Συνέχεια από: Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026
Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ!
Της Maria Isabel Santa Cruz.
«Εάν ένα βόδι υπάρχει δίπλα σου (παραγένηται), εσύ είσαι ένα βόδι και επειδή τώρα βρίσκεσαι στην παρουσία μου εσύ είσαι ο Διονυσόδωρος! (Ευθύδημος, 301 Α 5-6)».
Αυτό το σόφισμα το οποίο προέρχεται από την ομωνυμία, παίζει με την ασάφεια τού όρου παρείναι, ο οποίος εκφράζει την παρουσία μίας ποιότητος και ταυτοχρόνως, μπορεί να σημάνει την γειτνίαση ανάμεσα σε υποκείμενα!
Διαφορετικά από τον Σωκράτη, ο Διονυσόδωρος χρησιμοποιεί τον όρο με μία καθαρά φυσική σημασία19! Πολλοί σχολιαστές θέλησαν να βρουν μία επιβεβαίωση τής θεωρίας τών υπερβατικών μορφών20, ενώ άλλοι, την θεωρία τών καθόλου21. Σκέφτομαι ότι εδώ -και γενικώς στους πρώτους διαλόγους- δεν είναι απαραίτητο να βρούμε τίποτε άλλο παρά την εννοιολογική διάκριση ανάμεσα στο καθόλου (το οποίο σχεδόν πάντοτε είναι μία ποιότης) και τα αντίγραφα ή τις ιδιαίτερες παρουσίες εκείνου του καθόλου. Δεν πρόκειται δηλαδή για έναν διαχωρισμό στο επίπεδο του Είναι, αλλά για το γεγονός ότι παρουσία και ενύπαρξη πάνε μαζί, ίσως μάλιστα παρουσία να σημαίνει ενύπαρξη!
Ένα άλλο ενδιαφέρον παράδειγμα βρίσκεται στον Ιππία Μείζονα22. Ο Σωκράτης ερωτά τον Ιππία τί εστί το καλόν, 286 D 1-2, αυτό το καλόν ό τι εστιν, D8- E1) και του ζητά μία ακριβέστατη απάντηση: Είναι για την δικαιοσύνη που οι δίκαιοι άνθρωποι είναι δίκαιοι23! Με τον ίδιο τρόπο, για την σοφία οι άνθρωποι είναι σοφοί και για το αγαθό όλα τα καλά πράγματα είναι καλά! Τόσο η δικαιοσύνη όσο και η σοφία ή το αγαθό ή το ωραίο είναι κάτι (έστι τι τούτο, η δικαιοσύνη, 287 C4· οὖσί γέ τισι τούτοις, 287 C 6-7· όντι γε τινι τούτο, 287 D 1-2). Δεδομένου ότι είναι κάτι τότε μπορούμε να ρωτήσουμε τί πράγμα είναι. Όμως ο Ιππίας μπερδεύεται: νομίζει ότι ο Σωκράτης ερωτά τί εστί τούτο το καλόν, (287 D 5), και όχι ό τι έστι το καλόν (287 D 6)24. Ο Ιππίας δεν κατορθώνει να ανακαλύψει τις διαφορές ανάμεσα στις δύο ερωτήσεις και τέλος απαντά ότι το καλόν είναι μία ωραία κόρη, παρθένος καλή καλόν, (287 E 4), δηλαδή, απαντά δίνοντας ένα επιμέρους παράδειγμα του ωραίου, αντί να προσδιορίσει τι είναι το ίδιο το ωραίο25.
Αλλά ο Σωκράτης επιμένει: όλα εκείνα τα πράγματα που ονομάζεις καλά, είναι επειδή υπάρχει κάτι που είναι καθαυτό καλόν; Χωρίς αμφιβολία, μία ωραία κόρη είναι κάτι καλόν, αλλά είναι καλόν και μία ωραία λύρα, όπως ακόμη και μία ωραία χύτρα. Ας σημειώσουμε το γεγονός ότι εδώ ο Πλάτων διαλέγει επίτηδες παραδείγματα στο θηλυκό γένος (Παρθένος, λύρα, χύτρα) για να αποφύγει την ασάφεια η οποία θα μπορούσε να προκύψει από παραδείγματα στο αρσενικό ή στο ουδέτερο. Παρ’όλα αυτά, μία ωραία χύτρα είναι άσχημη εάν συγκριθεί με μία ωραία κόρη και αυτή θα είναι άσχημη εάν συγκριθεί με μία Θεά. Μ ’αυτόν τον τρόπο, όταν του απευθύνεται η ερώτηση για το καλόν, ο Ιππίας απάντησε πάντοτε με μία αναφορά σε κάτι που είναι τόσο καλόν όσο και άσχημο. Όμως ο Σωκράτης ψάχνει αυτό το καλόν, ώ και τάλλα πάντα κοσμείται και καλά φαίνεται, επειδείν προσγένηται εκείνο το είδος, τούτ’ είναι παρθένος ή λύρα (289d2-5)!
Εδώ διακρίνεται σαφώς η ποιότητα —δικαιοσύνη, σοφία, κάλλος— από τον ποιοτικό προσδιορισμό ή από εκείνο που προσδιορίζεται ποιοτικά. Παρότι δεν χρησιμοποιείται το αφηρημένο ουσιαστικό ποιότης, όρος ο οποίος εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Θεαίτητο (182 Α 9) σίγουρα κατασκευασμένος από τον Πλάτωνα, όπως σημειώνει ο Αμμώνιος στο σχόλιό του στις Κατηγορίες26, φαίνεται καθαρά, από τις ερωτήσεις του Σωκράτη και τις απαντήσεις τού Ιππία, ότι εδώ διαγράφεται μία καθαρή διάκριση ανάμεσα στην ποιότητα και το ποιόν, δηλαδή ανάμεσα στην ποιότητα και τον χαρακτηρισμό (τον ποιοτικό προσδιορισμό).
Από την ανάλυση όμως αυτού του χωρίου μπορούμε να συμπεράνουμε:
1. Ότι υπάρχει κάτι (το καλόν), μία διαφορετική ποιότητα από τις παρουσιάσεις της ή τα αντίγραφα (καλή) όπως ελέχθη για την κόρη, την λύρα, ή την χύτρα.
2. Ότι ένα υποκείμενο με μία ιδιότητα (ωραία κόρη) είναι κάτι το καλόν (το ποιοτικό).
3. Ότι εκείνο το είδος (ή ιδιότητα) όταν γίνεται παρόν (προσγένεται, 289 D 4. D8) σε ένα υποκείμενο κάνει αυτό το τελευταίο να φαίνεται τέτοιο όπως εκείνη η ιδιότης είναι στ’ αλήθεια27.
2. Ότι ένα υποκείμενο με μία ιδιότητα (ωραία κόρη) είναι κάτι το καλόν (το ποιοτικό).
3. Ότι εκείνο το είδος (ή ιδιότητα) όταν γίνεται παρόν (προσγένεται, 289 D 4. D8) σε ένα υποκείμενο κάνει αυτό το τελευταίο να φαίνεται τέτοιο όπως εκείνη η ιδιότης είναι στ’ αλήθεια27.
Έχει γίνει επίκληση της χρήσης εκφράσεων όπως «αὐτὸ τὸ καλόν» και του όρου «εἶδος» για να εντοπιστεί εδώ η θεωρία των Ιδεών. Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να προκύπτει κατ’ ανάγκην, δεδομένης της κοινής σημασίας των όρων στους προδρόμους και στους συγχρόνους του Πλάτωνα. Μάλλον πρέπει να πούμε ότι ο Σωκράτης αναφέρεται στην ποιότητα του ωραίου. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Rist, σε αυτόν τον διάλογο δεν υπάρχει ένδειξη για το πώς νοείται αυτή η ποιότητα, η οποία πάντως θεωρείται ότι υπάρχει. Από την πλευρά του, ο Woodruff βασίζεται σε αυτό το χωρίο, καθώς και στο 288a7–11, για να δείξει την ουσιαστική οντολογική ουδετερότητα του Σωκράτη.28
Στο 289 D-E, όπου χρησιμοποιείται το προσγίγνηται (πρβλ. 292 D), διακρίνονται δύο τρόποι παρουσίας ανάλογοι με εκείνους της λευκότητος στα μαλλιά. Ο Ιππίας προσπαθεί να βρει έναν χαρακτηρισμό του κάλλους, αυτό το καλόν, δηλαδή εκείνη την ιδιότητα η οποία όταν είναι παρούσα σε ένα υποκείμενο (επειδάν προσγένηται εκείνο το είδος), το ωραιοποιεί και το φανερώνει σαν ωραίο και καλόν. Έτσι προτείνει σαν παράδειγμα τον χρυσό (289 D) καθότι όταν βρίσκεται σε ένα πράγμα (προσγένηται) ακόμη και εάν εκείνο ήταν άσχημο, μετά την συμμόρφωση του με τον χρυσό θα φαίνεται ωραίο. Ο χρυσός προσφέρει την όψη τού κάλλους, τής ωραιότητος σε όλα όσα προστίθεται. Παρ’όλα αυτά η ερώτηση δεν αφορά αυτό που κάνει ένα πράγμα να φαίνεται καλόν, αλλά αυτό που το κάνει να είναι καλό, ωραίο (292 D 1-2).
Ας σημειώσουμε την μετακίνηση την οποία πραγματοποιεί ο Ιππίας στον όρο τής παρουσίας, τού παρουσιάζομαι. Διότι δεν είναι το ίδιο ο τρόπος με τον οποίο μία ιδιότητα, για παράδειγμα η ομορφιά, το καλόν, παρουσιάζεται σε ένα υποκείμενο και ο τρόπος με τον οποίο ο χρυσός παρουσιάζεται, διότι σ ‘αυτή την τελευταία περίπτωση, εκείνη η παρουσία είναι φυσική. Η μετακίνηση από μία μεταφορική σημασία σε μία φυσική σημασία ή υλική μοιάζει να είναι η ίδια με εκείνη που πραγματοποιήθηκε στο χωρίο του Ευθύδημου. Τόσο το βόδι όσο και ο χρυσός είναι ουσίες, δεν είναι ποιότητες. Η σύγχυση των κατηγοριών προκαλεί την δυσκολία!
Είναι ενδιαφέρον επίσης να σημειώσουμε, ότι στο επόμενο χωρίο το οποίο δεν μπορούμε να το αναλύσουμε εδώ, τήν χρήση τού παραγίγνεσθαι και τού παρείναι σαν συνώνυμα, όταν συζητείται ο ορισμός τού καλού μέσω τής έννοιας, μέσω τής ωφέλειας, σαν το πρέπον (παραγενόμενον ποιεί έκαστα φαίνεσθαι καλά τούτων, οίς αν παρή ή ο είναι ποιεί, ή ουδέτερα τούτων, 234 Α 1-2, παρόν , 294 C 3-4!)
ΣημειώσειςΣτο 289 D-E, όπου χρησιμοποιείται το προσγίγνηται (πρβλ. 292 D), διακρίνονται δύο τρόποι παρουσίας ανάλογοι με εκείνους της λευκότητος στα μαλλιά. Ο Ιππίας προσπαθεί να βρει έναν χαρακτηρισμό του κάλλους, αυτό το καλόν, δηλαδή εκείνη την ιδιότητα η οποία όταν είναι παρούσα σε ένα υποκείμενο (επειδάν προσγένηται εκείνο το είδος), το ωραιοποιεί και το φανερώνει σαν ωραίο και καλόν. Έτσι προτείνει σαν παράδειγμα τον χρυσό (289 D) καθότι όταν βρίσκεται σε ένα πράγμα (προσγένηται) ακόμη και εάν εκείνο ήταν άσχημο, μετά την συμμόρφωση του με τον χρυσό θα φαίνεται ωραίο. Ο χρυσός προσφέρει την όψη τού κάλλους, τής ωραιότητος σε όλα όσα προστίθεται. Παρ’όλα αυτά η ερώτηση δεν αφορά αυτό που κάνει ένα πράγμα να φαίνεται καλόν, αλλά αυτό που το κάνει να είναι καλό, ωραίο (292 D 1-2).
Ας σημειώσουμε την μετακίνηση την οποία πραγματοποιεί ο Ιππίας στον όρο τής παρουσίας, τού παρουσιάζομαι. Διότι δεν είναι το ίδιο ο τρόπος με τον οποίο μία ιδιότητα, για παράδειγμα η ομορφιά, το καλόν, παρουσιάζεται σε ένα υποκείμενο και ο τρόπος με τον οποίο ο χρυσός παρουσιάζεται, διότι σ ‘αυτή την τελευταία περίπτωση, εκείνη η παρουσία είναι φυσική. Η μετακίνηση από μία μεταφορική σημασία σε μία φυσική σημασία ή υλική μοιάζει να είναι η ίδια με εκείνη που πραγματοποιήθηκε στο χωρίο του Ευθύδημου. Τόσο το βόδι όσο και ο χρυσός είναι ουσίες, δεν είναι ποιότητες. Η σύγχυση των κατηγοριών προκαλεί την δυσκολία!
Είναι ενδιαφέρον επίσης να σημειώσουμε, ότι στο επόμενο χωρίο το οποίο δεν μπορούμε να το αναλύσουμε εδώ, τήν χρήση τού παραγίγνεσθαι και τού παρείναι σαν συνώνυμα, όταν συζητείται ο ορισμός τού καλού μέσω τής έννοιας, μέσω τής ωφέλειας, σαν το πρέπον (παραγενόμενον ποιεί έκαστα φαίνεσθαι καλά τούτων, οίς αν παρή ή ο είναι ποιεί, ή ουδέτερα τούτων, 234 Α 1-2, παρόν , 294 C 3-4!)
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.
19. Για την ομοιότητα ανάμεσα στο επιχείρημα του Διονυσόδωρου και στο επιχείρημα του Παρμενίδη στον Παρμενίδη 130e, πρβλ. Sprague, R. K., «Parmenides’ sail and Dionysodorus», στο: Phronesis, XII (1967), σσ. 91–97. [Το κωμικό στοιχείο είναι ότι ο σοφιστής προσποιείται πως δεν καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα στην παρουσία μιας ιδιότητας σε ένα πράγμα και στη φυσική παρουσία ενός πράγματος κοντά σε κάποιο άλλο.]
20. Πρβλ. Sprague, R. K., Plato’s Use of Fallacy. A Study of the Euthydemus and Some Other Dialogues, Λονδίνο: Routledge and Kegan Paul, 1962, σσ. 25–30· Canto, M., L’intrigue philosophique. Essai sur l’Euthydème de Platon, Παρίσι: Les Belles Lettres, 1987, σ. 288, σημ. 208· Hawtrey, R., Commentary on Plato’s Euthydemus, Φιλαδέλφεια: American Philosophical Society, 1981, σσ. 174–175. Πρβλ. τις κριτικές παρατηρήσεις του Narcy, ό.π., σσ. 87 και 205–206, σημ. 271 και 272
21. Festugière, A. J., Les trois «protreptiques» de Platon. Euthydème, Phédon, Epinomis, Παρίσι: Vrin, 1973, σσ. 67–68: η διάκριση ανάμεσα στο επιμέρους ωραίο και στο καθόλου «κάλλος» συμπίπτει με την αριστοτελική διάκριση ανάμεσα στην πρώτη ουσία και τη δεύτερη ουσία. Παρά τη σύγχυση αυτή —που επισημαίνει ορθά ο Narcy (ό.π., σ. 205, σημ. 272)— ανάμεσα στη δεύτερη ουσία και την ποιότητα, ο Festugière διατυπώνει μια σημαντική παρατήρηση: στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην κατανοήσουμε αυτό το χωρίο, όπως και τα άλλα όπου εμφανίζεται το λεξιλόγιο της παρουσίας, με την ίδια σημασία όπως στον Φαίδωνα 100c9 κ.ε., αλλά υπό έναν όρο: να παραμείνουμε στο λογικό επίπεδο (σ. 66).
22. Κατατάσσω τον Ιππία Μείζονα στους πρώιμους διαλόγους. Κατά το πρώτο μισό του αιώνα μας [δηλαδή του 20ού αιώνα], η προσοχή των μελετητών, με εξαιρετικά προσεκτικές και λεπτομερείς αναλύσεις, επικεντρώθηκε κυρίως στο ζήτημα της γνησιότητας αυτού του διαλόγου, εξετάζοντας τα υπόλοιπα προβλήματα σε συνάρτηση με αυτό. Διάσημη υπήρξε η αντιπαράθεση μεταξύ Grube και Tarrant, με διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Αμφισβητείται επίσης και η χρονολόγηση. Γενικά, όσοι αναγνωρίζουν τη γνησιότητα του έργου το τοποθετούν πριν από τους διαλόγους της μέσης περιόδου· όσοι την αρνούνται το θεωρούν σύγχρονο των μέσων ή των ύστερων διαλόγων ή, όπως στην περίπτωση του Ch. Kahn, έργο μεταπλατωνικής εποχής. Τις τελευταίες δεκαετίες εξετάστηκαν και άλλες πτυχές του διαλόγου, τον οποίο η πλειονότητα θεωρεί γνήσιο, αλλά κατά την τελευταία εικοσαετία δημοσιεύτηκαν μόνο ορισμένες μερικές και όχι ιδιαίτερα σημαντικές αναλύσεις. Για μια πλήρη παρουσίαση της κατάστασης της έρευνας σχετικά με αυτές τις συζητήσεις, πρβλ. Liminta, M. T., Il problema della Bellezza in Platone. Analisi e interpretazioni dell’ «Ippia Maggiore». Introduzione di Maurizio Migliori, Μιλάνο: Vita e Pensiero, 1990.
23. Ας σημειωθεί η χρήση των όρων στον αρσενικό πληθυντικό, προκειμένου να γίνει κατανοητό ότι ο Πλάτων αναφέρεται αναμφίβολα σε υποκείμενα που είναι δίκαια.
24. Χρησιμοποιώ εδώ την έκδοση Croiset, A., Platon, Œuvres complètes, Παρίσι: Les Belles Lettres, 1965, τ. II, και όχι την έκδοση του Burnet, που τυπώνει ὅτι αντί για ὅ τι, όπως και στο 286d11.
25. Πρβλ. Nehamas, A., «Confusing Universals and Particulars in Plato’s Early Dialogues», στο: Review of Metaphysics, 29 (1975–1976), σσ. 287–306.
26. Πρβλ. Αμμώνιος, In Aristotelis Categorias Commentarium, 81, 25–28. Πρβλ. Σιμπλίκιος, In Aristotelis Categorias Commentarium, 283, 23–28.
27. Η M. T. Liminta, αφού παρουσιάσει τις κριτικές θέσεις σχετικά με τη θεωρία των Ιδεών στον Ιππία Μείζονα, υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι στους ορισμούς του ωραίου η θεωρία των Ιδεών θεωρείται ήδη γνωστή. Πρβλ. Liminta, M. T., ό.π., σσ. 160 κ.ε. Πρβλ. επίσης το σχόλιο του M. Migliori στην εισαγωγή του, σσ. XVI–XVIII.
28. Πρβλ. Rist, J., «Plato’s Earlier Theory of Forms», στο: Phoenix 29 (1975), σσ. 335–357· Woodruff, P., «Socrates and Ontology. The Evidence of the Hippias Maior», στο: Phronesis 23 (1978), σσ. 101–107. Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι ο Ιππίας Μείζων είναι ένας από τους πρώιμους διαλόγους και ότι σε αυτούς ο Σωκράτης δεν αναπτύσσει μια θεωρία των Ιδεών ούτε δέχεται ρητά την ύπαρξη των Ιδεών ως χωριστών από τις συγκεκριμένες πραγματώσεις τους ή ως οντολογικά προγενέστερων από αυτές. Σύμφωνα με αυτόν τον συγγραφέα, το σωκρατικό ερώτημα είναι οντολογικά ουδέτερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου