Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 1


Ησυχασμός και Προσευχή 1

ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176

IRÉNÉE HAUSHERR S.I.

Καθηγητής στο Institut Pontifical d’Études Orientales


Περιεχόμενα
Πρόλογος
Βιβλιογραφία
Ένας Ρώσος προσκυνητής της εσωτερικής προσευχής
Σημείωση για τον εφευρέτη της μεθόδου της ησυχαστικής προσευχής.
Πέρα από την καθαρή προσευχή χάρη σε ένα τυπογραφικό λάθος. Με αφορμή ένα κείμενο του Ευαγρίου
Θεωρία και αγιότητα. Μια αξιοσημείωτη αποσαφήνιση από τον Φιλόξενο της Μαββούγης († 523)
«Άπειρη άγνοια»
Σχετικά με την ησυχαστική πνευματικότητα: Διαμάχη χωρίς αντίπαλο
Στις απαρχές της συριακής μυστικής: Γρηγόριος της Κύπρου ή Ιωάννης της Λυκοπόλεως;
Γνωρίζουν οι Ανατολικοί τις νύχτες του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού;
Πρόσφατες μεταβολές στις κρίσεις σχετικά με τη μέθοδο προσευχής των ησυχαστών
Οι Πνευματικές Ασκήσεις του Αγίου Ιγνατίου και η μέθοδος της ησυχαστικής προσευχής
Οι λόγοι μας να προσευχόμαστε
Ο ησυχασμός. Μελέτη πνευματικότητας
Άπειρη άγνοια ή άπειρη γνώση;
Τὴν θεωρίαν ταύτην. Ένα άπαξ ειρημένον και οι συνέπειές του
Η αδιάλειπτη προσευχή του χριστιανού


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η πρωτοβουλία που ανέλαβε το Ανατολικό Ινστιτούτο να συγκεντρώσει σε έναν μοναδικό τόμο τα κυριότερα άρθρα που αφιέρωσε ο Σεβαστός Πατήρ Ι. Hausherr στον ησυχασμό και στην προσευχή στην αρχαία Ανατολή είναι από τις πλέον ευτυχείς. Θα προσφέρει πολύτιμη υπηρεσία στους ιστορικούς της πνευματικότητας, οι οποίοι θα έχουν έτσι εύκολη πρόσβαση σε σημαντικές μελέτες, που όμως δεν είναι πάντοτε εύκολο να συμβουλευθεί κανείς, καθώς είναι διασκορπισμένες στα διάφορα περιοδικά ή συλλογικούς τόμους στους οποίους συνεργάζεται, εδώ και σαράντα χρόνια, ο Πατήρ Hausherr.

Ωστόσο, αυτός δεν είναι ο κύριος σκοπός του παρόντος τόμου, τον οποίο οι οργανωτές του θέλησαν να είναι συγχρόνως φόρος τιμής και σύμβολο.


Όλοι γνωρίζουν την εξαιρετική αξία της συμβολής που προσέφερε ο Πατήρ Hausherr στη γνώση της αρχαίας ανατολικής πνευματικότητας. Εδώ και σαράντα χρόνια δεν αρκέστηκε να είναι ο φιλόλογος που εκδίδει κείμενα ή ο λόγιος που διασαφηνίζει το ένα ή το άλλο επιμέρους σημείο της ιστορίας· κατόρθωσε να αποκτήσει μια εσωτερική και γευστική γνώση της πνευματικότητας που εμψύχωνε τους πατέρες μας στην πίστη. Και ακόμη περισσότερο: κατόρθωσε, με τις γραπτές δημοσιεύσεις του και με την προφορική διδασκαλία του, να κάνει και άλλους να συμμεριστούν το πάθος που τον κινεί, και να τους επιτρέψει να συνειδητοποιήσουν σε ποιο βαθμό η χριστιανική σοφία του παρελθόντος μπορεί ακόμη και σήμερα να είναι πηγή ζωής. Ο αναγνώστης θα επιτρέψει στον υπογράφοντα αυτές τις γραμμές, ο οποίος είχε τη χαρά να ακούσει τον Πατέρα Hausherr αφού πρώτα τον είχε διαβάσει, να καταθέσει εδώ την προσωπική του μαρτυρία. Άλλωστε, δεν πρόκειται για μεμονωμένη μαρτυρία. Κανείς δεν αγνοεί πόσα οφείλει η σημερινή μοναχική επιστροφή στις πηγές στο έργο του Πατρός Hausherr. Έπρεπε, λοιπόν, με την ευκαιρία των εβδομηκοστών πέμπτων γενεθλίων του, να του εκδηλωθεί αυτό το σημείο ευγνωμοσύνης. Είναι μια χειρονομία αναγνώρισης, αλλά και μια πρόσκληση που του απευθύνεται να συνεχίσει για πολύ ακόμη να προσφέρει την υπηρεσία που τόσο καλά προσφέρει εδώ και σαράντα χρόνια.

Η επιλογή των άρθρων στην οποία κατέληξαν οι εκδότες της παρούσας συλλογής με ωθεί να επισημάνω και μια άλλη οπτική γωνία υπό την οποία το έργο του Πατρός Hausherr είναι σημαντικό. Δίπλα σε λόγιες και τεχνικές έρευνες, θα διαβάσει κανείς και άλλες μελέτες απαλλαγμένες από κάθε επίφαση τεχνικότητας και συνταγμένες με μοναδικό σκοπό να βοηθήσουν τον χριστιανό να στοχαστεί την πίστη του και να θρέψει την πνευματική του ζωή. Εκείνο, λοιπόν, που επιτρέπει στα περισσότερο παραινετικά γραπτά του συγγραφέα να ξεφεύγουν πάντοτε από την κοινοτοπία και τον κοινό τόπο, τόσο συχνούς σε αυτό το λογοτεχνικό είδος, είναι το πολύ στερεό στήριγμα που η προσωπική του ευρυμάθεια του επιτρέπει να βρίσκει στην παράδοση της Εκκλησίας. Φαίνεται πως υπάρχει εδώ ένα είδος αμοιβαιότητας: μια επιστήμη που ανθίζει σε μεταδιδόμενη σοφία, και ένα κιδόμενη σοφία, και ένα κήρυγμα που διεγείρει μια αδιάκοπη επιστροφή στην παράδοση.


Δεν χρειάζεται να υπογραμμιστεί πόσο υποδειγματική είναι μια τέτοια διάθεση πνεύματος στην εποχή μας, η οποία έχει τόσο έντονη τάση να διαχωρίζει την επιστήμη από τη σοφία. Θα αρκέσει να υπενθυμίσουμε ότι έχει την αρχή της στην αρχαιότερη παράδοση της Εκκλησίας: όπως γράφει ο Ευάγριος ο Ποντικός στην Πραγματεία περί προσευχής —την οποία ακριβώς μετέφρασε και σχολίασε ο Πατήρ Hausherr—, «αν είσαι θεολόγος, θα προσεύχεσαι αληθινά· και αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι θεολόγος». Τα άρθρα που πρόκειται τώρα να διαβάσουμε θα μας πείσουν χωρίς δυσκολία ότι ο Πατήρ Hausherr ανήκει σε αυτή τη γενεαλογική γραμμή θεολόγων.
JEAN-CLAUDE GUY, S.J.


Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ένας Ρώσος προσκυνητής της εσωτερικής προσευχής (¹).

Το ρωσικό πρωτότυπο αυτού του βιβλίου φέρει τον ακόλουθο τίτλο: Ειλικρινείς διηγήσεις ενός προσκυνητή προς τον πνευματικό του. Κατά τρόπο περισσότερο εσωτερικό θα μπορούσε κανείς να το τιτλοφορήσει: Σε αναζήτηση της αδιάλειπτης προσευχής. Ένας Ρώσος χωρικός, που ήξερε να διαβάζει και να γράφει κάπως —ο πατέρας του τού είχε φροντίσει να λάβει αυτή την αρχική μόρφωση στα γράμματα, ώστε να μπορεί να κερδίζει τη ζωή του παρά το ατροφικό αριστερό του χέρι—, κυριευμένος από τον πόθο της εσωτερικής προσευχής, αφού μάταια αναζήτησε το μυστικό της κοντά στους κήρυκες, συναντά επιτέλους τον δάσκαλο που του χρειάζεται στο πρόσωπο ενός στάρετς. Αυτός του μαθαίνει να λέει την προσευχή του Ιησού: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με· πρώτα 3000, έπειτα 6000, έπειτα 12000 φορές την ημέρα, τέλος κατά βούληση. Τελικά δεν είναι πια ο προσκυνητής που κάνει την προσευχή· είναι η προσευχή που γίνεται μόνη της στον νου και στην καρδιά του, μέσα σε όλες τις ασχολίες του και ακόμη και κατά τη διάρκεια του ύπνου του. Και ποια δεν είναι τα θαυμαστά της αποτελέσματα! Στον νου αισθάνεται κανείς τη γλυκύτητα της αγάπης του Θεού, την εσωτερική ειρήνη, την έκσταση του πνεύματος, την καθαρότητα των λογισμών, μια μακαριστική προσοχή προς τον Θεό· στην αισθητικότητα: μια ευχάριστη θέρμη της καρδιάς, όλα τα μέλη γεμάτα γλυκύτητα, χαρούμενους παλμούς της καρδιάς, ελαφρότητα και δροσιά· η ζωή γίνεται αισθητή ως ευχάριστη, γίνεται κανείς αναίσθητος στις ασθένειες και στη θλίψη· τέλος, αποκαλύψεις: φωτισμός της νοήσεως, διείσδυση στις Γραφές· κατανοεί κανείς το Πνεύμα της δημιουργίας, αποσπάται από τον γήινο θόρυβο, αναγνωρίζει τη γλυκύτητα της εσωτερικής ζωής, είναι βέβαιος για την εγγύτητα του Θεού και επίσης για την αγάπη Του προς εμάς (σ. 62). Έτσι, ο ταξιδιώτης μας μάλλον πετά παρά τρέχει διασχίζοντας τη Ρωσία και τη Σιβηρία, διαπιστώνοντας παντού, με νέους θαυμασμούς, τα νέα θαύματα που ενεργούνται από την αδιάλειπτη προσευχή του: μέσα στον ίδιο, σε άλλες ευλαβείς ψυχές, ακόμη και σε ένα μικρό αγόρι που στην αρχή την απαγγέλλει μόνο υπό την απειλή του μαστιγίου, επάνω στους ίδιους τους λύκους και επάνω στα στοιχεία της φύσεως. Η αδιάλειπτη προσευχή επαναφέρει την κατάσταση της αρχέγονης αθωότητας, συμπεριλαμβανομένης της ευτυχίας της και της κυριαρχίας της πάνω στη φύση.

Το βιβλίο αυτό εμφανίζεται σε μια συλλογή δίπλα στον Swedenborg, σαν να ήταν ο Ρώσος προσκυνητής κάποιος εφευρέτης στον χώρο του ιλλουμινισμού. Δεν είναι παρά ένας πιστός μαθητής μιας διδασκαλίας ηλικίας εξακοσίων ετών: του ησυχασμού. Πράγματι, ο στάρετς δεν του διδάσκει μόνο την προσευχή του Ιησού· του δίνει επίσης ένα βιβλίο: τη Φιλοκαλία, συλλογή που περιέχει τα πιο περίφημα ησυχαστικά συγγράμματα. Και ίσως, παρά τον χωριάτικο χαρακτήρα του, το αφήγημα του Ρώσου προσκυνητή να μην είναι παρά ένα ευσεβές μυθιστόρημα προορισμένο για προπαγάνδα. Οι συγγραφείς της ρωσικής Φιλοκαλίας είναι πράγματι οι ίδιοι με εκείνους της Φιλοκαλίας τῶν ἱερῶν νηπτικῶν που δημοσιεύθηκε στη Βενετία το 1782. Η συλλογή δεν συντάχθηκε τον δέκατο όγδοο αιώνα· τα συγγράμματα αυτών των νηπτικών απαντούν μαζί σε πλήθος χειρογράφων που ανάγονται στην καλή εποχή του ησυχασμού. Το αφήγημα του Ρώσου προσκυνητή, γραμμένο από τον ηγούμενο Παΐσιο († 1883) της μονής του Αγίου Μιχαήλ των Τσερεμίσων, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που είχε συλλέξει ένας στάρετς του Άθω, εμφανίστηκε αρχικά στο Καζάν. Αποδεικνύει τουλάχιστον ότι οι αγιορείτες δεν έχουν λησμονήσει τη φυσική και επιστημονική μέθοδο προσευχής, την οποία είχαν άλλοτε εκθέσει ο μοναχός Νικηφόρος, ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης κ.λπ., με τη βοήθεια αρκετών αποκρύφων συγγραμμάτων, που αποδίδονταν π.χ. στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, όπως η ἐπιστολὴ πρὸς μοναχούς, ή στον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, όπως η μέθοδος τῆς ἱερᾶς προσευχῆς καὶ προσοχῆς. Ο υπομονετικός εργάτης που θα αφιέρωνε τη ζωή του στο να φέρει λίγο φως μέσα στο συνονθύλευμα αυτής της λογοτεχνίας θα προσέφερε σημαντική υπηρεσία όχι μόνο στους ψυχολόγους που ενδιαφέρονται να συλλέγουν μυστικές θεωρίες, αλλά και στους λογίους της ανατολικής λογοτεχνίας και ιστορίας, καθώς και στους ανθρώπους της δράσης, οι οποίοι, πριν αγγίξουν ελληνικές ή σλαβικές ψυχές, μεριμνούν να γνωρίσουν καλύτερα το βάθος και να εκτιμήσουν καλύτερα τους τρόπους των θρησκευτικών τους πόθων.

I. HAUSHERR.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΦΕΥΡΕΤΗ
ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΤΗΣ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


Δημοσιεύοντας (Orientalia Christiana, τόμ. IX, αρ. 36) τη Μέθοδο τῆς ἱερᾶς προσοχῆς καὶ προσευχῆς, η οποία αποδίδεται στον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, επισήμαινα την παράξενη ομοιότητα αυτού του συγγράμματος με την πραγματεία του μοναχού Νικηφόρου Περὶ φυλακῆς καρδίας (Patrologia Graeca 147, 945 κ.ε.). Ταυτόχρονα πρότεινα ως εξήγηση αυτού του γεγονότος την ακόλουθη υπόθεση:

Ο Ψευδο-Συμεών και ο μοναχός Νικηφόρος θα ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο· η Μέθοδος και το Περὶ φυλακῆς καρδίας θα ήταν αρχικά μία και μόνη πραγματεία. Και, αφού απαριθμούσα τις ενδείξεις υπέρ αυτής της υπόθεσης, έγραφα: «Όλα θα ανάγονταν λοιπόν σε ένα σφάλμα διαίρεσης των κειμένων: το αρχικό, ενιαίο σύγγραμμα θα περιείχε, μετά την παράθεση του Συμεώνου (PG 147, 960), εκείνο που αποτελεί σήμερα τη Μέθοδο. Αυτό θα αντιγραφόταν ξεχωριστά, και θα του δινόταν ως συγγραφέας εκείνος του οποίου το όνομα βρισκόταν λίγες γραμμές πιο πάνω: ο Συμεών».

Για να μετατραπεί αυτή η υπόθεση σε βεβαιότητα, δεν απέμενε παρά να βρεθούν χειρόγραφες μαρτυρίες που να είχαν διατηρήσει το ίχνος αυτής της αρχικής κατάστασης, συνδέοντας την αρχή της Μεθόδου με την προαναφερθείσα παράθεση του Συμεώνου, και το τελευταίο μέρος του Περὶ φυλακῆς ως συνέχεια της Μεθόδου.

Και πράγματι, οι δύο συγκολλήσεις απαντούν: ο Vaticanus 710, φ. 178, έχει εκείνη της αρχής, και ο κώδ. Panteleimon. 571, φ. 221, εκείνη του τέλους. Ο Vaticanus 710 αποδίδει πράγματι στον Νικηφόρο μόνο το πρώτο μέρος του Περὶ φυλακῆς καρδίας μέχρι και την παράθεση του Συμεώνου· το τέλος, από το «προσοχή ἐστι», αποτελεί μέρος της Μεθόδου και αποδίδεται, όπως και αυτή, στον Συμεών.

Ο κώδ. Panteleimon. 571 είχε ήδη επισημανθεί στον κατάλογο του Λάμπρου ως περιέχων μία Μέθοδο θαυμαστὴ Συμεὼν τοῦ νέου θεολόγου, που αρχίζει με τις λέξεις «Ἄδειαν εὗρεν ὁ διάβολος», πράγμα που αποτελεί την αρχή της παράθεσης του Συμεώνου στον Νικηφόρο. Μια ευτυχής περίσταση μου επέτρεψε να επαληθεύσω ότι έχουμε πράγματι εδώ εκείνο που έλειπε από την απόδειξη της υπόθεσής μας: την αρχική συγκόλληση μεταξύ Ψευδο-Συμεών και Νικηφόρου. Να, πράγματι, πώς αρχίζει η Μέθοδος σε αυτό το χειρόγραφο:

«Ο διάβολος, μαζί με τα στρατεύματά του, βρήκε αφορμή, αφότου με την παράβαση έκανε τον άνθρωπο εξόριστο από τον παράδεισο και από τον Θεό, να σαλεύει νοητώς το λογικό κάθε ανθρώπου νύχτα και ημέρα· άλλου σε μεγάλο βαθμό, άλλου σε μικρό, και άλλου περισσότερο. Και δεν είναι δυνατό να οχυρωθεί αυτό διαφορετικά παρά με αδιάλειπτη μνήμη Θεού, έως ότου η δύναμη του σταυρού, αφού αποτυπωθεί στη διάνοια, το στερεώσει στην ακινησία. Προς αυτό τείνουν όσα ανήκουν στον νοητό αγώνα, τον οποίο καθένας από τους χριστιανούς ανέλαβε να αγωνιστεί στο στάδιο της πίστεως του Χριστού. Αν όμως όχι, μάταια αγωνίζεται. Χάριν αυτού του αγώνα υπάρχει όλη η ποικίλη άσκηση κάθε ανθρώπου που κακοπαθεί για τον Θεό, ώστε να κάμψει κανείς τα σπλάχνα του Αγαθού, και να δώσει πάλι το πρώτο αξίωμα, και να σφραγισθεί στο λογικό μας, όπως λέγει ο Απόστολος: “Τεκνία μου, για τα οποία πάλι υποφέρω ωδίνες, έως ότου μορφωθεί ο Χριστός μέσα μας” (4).

Όσοι έχουν ακόμη διάνοια αθεράπευτη, ας αγωνίζονται πρώτα να αποκτήσουν αυτό το κτήμα, χωρίς να φείδονται τίποτε από όσα ελκύουν προς αυτό το έλεος του Θεού. Διότι αυτό είναι η λύτρωση την οποία απέστειλε ο Κύριος στον λαό του· και αυτό είναι το μέγα έλεος· και αυτό είναι ο ιλασμός· και αυτό είναι η κατάλυση του μεσότοιχου του μεγάλου φραγμού· και αυτό είναι η αφθαρσία· και αυτό είναι η αιώνια ζωή· και αυτό είναι η καταλλαγή του Θεού με τους ανθρώπους· και σε αυτό βρίσκεται ο πτωχός τω πνεύματι· και σε αυτό βρίσκεται ο καθαρός τη καρδία, διότι αυτός θα δει τον Θεό.

Πρέπει δε να γνωρίζει κανείς ότι τρεις είναι οι τρόποι της προσοχής και της προσευχής, διά των οποίων κ.λπ.» = η Μέθοδος όπως έχει εκδοθεί στον αναφερθέντα τόπο.

Μπορούμε λοιπόν, φαίνεται, να θεωρήσουμε ως κεκτημένη την ταυτότητα του Νικηφόρου και του συγγραφέα της Μεθόδου. Ο Νικηφόρος, αποκλειομένου κάθε άλλου, είναι ο εφευρέτης της μεθόδου της ησυχαστικής προσευχής.

Θα μπορούσε ωστόσο να αντιτάξει κανείς την παρουσία, στην έκδοση της Φιλοκαλίας (PG 147, 960-961), περίπου είκοσι γραμμών που συνδέουν —όπως όπως!— τα δύο τμήματα του Περὶ φυλακῆς καρδίας: από το «κατεμάθετε, ἀδελφοί» μέχρι το «ἀκριβῶς μάνθανε». Είναι όμως αυτό το χωρίο αρχικό; Υπάρχουν οι σοβαρότεροι λόγοι να το αμφισβητήσει κανείς. Η πραγματεία του Νικηφόρου, φτιαγμένη από κομμάτια και αποσπάσματα, προσφερόταν εύκολα σε αναδιαμορφώσεις, προσθήκες και παραλείψεις, και οι πολυάριθμοι και ενθουσιώδεις αναγνώστες και αντιγραφείς της δεν παρέλειψαν να την εμπλουτίσουν, να την επεξεργαστούν εκ νέου, να τη σχολιάσουν με δική τους πρωτοβουλία, όπως μπόρεσα να διαπιστώσω κατά τη σύντομη ματιά που μου επιτράπηκε να ρίξω στα χειρόγραφα του Άθω. Το επίμαχο χωρίο έχει όλη την όψη μιας από αυτές τις μεταγενέστερες προσθήκες. Προδίδεται ως τέτοια από τη δημώδη έκφραση, η οποία παραλείπεται στη Φιλοκαλία, αλλά μαρτυρείται σε πολλά χειρόγραφα: «κατεμάθετε, ἀδελφοί, ἀπὸ τὰς ῥήσεις τὰς πατρικάς» (Vatican. 735· Ιβήρων 713)· έπειτα, από το κενό του περιεχόμενό της: ένα ερώτημα που τίθεται με φλυαρία, μια επίκληση της βοήθειας του Χριστού, αναγκαίας για να δοθεί η κατάλληλη απάντηση, μια παρατήρηση σχετικά με τα διάφορα ονόματα της νήψεως —παρατήρηση προφανώς εμπνευσμένη από τη Μέθοδο, στον αναφερθέντα τόπο, σ. 161, γραμμές 15 κ.ε.—, όλα αυτά για να εισαγάγουν το τέλος του συγγράμματος του Νικηφόρου ως απάντηση στο ερώτημα: πρόκειται για παιδαριώδη διαδικασία, που προδίδεται ως μπάλωμα. Χωρίς να υπολογίσουμε ότι το ύφος παρουσιάζει καθαρή τομή ανάμεσα σε όσα προηγούνται και σε όσα ακολουθούν τις λέξεις «προσοχή ἐστι», όπως θα το αντιληφθεί κάθε προσεκτικός αναγνώστης.

Αφού λοιπόν ο εφευρέτης της μεθόδου της ησυχαστικής προσευχής ανακαλύφθηκε οριστικά, ως προς το όνομά του και την ιδιότητά του ως μοναχού, θα απέμενε να βρεθούν βιογραφικές λεπτομέρειες γι’ αυτόν. Οι πληροφορίες αυτές θα ήταν τόσο περισσότερο ενδιαφέρουσες, όσο, σύμφωνα με τον Νικόδημο τον Αγιορείτη —σημείωμα αντλημένο από τη Φιλοκαλία, PG 147, 944—, ο Νικηφόρος αυτός υπήρξε δάσκαλος του Γρηγορίου Παλαμά· και, πράγμα ακόμη πιο πικάντικο, σύμφωνα με τον ίδιο Νικόδημο —Ἀκολουθία τῶν ὁσίων πατέρων τοῦ Ἄθω, Ερμούπολη 1847, λόγος ἐγκωμιαστικός, σ. 115· πρβλ. σ. 42—, αυτός ο μεγάλος άνθρωπος, ο οποίος προίκισε την Ανατολική Εκκλησία με την περίφημη μέθοδο της επιστημονικής προσευχής, και ο οποίος άνοιξε έτσι ξανά τους καταρράκτες της μυστικής εμπειρίας επάνω στον ορθόδοξο κόσμο, ήταν, ως προς τη γέννηση και την παιδεία του... Λατίνος!

Να, τουλάχιστον, το σημείωμα του Νικοδήμου: «Δεν δύναμαι να αποσιωπήσω και τον όσιο Νικηφόρο, ο οποίος ήταν προηγουμένως Λατίνος, ύστερα όμως δέχθηκε τη δόξα της Ανατολικής Εκκλησίας, και ήλθε και ησύχασε στα ερημικότερα μέρη του Όρους, και συνέγραψε τη σοφή μέθοδο περί της νοεράς προσευχής».

Παρατήρηση: ένα απόσπασμα της Μεθόδου βρίσκεται στο χειρόγραφο 14 της μονής Κουτλουμουσίου. Οι πρώτες σελίδες είναι αποσπασμένες, αλλά, ύστερα από έλεγχο, πρόκειται πράγματι για το δικό μας σύγγραμμα. Ο Λάμπρος χρονολογεί αυτό το χειρόγραφο στον 12ο αιώνα· αλλά ασφαλώς δεν είναι προγενέστερο του 14ου. Ο Λάμπρος είχε την τάση να υπερβάλλει ως προς την αρχαιότητα των χειρογράφων που περιέγραφε. Υπάρχει μάλιστα, για παράδειγμα, ένα χειρόγραφο που δεν περιέχει παρά έργα του Γρηγορίου Παλαμά, και το οποίο χρονολογείται στον 13ο αιώνα· βλ. τον κατάλογο του Λάμπρου στον κώδικα 3734 — Διονυσίου 200.

(1) Παρά τις μακρές έρευνες, δεν βρήκα αυτό το χωρίο στον Συμεών. Αλλά ο Νικηφόρος δεν είναι ο πρώτος που το χρησιμοποιεί. Ήδη γύρω στο έτος 1200, ένας «Αββάς Ησαΐας» το ενέθετε με περίεργο τρόπο, αναπτύσσοντάς το εκτενώς, σε μία από τις πνευματικές επιστολές του που απευθύνονταν στη μοναχή Θεοδώρα, θυγατέρα του αυτοκράτορα Ισαακίου Αγγέλου. Ο συγγραφέας αυτός, του οποίου τα έργα στους καταλόγους συγχέονται με εκείνα του Ησαΐα του μονοφυσίτη του πέμπτου αιώνα, κηρύττει στην αλληλογράφο του τον ησυχαστικό βίο και ιδίως την προσευχή «Κύριε ἐλέησον» με τέτοια επιμονή, ώστε τα έργα του πρέπει να θεωρηθούν ως ένα στάδιο ανάμεσα στον Συμεών τον Νέο Θεολόγο και τον ησυχασμό του 14ου αιώνα.


ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΧΑΡΗ ΣΕ ΕΝΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΑΘΟΣ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΡΙΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια: