Συνέχεια από Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2026
PAUL FRIEDLȀNDERΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
31. Νόμοι
Οίνος, Διαπαιδαγώγηση, Μουσική.
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
31. Νόμοι
Οίνος, Διαπαιδαγώγηση, Μουσική.
Δίπλα στην καινούργια θεώρηση της χαράς εμφανίζεται και μια καινούργια θεώρηση της μιμήσεως. Η μίμηση ήταν στην «Πολιτεία» το μέσον, με το οποίο και διεξήχθη εκεί ο αγώνας ενάντια στους ποιητές. Απο-μίμηση: αυτό σήμαινε απομάκρυνση απ’ την αλήθεια. Όπως όμως αποκτά για τον όψιμο Πλάτωνα θετική αξία η χαρά, έτσι και η μίμηση. Η «μουσική» και οι άλλες «απεικονιστικές δεξιότητες» («εικαστικαί τέχναι») έχουν αυτό το κοινό χαρακτηριστικό, ότι σκοπεύουν από τη φύση τους σε κάτι το εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι μόνο στην ευχαρίστηση, όπως φαινόταν προηγουμένως. Θέλουν να απεικονίσουν, και μάλιστα να απεικονίσουν σωστά. Θέλουν άρα την αλήθεια. Όπως στα πρώιμα χρόνια του ο Πλάτων αντιλαμβανόταν μόνο το παροδικό, τρόπον τινά, στη «χαρά», για να αναγνωρίση κατόπιν στον «Φίληβο» και την αλήθεια που περιεχόταν σ’ αυτήν, έτσι έβλεπε και στη μίμηση στην «Πολιτεία» την απόσταση απ’ την αλήθεια, βλέποντας τώρα και την αναγκαία σχέση της προς αυτήν. Μια καθαρή ωστόσο θεωρία τής τέχνης όπως στον Αριστοτέλη δεν διατυπώνεται καθόλου στον Πλάτωνα με την έννοια της μιμήσεως. Στη μεν «Πολιτεία» βοηθούσε στη διεξαγωγή τού αγώνα απέναντι στο σύγχρονό του δράμα˙ εδώ δε στους «Νόμους» προστατεύει την πολιτειακή ποίηση απ’ το να εκπέση σ’ ένα καθαρό «οτιδήποτε», και διακρίνει ανάμεσα στο σωστό και το λάθος. «Σωστή μουσική» δεν είναι λοιπόν αυτή που αποσκοπεί στην ευχαρίστηση, αλλά εκείνη που επιτυγχάνει την ομοιότητα με το απεικονιζόμενο αντικείμενο, στον ύψιστο δε βαθμό της με το ωραίο. Η πιο ωραία ποίηση πρέπει άρα, όχι μόνο να προσφέρη χαρά, αλλά να είναι και «σωστή». Το πρώτο ερώτημα που τίθεται εδώ, όπως και σε κάθε εκπαιδευτική τέχνη, είναι: τί παριστάνεται; Το δεύτερο: είναι αυτό το σωστό; Και το τρίτο: αναπαρίσταται καλώς («εύ»); – έτσι έχει και η «μουσική», ως ύψιστη των τεχνών, το πιο δύσκολο έργο: ο λόγος, το μέλος και η κίνηση πρέπει να ταιριάζουν στο αντικείμενο και πρέπει να συμφωνούν και αναμεταξύ τους˙ εφ’ όσον απεικονίζουν κάτι το ενιαίο (669 Ε). Κι εδώ ξεκινά ο αγώνας ενάντια στην ανάμειξη και τη διάλυση.
Το να ενταχθή η «μουσική» σ’ αυτήν την καινούργια θεμελίωση, αυτό δεν ήταν δυνατόν να συμβή στην «Πολιτεία» χωρίς αγώνα, τον αγώνα ενάντια στους ποιητές. Αυτό το έργο αναλαμβάνει και το όψιμο έργο τών «Νόμων» και τον διεξάγει με ολοένα καινούργιες προσπάθειες σε όλο το Δεύτερο Βιβλίο. Στη μανία τού νεωτερισμού στην ποίηση, που προέρχεται απ’ την επιθυμία τού κάθε καλλιτέχνη, αντιπαρατίθεται η εμμένεια της Αιγύπτου στις αείποτε αναγνωρισμένες ωραίες κινήσεις και μελωδίες. Καταπολεμάται δε η «θεατροκρατία» (ΙΙΙ 701 Α), η κυριαρχία τού όχλου στους θεατές τού θεάτρου, που αντί να εξευγενίσουν την ευχαρίστησή τους, πράττουν το αντίθετο, εξαναγκάζοντας δηλ. τους ποιητές να ακολουθούν το δικό τους γούστο. Συνακολουθεί δε στο παράδειγμα της Αιγύπτου εκείνο τών δωρικών πόλεων, ενώ απ’ την άλλη πλευρά ταιριάζει στη Σικελία και την Ιταλία η Αθήνα. Καταπολεμάται λοιπόν και η δεξιοτεχνία τών ποιητών, που τους οδηγεί να συσσωρεύουν και να αναμιγνύουν απ’ τη μια όλα τα μέσα τής τέχνης τους, και να διαλύουν απ’ την άλλη το συνολικό έργο τους προς χάριν μονόπλευρων επιδεξιοτήτων.
Πρέπει να αναφερθή και μια τελευταία ιδιαιτερότητα, σημαντική γι’ αυτό που κατανοεί ο όψιμος Πλάτων ως διαπαιδαγώγηση, σημαντική όμως και για τη συνολική δομή των «Νόμων». Δεν ήταν άραγες παράξενο το ότι εξισώθηκε στην αρχή ακόμα τού Βιβλίου η διαπαιδαγώγηση με τη χορωδιακή τέχνη («χορεία»), και το ότι έπρεπε να πιστοποιήση ένα ετυμολογικό παιχνίδι («χορός» - «χαρά» 654 Α 4, 5) την καταγωγή τού χορού απ’ τη χαρά; Η χορωδιακή ή χορική τέχνη συνενώνει όμως τραγούδι και χορό (654 Β) ή ακριβέστερα: χειρονομία, μέλος, άσμα και χορό (654 Ε). Και σύντομα θα θεωρηθούν ακριβέστερα ο ρυθμός και η αρμονία σ’ αυτό το συνολικό καλλιτεχνικό έργο (655 Α). Ακούμε λοιπόν για άλλη μια φορά προς το τέλος τού Βιβλίου, ότι η χορική τέχνη συνολικά, ταυτίζεται με τη διαπαιδαγώγηση συνολικά (672 Ε). Για να φανή εδώ και το νόημα αυτής τής σκόπιμης ταυτίσεως, που καλείται εμφανώς να χαρακτηρίση με οξύτητα την ενότητα της παιδαγωγικής οδού. Γιατί αυτό που είναι σωματική κίνηση στη χορική τέχνη αποδεικνύει την τέχνη αυτή ως μια προετοιμασία για τη γυμναστική (( Απ’ τον χορό θα περάσουν τα παιδιά, μεγαλώνοντας, στη γυμναστική... )) . Η μουσική και η γυμναστική διασταυρώνονται λοιπόν εδώ, και τη στιγμή που μιλάμε για τον χορό, έχουμε ήδη διαπραγματευθή κατά το ήμισυ τη γυμναστική (673 Β). Όπως ακριβώς συνέβη στο Πρώτο Βιβλίο με την ανδρεία και τη σωφροσύνη. Κι ενώ νομίζαμε πως παραμέναμε ή θα παραμείνουμε στο Πρώτο, ακούγαμε ή βρισκόμασταν ήδη στο Δεύτερο Βιβλίο. Η γυμναστική και η μουσική διακρίνονταν στη διασταυρωτική συνείδηση, διανεμημένες στο σώμα και την ψυχή. Ενώ ο Πλάτων στην «Πολιτεία» τούς απέδιδε ένα κοινό τέλος, αναφέροντάς τες αμφότερες στην «ψυχή». Και η αξιοσημείωτη διασταύρωσή τους εδώ στο Δεύτερο Βιβλίο τών «Νόμων» δεν αποτελεί παρά μιαν άλλη έκφραση αυτής τής κοινότητας.
Είπαμε λοιπόν, πως έχουμε ήδη διαπραγματευθή κατά το ήμισυ τη γυμναστική. Και θα επιχειρήσουμε να διαπραγματευθούμε το άλλο ήμισυ «συνδεδεμένο με τα προηγούμενα στη συνέχεια» («εφεξής» 673 D 8). Κάτι που δεν θα συμβή όμως τώρα, αλλά στο Έβδομο κατ’ αρχάς Βιβλίο, όπου και θα επανέλθουμε στο σημείο αυτό τού Δευτέρου Βιβλίου, και η σύνδεση ανάμεσα στα δύο χωρία θα τονισθή τότε εμφαντικά («εξής» 796 Ε 4, 8). Όπως μάς παρουσιάζεται τώρα ωστόσο το όλο έργο, με τον τρόπο που θέλησε δηλ. τελικά να το παρουσιάση ο Πλάτων, η όλη προπαρασκευαστική συζήτηση παραπέμπει σαφώς στη συστηματική δομή και ανοικοδόμηση μιας νομοθεσίας.
Μια «τελευταία πινελιά» διαγράφεται στο τέλος τού Δευτέρου Βιβλίου – ανάγεται λοιπόν κάτι, ακόμα κι απ’ την κατανομή τών Βιβλίων, στον ίδιον τον Πλάτωνα; Θα περιμέναμε, αυτή η τελευταία πινελιά να σηματοδοτή το τέλος τής διαπραγμάτευσης περί μουσικής. Αντί γι’ αυτό γίνεται εδώ, στο τέλος τού Βιβλίου, λόγος για την οινοποσία, κι η «πινελιά» αυτή υπογραμμίζει «μια συζήτηση για το κρασί». Πρόκειται για την παράδοξη περιπλοκή τόσο διαφορετικών φαινομενικά αντικειμένων όπως το κρασί και η μουσική, στην οποία και παραπέμψαμε προηγουμένως. Μήπως πρόκειται για άλλη μιαν ειρωνία του όψιμου Πλάτωνα το ότι, ενώ εμείς πιστεύουμε ότι αναφερόμαστε στη μουσική στο τέλος τού Βιβλίου, διδασκόμαστε ότι βρισκόμαστε στο τέλος τής διαπραγμάτευσης της οινοποσίας, οπότε και θυμόμαστε πόσο στενά διαπλεκόμενα είναι τα δύο θέματα – στην ζωή όσο και στο Πρώτο και Δεύτερο Βιβλίο τών «Νόμων»; Που είναι ωστόσο ταυτόχρονα και τόσο απομακρυσμένα το ένα απ’ το άλλο!
( συνεχίζεται )
Το να ενταχθή η «μουσική» σ’ αυτήν την καινούργια θεμελίωση, αυτό δεν ήταν δυνατόν να συμβή στην «Πολιτεία» χωρίς αγώνα, τον αγώνα ενάντια στους ποιητές. Αυτό το έργο αναλαμβάνει και το όψιμο έργο τών «Νόμων» και τον διεξάγει με ολοένα καινούργιες προσπάθειες σε όλο το Δεύτερο Βιβλίο. Στη μανία τού νεωτερισμού στην ποίηση, που προέρχεται απ’ την επιθυμία τού κάθε καλλιτέχνη, αντιπαρατίθεται η εμμένεια της Αιγύπτου στις αείποτε αναγνωρισμένες ωραίες κινήσεις και μελωδίες. Καταπολεμάται δε η «θεατροκρατία» (ΙΙΙ 701 Α), η κυριαρχία τού όχλου στους θεατές τού θεάτρου, που αντί να εξευγενίσουν την ευχαρίστησή τους, πράττουν το αντίθετο, εξαναγκάζοντας δηλ. τους ποιητές να ακολουθούν το δικό τους γούστο. Συνακολουθεί δε στο παράδειγμα της Αιγύπτου εκείνο τών δωρικών πόλεων, ενώ απ’ την άλλη πλευρά ταιριάζει στη Σικελία και την Ιταλία η Αθήνα. Καταπολεμάται λοιπόν και η δεξιοτεχνία τών ποιητών, που τους οδηγεί να συσσωρεύουν και να αναμιγνύουν απ’ τη μια όλα τα μέσα τής τέχνης τους, και να διαλύουν απ’ την άλλη το συνολικό έργο τους προς χάριν μονόπλευρων επιδεξιοτήτων.
Πρέπει να αναφερθή και μια τελευταία ιδιαιτερότητα, σημαντική γι’ αυτό που κατανοεί ο όψιμος Πλάτων ως διαπαιδαγώγηση, σημαντική όμως και για τη συνολική δομή των «Νόμων». Δεν ήταν άραγες παράξενο το ότι εξισώθηκε στην αρχή ακόμα τού Βιβλίου η διαπαιδαγώγηση με τη χορωδιακή τέχνη («χορεία»), και το ότι έπρεπε να πιστοποιήση ένα ετυμολογικό παιχνίδι («χορός» - «χαρά» 654 Α 4, 5) την καταγωγή τού χορού απ’ τη χαρά; Η χορωδιακή ή χορική τέχνη συνενώνει όμως τραγούδι και χορό (654 Β) ή ακριβέστερα: χειρονομία, μέλος, άσμα και χορό (654 Ε). Και σύντομα θα θεωρηθούν ακριβέστερα ο ρυθμός και η αρμονία σ’ αυτό το συνολικό καλλιτεχνικό έργο (655 Α). Ακούμε λοιπόν για άλλη μια φορά προς το τέλος τού Βιβλίου, ότι η χορική τέχνη συνολικά, ταυτίζεται με τη διαπαιδαγώγηση συνολικά (672 Ε). Για να φανή εδώ και το νόημα αυτής τής σκόπιμης ταυτίσεως, που καλείται εμφανώς να χαρακτηρίση με οξύτητα την ενότητα της παιδαγωγικής οδού. Γιατί αυτό που είναι σωματική κίνηση στη χορική τέχνη αποδεικνύει την τέχνη αυτή ως μια προετοιμασία για τη γυμναστική (( Απ’ τον χορό θα περάσουν τα παιδιά, μεγαλώνοντας, στη γυμναστική... )) . Η μουσική και η γυμναστική διασταυρώνονται λοιπόν εδώ, και τη στιγμή που μιλάμε για τον χορό, έχουμε ήδη διαπραγματευθή κατά το ήμισυ τη γυμναστική (673 Β). Όπως ακριβώς συνέβη στο Πρώτο Βιβλίο με την ανδρεία και τη σωφροσύνη. Κι ενώ νομίζαμε πως παραμέναμε ή θα παραμείνουμε στο Πρώτο, ακούγαμε ή βρισκόμασταν ήδη στο Δεύτερο Βιβλίο. Η γυμναστική και η μουσική διακρίνονταν στη διασταυρωτική συνείδηση, διανεμημένες στο σώμα και την ψυχή. Ενώ ο Πλάτων στην «Πολιτεία» τούς απέδιδε ένα κοινό τέλος, αναφέροντάς τες αμφότερες στην «ψυχή». Και η αξιοσημείωτη διασταύρωσή τους εδώ στο Δεύτερο Βιβλίο τών «Νόμων» δεν αποτελεί παρά μιαν άλλη έκφραση αυτής τής κοινότητας.
Είπαμε λοιπόν, πως έχουμε ήδη διαπραγματευθή κατά το ήμισυ τη γυμναστική. Και θα επιχειρήσουμε να διαπραγματευθούμε το άλλο ήμισυ «συνδεδεμένο με τα προηγούμενα στη συνέχεια» («εφεξής» 673 D 8). Κάτι που δεν θα συμβή όμως τώρα, αλλά στο Έβδομο κατ’ αρχάς Βιβλίο, όπου και θα επανέλθουμε στο σημείο αυτό τού Δευτέρου Βιβλίου, και η σύνδεση ανάμεσα στα δύο χωρία θα τονισθή τότε εμφαντικά («εξής» 796 Ε 4, 8). Όπως μάς παρουσιάζεται τώρα ωστόσο το όλο έργο, με τον τρόπο που θέλησε δηλ. τελικά να το παρουσιάση ο Πλάτων, η όλη προπαρασκευαστική συζήτηση παραπέμπει σαφώς στη συστηματική δομή και ανοικοδόμηση μιας νομοθεσίας.
Μια «τελευταία πινελιά» διαγράφεται στο τέλος τού Δευτέρου Βιβλίου – ανάγεται λοιπόν κάτι, ακόμα κι απ’ την κατανομή τών Βιβλίων, στον ίδιον τον Πλάτωνα; Θα περιμέναμε, αυτή η τελευταία πινελιά να σηματοδοτή το τέλος τής διαπραγμάτευσης περί μουσικής. Αντί γι’ αυτό γίνεται εδώ, στο τέλος τού Βιβλίου, λόγος για την οινοποσία, κι η «πινελιά» αυτή υπογραμμίζει «μια συζήτηση για το κρασί». Πρόκειται για την παράδοξη περιπλοκή τόσο διαφορετικών φαινομενικά αντικειμένων όπως το κρασί και η μουσική, στην οποία και παραπέμψαμε προηγουμένως. Μήπως πρόκειται για άλλη μιαν ειρωνία του όψιμου Πλάτωνα το ότι, ενώ εμείς πιστεύουμε ότι αναφερόμαστε στη μουσική στο τέλος τού Βιβλίου, διδασκόμαστε ότι βρισκόμαστε στο τέλος τής διαπραγμάτευσης της οινοποσίας, οπότε και θυμόμαστε πόσο στενά διαπλεκόμενα είναι τα δύο θέματα – στην ζωή όσο και στο Πρώτο και Δεύτερο Βιβλίο τών «Νόμων»; Που είναι ωστόσο ταυτόχρονα και τόσο απομακρυσμένα το ένα απ’ το άλλο!
( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου