Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 9

 Συνέχεια από Τετάρτη 8. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 9
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA, 137

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

II. ΨΥΧΟΓΕΝΕΣΗ

3. ΤΑ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ.

Η αργία είναι η μητέρα όλων των κακιών. «Η ρίζα όλων των κακών είναι η πλεονεξία, η φιλαργυρία» (30). «Δεν υπάρχει πάθος πιο βλαβερό από την αναίδεια, την παρρησία· διότι αυτή είναι η μητέρα όλων των κακιών» (2). «Η έπαρση, η οἴησις, είναι η μητέρα όλων των κακιών» (32). Κ.τ.λ. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια μητρότητα πολύ διεκδικούμενη. Για τους κήρυκες, το χειρότερο από όλα τα πάθη, όπως και η μεγαλύτερη από όλες τις αρετές, είναι εκείνο για το οποίο έχουν να μιλήσουν. Ο ίδιος ο Μάξιμος ο Ομολογητής φαίνεται μερικές φορές να λησμονεί την τόσο σταθερή διδασκαλία του σχετικά με αυτή τη γενεαλογία. Ο νους, βγαίνοντας από την αμαρτία όπως ο Ισραήλ από την Αίγυπτο, αλλά φέροντας μαζί του μέσα στη φαντασία σαν αποτυπώματα κακού…, κατασκευάζει χωρίς λόγο τον χρυσό μόσχο, «μια διάθεση που είναι η μητέρα όλων των παθών» (33). Μόνο που ο χρυσός μόσχος δεν αντιπροσωπεύει για τον Μάξιμο μόνον τη φιλαργυρία: «Ο χυτός μόσχος είναι η ανάμειξη και η σύγχυση των φυσικών δυνάμεων μεταξύ τους· ή μάλλον είναι μια εμπαθής και ανόητη σύζευξη, η οποία καθορίζει την ανόητη κίνηση των παραφύσιν παθών» (34). Επομένως, παρά τα φαινόμενα, ο Μάξιμος δεν αντιφάσκει. Και ούτε αντιφάσκει περισσότερο όταν αποδίδει τη γέννηση όλων των κακιών στην άγνοια, όπως ήδη είπαμε.

Για να προχωρήσουμε με τάξη, πρέπει πρώτα να αναρωτηθούμε αν ο Μάξιμος έχει έναν ακριβή κατάλογο των κεφαλαιωδών αμαρτημάτων, και ποιον. Θα μπορούσε κανείς να αμφιβάλει γι’ αυτό, διότι δεν τον δίνει πουθενά, μολονότι έχει ένα κεφάλαιο «περί του παθητικού μέρους της ψυχής, των διαιρέσεων και των υποδιαιρέσεών του» (35): αφού αποκλεισθεί το καθαρά παθητικό, όπως η θρέψη, το παθητικό που εξαρτάται από τη βούληση διαιρείται σε επιθυμία και θυμό. Η επιθυμία διαιρείται σε ηδονή και λύπη. Αυτό ανάγεται στον Πλάτωνα και ίσως ακόμη πιο πέρα. «Από άλλη άποψη, λέγεται —από τους Στωικούς— ότι η επιθυμία διαιρείται σε τέσσερα είδη: την κυρίως επιθυμία, την ηδονή, τον φόβο και τη λύπη…» (36). Η συνέχεια αναπτύσσει αυτή την ψυχολογία, η οποία είναι στωική. «Καθένα από αυτά τα πάθη, αυτοί το διαιρούν σε πολλά άλλα, τόσο ώστε, αν ήθελε κανείς να τα καταλογογραφήσει αυστηρά, θα δαπανούσε πολύ χρόνο και θα συνέθετε μια πραγματεία τόσο εκτενή, ώστε οι αναγνώστες δεν θα άντεχαν την πολυλογία της» (37). Ο κατάλογός τους, λοιπόν, δεν θα ταυτιζόταν, όπως στους Στωικούς, με τον κατάλογο των κακιών. Διότι ο Μάξιμος διακρίνει απολύτως το ψυχολογικό νόημα από το ηθικό νόημα, ακριβώς όπως αργότερα ο άγιος Θωμάς. Η ηθική, ωστόσο, οφείλει να ενδιαφερθεί γι’ αυτό, διότι το επιθυμητικό και το θυμοειδές γίνονται καλά ή κακά ανάλογα με την εκούσια κλίση προς τον νου ή προς την αίσθηση. «Είναι πράγμα μεγάλο και θαυμαστό, και απαιτεί πολλή προσοχή και σοβαρότητα», το να επιτηρεί κανείς και να συγκρατεί αυτές τις τάσεις (38). Ο πλήρης κατάλογος των αμαρτημάτων θα έπρεπε να απαριθμήσει όλες τις δυνατές παρεκκλίσεις τους: αυτό θα ήταν ακόμη πιο φοβερό ως προς την έκταση· ακριβέστερα, θα ήταν ατελείωτο. Γι’ αυτό, από την αρχαιότητα, οι ηθικολόγοι ασχολήθηκαν με το να καθορίσουν τα «κύρια πάθη», τα γενικά ελαττώματα, τα «κεφαλαιώδη αμαρτήματα». Ο Κασσιανός μάς είπε ότι ο ευαγριανός κατάλογος των οκτώ κακών λογισμών «είναι η απόλυτη γνώμη όλων». Ο Μάξιμος, ωστόσο, δεν τον δίνει πουθενά (39). Ίσως τον θεωρούσε περισσότερο εμπειρικό παρά φιλοσοφικό. Συμφωνεί όμως με τον Ευάγριο σε δύο σημεία: η πρόοδος των κακιών πηγαίνει από τη γαστριμαργία προς την υπερηφάνεια, και όχι αντίστροφα. Θα άξιζε εδώ να φιλοσοφήσει κανείς πάνω στη διαφορά ανάμεσα στον Μάξιμο και στον σχεδόν σύγχρονό του άγιο Γρηγόριο. Αυτός γράφει (40): «Διότι ρίζα κάθε κακού είναι η υπερηφάνεια, για την οποία, με τη μαρτυρία της Γραφής, λέγεται: “Αρχή κάθε αμαρτίας είναι η υπερηφάνεια” (41). Και οι πρώτοι της απόγονοι, δηλαδή τα επτά κυριότερα πάθη, προέρχονται από αυτή τη δηλητηριώδη ρίζα: η κενοδοξία, ο φθόνος, η οργή, η λύπη, η φιλαργυρία, η λαιμαργία της κοιλίας, η λαγνεία». Και λίγο παρακάτω (42): «Καθένα από αυτά συνδέεται με τα άλλα με τόσο μεγάλη συγγένεια, ώστε να μην προέρχεται το ένα παρά από το άλλο».

«Διότι το πρώτο γέννημα της υπερηφάνειας είναι η κενοδοξία…». Και ούτω καθεξής, κατά κατιούσα σειρά, έως τη λαιμαργία και τη λαγνεία. Εδώ υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή απόχρωση: υπάρχει αντιστροφή της προοπτικής. Ανατολική θεώρηση: από τη φιλαυτία στην αναζήτηση της αισθητής ηδονής και, διαμέσου όλων των κακιών, στην υπερηφάνεια. Δυτική θεώρηση: η υπερηφάνεια αναζητεί την κενοδοξία και, μέσω των άλλων κακιών, καταλήγει στη λαγνεία και στη λαιμαργία. Θεωρητικά μπορεί κανείς να επιχειρήσει να συμφιλιώσει τις δύο απόψεις. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα είχε να δει ποια διαφορετικότητα στάσης πρέπει να παράγουν και πράγματι παράγουν στις ψυχές που εμπνέονται από τη μία ή από την άλλη. Από τη μία πλευρά, η υπερηφάνεια μέσα σε όλες τις αμαρτίες, και η λαγνεία, ακόμη και η λαιμαργία, ως συνέπεια και τιμωρία της· παράλληλα, οι βαθμοί της τελειότητας θεωρούνται ευχαρίστως ως βαθμοί ταπεινώσεως. Από την άλλη πλευρά, «η εγκράτεια είναι ο κοινός παρονομαστής κάθε αρετής» (**), τόσο ώστε ο Ωριγένης χαρακτηρίζει την υπερηφάνεια ως σοδομιτική αμαρτία (4)· αμαρτία τόσο σπάνια όσο και τερατώδης, διότι ο πειρασμός της έρχεται κυρίως σε εκείνους —και αυτοί οι ίδιοι είναι πολύ σπάνιοι— που πλησιάζουν την τελειότητα. Το θέμα θα άξιζε την προσοχή ενός ψυχολόγου και ενός ιστορικού της πνευματικότητας. Εδώ εκθέτουμε απλώς τις ιδέες του Μαξίμου. Ας αρκεσθούμε σε δύο παρατηρήσεις: α) Όταν συγκρίνει κανείς αποκλίνουσες ηθικές αντιλήψεις, πρέπει, πριν βγάλει συμπεράσματα για την ψυχολογία των συγγραφέων τους, να εξετάσει αν μίλησαν σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία τους ή σύμφωνα με τις αποφάσεις και τις επιδιώξεις τους: δεν διαπρέπει κανείς αναγκαστικά στα ελαττώματα ή στις αρετές για τις οποίες μιλά περισσότερο από άλλους. β) Και η μία και η άλλη διδασκαλία στηρίζεται στη Γραφή, και μάλιστα στο ίδιο κείμενο της Γραφής. Εκεί όπου ο Γρηγόριος έμαθε ότι η υπερηφάνεια είναι η αρχή κάθε αμαρτίας, ο Μάξιμος διάβασε: «Αρχή της υπερηφάνειας του ανθρώπου είναι το να απομακρύνεται από τον Θεό, και η καρδιά του να αποσπάται από τον Δημιουργό του· η αρχή της υπερηφάνειας είναι η αμαρτία». Αυτή η διατύπωση συμφωνεί από κάθε άποψη με τη διδασκαλία του περί φιλαυτίας.

Ο Μάξιμος συναντά τον Ευάγριο δεχόμενος ότι, ανάμεσα στα κεφαλαιώδη αμαρτήματα, υπάρχουν τρεις επικεφαλής. Εδώ υπάρχει, άλλωστε, ανάμνηση της πρώτης επιστολής του αγίου Ιωάννη (2,16). «Από τη φιλαυτία γεννώνται οι τρεις γενικοί λογισμοί της επιθυμίας: η λαιμαργία, η φιλαργυρία, η κενοδοξία» (45). «Από τους δαίμονες που αντιτίθενται στην πράξη, πρώτοι μας πολεμούν εκείνοι που έχουν την ευθύνη των ορέξεων της λαιμαργίας, εκείνοι που μας υποβάλλουν τη φιλαργυρία και εκείνοι που μας προσκαλούν στην ανθρώπινη δόξα. Όλοι οι άλλοι έρχονται ύστερα…» (44). Ο Ευάγριος βρίσκει την επιβεβαίωση αυτής της διδασκαλίας στην ιστορία του πειρασμού του Ιησού. «Γι’ αυτό ο διάβολος υπέβαλε αυτούς τους τρεις λογισμούς στον Σωτήρα, προσκαλώντας τον πρώτα να μεταβάλει τις πέτρες σε άρτους, έπειτα υποσχόμενος σ’ αυτόν τον κόσμο, αν έπεφτε να τον προσκυνήσει, και τρίτον λέγοντάς του ότι θα δοξαζόταν, αν τον άκουγε» (47). Στο σημείο αυτό ο ωριγενιστής δεν ακολούθησε την πνευματική ερμηνεία του Ωριγένη (48).

Είναι λιγότερο εύκολο να καθορισθεί το υπόλοιπο γενεαλογικό δένδρο. Ο Θαλάσσιος, ο ειδικός των λακωνικών γνωμών —τα περισσότερα από τα «κεφάλαιά» του έχουν μόνον δύο ή τρεις γραμμές— συνοψίζει έτσι τις ιδέες του Μαξίμου: «Μπροστά από όλα τα πάθη πορεύεται η φιλαυτία· τελευταίως ακολουθεί η υπερηφάνεια. Οι τρεις γενικοί λογισμοί της επιθυμίας οφείλουν τη γέννησή τους στη φιλαυτία. Να θεωρείτε χωρίς δισταγμό ότι αυτοί είναι η λαιμαργία, η φιλαργυρία και η κενοδοξία· από αυτούς εξέρχονται όλοι οι εμπαθείς λογισμοί, αλλά όχι όλοι αδιακρίτως. Τη λαιμαργία ακολουθεί η λαγνεία· την κενοδοξία, η υπερηφάνεια· οι άλλες κακίες προέρχονται αδιακρίτως από τις τρεις. Αδιακρίτως, ύστερα από τις τρεις, έρχονται η λύπη, η οργή, η μνησικακία, η ζήλια, η ακηδία και οι λοιπές» (10). Στο κεφάλαιο 87 θα περίμενε κανείς να ακούσει να ονομάζεται επίσης η φιλαργυρία μαζί με το γέννημά της· λείπει τόσο από τις δυτικές εκδόσεις όσο και από τη Φιλοκαλία. Και υποπτεύομαι ότι αυτό δεν είναι απλή αφηρημάδα του αρχαιότερου αντιγραφέα, αλλά σημείο κάποιας αμηχανίας από μέρους του. Διότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα ζητήματα αυτά είναι πολύ σοβαρά για έναν μοναχό. Ο Μάξιμος μας επιτρέπει να συμπληρώσουμε το κενό: «Από τη λαιμαργία γεννιέται η λαγνεία· από τη φιλαργυρία η πλεονεξία· από την κενοδοξία η υπερηφάνεια» (49). Η πλεονεξία, λέει μια σημείωση στον Migne, είναι συχνά συνώνυμη της φιλαργυρίας. Αλλά προφανώς εδώ το νόημα είναι διαφορετικό. Πρέπει αναμφίβολα να εννοήσουμε τις δύο λέξεις σύμφωνα με την ετυμολογία τους: αγάπη για το χρήμα που ήδη κατέχει κανείς, και «επιθυμία να έχει περισσότερα». Ο κλασικός κατάλογος δεν κατονομάζει την πλεονεξία· από εκεί ίσως προήλθε η αμηχανία του γραφέα. Ο Ευάγριος δεν είναι ακριβέστερος: «Δεν πέφτει κανείς στα χέρια του πνεύματος της λαγνείας, αν δεν έχει πρώτα υποκύψει στη λαιμαργία. Η οργή δεν διεγείρεται σε εκείνον που δεν μάχεται για την τροφή, για τα υλικά αγαθά ή για την κενοδοξία. Δεν είναι δυνατόν να αποφύγει κανείς τον δαίμονα της λύπης, αν δεν αισθάνεται στερημένος από όλα αυτά. Ούτε θα ξεφύγει κανείς από την υπερηφάνεια, αυτό το πρωτότοκο του διαβόλου, αν δεν έχει εξαλείψει τη ρίζα όλων των κακιών, τη φιλαργυρία, αφού η φτώχεια ταπεινώνει τον άνθρωπο, κατά τον Σολομώντα. Για να τα συνοψίσουμε όλα: κανείς δεν πέφτει στην εξουσία ενός δαίμονα, αν δεν έχει πρώτα τραυματισθεί από αυτούς τους τρεις επικεφαλής» (50). Εκτός από τους «τρεις», η γενεαλογική γραμμή δεν εμφανίζεται πολύ καθαρή. Ο Ευάγριος, ωστόσο, αποφεύγει προσεκτικά να ονομάσει μια κακία που να μην υπάρχει στον κατάλογό του.

Συνολικά, ο κατάλογος των οκτώ κεφαλαιωδών αμαρτημάτων, επινοημένος από έναν μοναχό για τους αδελφούς του, είναι βολικός· αλλά, όπως κάθε σχηματοποίηση, κινδυνεύει να μη λαμβάνει υπόψη την ψυχολογική πολυπλοκότητα. Και αυτή η διαπίστωση μας κλίνει να δώσουμε δίκιο στον Κασσιανό, όταν βεβαιώνει ότι το θεμέλιο του οκταδικού σχήματος είναι μια αλληγορική ερμηνεία της Γραφής (**). Ο Μάξιμος δεν μπορούσε να αρκεστεί σε αυτόν τον εμπειρισμό, μολονότι στα λιγότερο θεωρητικά έργα του φαίνεται να τον σέβεται· διότι ήταν και αυτός μοναχός. Και φιλόσοφος. Φθάνει σε μια σαφέστερη διαίρεση και σε μια πλουσιότερη απαρίθμηση, διακρίνοντας τις κακίες ανάλογα με το αν προέρχονται από την αναζήτηση της ηδονής ή από την άρνηση του πόνου, ή από τη «μικτή κακία». Πρέπει λοιπόν να προσπαθήσουμε να μεταφράσουμε αυτή την ορολογία, που έπεσε σαν καταρράκτης από την πένα του Μαξίμου. Τίποτε δεν είναι τόσο ασύλληπτο όσο οι ηθικές ή νοητικές πραγματικότητες που παριστάνονται με αφηρημένες και μεμονωμένες λέξεις, σύμφωνα με τις αντιλήψεις μιας άλλης εποχής και ενός άλλου κλίματος.

«Αν θωπεύουμε τη φιλαυτία με σκοπό την ηδονή, γεννούμε: τη λαιμαργία, την υπερηφάνεια, τη ματαιοδοξία, την έπαρση, τη φιλαργυρία, την πλεονεξία, την τυραννικότητα, την οίηση, την αυθάδεια —δηλαδή, όπως εξηγεί αλλού ο Μάξιμος, ένα σύνθετο πάθος αποτελούμενο από δύο κακίες, την υπερηφάνεια και την κενοδοξία· Ad Thal. q. 64, col. 716 B—, την καταφρόνηση, το ύφος υπεροχής, τον σαρκασμό, τη χυδαιότητα, την αστειότητα, την ακολασία, την ασωτία, την ελαφρότητα, την αλαζονική υπεροψία, τη μαλθακότητα, τις βιαιοπραγίες, τον εμπαιγμό, τον άμετρο λόγο, τον λόγο εκτός τόπου και περί απρεπών θεμάτων, και όλα όσα είναι του ίδιου γένους».

«Αν η φιλαυτία πληγώνεται από τον πόνο, γεννούμε την οργή, τον φθόνο, το μίσος, την έχθρα, τη μνησικακία, την ύβρη, την κακολογία, την καταγγελία, τη λύπη, την κατάπτωση, την απελπισία, τους γογγυσμούς κατά της Πρόνοιας, την ακηδία, την αποχαύνωση, την αποθάρρυνση, την κακοθυμία, τη μικροψυχία, το άκαιρο πένθος, τη μεμψιμοιρία, τη σκυθρωπότητα, τους θρήνους, τον ζήλο, τη ζηλοτυπία και την παραζήλωση —εδώ ο μεταφραστής δεν έχει παρά να παραιτηθεί— και όλα όσα, κατά τα άλλα, προσιδιάζουν σε μια ψυχική κατάσταση που έχει στερηθεί τις ευκαιρίες της ηδονής».

«Από την ανάμειξη που πραγματοποιείται, για διάφορους λόγους, ανάμεσα στην ηδονή και στον πόνο, με άλλα λόγια από τη μοχθηρία —αυτό είναι το όνομα που δίνουν ορισμένοι στη σύνθεση αντιθέτων στοιχείων κακίας— γεννούμε την υποκρισία, την προσποίηση, την πανουργία, την υποκριτική παράσταση, την κολακεία, τον ανθρωπαρεσκισμό και όλες τις άλλες επινοήσεις της μικτής κακίας. Η απαρίθμηση όλων των κακιών, μαζί με τις μορφές τους, τους τρόπους τους, τις αιτίες και τις αφορμές τους, θα ήταν εδώ ανυπόφορη· η εξέταση αυτού του ζητήματος, αν ο Θεός μου δώσει τη δύναμη, θα γίνει σε ειδική πραγματεία» (53). Αυτή η ειδική πραγματεία ίσως υπάρχει (54)· αλλά και εκεί ο Μάξιμος καταλήγει να παραιτηθεί από το να ακολουθήσει τους αρχαίους ηθικολόγους έως το τέλος, για να μη δαπανήσει τον χρόνο του κουράζοντας τους αναγνώστες.

Έχουμε, λοιπόν, να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο μεθόδους για τη συνέχεια της έκθεσής μας: ή να ακολουθήσουμε το ευαγριανό σχήμα στις γενικές του γραμμές· ή, επίσης στις γενικές της γραμμές, τη διαίρεση σύμφωνα με την ηδονή και τον πόνο. Ο ίδιος ο Μάξιμος φαίνεται να κλίνει προς τη δεύτερη όταν περιγράφει την απελευθέρωση από τη φιλαυτία· για την ανάπτυξη της φιλαυτίας στις διακλαδώσεις της, φαίνεται μάλλον να μένει στον κλασικό κατάλογο. Έτσι θα πράξουμε κι εμείς.

α) Η γαστριμαργία και η λαγνεία


ΔΥΣΤΥΧΩΣ  Ο ΒΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ ΒΓΑΖΕΙ ΑΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ. ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΘΗΚΑΝ ΤΟΣΟ ΕΠΙΔΕΞΙΑ ΟΤΑΝ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟΥ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ  ΚΑΙ ΝΑ ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.

Σημειώσεις:

(30) Α΄ Τιμ. 6, 10.
(31) Αποφθέγματα των Πατέρων, Αγαθών, αρ. 1.
(32) ΔΙΑΔΟΧΟΣ Φωτικής, κεφ. 81.
(33) Προς Θαλάσσιον, ερώτ. 16, PG 90.300 B.
(34) Ό.π. 300 D κ.ε.
(35) Ambigua, PG 91.1196 C 35.
(36) Ό.π. D.
(37) 1197 C.
(38) Ό.π. D.
(39) Προς Θαλάσσιον, ερώτ. 49, σχόλ. 20, τον δίνει· αλλά τα σχόλια αυτά δεν είναι του Μαξίμου.
(40) Moralia in Job, βιβλ. XXXI, κεφ. 45, αρ. 87, PL 76.621 A.
(41) Σοφ. Σειρ. 10, 13.
(42) Αρ. 89.
(43) ΔΙΑΔΟΧΟΣ, κεφ. 42.
(44) In Ezech. hom. IX, 4, BAEHRENS, σ. 412-415.
(45) De Car. III, 57.
(40) De Malignis Cogit. κεφ. 1, PG 79.1200 D· στη Φιλοκαλία, 2η έκδοση, I, σ. 25, υπό τον τίτλο: Του αυτού Ευαγρίου, κεφάλαια περί διακρίσεως παθών και λογισμών.
(A) Ό.π.
(48) Πρβλ. ΩΡΙΓ., In Luc. hom. 29-31, RAUER, σ. 177-192.
(49) ΘΑΛ. III, 86-90, PG 91.1456 D.
(50) De Car. III, 56.
(51) Μνημ. τόπ.
(52) Δευτ. 7, 1· ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Coll. V, 17-18 και Inst. Coen. V, 1.
(53) Προς Θαλάσσιον, πρόλ., PG 90.256 C κ.ε.
(54) Ambigua, PG 91.1196 C-1197 D.

Δεν υπάρχουν σχόλια: