφυσικών που περιορίζονται σε ορισμένες περιοχές —φυσικές ή ψυχικές— του παρευρισκόμενου.
Κατηγορεί, επομένως, την αντίληψη των νεοκαντιανών ότι είναι «θεμελιωδώς εσφαλμένη από δύο απόψεις»: παραγνωρίζει αφενός «ότι πρόκειται για οντολογία και όχι για γνωσιοθεωρία» και αφετέρου «ότι αυτή η οντολογία της φύσης δεν αποτελεί οντολογία της υλικής φύσης, αλλά οντολογία του παρευρισκόμενου εν γένει» (PIK 66).
Δεν μπορώ να εξετάσω εδώ το αμφιλεγόμενο ερώτημα σε ποιον βαθμό ο Kant θα ήταν διατεθειμένος να αντιληφθεί την υπερβατολογική φιλοσοφία ως «οντολογία». Επιτρέπονται, όμως, δύο επισημάνσεις. Τα χωρία από την «Αρχιτεκτονική» και τις «Παραδόσεις Λογικής», τα οποία εξαίρει ο Heidegger, αποτελούν πρωτίστως μέρος της προσπάθειας του Kant να προσαρμοστεί στην ορολογία που ήταν οικεία στους περισσότερους αναγνώστες και ακροατές του. Σε αυτά θα έπρεπε να αντιπαρατεθεί η ακόλουθη διατύπωση του Kant, την οποία ο Heidegger δεν λαμβάνει υπόψη: «[...] η υπερήφανη ονομασία μιας οντολογίας [...] πρέπει να παραχωρήσει τη θέση της στη μετριοπαθέστερη ονομασία μιας απλής Αναλυτικής της καθαρής διάνοιας» (B303).
Σε κάθε περίπτωση, ο Heidegger δεν τρέφει αυταπάτες ότι ο Kant θα μπορούσε να αποτελέσει πλήρη εταίρο ενός οντολογικού εγχειρήματος. Κατά την ερμηνεία του της υπερβατολογικής αισθητικής και της υπερβατολογικής αναλυτικής, επικρίνει επανειλημμένα τις «ταλαντεύσεις» του Kant. Ο Kant ταλαντεύεται στις αντιλήψεις του για το πράγμα καθ’ εαυτό (PIK 100), τον πίνακα των κρίσεων (259, 289), τις κατηγορίες (301–302), την παραγωγή (305) και τα φαινόμενα (339). Υπάρχουν ταλαντεύσεις μεταξύ ψυχολογίας και λογικής (323–324), καθώς και μεταξύ ψυχολογικών και υπερβατολογικο-φιλοσοφικών προσανατολισμών (343).
Προπάντων, όμως, ο Kant «ταλαντεύεται» ως προς την αντίληψή του για τη φαντασία (280, 412: «η χαρακτηριστική ταλάντευση», 216). Από τη μία πλευρά, ο Heidegger διακρίνει στην υπερβατολογική φαντασία μια σαφή υπόδειξη της υπέρβασης του Dasein, δηλαδή της προοντολογικής ή σχεδιάζουσας το Είναι δομής της ανθρώπινης ύπαρξης. Συγχρόνως, όμως, αντί να εξηγήσει περαιτέρω τις καθαρά αισθητές και χρονικές συνθέσεις αυτής της φαντασίας ως θεμελιώδους πηγής της γνώσης, ο Kant τις αποδίδει στην ενέργεια μιας ανεξάρτητης δύναμης, δηλαδή της διάνοιας. Κατά την άποψη του Heidegger, ακριβώς αυτή η ταλάντευση είναι η πλέον μοιραία, επειδή εμποδίζει τον Kant να προχωρήσει σε μια γνήσια θεμελιωδώς οντολογική αφετηρία. Η ανάδειξη αυτής της ταλάντευσης αποτελεί το σημείο προσανατολισμού της ερμηνείας της υπερβατολογικής αισθητικής και της υπερβατολογικής αναλυτικής.
Γεν. 1 ,26 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ γῆς γῆς.
Προοντολογική ή σχεδιάζουσα το Είναι δομή της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η δημιουργία του Ήλιου, της Σελήνης και των φυτών-Michelangelo
Η δημιουργία του Ήλιου, της Σελήνης και των φυτών-Michelangelo
https://www.museivaticani.va/content/museivaticani/en/collezioni/musei/cappella-sistina/volta/storie-centrali/creazione-degli-astri-e-delle-piante.html
Ο κόσμος του ουμανισμού, όπως αντανακλάται στην οροφή της Καπέλα Σιξτίνα, αρχίζει με τον διαχωρισμό του φωτός από το σκοτάδι. Ο κόσμος της Μεταρρύθμισης, που αντανακλάται στον τοίχο του ιερού, αναμειγνύει ξανά αυτά τα δύο. Σε αυτόν τον κόσμο του λυκόφωτος, στο χείλος της Αποκάλυψης, οι στρατιές του φωτός δύσκολα διακρίνονται από τις στρατιές του σκότους. Το ίδιο ίσχυε και για τον πραγματικό κόσμο, όπου κάθε πλευρά της σύγκρουσης ήταν πεπεισμένη ότι ο Θεός εκστράτευε μαζί της ή ότι οι άνθρωποί της ήταν οι απεσταλμένοι του. Η δημιουργία του νεότερου κόσμου, όπως τον κατανοούμε τόσο από επιστημονική όσο και από ηθική άποψη, κατέστη δυνατή μόνο όταν βρέθηκε ένας τρόπος να διαχωριστεί ξανά το φως από το σκοτάδι.
Στο κέντρο της οροφής του Michelangelo βρίσκεται η δημιουργία της ανθρώπινης Εύας από τον Αδάμ. Στο κέντρο του τοίχου του ιερού βρίσκεται ο σκοτεινός Θεάνθρωπος. Το κέντρο της «οροφής» για εκείνους που άνοιξαν τον δρόμο προς τον νεότερο κόσμο δεν ήταν ούτε ανθρώπινο ούτε θείο.
Μέσα στους θρησκευτικούς πολέμους, που έθεσαν υπό αμφισβήτηση τόσο τον Θεό όσο και τον άνθρωπο, το βλέμμα εκείνων που δημιούργησαν τη νεότερη εποχή φαίνεται πως στράφηκε σε μια προηγούμενη παράσταση στην οροφή του Michelangelo, στη δημιουργία του κόσμου, και επομένως στον υλικό κόσμο με όλη την πολλαπλότητα των κινήσεών του. Αυτή η νεότερη «οροφή», ωστόσο, με όλη τη μεγαλοπρέπεια και τη δύναμή της, είναι ζωγραφισμένη όχι με τα έντονα, ζωντανά χρώματα του κόσμου της καθημερινής εμπειρίας, αλλά με το καθαρό και λαμπρό, αν και άχρωμο, φως των μαθηματικών.
Πηγή: Michael Allen Gillespie, The Theological Origins of Modernity, Chicago–London: The University of Chicago Press, 2008, κεφ.5, «The Contradictions of Premodernity», ενότητα «Alpha and Omega», σ.169.
2.2 Η «αυτοτελής» σημασία της υπερβατολογικής αισθητικής
Η καντιανή ερμηνεία της Σχολής του Marburg παρέχει τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά ερεθίσματα για την ερμηνεία της υπερβατολογικής αισθητικής από τον Heidegger. Από τη μία πλευρά, η αναζήτηση των στοχαστών του Marburg για το θεμέλιο της ενότητας της υπερβατολογικής αισθητικής και της λογικής, το οποίο παρέμεινε κρυμμένο από τον Kant, βρίσκεται στη βάση του «ουσιώδους έργου» της «φαινομενολογικής ερμηνείας», δηλαδή «να καταστήσει αυτό το θεμέλιο ορατό και να το προσδιορίσει θετικά» (PIK 78–79). Από την άλλη πλευρά, απέναντι στην ερμηνεία της Σχολής του Marburg πρέπει να αποδειχθεί ότι η υπερβατολογική αισθητική διαθέτει «αυτοτελή και κεντρική σημασία στο σύνολο της “Κριτικής”».
Για τον σκοπό αυτό διατυπώνονται αρκετές γνωστές θέσεις, οι οποίες έχουν ήδη προαναγγελθεί στην πρώτη σειρά παραδόσεων του Heidegger για τον Kant: η προτεραιότητα της εποπτείας σε κάθε γνώση (PIK 80–84)· η προτεραιότητα της καθαρής εποπτείας του χρόνου —ως αυτοεπηρεασμού— σε κάθε οντολογική γνώση (PIK 145–153, 162–163, 84)· η φαινομενολογική ερμηνεία της καθαρής εποπτείας εν γένει ως της προηγούμενης, μη αντικειμενοποιητικής στροφής του βλέμματος προς το σύνολο του πολλαπλού της παραλληλίας και της διαδοχής (PIK 122–131, 154, 161)· η ερμηνεία του «αμφισβητούμενου χωρίου» (B160, σημ.· δηλαδή του «κύριου στηρίγματος» [PIK 122] της αντίληψης του Marburg) ως απόδειξης μιας ενότητας που ανήκει στον χώρο και στον χρόνο και όχι στη διάνοια (PIK 132–139, 171)· και «το γυμνό πρόβλημα» της Κριτικής, δηλαδή η ιστορικά κατανοητή αλλά ταλαντευόμενη στάση του Kant απέναντι στη φαντασία ως ρίζα της γνώσης (PIK 89–93, 162).
Σε αυτό το πρώτο μέρος ο Heidegger απορρίπτει απλώς την παράσταση του πράγματος καθ’ εαυτό. Συμμερίζεται έτσι την άποψη των νεοκαντιανών, όχι όμως επειδή η συγκεκριμένη διδασκαλία θα μας υποχρέωνε να θεωρήσουμε τα φαινόμενα απλή επίφαση. Παρά τις πολλαπλές «ταλαντεύσεις» κατά την ερμηνεία του τι πρέπει να νοείται ως «πράγμα καθ’ εαυτό», ο Kant δεν «ταλαντεύτηκε» ποτέ ως προς την άποψη ότι τα φαινόμενα είναι τα ίδια τα αντικείμενα (B34). Κατά την κρίση του Heidegger, η παραδοχή του πράγματος καθ’ εαυτό πρέπει, αντιθέτως, να απορριφθεί, επειδή αποτελεί μια άχρηστη και συγχυτική υπόθεση, η οποία εξαρτάται από την προϋπόθεση της απόλυτης εποπτείας του Θεού-Δημιουργού (PIK 97–102).
Η απόρριψη από τον Heidegger της υπόθεσης του πράγματος καθ’ εαυτό —το οποίο ο Kant επικαλείται ως ρυθμιστική ιδέα— είναι ενδεικτική της υποτιμητικής αποτίμησης του ρόλου της σκέψης που χαρακτηρίζει γενικά την ερμηνεία του. Μολονότι η συνηγορία του υπέρ της «κεντρικής σημασίας» της υπερβατολογικής αισθητικής —ή της αισθητικότητας— είναι δικαιολογημένη, η εξήγησή του για τη μορφή της εποπτείας παραμένει ουσιαστικά συνδεδεμένη με αυτή την αντίληψη περί της σημασίας της σκέψης.
Στην ερμηνεία του συγκεκριμένου «αμφισβητούμενου χωρίου», ο Heidegger αντιλαμβάνεται τη μορφή της εποπτείας ως «ενότητα της συνδόσεως» (Syndosis), σε αντιδιαστολή προς την ενότητα της σύνθεσης. Για τον ίδιο τον Kant, όμως, η θέση περί μιας τέτοιας «δεδομένης σύνθεσης» —η οποία είχε ήδη προαναγγελθεί στην πρώτη σειρά παραδόσεων για τον Kant— θα ήταν τόσο παράλογη όσο και περιττή· θα αποτελούσε μάλιστα σαφή ένδειξη ότι παραβλέπεται πως, μέσω της υπερβατολογικότητας της σύνθεσης, διαμεσολαβούνται η αισθητικότητα και η διάνοια.
Συνεχίζεται
Η καντιανή ερμηνεία της Σχολής του Marburg παρέχει τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά ερεθίσματα για την ερμηνεία της υπερβατολογικής αισθητικής από τον Heidegger. Από τη μία πλευρά, η αναζήτηση των στοχαστών του Marburg για το θεμέλιο της ενότητας της υπερβατολογικής αισθητικής και της λογικής, το οποίο παρέμεινε κρυμμένο από τον Kant, βρίσκεται στη βάση του «ουσιώδους έργου» της «φαινομενολογικής ερμηνείας», δηλαδή «να καταστήσει αυτό το θεμέλιο ορατό και να το προσδιορίσει θετικά» (PIK 78–79). Από την άλλη πλευρά, απέναντι στην ερμηνεία της Σχολής του Marburg πρέπει να αποδειχθεί ότι η υπερβατολογική αισθητική διαθέτει «αυτοτελή και κεντρική σημασία στο σύνολο της “Κριτικής”».
Για τον σκοπό αυτό διατυπώνονται αρκετές γνωστές θέσεις, οι οποίες έχουν ήδη προαναγγελθεί στην πρώτη σειρά παραδόσεων του Heidegger για τον Kant: η προτεραιότητα της εποπτείας σε κάθε γνώση (PIK 80–84)· η προτεραιότητα της καθαρής εποπτείας του χρόνου —ως αυτοεπηρεασμού— σε κάθε οντολογική γνώση (PIK 145–153, 162–163, 84)· η φαινομενολογική ερμηνεία της καθαρής εποπτείας εν γένει ως της προηγούμενης, μη αντικειμενοποιητικής στροφής του βλέμματος προς το σύνολο του πολλαπλού της παραλληλίας και της διαδοχής (PIK 122–131, 154, 161)· η ερμηνεία του «αμφισβητούμενου χωρίου» (B160, σημ.· δηλαδή του «κύριου στηρίγματος» [PIK 122] της αντίληψης του Marburg) ως απόδειξης μιας ενότητας που ανήκει στον χώρο και στον χρόνο και όχι στη διάνοια (PIK 132–139, 171)· και «το γυμνό πρόβλημα» της Κριτικής, δηλαδή η ιστορικά κατανοητή αλλά ταλαντευόμενη στάση του Kant απέναντι στη φαντασία ως ρίζα της γνώσης (PIK 89–93, 162).
Σε αυτό το πρώτο μέρος ο Heidegger απορρίπτει απλώς την παράσταση του πράγματος καθ’ εαυτό. Συμμερίζεται έτσι την άποψη των νεοκαντιανών, όχι όμως επειδή η συγκεκριμένη διδασκαλία θα μας υποχρέωνε να θεωρήσουμε τα φαινόμενα απλή επίφαση. Παρά τις πολλαπλές «ταλαντεύσεις» κατά την ερμηνεία του τι πρέπει να νοείται ως «πράγμα καθ’ εαυτό», ο Kant δεν «ταλαντεύτηκε» ποτέ ως προς την άποψη ότι τα φαινόμενα είναι τα ίδια τα αντικείμενα (B34). Κατά την κρίση του Heidegger, η παραδοχή του πράγματος καθ’ εαυτό πρέπει, αντιθέτως, να απορριφθεί, επειδή αποτελεί μια άχρηστη και συγχυτική υπόθεση, η οποία εξαρτάται από την προϋπόθεση της απόλυτης εποπτείας του Θεού-Δημιουργού (PIK 97–102).
Η απόρριψη από τον Heidegger της υπόθεσης του πράγματος καθ’ εαυτό —το οποίο ο Kant επικαλείται ως ρυθμιστική ιδέα— είναι ενδεικτική της υποτιμητικής αποτίμησης του ρόλου της σκέψης που χαρακτηρίζει γενικά την ερμηνεία του. Μολονότι η συνηγορία του υπέρ της «κεντρικής σημασίας» της υπερβατολογικής αισθητικής —ή της αισθητικότητας— είναι δικαιολογημένη, η εξήγησή του για τη μορφή της εποπτείας παραμένει ουσιαστικά συνδεδεμένη με αυτή την αντίληψη περί της σημασίας της σκέψης.
Στην ερμηνεία του συγκεκριμένου «αμφισβητούμενου χωρίου», ο Heidegger αντιλαμβάνεται τη μορφή της εποπτείας ως «ενότητα της συνδόσεως» (Syndosis), σε αντιδιαστολή προς την ενότητα της σύνθεσης. Για τον ίδιο τον Kant, όμως, η θέση περί μιας τέτοιας «δεδομένης σύνθεσης» —η οποία είχε ήδη προαναγγελθεί στην πρώτη σειρά παραδόσεων για τον Kant— θα ήταν τόσο παράλογη όσο και περιττή· θα αποτελούσε μάλιστα σαφή ένδειξη ότι παραβλέπεται πως, μέσω της υπερβατολογικότητας της σύνθεσης, διαμεσολαβούνται η αισθητικότητα και η διάνοια.
Συνεχίζεται


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου