Η Ιδέα του Αγαθού στην πλατωνική και αριστοτελική φιλοσοφία
Die Idee des Guten zwischen Plato und Aristoteles
Hans-Georg Gadamer
Αγγλική μετάφραση, εισαγωγή και σχολιασμός του P. Christopher Smith
Yale University Press • Νιου Χέιβεν και Λονδίνο
Ελληνική μετάφραση από την αγγλική έκδοση
Περιεχόμενα της αγγλικής έκδοσης
Εισαγωγή του μεταφραστή
Πρόλογος
I. Το υπό εξέταση ζήτημα
II. Η σωκρατική γνώση και άγνοια
III. Η πόλις και η γνώση του Αγαθού
IV. Η διαλεκτική του Αγαθού στον Φίληβο
V. Η αριστοτελική κριτική της Ιδέας του Αγαθού
VI. Η ιδέα της πρακτικής φιλοσοφίας
Ευρετήριο
Εισαγωγή του μεταφραστή P. Christopher Smith
Μολονότι συντομότερη από το «Αλήθεια και μέθοδος»[Ε1] και, όπως ο ίδιος ο Gadamer αναγνωρίζει πρόθυμα, όχι απολύτως ενιαία ως μελέτη, «Η Ιδέα του Αγαθού στην πλατωνική και αριστοτελική φιλοσοφία»[Ε2] πρέπει, ωστόσο, να συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα βιβλία του. Αφενός, μας προσφέρει ένα εκτενές δείγμα των ερμηνευτικών τεχνικών για τις οποίες ο Gadamer έχει γίνει τόσο γνωστός• αφετέρου, μας δίνει αξιοσημείωτες νέες γνώσεις για το αντικείμενο της πλατωνικής και αριστοτελικής φιλοσοφίας. Κυρίως όμως, καθώς πραγματεύεται σε μεγάλο βαθμό τη σχέση θεωρίας και πράξης και το «αγαθό», μας εισάγει στην ηθική διάσταση της σκέψης του.
Το «Αλήθεια και μέθοδος» είχε βεβαίως πολλά να πει για την ηθική φιλοσοφία, ενώ ιδιαίτερη προσοχή δίνεται εκεί στην αριστοτελική έννοια της φρονήσεως, δηλαδή της έλλογης ηθικής κρίσης. Η πρόθεση όμως του Gadamer σε εκείνο το βιβλίο ήταν να δείξει ότι η ερμηνεία των έργων τέχνης και των ιστορικών κειμένων δεν μπορεί να ακολουθεί τη μέθοδο των φυσικών επιστημών και ότι οι αλήθειες που περιέχουν αυτά τα έργα και κείμενα είναι διαφορετικού είδους από εκείνες που ανακαλύπτει η επιστήμη. Στο «Αλήθεια και μέθοδος» στρέφεται στη φρόνηση κυρίως επειδή ο Αριστοτέλης δείχνει ότι και αυτή πρέπει να διακρίνεται από τον επιστημονικό συλλογισμό, εφόσον έχει τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο να σχετίζεται με την αλήθεια, το ἀληθεύειν. Έτσι, η αριστοτελική ηθική κατανόηση χρησιμεύει εκεί ως παράδειγμα της γενικής θεωρίας της μη επιστημονικής κατανόησης που επιδιώκει να αναπτύξει ο Gadamer. Εδώ, αντίθετα, η φρόνηση εξετάζεται για την ίδια της την αξία, και ο Gadamer στρέφεται ρητά στο αγαθό της ανθρώπινης ζωής, το θέμα του πρώτου του βιβλίου, Platos dialektische Ethik («Πλατωνική Διαλεκτική Ηθική»)[Ε3]. Στην «Ιδέα του Αγαθού στην πλατωνική και αριστοτελική φιλοσοφία» βρίσκουμε, επομένως, όχι μόνο τη συνέχεια όσων έχουμε μάθει να αναμένουμε από το έργο του —την ερμηνευτική του τέχνη, τη στήριξή του στην ελληνική σκέψη και την εξαιρετική γνώση της— αλλά και μια διερεύνηση της ηθικής φιλοσοφίας: των προϋποθέσεων, του αντικειμένου και των εφαρμογών της.
Ως προς τις αρχές της ερμηνευτικής του Gadamer, δύο αναδεικνύονται εδώ με ιδιαίτερη σαφήνεια. Πρώτον, σε κάθε περίπτωση δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στο είδος του κειμένου που ερμηνεύουμε. Αυτή η προσοχή είναι εδώ ιδιαίτερα αναγκαία, καθώς κάθε προσπάθεια να κατανοήσουμε τι λένε ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ανομοιογένειας των σωζόμενων κειμένων: από τον Πλάτωνα έχουμε επινοημένους διαλόγους, ενώ από τον Αριστοτέλη ένα μείγμα πραγματειών και σημειώσεων διαλέξεων. Ακόμη και οι διαφορές μεταξύ των αριστοτελικών κειμένων πρέπει να λαμβάνονται προσεκτικά υπόψη. Ο Gadamer επισημαίνει, για παράδειγμα, ότι τα «Ηθικά Μεγάλα», καθώς έχουν τη μορφή σημειώσεων για διαλέξεις ή ίσως ακόμη και σημειώσεων κάποιου ακροατή, δεν μπορούν να διαβαστούν με τις ίδιες προσδοκίες ως προς τη λογική και τη σύνθεση που έχουμε από τις άλλες ηθικές πραγματείες. Ως σημειώσεις, προϋποθέτουν όσα θα έλεγε ο Αριστοτέλης στις διαλέξεις του για να τις συμπληρώσει. Η σημαντικότερη όμως από όλες τις κειμενικές διαφορές είναι η διάκριση ανάμεσα στον μυθικό, μεταφορικό τρόπο έκφρασης του Πλάτωνα και στις «προσεκτικές» εννοιολογικές διατυπώσεις του Αριστοτέλη, τόσο για τα φυσικά φαινόμενα όσο και για τα φαινόμενα της πρακτικής μας ζωής. Ακριβώς η παράβλεψη αυτής της διάκρισης μας έχει παρασύρει να εκλαμβάνουμε όσα λέει ο Πλάτων στους διαλόγους ως αποφάνσεις και κατόπιν να τα συγκρίνουμε με τις υποτιθέμενες αντίστοιχες αποφάνσεις του Αριστοτέλη. Όπως επισημαίνει ο Gadamer (WM 444), όποιος έχει δει τι απομένει από όσα ειπώθηκαν όταν αυτά καταγράφονται ως «δηλώσεις» —σε μια δικαστική διαδικασία, λόγου χάρη— θα αντιληφθεί αμέσως ότι, αν αντιμετωπίσουμε αυτό που λέει κάποιος ως απόφανση, είναι πιθανότερο να συσκοτίσουμε παρά να αναδείξουμε αυτό που εννοούσε. Η παρερμηνεία θα είναι αναπόφευκτη.
Η πιο ατυχής συνέπεια αυτού του τρόπου σύγκρισης του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη είναι ότι οι δύο στοχαστές έχουν τεθεί σε αντίθεση όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό. Υποστηρίζεται ότι και οι δύο «εξελίχθηκαν» πέρα από τις προηγούμενες θέσεις τους και στη συνέχεια τις αναίρεσαν• η θέση αυτή στηρίχθηκε στην αντιπαραβολή αποφάνσεων από μεταγενέστερα έργα με αποφάνσεις από προγενέστερα. Κατά τον Gadamer, κάτι δεν πάει καλά εδώ. Αφενός, πριν από τη νεότερη εποχή, με τον Γαλιλαίο, κανείς δεν σκέφτηκε να αντιπαραθέσει τους δύο στοχαστές[Ε4]. Αφετέρου, η αρχαία παράδοση δεν αναφέρει καμία τέτοια μεταβολή στις απόψεις κανενός από τους δύο. Είναι επομένως πολύ πιο γόνιμο, υποστηρίζει ο Gadamer, να υποθέσουμε ότι παρέμεναν συνεπείς, τόσο ο καθένας με τον εαυτό του όσο και μεταξύ τους, αποβλέποντας στο ίδιο πράγμα, έστω με πολύ διαφορετικούς τρόπους λόγου. Το έργο μας συνίσταται τότε στο να ανακαλύψουμε ποιο είναι αυτό το κοινό πράγμα και να το αναδείξουμε όπως φανερώνεται στις διαφορετικές παρουσιάσεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Εδώ γίνονται αμέσως εμφανείς δύο επιρροές στη σκέψη του Gadamer: πάνω απ’ όλα, φυσικά, ο Husserl, αλλά και, όπως θα πρότεινα, ο Rudolf Bultmann. Ο Gadamer θα χρησιμοποιήσει τις τεχνικές της χουσερλιανής φαινομενολογικής περιγραφής, δουλεμένες με την επιμέλεια του τεχνίτη, για να φέρει στο φως το κοινό αντικείμενο της πλατωνικής και αριστοτελικής σκέψης. Στην περίπτωση του Πλάτωνα, αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να «απομυθολογηθεί», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Bultmann: όσα λέει μεταφορικά θα πρέπει να μεταφερθούν σε εννοιολογικές διατυπώσεις των φαινομένων της ύπαρξής μας, όπως εκείνες που επιχειρούσε ο Αριστοτέλης.
Δεν είναι όμως μόνο η έλλειψη προσοχής στις διαφορές των κειμένων που ευθύνεται για την παρανόηση η οποία φέρνει τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη αντιμέτωπους. Η παρανόηση προκύπτει επίσης επειδή δεν προσδιορίζεται η αφορμή για όσα λέγονται σε κάθε περίπτωση. Έτσι φτάνουμε στη δεύτερη ερμηνευτική αρχή που εφαρμόζεται υποδειγματικά σε αυτό το βιβλίο. Το βασικό πρόβλημα όταν ανάγουμε οποιαδήποτε μορφή λόγου σε μια σειρά αποφάνσεων είναι ότι παραλείπουμε το πλαίσιο ή την περίσταση που και μόνο προσδίδει νόημα στα λεγόμενα. Φυσικά, αντιμετωπίζουμε αυτό το πρόβλημα με κάθε γραπτό κείμενο: για να γνωρίζουμε τι ειπώθηκε, πρέπει να γνωρίζουμε σε τι απαντούσε, και τις περισσότερες φορές τα γραπτά κείμενα δεν μας το λένε ρητά. Μας έχουν παραδοθεί, κατά κάποιον τρόπο, ως αποσπάσματα, ακόμη και αν εκ πρώτης όψεως είναι αυτοτελή. Όποιος λοιπόν θέλει να τα κατανοήσει οφείλει να τα επανεντάξει στο πλαίσιό τους. Με άλλα λόγια, πρέπει να δώσει προτεραιότητα στο ερώτημα που αντιμετωπίζεται έναντι της απάντησης που περιέχεται στο κείμενο• πρέπει να αναδείξει ακριβώς ό,τι παραμένει άρρητο και προϋποτίθεται σιωπηρά. Έτσι, ο Gadamer αντικαθιστά τον έλεγχο των αποφάνσεων από την προτασιακή λογική με τη «λογική του ερωτήματος και της απάντησης» (πρβλ. WM 351 κ.ε.).
Ο Gadamer εφαρμόζει αυτή την ερμηνευτική αρχή με διάφορους τρόπους. Αφενός, λαμβάνει συχνά υπόψη όσα εννοούνται ακριβώς επειδή δεν λέγονται, δηλαδή τα «έμμεσα» ή «αρνητικά» νοήματα, όπως τα αποκαλεί. Πρότυπο εδώ είναι η σάτιρα, την οποία εντοπίζει σε μεγάλη έκταση στην πλατωνική «Πολιτεία»: οι προτάσεις που διατυπώνει εκεί ο Πλάτων, ανεφάρμοστες μέχρι παραλογισμού, μπορούν να κατανοηθούν μόνο ως σατιρικές αντιστροφές των στρεβλώσεων της πολιτικής ζωής στην Αθήνα της εποχής. Μπορούν δηλαδή να κατανοηθούν μόνο «εκ του αντιθέτου», e contrario[Ε5]. Γενικότερα όμως, θεωρεί επιτακτικό να αντιμετωπίζουμε οτιδήποτε λέει ο Πλάτων ή ο Αριστοτέλης ως απάντηση σε ένα ορισμένο ερώτημα. Για να κατανοήσουμε τι λένε, αυτό το ερώτημα πρέπει να αποκαλυφθεί και να προσδιοριστεί.
Προκύπτει ότι ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης απαντούν σε ερωτήματα που έχουν τεθεί κάπως διαφορετικά, και αυτός είναι ο κύριος λόγος των φαινομενικών διαφορών στη σκέψη τους. Μολονότι ο Gadamer δεν παραθέτει ρητά το σχετικό χωρίο, ο Αριστοτέλης μάς δίνει μια αποφασιστική ένδειξη στα «Μετά τα φυσικά», Α 6, όπου λέει ότι ο Πλάτων επέκτεινε το σωκρατικό ενδιαφέρον για τις αμετάβλητες ηθικές αλήθειες στο σύνολο της φύσης. Η θέση του Gadamer είναι ότι το σύνολο όσων λέει ο Πλάτων αποτελεί απάντηση στη σχεδόν ολοκληρωτική ηθική διάλυση της κοινωνίας του και στις παράλληλες σοφιστικές ρητορικές τεχνικές, οι οποίες αποδιοργανώνουν κάθε πραγματικό ηθικό συλλογισμό και τον αντικαθιστούν με περισσότερο ή λιγότερο συγκαλυμμένες εκλογικεύσεις της πλεονεξίας και της αχαλίνωτης βούλησης για ισχύ. Αυτή η εμφάνιση της σοφιστικής αποτελεί την αφορμή της σκέψης του. Γι’ αυτό ο Πλάτων στράφηκε στα μαθηματικά: διέκρινε εκεί έναν τρόπο συλλογισμού προφανώς άτρωτο στα σοφιστικά «τεχνάσματα», ο οποίος ως προς τη δομή του θα έπρεπε να μοιάζει με τον ακλόνητο συλλογισμό χάρη στον οποίο ο Σωκράτης έμενε πιστός σε ό,τι γνώριζε ως ορθό. Ο Αριστοτέλης, αντίθετα, απαντά σε θεωρητικά ερωτήματα, καθώς η σκέψη του εκκινεί από το θαυμάζειν και όχι από την πολιτική αποξένωση. Γι’ αυτό επιδιώκει να αναδείξει τις αναλογικές δομές των πραγμάτων σε διάφορα πεδία, ανάμεσά τους στον κόσμο της φύσης και, σε διάκριση από αυτόν, στον κόσμο της ανθρώπινης πράξης. Η «περιγραφική επιφυλακτικότητα» που αρμόζει στο εγχείρημά του τον οδηγεί να διαχωρίζει αυτά τα πεδία, να διακρίνει αυστηρά τις μεθόδους και τα αντικείμενα έρευνας που προσιδιάζουν στο καθένα και να επικρίνει τον Πλάτωνα ακριβώς επειδή δεν κάνει αυτές τις διακρίσεις: για παράδειγμα, επειδή εισάγει την οντολογική Ιδέα του Αγαθού σε πρακτικές συζητήσεις όπου αυτή δεν έχει εφαρμογή.
Έτσι, αν ο Πλάτων επιχειρηματολογεί θεωρητικά εναντίον της αδυναμίας των Πυθαγορείων να διακρίνουν το αισθητό πράγμα από τον νοητό «αριθμό» —να διαχωρίσουν δηλαδή την καθαρή αριθμητική σχέση από την ατελή πραγμάτωσή της—, το κάνει τελικά για να αποκρούσει τον συγχυτικό λόγο των σοφιστών και να μπορέσει, όπως ο Σωκράτης, να παραμείνει πιστός στην ηθική αλήθεια, παρά τις αντίθετες εντυπώσεις που μπορεί να δημιουργήσει ένας επιδέξιος ομιλητής. Για τον Αριστοτέλη όμως δεν συντρέχει λόγος να προβεί σε έναν τέτοιο χωρισμό, καθώς αντιμετωπίζει ερωτήματα που ανακύπτουν από τα συγκεκριμένα φαινόμενα που ερευνά• γι’ αυτό και στο σημείο αυτό επικρίνει τον Πλάτωνα. Αφετηρία του, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, είναι το συγκεκριμένο τόδε τι, το «αυτό εδώ το ορισμένο πράγμα», και το γεγονός «ότι…», το ὅτι. Η αριστοτελική κριτική του Πλάτωνα, επομένως, δεν φανερώνει τόσο σοβαρές φιλοσοφικές διαφορές όσο το γεγονός ότι, με βάση τα ερωτήματα που έθετε ο Αριστοτέλης, δεν μπορούσε να βρει καμία εφαρμογή των πλατωνικών συμπερασμάτων, ιδίως εκείνων που αφορούσαν τη «χωριστή» Ιδέα του Αγαθού.
Αν τώρα ξεκαθαρίσουμε σωστά αυτά τα ζητήματα, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: τελικά υπάρχει, διαπιστώνει ο Gadamer, ένα «ίδιο πράγμα» που επεξεργάζονται και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, παρά τις διαφορετικές αφορμές και τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους το κάνουν• είναι ο κόσμος όπως μας γίνεται κατανοητός όταν μιλάμε γι’ αυτόν. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ανήκουν και οι δύο στην ενιαία παράδοση της φιλοσοφίας του λόγου. Στον Φαίδωνα, ο πλατωνικός Σωκράτης απομακρύνεται από τις φυσιοκρατικές εξηγήσεις των πραγμάτων και στρέφεται στους λόγους, στους τρόπους με τους οποίους μιλάμε• αντίστοιχα, ο Αριστοτέλης θεμελιώνει τις έρευνές του στο «πῶς λέγεται», στον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για κάτι. Επιπλέον, και οι δύο ασχολούνται με το αμετάβλητο εἶδος, τη μορφή που απαντά στο κεντρικό ερώτημα το οποίο ανακύπτει όταν μιλάμε για οτιδήποτε: «τί ἐστιν;», «τι είναι;». Βεβαίως, ο Πλάτων στρέφεται στα μαθηματικά ως αρχική απάντηση στην ηθική απειλή της σοφιστικής• ήδη όμως στον Φαίδωνα, όπου ο πλατωνικός Σωκράτης συζητά για τα εἴδη με δύο Πυθαγορείους μαθηματικού προσανατολισμού, γίνεται σαφές ότι και ο κόσμος πρέπει να κατανοηθεί με βάση την ηθική μας εμπειρία. Όταν ο Σωκράτης, προετοιμάζοντας την υπόθεση του εἴδους, περιγράφει τη στροφή του στους λόγους (96a κ.ε.), λέει ότι αναζητούσε μια εξήγηση της φύσης, μια περὶ φύσεως ἱστορία, και ότι τον προσέλκυσε ο Αναξαγόρας επειδή φαινόταν να θέλει να εξηγήσει τα φυσικά πράγματα με βάση το βέλτιστο γι’ αυτά (97c). Ο νοῦς του Αναξαγόρα υποσχόταν έτσι, αν και παραπλανητικά, να υπερβεί τις ανεπάρκειες των αμιγώς φυσιολογικών αιτιακών εξηγήσεων. Ο Αριστοτέλης, αντίθετα, ξεκινά από όσα υπάρχουν εκ φύσεως, τα φύσει ὄντα, απαντώντας πρωτίστως σε θεωρητικά ερωτήματα. Ωστόσο, τελικά μπορούμε να πούμε ότι και αυτός επεκτείνει, στις έρευνές του για το σύμπαν, το ερώτημα του Σωκράτη και του Πλάτωνα για την αρετή και το αγαθό ή άριστο: οι φυσικοί, λέει, έχοντας στη διάθεσή τους μόνο δύο είδη εξήγησης —από τι και με την ενέργεια τίνος—, δεν μπορούσαν να συλλάβουν επαρκώς τον κόσμο, στον οποίο τα πράγματα συμβαίνουν χάριν, ἕνεκα, του αγαθού.
(Συνεχίζεται)
Σημειώσεις της Εισαγωγής
[Ε1] Hans Georg Gadamer, Wahrheit und Methode (Tübingen, 1965), εφεξής WM. Το έργο κυκλοφόρησε σε αγγλική μετάφραση ως Truth and Method (New York, 1975). Οι μεταφράσεις των χωρίων που παρατίθενται εδώ είναι δικές μου.
[Ε2] Gadamer, Die Idee des Guten zwischen Plato und Aristoteles (Heidelberg, 1978). Το zwischen είναι δύσκολο να αποδοθεί σε συνηθισμένα αγγλικά. Το «between», φυσικά, δεν είναι κατάλληλο, ενώ ο Gadamer αποφεύγει συνειδητά τις συνηθέστερες διατυπώσεις «von … zu», «από … προς», και «in», «στην». Έκρινε πρόσφορη την περίφραση που χρησιμοποίησα εδώ για δύο λόγους, οι οποίοι θα γίνουν σαφέστεροι κατά την εξέλιξη αυτής της εισαγωγής. Συνοπτικά, δίνει προτεραιότητα όχι στους επιμέρους συγγραφείς καθαυτούς, αλλά στη σκέψη που εκφράζεται στα έργα τους. Γι’ αυτό τείνει να λέει «το σωκρατικό ερώτημα» και «η πλατωνική φιλοσοφία», αντί «το ερώτημα του Σωκράτη» και «η φιλοσοφία του Πλάτωνα». Επιπλέον, περιλαμβάνει αναλύσεις κειμένων των οποίων η πατρότητα μπορεί να αμφισβητείται, όπως τα "Ηθικά Μεγάλα", αλλά το περιεχόμενό τους ανήκει σαφώς στην πλατωνική ή αριστοτελική «κληρονομιά». Θέλει επίσης να τονίσει ότι δεν πρέπει να προσεγγίζουμε αυτούς τους στοχαστές «εξελικτικά», με τρόπο δηλαδή που να δημιουργεί την εντύπωση ότι ο Αριστοτέλης αποκόπηκε από τον Πλάτωνα. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι είναι καλύτερο να σκεφτόμαστε μια κοινή, συνεχή παράδοση στην οποία ανήκουν και οι δύο. Με λίγα λόγια, η επιλογή του zwischen αποσκοπεί πάνω απ’ όλα στο να διακρίνει την προσέγγιση του Gadamer από εκείνη του Werner Jaeger. Βλ. Jaeger, Aristoteles, Grundlegung einer Geschichte seiner Entwicklung (Berlin, 1923), αγγλική μετάφραση Aristotle: Fundamentals of the History of his Development (London, 1948).
[Ε3] Platos dialektische Ethik. Phänomenologische Interpretationen zum ‘Philebus’ (Hamburg, 1931), αναδημοσιευμένο στο Platos dialektische Ethik (Hamburg, 1968), εφεξής PDE, σ. xiii–178.
Άλλα έργα του Gadamer που σχετίζονται με το αντικείμενο αυτού του βιβλίου είναι τα εξής:
• «Zur Vorgeschichte der Metaphysik», στο Um die Begriffswelt der Vorsokratiker (Darmstadt, 1968), σ. 364–390.
• «Antike Atomtheorie», στο ίδιο, σ. 512–533.
• «Plato und die Dichter», στο PDE, σ. 181–204• αγγλική μετάφραση «Plato and the Poets», στο Dialogue and Dialectic (New Haven, 1980), εφεξής DD, σ. 39–72.
• «Platos Staat der Erziehung», στο PDE, σ. 205–220• αγγλική μετάφραση «Plato’s Educational State», στο DD, σ. 73–92.
• «Dialektik und Sophistik im VII. platonischen Brief», στο PDE, σ. 221–248• αγγλική μετάφραση «Dialectic and Sophism in Plato’s Seventh Letter», στο DD, σ. 93–123.
• «Amicus Plato Magis Amica Veritas», στο PDE, σ. 249–269• αγγλική μετάφραση με τον ίδιο τίτλο στο DD, σ. 194–218.
• «Vorgestalten der Reflexion», στο Kleine Schriften, 4 τόμοι (Tübingen, 1967–1977), εφεξής KS, τόμ. 3, σ. 1–13.
• «Platon und die Vorsokratiker», στο KS, τόμ. 3, σ. 14–26.
• «Logos und Ergon im platonischen ‘Lysis’», στο KS, τόμ. 3, σ. 50–63• αγγλική μετάφραση «Logos and Ergon in Plato’s Lysis», στο DD, σ. 1–20.
• «Platons ungeschriebene Dialektik», στο KS, τόμ. 3, σ. 27–49• αγγλική μετάφραση «Plato’s Unwritten Dialectic», στο DD, σ. 124–155.
• «Über das Göttliche im frühen Denken der Griechen», στο KS, τόμ. 3, σ. 64–79.
• «Gibt es die Materie? Eine Studie zur Begriffsbildung in Philosophie und Wissenschaft», στο Convivium Cosmologicum (Basel, 1973), σ. 93–109.
• «Die Unsterblichkeitsbeweise in Platons ‘Phaidon’», στο Wirklichkeit und Reflexion (Pfullingen, 1973), σ. 145–161• αγγλική μετάφραση «The Proofs of Immortality in Plato’s Phaedo», στο DD, σ. 21–38.
• «Idee und Wirklichkeit in Platos ‘Timaios’», στο Sitzungsberichte der Heidelberger Akademie der Wissenschaften (Heidelberg, 1974)• αγγλική μετάφραση «Idea and Reality in Plato’s Timaeus», στο DD, σ. 156–193.
• «Vom Anfang bei Heraklit», στο Sein und Geschichtlichkeit (Frankfurt, 1974), σ. 166–175.
• «Philosophie und Religion im griechischen Altertum», συμβολή σε τιμητικό τόμο για τον Wilhelm Anz, 1975, αδημοσίευτη.
Βλ. επίσης τις πολυάριθμες αναφορές στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη στο Wahrheit und Methode και στο Hegels Dialektik (Tübingen, 1971), αγγλική μετάφραση Hegel’s Dialectic (New Haven, 1976), εφεξής HD.
[Ε4] Η νεότερη εποχή βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο πρόβλημα: πώς να υπερβεί την τελεολογική επιστήμη. Ο Γαλιλαίος οδηγείται έτσι να αντιπαραθέσει το πυθαγόρειο και μαθηματικό στοιχείο του Πλάτωνα στην αριστοτελική φυσική. Βλ. Gadamer, Dialogue and Dialectic, σ. 195.
[Ε5] Η φράση e contrario συνοψίζει μια σημαντική σημασία της λέξης «διαλεκτικός» στον Gadamer: πρέπει να διαβάζουμε τη σάτιρα «διαλεκτικά», δηλαδή ως το αντίθετο από αυτό που εννοείται. Όχι όμως μόνο τη σάτιρα. Η ανάλυσή του για τη χεγκελιανή Verkehrte Welt, τον αντεστραμμένο και διεστραμμένο κόσμο, προσφέρει μια αριστοτεχνική έκθεση αυτής της αρχής της διαλεκτικής ανάγνωσης (βλ. Gadamer, Hegel’s Dialectic, σ. 35–53). Και η σωκρατική ειρωνεία αποτελεί, φυσικά, ένα ακόμη κατεξοχήν παράδειγμα εκείνου που πρέπει να κατανοηθεί e contrario.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου