Συνέχεια από Δευτέρα 14. Σεπτεμβρίου 2026
Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 17
LUIGI SCARAVELLI
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΒΑΘΜΟΣ
IV Α. Η ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ
....Επειδή ήδη από την εποχή του Kant το σημείο αυτό παρανοήθηκε αμέσως³*, μου φαίνεται αναγκαίο να παραθέσω μία σελίδα από την Κριτική, στην οποία διευκρινίζεται περαιτέρω αυτός ο μη χωρικός και άχρονος χαρακτήρας της αίσθησης και αντιπαρατίθεται από τον ίδιο τον Kant προς τη μηχανιστική αντίληψη της πραγματικότητας......
Μολονότι έγινε ήδη φανερό, από ορισμένα από τα χωρία που παρατέθηκαν, ότι ο βαθμός μιας αίσθησης μπορεί να είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος —πρόκειται για ένα μέγεθος ή μια ποσότητα που δεν είναι ούτε χωρική ούτε χρονική— και ότι, επομένως, οι αισθήσεις μπορούν να αυξάνονται ή να μειώνονται ως προς τον βαθμό τους, είναι εντούτοις σκόπιμο να εξετάσουμε χωριστά αυτό το ζήτημα, εξαιτίας του χαρακτήρα ασυνέχειας που μπορεί να προσλάβει η μεταβολή της ποσότητας αυτού του βαθμού.
Σχετικά με αυτή τη μεταβολή του μεγέθους ή της ποσότητας του βαθμού, ο Kant συσσωρεύει παραδείγματα: τα συναντά κανείς σχεδόν παντού, ακόμη και σε σχέση με το πρόβλημα αν η ψυχή επιβιώνει μετά τον θάνατο. Ο Mendelssohn, στον Φαίδωνά του, είχε επιχειρήσει να δείξει ότι η ψυχή όχι μόνο δεν μπορεί να πάψει να υπάρχει μέσω αποσύνθεσης —επειδή δεν αποτελείται από μέρη—, αλλά ούτε και μπορεί να πάψει να υπάρχει μέσω σβέσης. «Ωστόσο», του αντιτείνει ο Kant, «δεν πρόσεξε ότι, ακόμη και αν παραχωρήσουμε στην ψυχή αυτή την απλή φύση, δεδομένου ότι δεν περιέχει μια πολλαπλότητα στοιχείων που βρίσκονται το ένα έξω από το άλλο [αραιογράφηση του Kant] και, επομένως, ένα εκτατικό μέγεθος [σαν να ήταν η ψυχή χωρική], δεν μπορούμε εντούτοις να της αρνηθούμε, όπως και σε κανένα άλλο υπάρχον, ένα εντατικό μέγεθος, δηλαδή έναν βαθμό πραγματικότητας ως προς όλες τις δυνάμεις της και, γενικά, ως προς όλα όσα συγκροτούν την ύπαρξή της· έναν βαθμό που μπορεί να μειώνεται μέσα από άπειρους, ολοένα μικρότερους βαθμούς· και έτσι η υποτιθέμενη ουσία […] μπορεί, μολονότι όχι μέσω αποσύνθεσης, να εκμηδενιστεί μέσω της βαθμιαίας μείωσης (remissio) των δυνάμεών της —επομένως μέσω εξασθένησης [Elanguescenz], αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση».⁵¹[ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΡΟΣΙΣΕΙ ΛΙΓΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΟΥ ΤΟΘΕΛΕ ΣΕ ΑΙΩΝΙΑ ΕΝΩΣΗ]
Είναι σαφές: κάθε ουσία, κάθε υπάρχον, έχει έναν βαθμό, το μέγεθος του οποίου μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται, έως ότου εξαφανιστεί ο βαθμός και μαζί του το ίδιο το υπάρχον. Το χωρίο συνεχίζει: «Πράγματι, και η συνείδηση έχει πάντοτε έναν βαθμό, ο οποίος μπορεί να ελαττώνεται ολοένα περισσότερο»· και σε σημείωση: «Υπάρχουν, επομένως, άπειροι βαθμοί συνείδησης έως τη σβέση της».⁵²[ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΑΣ ΕΓΩ]
Για το δικό μας θέμα δεν έχει σημασία αν η ψυχή και η συνείδηση διαθέτουν ή όχι έναν μεταβαλλόμενο βαθμό, σαν να βρισκόταν η ψυχή στην ίδια μοίρα με οποιοδήποτε υπάρχον —και εδώ μπορεί κανείς να αποδεχθεί ακόμη και την οξεία αντίδραση του Hegel [στην κριτική που ασκεί στην έννοια του βαθμού] εναντίον αυτής της τοποθέτησης της ψυχής, του πνεύματος, στο ίδιο επίπεδο με τα αντικείμενα.⁵³ Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι αυτή τη μεταβολή του μεγέθους ή της ποσότητας του βαθμού την έχει «το υπάρχον», καθόσον αποτελεί το αισθητό πραγματικό. Γι’ αυτό περιορίζομαι να επιλέξω ορισμένα μόνο χωρία αυτού του τελευταίου είδους.[ ΤΟ ΥΠΑΡΧΟΝ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΜΟΝΟ ΠΟΣΟΤΗΤΑ]
«Εκείνο που στην εμπειρική εποπτεία αντιστοιχεί στην αίσθηση είναι πραγματικότητα (realitas phaenomenon)· εκείνο που αντιστοιχεί στην απουσία της είναι άρνηση = 0. Κάθε αίσθηση, όμως, είναι επιδεκτική μείωσης, ώστε να μπορεί να ελαττώνεται και έτσι, βαθμιαία, να εξαφανίζεται. Επομένως, μεταξύ της πραγματικότητας στο φαινόμενο και της άρνησής της υπάρχει μια συνεχής αλυσίδα πολλών δυνατών ενδιάμεσων αισθήσεων».⁵⁴[ΚΑΤΙ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΑ.ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ]
«Ίσοι χώροι μπορούν να πληρωθούν πλήρως από διαφορετικές ύλες, κατά τέτοιον τρόπο ώστε σε κανέναν από αυτούς να μην υπάρχει σημείο στο οποίο να μην είναι παρούσα η ύλη· εντούτοις, κάθε πραγματικό του ίδιου είδους έχει έναν βαθμό […], ο οποίος, χωρίς μείωση του εκτατικού μεγέθους ή της ποσότητας, μπορεί να μειώνεται επ’ άπειρον, προτού διαλυθεί και εξαφανιστεί στο μηδέν».⁵⁵[ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΛΟΓΟ]
Έτσι, «κάθε πραγματικότητα (φαινομενική), χωρίς να αφήνει ούτε στο ελάχιστο κενό το μικρότερο μέρος αυτού του χώρου, μπορεί να μειώνεται επ’ άπειρον ως προς τους βαθμούς της και, παρ’ όλα αυτά, να γεμίζει εξίσου τον χώρο με αυτούς τους μικρότερους βαθμούς», όπως θα μπορούσε να γεμίσει τον ίδιο χώρο με μεγαλύτερους βαθμούς.⁵⁶
«Στην εσωτερική αίσθηση η εμπειρική συνείδηση μπορεί να ανυψωθεί από το μηδέν έως τον ύψιστο βαθμό, κατά τέτοιον τρόπο ώστε το ίδιο εκτατικό μέγεθος της εποπτείας —για παράδειγμα, μια φωτισμένη επιφάνεια— να προκαλεί μια αίσθηση τόσο μεγάλη όσο θα μπορούσε να προκαλέσει ένα σύνολο πολλών άλλων εποπτειών —λιγότερο φωτισμένων. Μπορεί, επομένως, κανείς να αφαιρέσει εντελώς το εκτατικό μέγεθος του φαινομένου και να παραστήσει, μόνο μέσα στην απλή αίσθηση και σε μία στιγμή, μια σύνθεση της ομοιόμορφης ανόδου από το μηδέν έως τη δεδομένη εμπειρική συνείδηση».⁵⁷
Και, για να ολοκληρώσουμε με ένα τελευταίο παράθεμα:
«Μεταξύ της πραγματικότητας —της αισθητής παράστασης— και του μηδενός, δηλαδή της πλήρους κενότητας της εποπτείας μέσα στον χρόνο, υπάρχει επίσης μια διαφορά που έχει ένα μέγεθος· διότι μεταξύ οποιουδήποτε δεδομένου βαθμού φωτός και του σκότους […], μεταξύ οποιουδήποτε βαθμού πληρότητας του χώρου και του εντελώς κενού χώρου, μπορούν πάντοτε να νοηθούν ακόμη μικρότεροι βαθμοί, όπως πάντοτε υπάρχουν ακόμη μικρότεροι βαθμοί μεταξύ μιας συνείδησης και της πλήρους ασυνειδησίας —του ψυχολογικού σκότους—· […] γι’ αυτό ο νους μπορεί να προλαμβάνει ακόμη και τις αισθήσεις που συγκροτούν την ιδιαίτερη ποιότητα των εμπειρικών παραστάσεων —των φαινομένων— [εκείνο που είναι a posteriori], μέσω της αρχής ότι όλες τους και, επομένως, το πραγματικό κάθε φαινομένου έχουν βαθμούς [δηλαδή μπορεί να υποστηριχθεί a priori ότι το πραγματικό πρέπει να έχει έναν βαθμό]· αυτή είναι η δεύτερη εφαρμογή των μαθηματικών (mathesis intensorum) στη φυσική».⁵⁸[Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς, τοῦ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ ἀνὰ μέσον τῆς νυκτός· καὶ ἔστωσαν εἰς σημεῖα καὶ εἰς καιροὺς καὶ εἰς ἡμέρας καὶ εἰς ἐνιαυτούς·
Γεν. 1,15 καὶ ἔστωσαν εἰς φαῦσιν ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ, ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἐγένετο οὕτως.]
Ύστερα από μια τέτοια αφθονία παραθεμάτων —η οποία θα μπορούσε εύκολα να καταστεί υπεραφθονία—, δεν μου φαίνεται ότι χρειάζεται κάτι άλλο για να καταστεί σαφές εκείνο που ο Kant έχει ήδη καταστήσει απολύτως σαφές. Γι’ αυτό δεν σταματώ ούτε στιγμή για να σχολιάσω αυτή την αύξηση ή τη μείωση του μεγέθους ή της ποσότητας του βαθμού. Εννοείται ότι κάθε μέρος ενός αντικειμένου, κάθε στιγμή ενός φαινομένου, έχει τον δικό του ιδιαίτερο βαθμό και ένα ιδιαίτερο μέγεθος ή μια ιδιαίτερη ποσότητα αυτού του βαθμού· και ότι η φυσική πρέπει να βρει τον τρόπο να εκφράζει ή να καταγράφει αυτόν τον βαθμό και το μέγεθός του. Υπάρχει όμως μια παρατήρηση που πρέπει να γίνει, σημαντική, και μάλιστα κεφαλαιώδης, τόσο για τη φυσική όσο και γενικότερα για την καντιανή αντίληψη της φαινομενικής πραγματικότητας. Η παρατήρηση αυτή αφορά το πρόβλημα της «συνέχειας» ή μη του «μεγέθους ή της ποσότητας» που μπορεί να προσλάβει αυτός ο βαθμός κατά τη μεταβολή του· και αφορά, επομένως, τη «συνέχεια» ή την «ασυνέχεια» στα φαινόμενα της φύσης.
IV Β. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ Ή ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ
Ο βαθμός αναφέρεται μόνο σε ό,τι είναι εμπειρικό. Και επειδή η σύνδεση των αισθήσεων μεταξύ τους —δηλαδή των επιμέρους βαθμών μεταξύ τους— πραγματοποιείται μέσα στον χρόνο —και μάλιστα αυτή η σύνδεση είναι ο αληθινός συγκεκριμένος χρόνος—, και επειδή για τον Kant ο χρόνος αποτελεί συνεχές, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σύνδεση των βαθμών μεταξύ τους είναι συνεχής. Αυτό όμως δεν είναι το πρόβλημα.
Το πρόβλημα είναι το ακόλουθο: έστω μια αίσθηση ή τροποποίηση βγ, με το εμπειρικά διαπιστώσιμο και μετρήσιμο «μέγεθος ή ποσότητα» του βαθμού της, και έστω η γειτονική προς αυτήν —λόγω της συνέχειας μέσα στον χρόνο— τροποποίηση γδ, με το εμπειρικά προσδιορίσιμο «μέγεθος ή ποσότητα» του βαθμού της. Το ερώτημα είναι: αυτά τα δύο «μεγέθη ή ποσότητες» —γειτονικά και συνεχή, καθόσον αποτελούν τροποποιήσεις μέσα στον χρόνο— είναι συνεχή και ως προς το μέγεθος ή την ποσότητά τους;
Με άλλα λόγια, γνωρίζουμε ότι αυτές οι τροποποιήσεις ή αισθήσεις, ως τέτοιες, είναι συνεχείς μέσα στον χρόνο. Γνωρίζουμε όμως επίσης ότι διαθέτουν επιπλέον ένα εντατικό μέγεθος ή μια εντατική ποσότητα —ούτε χωρική ούτε χρονική. Το ζητούμενο τώρα είναι να μάθουμε αν η διαφορά μεταξύ δύο τέτοιων διαδοχικών εντατικών μεγεθών είναι αναγκαστικά μια τόσο μικρή ή εξαφανιζόμενη διαφορά μεγέθους ή ποσότητας, ώστε να μπορούμε, και μάλιστα να οφείλουμε, να θεωρήσουμε αυτά τα δύο μεγέθη ή τις δύο ποσότητες ως συνεχή μεγέθη, ή αν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Προτού ακούσουμε την απάντηση του Kant, είναι αναγκαίο να θυμηθούμε τον γενικό χαρακτήρα της αισθητής τροποποίησης και να εξετάσουμε προσεκτικά τη διαμόρφωσή της. Καθόσον πρόκειται για «τροποποίηση της αισθητικότητας», αυτή η ιδιότητα του «τροποποιείσθαι» είναι μια ιδιότητα —ή ικανότητα, όπως λεγόταν παλαιότερα— που ενυπάρχει a priori στην αισθητικότητα· είναι μάλιστα η ίδια η αισθητικότητα στην ενδότατη συγκρότησή της.
Ως τέτοιο, μολονότι οι τροποποιήσεις εμφανίζονται εξαιτίας ερεθισμάτων που «επηρεάζουν» εξωτερικά την αισθητικότητα —«εξωτερικά» με την υπερβατολογική ή μεταφυσική έννοια—, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ιστός των τροποποιήσεων δεν έχει κενά και είναι αυστηρά συνεχής —όπως αναφέρθηκε στο δεύτερο κεφάλαιο—, διότι ταυτίζεται με την a priori ικανότητα της αισθητικότητας: την ικανότητα του αισθάνεσθαι.
Ίσως αυτός ο a priori χαρακτήρας του αισθάνεσθαι, ο a priori χαρακτήρας της «σύλληψης» —όπως την αποκαλεί μερικές φορές ο Kant—, η οποία διαθέτει τη συνέχεια που της ανήκει de iure, οδήγησε στη σύγχυση αυτής της a priori πλευράς της αίσθησης, δηλαδή της δυνατότητάς της ως φύσης της ίδιας της αισθητικότητας, με τον επίσης a priori «χρόνο» και με τη συνέχεια που του ανήκει de iure. Ωστόσο, οι δύο ικανότητες —η σύλληψη και ο χρόνος—, μολονότι είναι και οι δύο a priori και συνεχείς, δεν αποτελούν μία και την αυτή ικανότητα.⁵⁹
Η πραγματική αίσθηση όμως —πέρα από το ότι αποτελεί γενικά τροποποίηση της αισθητικότητας εν γένει— διαθέτει και ένα ιδιαίτερο μέγεθος ή μια ιδιαίτερη ποσότητα του βαθμού της έντασής της. Και σχετικά με αυτό το μέγεθος ή την ποσότητα του βαθμού έντασης μιας πραγματικής αίσθησης βγ τίθεται το ερώτημα αν το ιδιαίτερο μέγεθος ή η ιδιαίτερη ποσότητα του βαθμού της πρέπει να είναι ή μπορεί να μην είναι συνεχής, ως προς το εντατικό μέγεθος ή την εντατική ποσότητα, με το ιδιαίτερο μέγεθος ή την ιδιαίτερη ποσότητα του βαθμού της πραγματικής αίσθησης γδ, η οποία είναι γειτονική προς τη βγ —είτε μέσα στον χρόνο είτε μέσα στον χώρο.
Η καντιανή απάντηση σε αυτό το ερώτημα περιέχεται σε ένα χωρίο που αφορά ακριβώς όλα τα μεγέθη ή τις ποσότητες γενικά. Για να κατανοηθεί όμως αυτή η απάντηση, απαιτείται μια σύντομη προκαταρκτική διευκρίνιση. Ο πραγματικός «βαθμός» και το μέγεθος ή η ποσότητα αυτού του βαθμού, που ανήκει σε κάθε εμπειρική, δηλαδή φαινομενική, πραγματικότητα, προκαλεί κάποια μεταβολή: «Κάθε φαινομενική πραγματικότητα», λέει ο Kant, «έχει ένα εντατικό μέγεθος, δηλαδή έναν βαθμό. Εάν αυτή η πραγματικότητα θεωρηθεί ως αιτία —της αίσθησης ή μιας άλλης φαινομενικής πραγματικότητας, για παράδειγμα μιας μεταβολής—, τότε ο βαθμός της πραγματικότητας ως αιτίας ονομάζεται ροπή […]. Αρκούμαι όμως εδώ σε αυτή την απλή επισήμανση, διότι προς το παρόν δεν ασχολούμαι με την αιτιότητα».⁶¹
Στις γραμμές αυτές υποδηλώνονται δύο είδη αιτιότητας: το ένα, σύμφωνα με το οποίο ο βαθμός είναι η αιτία της αίσθησης —πράγμα που δεν μας ενδιαφέρει σε αυτό το κεφάλαιο—· και το άλλο, σύμφωνα με το οποίο ο βαθμός ή, ακριβέστερα, το μέγεθος ή η ποσότητα του βαθμού που περιέχει μέσα του ένα φαινόμενο είναι η αιτία ενός άλλου φαινομένου —αυτό ακριβώς είναι η αιτία με τη συνήθη σημασία της λέξης.
Έχοντας, λοιπόν, σαφώς κατά νου ότι ο βαθμός μαζί με το μέγεθός του ή, ακριβέστερα, το μέγεθος ή η ποσότητα του βαθμού είναι εκείνο που λειτουργεί ως αιτία και προκαλεί μια μεταβολή, η φράση του Kant, στην οποία περιέχεται η απάντηση στο ερώτημα αν η μεταβολή του μεγέθους ή της ποσότητας αυτού του βαθμού είναι συνεχής ή όχι, καθίσταται απολύτως σαφής:
«Εάν, επομένως, όλα τα φαινόμενα, είτε θεωρούμενα εκτατικά είτε εντατικά, είναι συνεχή μεγέθη, η πρόταση ότι και κάθε μεταβολή —η μετάβαση ενός πράγματος από μια κατάσταση σε μια άλλη— [για την οποία απαιτείται ακριβώς ο βαθμός ως αιτία] είναι συνεχής θα μπορούσε εδώ να αποδειχθεί εύκολα και με μαθηματική ενάργεια [το λεϊβνίτειο ιδεώδες της lex continui], εάν η αιτιότητα μιας μεταβολής εν γένει δεν βρισκόταν απολύτως έξω από τα όρια μιας υπερβατολογικής φιλοσοφίας και δεν προϋπέθετε εμπειρικές αρχές».⁶²
ΑΥΤΗ Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΙΔΙΟΡΡΥΘΜΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ ΝΑ ΠΡΟΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟΝ ΚΑΝΤ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΝΩΣΤΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΘΡΩΠΟΥ. ΔΕΝ ΛΥΘΗΚΕ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΟΣ ΑΠΛΩΣ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΔΗΛ. ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΑΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΗ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΚΙΛΙΟΤΙΝΑΣ. ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΔΙΑΡΚΟΥΝ ΟΣΟ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΠΟΥ ΑΝΑΠΑΡΙΣΤΑ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ. ΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΙΝΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Σημειώσεις:
⁵¹ Κριτική, σ. 327 (Β 271).
⁵² Στο ίδιο, σ. 328 (Β 271).
⁵³ Hegel, Επιστήμη της λογικής, ό.π. έκδ., τόμ. I, σ. 262.
⁵⁴ Κριτική, σ. 186 (Β 153).
⁵⁵ Στο ίδιο, σ. 190 (Β 156–157).
⁵⁶ Στο ίδιο, σ. 190 (Β 157).
⁵⁷ Στο ίδιο, σ. 191 (Β 157).
⁵⁸ Προλεγόμενα, § 24. Μολονότι ο Erdmann, εκδότης του τέταρτου τόμου της έκδοσης της Πρωσικής Ακαδημίας, τοποθετεί το κόμμα πριν από το in der Zeit, μου φαίνεται αναγκαίο να ακολουθήσουμε, μαζί με τον Carabellese, το καντιανό κείμενο, το οποίο το τοποθετεί μετά.
⁵⁹ «Η σύλληψη μέσω της απλής αίσθησης —εάν, δηλαδή, δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή», λέει ο Kant, όπως είδαμε [Κριτική, σ. 186 (Β 153)]· και στην επόμενη σελίδα: «Ο βαθμός δηλώνει μόνο την ποσότητα της οποίας η σύλληψη δεν είναι διαδοχική αλλά στιγμιαία».
⁶⁰ Ορισμένοι σχολιαστές θεώρησαν ότι οι δύο παράγραφοι που αφορούν αυτό το ζήτημα [Κριτική, σσ. 187–188 (Β 154–155)], αντί να έχουν τοποθετηθεί στις Προλήψεις της αντίληψης, θα μπορούσαν να βρίσκονται καταλληλότερα αλλού. Εμένα μου φαίνεται ότι βρίσκονται αρκετά σωστά τοποθετημένες σε αυτό το σημείο —αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι ακολουθεί μια καταληκτική παράγραφος που δεν αφορά το ζήτημα του συνεχούς αλλά το θέμα των Προλήψεων—, διότι στο σημείο αυτό είχε ολοκληρωθεί η πραγμάτευση των εντατικών ποσοτήτων, ενώ στις προηγούμενες σελίδες —στα Αξιώματα της εποπτείας— είχαν εξεταστεί οι εκτατικές, δηλαδή οι χωροχρονικές, ποσότητες. Ο Kant είχε, επομένως, ακριβώς σε αυτό το σημείο ολοκληρώσει όλα όσα αφορούν αυτές τις δύο τάξεις ποσοτήτων. Και είναι φυσικό να πέρασε αμέσως στον προσδιορισμό τού αν αυτές οι ποσότητες είναι «ρέουσες», δηλαδή «συνεχείς», ή όχι.
⁶¹ Κριτική, σσ. 187–188 (Β 153).
⁶² Κριτική, σ. 188 (Β 155). Το χωρίο συνεχίζεται ως εξής: «Πράγματι, ότι είναι δυνατή μια αιτία η οποία μεταβάλλει την κατάσταση των πραγμάτων, δηλαδή τα προσδιορίζει σε αντίθεση προς μια δεδομένη κατάσταση, αυτό δεν μας το λέει καθόλου ο νους a priori· όχι μόνο επειδή δεν διακρίνει με κανέναν τρόπο τη δυνατότητά της —πράγματι, αυτή η έννοια απουσιάζει από τις περισσότερες a priori γνώσεις μας—, αλλά και επειδή η μεταβλητότητα αφορά αποκλειστικά ορισμένους προσδιορισμούς των φαινομένων, τους οποίους μόνο η εμπειρία μπορεί να μας διδάξει».
Παρατηρώ ότι την ίδια ακριβώς στάση απέναντι στην αιτία συναντούμε και στον Laplace: «Η φύση αυτής της ιδιόμορφης τροποποίησης, δυνάμει της οποίας ένα σώμα μεταφέρεται από έναν τόπο σε έναν άλλο, είναι και θα παραμένει πάντοτε άγνωστη· την υποδηλώσαμε με το όνομα δύναμη» [Traité de mécanique céleste, Paris 1829, βιβλίο I, κεφ. I, σ. 3].
Και λίγο παρακάτω: «Ας εξετάσουμε τώρα την κίνηση ενός σημείου που υφίσταται την επίδραση δυνάμεων οι οποίες φαίνεται να ενεργούν κατά τρόπο συνεχή, όπως το βάρος. Επειδή οι αιτίες αυτών των δυνάμεων και των παρόμοιων δυνάμεων που εμφανίζονται στη φύση είναι άγνωστες, είναι αδύνατον να γνωρίζουμε αν ενεργούν χωρίς διακοπή ή αν οι διαδοχικές ενέργειές τους χωρίζονται από χρονικά διαστήματα των οποίων η διάρκεια είναι ανεπαίσθητη· είναι όμως εύκολο να βεβαιωθούμε ότι, με μεγάλη προσέγγιση, τα φαινόμενα πρέπει να είναι τα ίδια και στις δύο αυτές υποθέσεις» [στο ίδιο, σ. 19].
Εδώ η ασυνέχεια της αιτίας —θεωρούμενης ως προς τη χρονική ενέργειά της και όχι, όπως κάνει ο Kant, ως προς το μέγεθος της έντασης ή του βαθμού της· αν όμως εξετάσουμε προσεκτικά το ζήτημα, η διαφορά είναι μικρή— παρουσιάζεται μόνο υποθετικά. Αρκεί όμως αυτό για να δείξει ότι ο Laplace είχε συνείδηση της αδυναμίας μας να υποστηρίξουμε την αυστηρή «συνέχεια» του πραγματικού σε όλες τις όψεις του.
Ίσως αυτό πρέπει να αποδοθεί στην αυστηρότητα της μαθηματικής ανάλυσης —«εκείνος είναι μαθηματικός», μου έλεγε ένας φίλος μου φυσικός, μιλώντας για τον Laplace, «που χωρίζει μια τρίχα στα τέσσερα»—· ίσως όμως πρέπει να αποδοθεί σε μια υπόρρητη πολεμική εναντίον του Newton, ο οποίος, έχοντας θεμελιώσει την τέλεια εξίσωση μεταξύ του αποτελέσματος της μεταβολής της ταχύτητας και της αιτίας αυτής της μεταβολής, ανήγαγε τη «συνέχεια» της μεταβολής στη «συνέχεια» της ενέργειας της αιτίας.
«Ο μαθηματικός ποσοτικός προσδιορισμός της μηχανικής αιτιότητας, στον οποίο κορυφώνονται οι ανακαλύψεις του Galilei και του Newton, συνδέεται άρρηκτα με την ιδέα της συνέχειας. Διότι είναι οι συνεχείς μεταβολές της ταχύτητας εκείνες που, μέσω του νόμου του Newton “δύναμη = μάζα επί επιτάχυνση”, ανάγονται στις δυνάμεις που ενεργούν ως αιτίες» (P. Jordan, La fisica nel secolo XX, Firenze, Sansoni, 1940, σ. 11).
Ο Kant δεν αποδέχεται, στο επίπεδο της κριτικής διερεύνησης, τη λογική ακρίβεια αυτής της «αναγωγής», αυτής της «ανόδου» από τη συνέχεια των μεταβολών στη συνέχεια της αιτίας. Και, όπως θα δούμε στην επόμενη σημείωση, διακρίνει μέσα στην κίνηση αφενός την περιγραφή ή τη μορφή της, η οποία είναι συνεχής και δεν απαιτεί αιτιότητα, και αφετέρου την πραγματικότητά της, η οποία περιλαμβάνει τη μεταβολή της ταχύτητάς της και απαιτεί μια αιτία, για τη μεταβολή του μεγέθους της οποίας δεν γνωρίζουμε a priori αν είναι ή δεν είναι συνεχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου