Συνέχεια από Kυριακή 27. Σεπτεμβρίου 2026
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 13
ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου
Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999
ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου
Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999
Δ.
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ
Με το πρόβλημα της επίγνωσης του θελήματος του Θεού συνδέεται πολύ στενά το πρόβλημα της υπακοής, στο οποίο ο Γέροντας απέδιδε εξαιρετικά μεγάλη σημασία, όχι μόνο στην προσωπική ζωή κάθε μοναχού και χριστιανού, αλλά και στη ζωή ολόκληρου του «σώματος της Εκκλησίας», ολόκληρου του «πληρώματός» της.
Ο Γέροντας Σιλουανός δεν είχε μαθητές με τη συνηθισμένη έννοια της λέξης ούτε κάθισε ποτέ σε διδασκαλική έδρα. Αλλά και ο ίδιος δεν υπήρξε μαθητής κάποιου συγκεκριμένου γέροντα. Ανατράφηκε, όπως η πλειονότητα των αγιορειτών μοναχών, μέσα στο ρεύμα της κοινής παράδοσης: με τη συνεχή παραμονή στον ναό κατά τις ακολουθίες, με την ακρόαση και την ανάγνωση του λόγου του Θεού και των έργων των Αγίων Πατέρων, με τις συνομιλίες με άλλους ασκητές του Αγίου Όρους, με την αυστηρή τήρηση των καθιερωμένων νηστειών και με την υπακοή στον ηγούμενο, στον πνευματικό και στον προϊστάμενο της εργασίας.
Ιδιαίτερη προσοχή έδινε στην εσωτερική υπακοή προς τον ηγούμενο και τον πνευματικό, θεωρώντας την Μυστήριο της Εκκλησίας και δώρο της χάρης. Όταν απευθυνόταν στον πνευματικό, προσευχόταν να τον ελεήσει ο Κύριος μέσω του λειτουργού Του και να του αποκαλύψει το θέλημά Του και την οδό προς τη σωτηρία. Γνωρίζοντας ότι η πρώτη σκέψη που γεννιέται στην ψυχή μετά την προσευχή είναι πληροφορία άνωθεν, κρατούσε τον πρώτο λόγο του πνευματικού, την πρώτη του νύξη, χωρίς να επιζητεί περαιτέρω συζήτηση. Σε αυτό βρίσκεται η σοφία και το μυστήριο της αληθινής υπακοής, σκοπός της οποίας είναι η γνώση και η εκπλήρωση όχι ανθρώπινου αλλά Θείου θελήματος.
Μια τέτοια πνευματική υπακοή, χωρίς αντιρρήσεις και αντιστάσεις, όχι μόνο εξωτερικές αλλά ούτε και εσωτερικές και αφανείς, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόσληψη και την αφομοίωση της ζωντανής παράδοσης.
Η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας, που ρέει μέσα στους αιώνες από γενεά σε γενεά, είναι μία από τις πιο ουσιώδεις και συγχρόνως πιο λεπτές πλευρές της ζωής της. Εκεί όπου, από την πλευρά του μαθητή, δεν υπάρχει καμία αντίσταση προς τον διδάσκαλο, η ψυχή του τελευταίου, ως απάντηση στην πίστη και την ταπείνωση, ανοίγεται εύκολα και ίσως τελείως. Μόλις όμως παρεισφρήσει έστω και μικρή αντίθεση προς τον πνευματικό πατέρα, η ψυχή του διδασκάλου αναπόφευκτα κλείνεται και το νήμα της αμόλυντης παράδοσης διακόπτεται.
Μάταια σκέφτονται ορισμένοι ότι «και ο πνευματικός είναι ατελής άνθρωπος», ότι «είναι ανάγκη να του εξηγήσεις λεπτομερώς την υπόθεση, αλλιώς δεν θα καταλάβει», ότι «και αυτός μπορεί εύκολα να πέσει σε λάθος και γι’ αυτό πρέπει να τον διορθώσεις». Εκείνος που διαφωνεί με τον πνευματικό και τον διορθώνει τοποθετεί τον εαυτό του υψηλότερα από εκείνον και παύει πλέον να είναι μαθητής.
Γιατί, αν και κανείς δεν είναι τέλειος και δεν υπάρχει άνθρωπος που θα τολμούσε να διδάξει όπως ο Χριστός, «ὡς ἐξουσίαν ἔχων», του οποίου το κήρυγμα «οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον, οὐδέ... παρὰ ἀνθρώπου» (Γαλ. α΄ 11-12), εντούτοις και μέσα σε «ὀστράκινα σκεύη» φυλάσσεται ο ανεκτίμητος θησαυρός των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Θησαυρός όχι μόνο ανεκτίμητος αλλά και, από τον ίδιο του τον χαρακτήρα, κρυμμένος. Μόνο εκείνος που βαδίζει την οδό της αληθινής και πλήρους υπακοής εισέρχεται σε αυτό το μυστικό θησαυροφυλάκιο.
Ο συνετός υποτακτικός ή εξομολογούμενος συμπεριφέρεται προς τον πνευματικό με τον εξής τρόπο. Εκθέτει με λίγα λόγια το ουσιωδέστερο σχετικά με τον λογισμό ή την κατάστασή του και ύστερα αφήνει τον πνευματικό ελεύθερο. Ο πνευματικός, που προσεύχεται από την πρώτη στιγμή της συνάντησης, περιμένει φωτισμό από τον Θεό και, αν αισθανθεί στην ψυχή του «πληροφορία», τότε δίνει την απάντηση, η οποία γίνεται δεκτή ως τελική.
Γιατί, αν ο εξομολογούμενος παραβλέψει τον «πρώτο λόγο» του πνευματικού, τότε συγχρόνως θα μειωθεί η ενέργεια του μυστηρίου και η εξομολόγηση μπορεί να μετατραπεί σε μια απλή ανθρώπινη συζήτηση.
Αν ο εξομολογούμενος και ο πνευματικός διατηρούν την πρέπουσα στάση απέναντι στο μυστήριο, τότε η πληροφορία από τον Θεό δίνεται γρήγορα. Αν όμως, για κάποιο λόγο, η πληροφορία δεν έρχεται, τότε ο πνευματικός μπορεί να ζητήσει περαιτέρω εξηγήσεις και μόνο τότε αυτές είναι επιτρεπτές.
Αν όμως ο εξομολογούμενος δεν δώσει την πρέπουσα προσοχή στον πρώτο λόγο του πνευματικού και τον επιβαρύνει με «επεξηγήσεις», τότε φανερώνει έλλειψη πίστης και κατανόησης του μυστηρίου. Αυτό συμβαίνει επειδή ακολουθεί την υπολανθάνουσα επιθυμία να παρασύρει τον πνευματικό σε εκείνο που ο ίδιος ήδη σκέφτεται. Σε τέτοιες περιπτώσεις αρχίζει πλέον ένας ψυχολογικός αγώνας, τον οποίο ο Απόστολος Παύλος ονόμασε «ἀλυσιτελῆ» (Ἑβρ. ιγ΄ 17).
Η πίστη στη δύναμη του μυστηρίου, η πίστη ότι ο Κύριος αγαπά τον άνθρωπο και ποτέ δεν θα εγκαταλείψει εκείνον που αρνείται το δικό του θέλημα για χάρη του αγίου θελήματός Του, κάνει τον υποτακτικό ακλόνητο και άφοβο. Αφού λάβει από τον πνευματικό εντολή ή απλώς κάποια καθοδήγηση, ο υποτακτικός, στον αγώνα του να την εκπληρώσει, περιφρονεί ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο. Και εμείς πιστεύουμε ότι αυτό συμβαίνει, επειδή «μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Ἰωάν. ε΄ 24).
Ο Γέροντας Σιλουανός, από τις πρώτες ημέρες της μοναχικής του ζωής, υπήρξε τόσο τέλειος υποτακτικός, ώστε γι’ αυτόν κάθε πνευματικός ήταν καλός οδηγός. Έλεγε ότι, αν οι μοναχοί και γενικά οι πιστοί υπακούν στους πνευματικούς και στους ποιμένες τους χωρίς να τους κρίνουν και χωρίς εσωτερική αντίσταση, τότε και οι ίδιοι δεν στερούνται τη σωτηρία και ολόκληρη η Εκκλησία ζει μέσα στην πληρότητα της ζωής.
Η οδός του Γέροντα ήταν τέτοια, ώστε εκείνος που την ακολουθεί να λαμβάνει εύκολα το δώρο του μεγάλου ελέους του Θεού. Όσοι όμως έχουν δικό τους θέλημα και δικό τους νου, όσο πολυμαθείς και ευφυείς κι αν είναι, ακόμη κι αν εξαντλήσουν τον εαυτό τους με τις αυστηρότερες ασκήσεις ή με κόπους μεγάλης θεολογικής μάθησης, δεν θα κατορθώσουν να περισυλλέξουν παρά μόνο ψίχουλα που πέφτουν από τον Θρόνο του Ελέους.
Ο Γέροντας έλεγε:
«Άλλο πράγμα είναι να πιστεύει κανείς στον Θεό και άλλο να Τον γνωρίζει».
Μέσα στον ωκεανό της εκκλησιαστικής ζωής, η γνήσια και αμόλυντη παράδοση του Πνεύματος ρέει σαν λεπτό ρεύμα, και όποιος θέλει να εμποτιστεί από αυτό το λεπτό ρεύμα οφείλει να αποκοπεί από τη «δική του κρίση». Όπου εμφανίζεται η «δική» του κρίση, εκεί αναπόφευκτα χάνεται η καθαρότητα της παράδοσης, επειδή απέναντι στην αποκαλυμμένη θεία σοφία και δικαιοσύνη αντιτάσσεται η ανθρώπινη «σοφία» και «δικαιοσύνη».
Αυτό φαίνεται στους πολλούς αφόρητα βαρύ, ακόμη και μωρία· αλλά εκείνος που δεν φοβήθηκε να γίνει «μωρός» (Α΄ Κορ. γ΄ 18-19), αυτός γνώρισε την αληθινή ζωή και την προαιώνια σοφία.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ
Η στάση του Γέροντα απέναντι στην άσκηση της υπακοής, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την εκμάθηση της πνευματικής ζωής, συνδεόταν στενά με τη στάση του απέναντι στην Ιερά Παράδοση και στον Θείο Λόγο.
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ
Με το πρόβλημα της επίγνωσης του θελήματος του Θεού συνδέεται πολύ στενά το πρόβλημα της υπακοής, στο οποίο ο Γέροντας απέδιδε εξαιρετικά μεγάλη σημασία, όχι μόνο στην προσωπική ζωή κάθε μοναχού και χριστιανού, αλλά και στη ζωή ολόκληρου του «σώματος της Εκκλησίας», ολόκληρου του «πληρώματός» της.
Ο Γέροντας Σιλουανός δεν είχε μαθητές με τη συνηθισμένη έννοια της λέξης ούτε κάθισε ποτέ σε διδασκαλική έδρα. Αλλά και ο ίδιος δεν υπήρξε μαθητής κάποιου συγκεκριμένου γέροντα. Ανατράφηκε, όπως η πλειονότητα των αγιορειτών μοναχών, μέσα στο ρεύμα της κοινής παράδοσης: με τη συνεχή παραμονή στον ναό κατά τις ακολουθίες, με την ακρόαση και την ανάγνωση του λόγου του Θεού και των έργων των Αγίων Πατέρων, με τις συνομιλίες με άλλους ασκητές του Αγίου Όρους, με την αυστηρή τήρηση των καθιερωμένων νηστειών και με την υπακοή στον ηγούμενο, στον πνευματικό και στον προϊστάμενο της εργασίας.
Ιδιαίτερη προσοχή έδινε στην εσωτερική υπακοή προς τον ηγούμενο και τον πνευματικό, θεωρώντας την Μυστήριο της Εκκλησίας και δώρο της χάρης. Όταν απευθυνόταν στον πνευματικό, προσευχόταν να τον ελεήσει ο Κύριος μέσω του λειτουργού Του και να του αποκαλύψει το θέλημά Του και την οδό προς τη σωτηρία. Γνωρίζοντας ότι η πρώτη σκέψη που γεννιέται στην ψυχή μετά την προσευχή είναι πληροφορία άνωθεν, κρατούσε τον πρώτο λόγο του πνευματικού, την πρώτη του νύξη, χωρίς να επιζητεί περαιτέρω συζήτηση. Σε αυτό βρίσκεται η σοφία και το μυστήριο της αληθινής υπακοής, σκοπός της οποίας είναι η γνώση και η εκπλήρωση όχι ανθρώπινου αλλά Θείου θελήματος.
Μια τέτοια πνευματική υπακοή, χωρίς αντιρρήσεις και αντιστάσεις, όχι μόνο εξωτερικές αλλά ούτε και εσωτερικές και αφανείς, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόσληψη και την αφομοίωση της ζωντανής παράδοσης.
Η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας, που ρέει μέσα στους αιώνες από γενεά σε γενεά, είναι μία από τις πιο ουσιώδεις και συγχρόνως πιο λεπτές πλευρές της ζωής της. Εκεί όπου, από την πλευρά του μαθητή, δεν υπάρχει καμία αντίσταση προς τον διδάσκαλο, η ψυχή του τελευταίου, ως απάντηση στην πίστη και την ταπείνωση, ανοίγεται εύκολα και ίσως τελείως. Μόλις όμως παρεισφρήσει έστω και μικρή αντίθεση προς τον πνευματικό πατέρα, η ψυχή του διδασκάλου αναπόφευκτα κλείνεται και το νήμα της αμόλυντης παράδοσης διακόπτεται.
Μάταια σκέφτονται ορισμένοι ότι «και ο πνευματικός είναι ατελής άνθρωπος», ότι «είναι ανάγκη να του εξηγήσεις λεπτομερώς την υπόθεση, αλλιώς δεν θα καταλάβει», ότι «και αυτός μπορεί εύκολα να πέσει σε λάθος και γι’ αυτό πρέπει να τον διορθώσεις». Εκείνος που διαφωνεί με τον πνευματικό και τον διορθώνει τοποθετεί τον εαυτό του υψηλότερα από εκείνον και παύει πλέον να είναι μαθητής.
Γιατί, αν και κανείς δεν είναι τέλειος και δεν υπάρχει άνθρωπος που θα τολμούσε να διδάξει όπως ο Χριστός, «ὡς ἐξουσίαν ἔχων», του οποίου το κήρυγμα «οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον, οὐδέ... παρὰ ἀνθρώπου» (Γαλ. α΄ 11-12), εντούτοις και μέσα σε «ὀστράκινα σκεύη» φυλάσσεται ο ανεκτίμητος θησαυρός των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Θησαυρός όχι μόνο ανεκτίμητος αλλά και, από τον ίδιο του τον χαρακτήρα, κρυμμένος. Μόνο εκείνος που βαδίζει την οδό της αληθινής και πλήρους υπακοής εισέρχεται σε αυτό το μυστικό θησαυροφυλάκιο.
Ο συνετός υποτακτικός ή εξομολογούμενος συμπεριφέρεται προς τον πνευματικό με τον εξής τρόπο. Εκθέτει με λίγα λόγια το ουσιωδέστερο σχετικά με τον λογισμό ή την κατάστασή του και ύστερα αφήνει τον πνευματικό ελεύθερο. Ο πνευματικός, που προσεύχεται από την πρώτη στιγμή της συνάντησης, περιμένει φωτισμό από τον Θεό και, αν αισθανθεί στην ψυχή του «πληροφορία», τότε δίνει την απάντηση, η οποία γίνεται δεκτή ως τελική.
Γιατί, αν ο εξομολογούμενος παραβλέψει τον «πρώτο λόγο» του πνευματικού, τότε συγχρόνως θα μειωθεί η ενέργεια του μυστηρίου και η εξομολόγηση μπορεί να μετατραπεί σε μια απλή ανθρώπινη συζήτηση.
Αν ο εξομολογούμενος και ο πνευματικός διατηρούν την πρέπουσα στάση απέναντι στο μυστήριο, τότε η πληροφορία από τον Θεό δίνεται γρήγορα. Αν όμως, για κάποιο λόγο, η πληροφορία δεν έρχεται, τότε ο πνευματικός μπορεί να ζητήσει περαιτέρω εξηγήσεις και μόνο τότε αυτές είναι επιτρεπτές.
Αν όμως ο εξομολογούμενος δεν δώσει την πρέπουσα προσοχή στον πρώτο λόγο του πνευματικού και τον επιβαρύνει με «επεξηγήσεις», τότε φανερώνει έλλειψη πίστης και κατανόησης του μυστηρίου. Αυτό συμβαίνει επειδή ακολουθεί την υπολανθάνουσα επιθυμία να παρασύρει τον πνευματικό σε εκείνο που ο ίδιος ήδη σκέφτεται. Σε τέτοιες περιπτώσεις αρχίζει πλέον ένας ψυχολογικός αγώνας, τον οποίο ο Απόστολος Παύλος ονόμασε «ἀλυσιτελῆ» (Ἑβρ. ιγ΄ 17).
Η πίστη στη δύναμη του μυστηρίου, η πίστη ότι ο Κύριος αγαπά τον άνθρωπο και ποτέ δεν θα εγκαταλείψει εκείνον που αρνείται το δικό του θέλημα για χάρη του αγίου θελήματός Του, κάνει τον υποτακτικό ακλόνητο και άφοβο. Αφού λάβει από τον πνευματικό εντολή ή απλώς κάποια καθοδήγηση, ο υποτακτικός, στον αγώνα του να την εκπληρώσει, περιφρονεί ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο. Και εμείς πιστεύουμε ότι αυτό συμβαίνει, επειδή «μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Ἰωάν. ε΄ 24).
Ο Γέροντας Σιλουανός, από τις πρώτες ημέρες της μοναχικής του ζωής, υπήρξε τόσο τέλειος υποτακτικός, ώστε γι’ αυτόν κάθε πνευματικός ήταν καλός οδηγός. Έλεγε ότι, αν οι μοναχοί και γενικά οι πιστοί υπακούν στους πνευματικούς και στους ποιμένες τους χωρίς να τους κρίνουν και χωρίς εσωτερική αντίσταση, τότε και οι ίδιοι δεν στερούνται τη σωτηρία και ολόκληρη η Εκκλησία ζει μέσα στην πληρότητα της ζωής.
Η οδός του Γέροντα ήταν τέτοια, ώστε εκείνος που την ακολουθεί να λαμβάνει εύκολα το δώρο του μεγάλου ελέους του Θεού. Όσοι όμως έχουν δικό τους θέλημα και δικό τους νου, όσο πολυμαθείς και ευφυείς κι αν είναι, ακόμη κι αν εξαντλήσουν τον εαυτό τους με τις αυστηρότερες ασκήσεις ή με κόπους μεγάλης θεολογικής μάθησης, δεν θα κατορθώσουν να περισυλλέξουν παρά μόνο ψίχουλα που πέφτουν από τον Θρόνο του Ελέους.
Ο Γέροντας έλεγε:
«Άλλο πράγμα είναι να πιστεύει κανείς στον Θεό και άλλο να Τον γνωρίζει».
Μέσα στον ωκεανό της εκκλησιαστικής ζωής, η γνήσια και αμόλυντη παράδοση του Πνεύματος ρέει σαν λεπτό ρεύμα, και όποιος θέλει να εμποτιστεί από αυτό το λεπτό ρεύμα οφείλει να αποκοπεί από τη «δική του κρίση». Όπου εμφανίζεται η «δική» του κρίση, εκεί αναπόφευκτα χάνεται η καθαρότητα της παράδοσης, επειδή απέναντι στην αποκαλυμμένη θεία σοφία και δικαιοσύνη αντιτάσσεται η ανθρώπινη «σοφία» και «δικαιοσύνη».
Αυτό φαίνεται στους πολλούς αφόρητα βαρύ, ακόμη και μωρία· αλλά εκείνος που δεν φοβήθηκε να γίνει «μωρός» (Α΄ Κορ. γ΄ 18-19), αυτός γνώρισε την αληθινή ζωή και την προαιώνια σοφία.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ
Η στάση του Γέροντα απέναντι στην άσκηση της υπακοής, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την εκμάθηση της πνευματικής ζωής, συνδεόταν στενά με τη στάση του απέναντι στην Ιερά Παράδοση και στον Θείο Λόγο.
'ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2026'' 10η μέρα - πρ. Νικόλαος Λουδοβίκος
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, ο π. Νικόλαος επανήλθε στο πρώτο ερώτημα και πρόσθεσε: «Μήπως η Βασιλεία του Θεού ενεργείται ήδη εν δυνάμει; Και εμείς προτιμούμε 100 άλλα πράγματα εκτός από αυτό; Μήπως εμείς δεν προτιμούμε και πολύ τον Χριστό, γιατί μας παίρνει τον ναρκισσισμό;»
Και αναφερόμενος στον Άγιο Σιλουανό, είπε: «Θέλεις να σου αποκαλυφθεί ο Χριστός; Τότε στάσου μπροστά Του και ζήτησέ το Του. Και πες Του ότι κάνεις ό,τι θέλει. Και θα σου αποκαλυφθεί. Και θα εξαλειφθεί κάθε ίχνος ναρκισσισμού, γιατί θα ζεις τον έρωτα με τον Χριστό, και θα είσαι χαμογελαστός σαν τους Αγίους αιωνίως».
ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΠΙΠΟΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΝΑ ΔΙΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ. ΘΕΛΕΙ ΠΡΟΣΟΧΗ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου